221/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated221/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης [ή μη], κρίνεται, τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση' ενώ, δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Full text
Απόφαση 221 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 221/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".... υπό εκκαθάριση", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Γ. Γ. και Κ. Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ιωαννίδη, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Α., ορκωτού ελεγκτή, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημητρίου Βαλάση, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/12/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 158/2015 απόφαση του. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16/11/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πελαγία Ακάσογλου ανέγνωσε την από 5/2/2019 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Τζανάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 144, 145, 294, 296, 297, 299, 98, 516, 553 παρ.1 στοιχείο (β), 566 παρ.1, 309 εδ. (α), 321, 495 παρ.1 και 577 παρ. 2 ΚΠολΔ -και όπως τα άρθρα 294, 297 και 495 ΚΠολΔ ίσχυσαν πριν από το άρθρο δεύτερο - άρθρο 1 παρ. 2, άρθρο δεύτερο - άρθρο 1 παρ. 3, άρθρο τρίτο - άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο ένατο - άρθρο 1 παρ. 4 ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015)- συνάγονται (και) τα εξής:
Σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη' δηλ. εκείνη, η οποία, απεκδϋοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (ΑΠ ολ. 5/2001, ΑΠ 891/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Δικαίωμα εφέσεως έχουν, εφ' όσον νικήθηκαν, ολικά ή εν μέρει, στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων και ο εναγόμενος, επίσης, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε, εφ' όσον έχει έννομο συμφέρον.
Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης [ή μη], κρίνεται, τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση' ενώ, δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ' ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της αποφάσεως, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία, από τη δημοσίευση της αποφάσεως, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των τριών (3) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 (άρθρα 518 παρ.2 ΚΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο ένατο - άρθρο 1 ν. 4335/2015) ή των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).
Τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η κατ' αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της εφέσεως ή από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως. Η (γνήσια) προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα (30) ημέρες και, αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό, είναι ενενήντα (90) ημέρες και αρχίζει, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, από την επίδοση της αποφάσεως (άρθρο 564 παρ. 2 ΚΠολΔ) ενώ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η (καταχρηστική) προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως είναι τρία (3) έτη και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη, για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ) ή δύο (2) έτη και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως, που περατώνει τη δίκη, για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015).
Οι πιο πάνω (γνήσιες) προθεσμίες για την άσκηση εφέσεως ή αναιρέσεως, τρέχουν εναντίον και εκείνου, με παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση (άρθρο 144 παρ.2 ΚΠολΔ). Η απόδειξη της τελεσιδικίας της κατ' αντιμωλία οριστικής αποφάσεως του πρωτόδικου δικαστηρίου γίνεται, με την προσκόμιση της σχετικής εκθέσεως επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο, που επιδόθηκε (άρθρα 122, 123, 139, 140 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τη βεβαίωση - πιστοποιητικό της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της εφέσεως.
Η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση εφέσεως είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο νόμιμος διαδικαστικός τύπος (άρθρο 297 ΚΠολΔ), εφ' όσον ο τύπος αυτός αφορά, αποκλειστικά, την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου.
Συνεπώς, η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς και από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση εφέσεως διάδικος άσκησε αναίρεση, χωρίς να ασκήσει έφεση. Παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση εφέσεως μπορεί να γίνει και, με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, οπότε η τελεσιδικία της πρωτόδικης αποφάσεως ανατρέχει στον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, ανεξαρτήτως, εάν η επίδοση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ ολ. 5/2001 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Για το κύρος της παραιτήσεως από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου, που υπογράφει την αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 98 στοιχείο β' ΚΠολΔ). Η έλλειψη της ειδικής πληρεξουσιότητας μπορεί να καλυφθεί, με έγκριση, εκ των υστέρων, του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, εξ αιτίας της αναδρομικής ενέργειας της εγκρίσεως, που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως, να ισχυροποιείται (άρθρο 238 ΑΚ), αναδρομικώς, η παραίτηση από τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΑΠ ολ. 17/2013, ΑΠ ολ. 626/1980, ΑΠ 891/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ΑΠ 737/2017, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 1216/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η 158/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσβάλλεται, με την από 16.11.2015 [Α.Κ. 148 / 16.11.2015 - Πρωτοδικείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, την 14.7.2015, επί της από 8.12.2014 [Γ.Α.Κ. 142020 / Α.Κ.Δ. 411 / 30.12.2014] αγωγής του Ι.
Π. του Α., κατοίκου ... [ενάγοντος - αναιρεσίβλητου] κατά της ανώνυμης εταιρίας ".... υπό εκκαθάριση", που εδρεύει στην… και νομίμως εκπροσωπείται [εναγομένης - αναιρεσείουσας]. Η αγωγή αφορά διαφορά από αμοιβή του ενάγοντος για την παροχή εργασίας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 - 681 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το ν. 4335/2015) και η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, επαρκώς ορισμένη, ενώ στη συνέχεια, έγινε δεκτή και, ως ολικά βάσιμη, κατ7 ουσία.
Για πρώτη φορά, η 158/2015 απόφαση επιδόθηκε νομίμως στην αναιρεσείουσα, την 12.9.2018, επιμελεία του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με την ... / 12.9.2018 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. I. Ζ.. Τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, την 16.11.2015, ως άνω, η 158/2015 απόφαση δεν είχε καταστεί τελεσίδικη, εφ' όσον από την 15.7.2015 έτρεχε η καταχρηστική προθεσμία των τριών (3) ετών για την άσκηση εφέσεως, που συμπληρώθηκε, την 16.7.2018.
Το 11573/17.9.2018 "πιστοποιητικό περί κατάθεσης ενδίκων μέσων" του αρμοδίου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών - Τμήμα Πολιτικών Ενδίκων Μέσων αποδεικνύει ότι η 158/2015 απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, κατά τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως [12.12.2019] και όχι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως [16.11.2015].
Εξ άλλου, στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, που επιδόθηκε, κατά νόμο, την 30.7.2019, σύμφωνα με την ... / 30.7.2019 έκθεση επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Δ.. Τ., αναγράφεται [δηλώνεται] ότι "κατά της 158/2015 αποφάσεως, δεν ασκήθηκε έφεση από την αναιρεσείουσα εταιρία".
Η δήλωση αυτή, εάν θεωρηθεί, ως παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως, δεν είναι έγκυρη [παραδεκτή] διότι δεν αποδεικνύεται ειδική πληρεξουσιότητα, όπως απαιτείται, εφ' όσον δεν προσκομίζεται -ούτε γίνεται επίκληση- σχετικού ειδικού πληρεξουσίου και δεν καλύπτεται η έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας, με έγκριση, εκ των υστέρων, της αναιρεσείουσας, αφού η τελευταία [αναιρεσείουσα], κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως [12.11.2019], δεν παραστάθηκε μετά του νομίμου εκπροσώπου της, αλλά εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο (ΑΠ 891/2014, ΑΠ 1216/2010 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Εν όψει αυτών και, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα από το Δικαστήριο, ως απαράδεκτη.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, η οποία ορίζεται στο ποσό των (1800) ευρώ (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2, 106 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.11.2015 [Α.Κ. 148 / 16.11.2015 - Πρωτοδικείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως κατά της 158/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζεται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19 Δεκεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ