221/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated221/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 221 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 221/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Πρεβενά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... "..." διαδόχου της διασπαθείσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ρόβλια, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5396/2005 του ιδίου Δικαστηρίου, 4483/2010 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-7-2013 αίτησή του, την οποία επανέφερε προς συζήτηση μετά από ματαίωση με την από 28-9-2015 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 2-8 του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 ΕισΝΑΚ, "2. Ακίνητα εγκαταλελειμμένα παρά των ιδιοκτητών των και μη διαχειριζόμενα παρ’ αυτών ουδέ δι` αντιπροσώπων καταλαμβάνονται παρά του δημοσίου και διαχειρίζονται παρ’ αυτού ως διοικητού αλλοτρίων. 3.
Η κατάληψις γίνεται διοικητικώς δια πρωτοκόλλου, συντασσομένου υφ’ ενός δημοσίου υπαλλήλου, λαμβάνοντος προς τούτο την ειδική εντολήν του υπουργείου των Οικονομικών (Διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων) και του προϊσταμένου της αρμόδιας αστυνομικής αρχής ή του υπό τούτου οριζομένου αστυνομικού οργάνου. 4.
Εφ’ όσον ο ιδιοκτήτης είναι γνωστός εις την αρμόδια υπηρεσίαν, περίληψις του πρωτοκόλλου καταλήψεως του ακινήτου ως εγκαταλελειμένου, αναφέρουσα και το ονοματεπώνυμον του ιδιοκτήτου, καταχωρείται εις τα βιβλία μεταγραφών και εις την μερίδα του ιδιοκτήτου, επιμελεία της Διευθύνσεως δημοσίων κτημάτων του υπουργείου Οικονομικών, αποτελεί δε πλήρη απόδειξιν περί της κατοχής του ακινήτου υπό του Δημοσίου ως διοικητού αλλοτρίων. 5.
Η προς τον ιδιοκτήτην απόδοσις του καταληφθέντος κτήματος γίνεται, κατ’ αίτησιν αυτού, κοινοποιουμένην προς το Δημόσιον, δι’ αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών, μετά γνώμην του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου. Αι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται και εν προκειμένω. 6. Εις τον αναλαμβάνοντα το ακίνητόν του ιδιοκτήτη αποδίδονται, κατά την εν τη προηγουμένη παρ. 5 καθοριζομένην διαδικασίαν, και τα εισπραχθέντα τυχόν παρά του Δημοσίου μισθώματα, μειούμενα κατά τας γενομένας δαπάνας και κατά 20% λόγω εξόδων διαχειρίσεως. 7.
Εάν απορριφθή η αίτησις του ιδιοκτήτου ή δεν εκδοθή απόφασις του υπουργού εντός 6 μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτήσεως του ιδιοκτήτη ή εντός της υπό του κατά το άρθρο 10 συμβουλίου ταχθείσης, κατά την παρ. 4 του άρθρου 11, προθεσμίας, δύναται ούτος να ζητήση την απόδοσιν δι’ αιτήσεώς του, υποβαλλομένης προς τον αρμόδιον, ως εκ της τοποθεσίας του ακινήτου, πρόεδρον των πρωτοδικών. 8.
Μετά πάροδον δεκαετίας από της υπό του Δημοσίου καταλήψεως κτήματος ως εγκαταλελειμμένου, το δικαίωμα κυριότητας αποσβέννυται και η κυριότης του ακινήτου περιέρχεται εις το Δημόσιον". Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, για τη κτήση κυριότητας κινητού ή ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, ενώ κατά το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ’ αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "...Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο εκτάσεως 1365 τ.μ. επί της οδού ... στην Αθήνα, όπως εμφαίνεται στο από 3-5-1971 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ. υπό στοιχεία ... κατά το οποίο συνορεύει ανατολικά με πολυκατοικία και ιδιοκτησία αγνώστων ...
δυτικά με πολυκατοικία αγνώστων... βόρεια με οδό ... ... και νότια με λεωφόρο ... ..., το δε υπό στοιχεία ... τμήμα τούτου εμβαδού 147 τ.μ., προσκυρώθηκε στο συγκεκριμένο ακίνητο, αρχικού εμβαδού 1.218 τ.μ. (...), λόγω ρυμοτομίας, δυνάμει της υπ’ αριθ. ...-1963 Πράξης του γραφείου Πολεοδομίας Αθηνών. Κατά την από 22-2-1968 έκθεση ελέγχου του υπαλλήλου της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών Σ.
Γ., που συντάχθηκε με εντολή του αρμοδίου Εφόρου σε εκτέλεση αντίστοιχης διαταγής του Υπουργείου Οικονομικών, μετά τη διενεργηθείσα έρευνα και αυτοψία προς εξακρίβωση τυχόν δικαιωμάτων του Δημοσίου επί του ήδη επίδικου ακινήτου στην οδό ..., εικαζομένης ιδιοκτησίας του Συνδέσμου αποστράτων οπλιτών της Χωροφυλακής, διαπιστώθηκαν τα εξής:
Α) Γενικά: 1)Πρόκειται περί ακαλύπτου οικοπεδικής εκτάσεως, περίπου 2.500 τ.μ., κειμένης επί της οδού .... 2) Η ανωτέρω εδαφική έκταση προέρχεται από μεγαλύτερη έκταση εναπομείνασα μετά τη διαπλάτυνση της οδού ... με την υπ’ αριθ. 4/63 Πράξη απαλλοτριώσεως. 3) Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες στη συγκεκριμένη έκταση ευρίσκοντο αρχικώς ισόγεια κτίσματα (δωμάτια) χρησιμοποιούμενα από το Σύνδεσμο Αποστράτων Οπλιτών της Χωροφυλακής, για τη στέγαση των μελών του, τα οποία κατεδαφίστηκαν λόγω της γενόμενης απαλλοτρίωσης, εναπομείναντος μικρού ημικατεστραμένου κτίσματος (δωμάτιο), στο οποίο διαμένει ο Α.
Σ.. Β) Στοιχεία: 1) Από τους τίτλους και τα λοιπά στοιχεία, που διαβίβασε στην ως άνω Υπηρεσία το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, προκύπτει ότι το ανωτέρω ακίνητο διεκδικείται από το Ταμείο Εθνικού Στόλου, καθολικού διαδόχου των περιουσιακών στοιχείων του διαλυθέντος Συνδέσμου αποστράτων οπλιτών της Χωροφυλακής με βάση το άρθρο 59 του καταστατικού του εν λόγω Συνδέσμου, στο οποίο αναφέρεται ότι σε περίπτωση διάλυσής του, το υπόλοιπο της περιουσίας του περιέρχεται στο Ταμείο Εθνικού Στόλου. 2) Από τη γενόμενη έρευνα στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών δεν ανευρέθηκαν περιουσιακά στοιχεία του Συνδέσμου απόστρατων οπλιτών της Χωροφυλακής. 3) Ενεργηθείσης περαιτέρω ερεύνης, διαπιστώθηκε ότι Σωματείο υπό την επωνυμία "Σωματείον των αποστράτων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς" απέκτησε δυνάμει του υπ’ αριθ. .../1896 Πωλητηρίου συμβολαίου σε συνδυασμό προς το υπ’ αριθ. ...
ιδίου έτους συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Η. Γ. ένα οικόπεδο εκτάσεως 3.307,37 τ.μ. κείμενο μεταξύ της θέσεως ..., συνορευόμενο ανατολικώς με οδό ... επί πλευράς μέτρων 44, δυτικώς με ιδιωτική οδό επί πλευράς μέτρων 44,30, αρκτικώς με γήπεδο Α. Κ. επί πλευράς σχηματιζούσης γωνία και μεσημβρινώς με οικόπεδο Ι.
Κ. επί πλευράς μέτρων 28,60. 4) Προφανώς πρόκειται περί της αυτής οικοπεδικής εκτάσεως, της οποίας την κυριότητα διεκδίκησε το Ελληνικό Δημόσιο (Αεράμυνα) από το Σύνδεσμο απόστρατων οπλιτών της Χωροφυλακής, όπως τούτο προκύπτει από τα συνημμένα στοιχεία. 5) Καταβληθείσα προσπάθεια για την ανεύρεση στοιχείων στο παλαιό αρχείο σχετικώς με τη διαληφθείσα αλληλογραφία μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και του ανωτέρω Συνδέσμου, απέβη ματαία, λόγω ελλείψεως πλήρους ταξινομήσεως του παλαιού αρχείου. 6) Εν τω μεταξύ ο προαναφερόμενος Σύνδεσμος απόστρατων οπλιτών της Χωροφυλακής φέρεται εικαζόμενος ιδιοκτήτης της εν λόγω εκτάσεως, χωρίς να προκύπτουν στοιχεία νομιμοποιήσεώς του επί του προπεριγραφομένου οικοπέδου ιδιοκτησίας του Σωματείου απόστρατων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς. 7) Από τα συγκεντρωθέντα στοιχεία και τη μελέτη του καταστατικού του ως άνω Συνδέσμου, δεν προκύπτουν ενδείξεις επί των οποίων να πιθανολογείται ύπαρξη ταυτότητας ή διαδοχής του ενός Σωματείου από το άλλο. 8) Σημειώνεται ενδεικτικώς ότι το Σωματείο απόστρατων Υπαξιωματικών το Στρατού ιδρύθηκε προ του έτους 1896, όταν έγινε η αγορά του οικοπέδου, ενώ το υπό την επωνυμία Σύνδεσμος απόστρατων οπλιτών της Χωροφυλακής ιδρύθηκε το έτος 1914.
Κατά συνέπεια με βάση τα σημερινά δεδομένα του φακέλου, ο έλεγχος άγεται στη γνώμη ότι το προαναφερόμενο οικόπεδο καταπατήθηκε εκ των υστέρων από το Σύνδεσμο απόστρατων οπλιτών της Χωροφυλακής, αφού είχε ήδη ατονήσει το Σωματείο απόστρατων Υπαξιωματικών του Στρατού. Λαμβανομένων επομένως υπόψη των ανωτέρω και ειδικότερα ότι δεν βρίσκεται στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του Συνδέσμου απόστρατων οπλιτών της Χωροφυλακής, επί του οποίου να θεμελιώνεται δικαίωμα κυριότητας του Ταμείου Εθνικού Στόλου, ο έλεγχος φρονεί όπως η όλη υπόθεση παραπεμφθεί αρμοδίως για την έκδοση σχετικής απόφασης.
Η έκθεση αυτή με το σχετικό φάκελο διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών με το υπ’ αριθ. πρωτ. .../23-2-1968 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών, προκειμένου να παραπεμφθεί η υπόθεση σε ειδική αρμόδια Υπηρεσία για να αποφανθεί κατά πόσο το Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα επί της περιγραφόμενης σε αυτή εκτάσεως στην οδό ....
Το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων (άρθρο 10 α.ν. 1539/1938) κατά τη συνεδρίαση αυτού στις 10-10-1968 συζήτησε την υπόθεση διεκδίκησης ή μη δικαιωμάτων του Δημοσίου στο ως άνω ακίνητο της οδού ..., επί του οποίου προέβαλε δικαιώματα το Ταμείο Εθνικού Στόλου, έχοντας ζητήσει την έκδοση βεβαίωσης περί του ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν διεκδικεί δικαιώματα σε αυτό, προκειμένου να κινηθεί η διαδικασία δικαστικής αναγνώρισής του ως δικαιούχου της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος, λόγω ρυμοτομίας, τμήματος τούτου και αποδεχόμενο ομοφώνως την εισήγηση του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Α.
Γ., γνωμοδότησε υπέρ της απορρίψεως της αιτήσεως-της Διευθύνσεως Εθνικού Στόλου, καθόσον 1) από τα έγγραφα του φακέλου δεν προκύπτουν δικαιώματα κυριότητας του Συνδέσμου Οπλιτών Χωροφυλακής επί του συγκεκριμένου ακινήτου στην οδό ..., για να νομιμοποιηθεί το Ταμείο Εθνικού Στόλου δυνάμει του άρθρου 59 του καταστατικού του εν λόγω Σωματείου, ως δικαιούχου της αποζημίωσης από τη γενομένη απαλλοτρίωση τμήματος αυτού και ως κυρίου της υπόλοιπης μη απαλλοτριωθείσας εκτάσεως του ιδίου ακινήτου και 2) από τα ίδια στοιχεία του φακέλου συνάγεται ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει στο Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν.
της 21-6/10-7-1837 περί διακρίσεως κτημάτων σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 972 και 77 του ΑΚ λαμβανομένου υπόψη το μεν ότι το Δημόσιο (πρώην Αεράμυνα) είχε διεκδικήσει δικαιώματα επί του ανωτέρω ακινήτου, αποτελούντος σήμερα, κατά το μη απαλλοτριωθέν τμήμα αυτού, χώρο ακάλυπτο και απερίφρακτο, το δε ότι δεν αναβρέθηκε το καταστατικό του Σωματείου, των απόστρατων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς ούτε καταχωρημένο το Σωματείο τούτο στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Αθηνών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν άλλως ορίζεται η διάθεση της περιουσίας του.
Επιπλέον στην εισήγηση Α. Γ. προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων, που περιέχεται στο υπ’ αριθ. ...10-1 ΟΙ 968 πρακτικό γνωμοδότησής του, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Για το εν λόγω ακίνητο όπως συνάγεται από το υπ’ αριθ. ...21-10-1967 έγγραφο της Διευθύνσεως Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών προς τη Διεύθυνση Εθνικού Στόλου του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, είχε υποβληθεί αναφορά στο Υπουργείο των Οικονομικών υπό του συνταξιούχου υπαξιωματικού Χωροφυλακής Γ.
Μ., ισχυριζομένου ότι τούτο ήταν της ιδιοκτησίας του Συνδέσμου αποστράτων οπλιτών Χωροφυλακής , διαλυθέντος λόγω αδρανείας το έτος 1964, στο άρθρο δε 59 του καταστατικού του αναγραφόταν ότι σε περίπτωση διαλύσεως του Συνδέσμου, μετά την εκκαθάριση, το υπόλοιπο της περιουσίας του περιέρχεται στο Ταμείο Εθνικού Στόλου.
Για το λόγο αυτό η Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων παρακάλεσε την ανωτέρω Υπηρεσία (Διεύθυνση Εθνικού Στόλου) για να προέλθει στις δέουσες ενέργειες προς αναγνώριση του Ταμείου Εθνικού Στόλου ως δικαιούχου της αποζημίωσης, ιδία δε ως κυρίου της μη απολλοτριωθείσας υπόλοιπης έκτασης αυτού. Σχετικώς εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθ. ...-5-1968 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, με την οποία επιφυλάχθηκε να γνωμοδοτήσει οριστικώς επί του άνω αιτήματος της Διευθύνσεως Εθνικού Στόλου, προκειμένου να εξακριβωθεί 1) εάν οι προσκομισθέντες τίτλοι ιδιοκτησίας του Σωματείου απόστρατων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς εφαρμόζονται επί του ακινήτου και 2) διαπιστωθεί από ποίο κατέχεται σήμερα η έκταση αυτή και από ποία χρονολογία, δεδομένου ότι από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών δεν αναβρέθηκαν περιουσιακά στοιχεία του ανωτέρω Συνδέσμου αποστράτων οπλιτών της Χωροφυλακής αλλά ότι έτερο Σωματείο υπό την επωνυμία "Σωματείον των απόστρατων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς", άσχετο με το πρώτο, απέκτησε δυνάμει πωλητηρίου συμβολαίου του έτους 1896 οικόπεδο εκτάσεως 3.307,37 μ2, κείμενο μεταξύ της θέσεως ...
και προφανώς πρόκειται περί της ιδίας οικοπεδικής εκτάσεως, της οποίας την κυριότητα διεκδίκησε το Ελληνικό Δημόσιο (Αεράμυνα) από το Σύνδεσμο αποστράτων οπλιτών της Χωροφυλακής. Σε εκτέλεση της γνωμοδότησης αυτής υποβλήθηκε η υπ’ αριθ. ...-6-1968 έκθεση του Επιθεωρητή Δημοσίων Κτημάτων Τ. Α. και του συμπράξαντος μηχανικού Γ.
Ξ., στην οποία αναφέρεται 1) ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του Σωματείου απόστρατων Υπαξιωματικών Στρατού Ξηράς εφαρμόζεται επί του ακινήτου της οδού ..., 2) ότι το ακίνητο τούτο, πλην εμβαδού 80 τ.μ., επί του οποίου υπάρχει παλαιοτάτη και ερειπωμένη οικοδομή, κατοικουμένη από κάποιο, του οποίου τα στοιχεία δεν ανευρέθηκαν, αποτελεί χώρο ακάλυπτο και απερίφρακτο.
Μετά την υποβολή των ανωτέρω στοιχείων, εισαχθείσης της υποθέσεως στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ...-7-1968 γνωμοδότησή του, με την οποία επιφυλάχθηκε πάλι να γνωμοδοτήσει επί του αιτήματος του Εθνικού Στόλου, προκειμένου να διενεργηθεί έρευνα προς διαπίστωση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στο συγκεκριμένο ακίνητο.
Σε εκτέλεση της δεύτερης γνωμοδότησης του παραπάνω Συμβουλίου, υποβλήθηκε με την υπ’ αριθ. .../28-8-1968 αναφορά του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών η από 28-8-1968 έκθεση συμπληρωματικής έρευνας του εισηγητή Σ. Γ., αναφέρουσα τα ακόλουθα: "Ουδέν νεώτερον στοιχείον ηδυνήθη ο έλεγχος να ανεύρη σχετικώς με την διαμειφθείσαν εν έτει 1928 αλληλογραφίαν μεταξύ της τέως Αεροπορικής Αμύνης και του Σωματείου Οπλιτών Χωροφυλακής.
Παρά ταύτα όμως, ως εμφαίνεται εκ του από 24-6-1928 πρακτικού συνεδριάσεως του Συνδέσμου Οπλιτών της Χωροφυλακής, το Δημόσιον διεξεδίκησε την κυριότητα επί του εν λόγω ακινήτου. Κατά συνέπειαν εκ των σημερινών δεδομένων του φακέλου προκύπτει ότι το Δημόσιον δεν παρητήθη της προβολής των δικαιωμάτων του.
Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψιν ότι ουδεμία ένδειξις ταυτότητος ή διαδοχής των δύο Σωματείων προκύπτει εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων, εφ’ ων να θεμελιούται το δικαίωμα κυριότητος του Ταμείου Εθνικού Στόλου, διαδόχου των περιουσιακών στοιχείων του διαλυθέντος Συνδέσμου Οπλιτών της Χωροφυλακής, ο έλεγχος φρονεί όπως το εν λόγω ακίνητον περιέλθει εις την κυριότητα του Δημοσίου νόμω δικαιοδόχου της περιουσίας του περιελθόντος εις αδράνειαν Σωματείου αποστράτων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς".
Η υπ’ αριθ. ...10-10-1968 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων έγινε αποδεκτή με την υπ’ αριθ. πρωτ. .../20-11-1968 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης φορολογίας Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, η ίδια δε Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών (Γενική Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων) με το υπ’ αριθ.
πρωτ. .../21-11-1968 έγγραφο της προς τον Οικονομικό Έφορο Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών ζήτησε να καταγράψει το ως άνω επί της οδού ... ακίνητο στα οικεία βιβλία καταγραφής δημοσίων κτημάτων και να αναλάβει την περαιτέρω διαχείρισή του ως δημοσίου κτήματος. Σε εκτέλεση τούτου το προαναφερόμενο επί της οδού ... ακίνητο, έκτασης 1.402,10 τ.μ., καταγράφηκε στα βιβλία δημοσίων κτημάτων με αυξ.
αριθμό κτήματος 1030, οριοθεσία ανατολικώς οδός ..., δυτικώς οδός ..., αρκτικώς μανδρότοιχος και ίχνη μανδρότοιχου, μεσημβρινώς πολυκατοικία αγνώστων και αναγραφόμενη προέλευση του κτήματος "εκ διαδοχής του "Σωματείου απόστρατων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς" δυνάμει της υπ’ αριθ. .../68 απόφασης αποδοχής της υπ’ αριθ.
…/68 γνωμοδοτήσεως", ενώ ταυτόχρονα οι υπογράφοντες το αντίστοιχο Πρωτόκολλο καταλήψεως αστικού δημοσίου κτήματος 1) Σ. Γ., εισηγητής εφορ. δημοσίων κτημάτων, 2) Α. Π., αστυφύλακας, προέβησαν την 10-12-1968, συνεπεία της υπ’ αριθ. .../68 Διαταγής Διοικήσεως Δημοσίων Κτημάτων, στην κατάληψη του συγκεκριμένου κτήματος (οικόπεδο μετά του μικρού ημικατεστρ.
κτίσματος επί της ..., συνολικής έκτασης 1.402,10 τ.μ.), αναγράφοντας στο εκδιδόμενο από τους ίδιους ως άνω Πρωτόκολλο κατάληψής του ότι σε αυτό υπάρχει μικρό ημικατεστραμμένο κτίσμα (δωμάτιο), προερχόμενο από μεγαλύτερο κτίσμα, που απέμεινε μετά τη γενόμενη κατεδάφισή του λόγω διαπλάτυνσης της οδού ..., στο οποίο διαμένει αυθαιρέτως ο Α.
Σ. και επιπλέον ότι "αρχικώς η ρηθείσα έκταση ανήκε στο Σωματείο απόστρατων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς, περιελθούσα εν συνεχεία στο Δημόσιο δυνάμει της υπ’ αριθ. .../68 αποφάσεως", με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε γίνει αποδεκτή η υπ’ αριθ. ...10-10-1968 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων κτημάτων περί του ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει στο Δημόσιο κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 περί διακρίσεως κτημάτων, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 972 και 77 του ΑΚ.
Μετά την εξέλιξη αυτή η Διεύθυνση Εθνικού Στόλου του Αρχηγείου Ναυτικού του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης με το υπ’ αριθ. πρωτ. ...7-4-69 έγγραφό της προς τη Διεύθυνση Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, αναφερόμενη στο υπ’ αριθ. ...10-10-68 πρακτικό γνωμοδοτήσεως του κατ’ άρθρο 10 α.ν. 1539/1938 Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων αλλά και στην εκδιδόμενη επί σχετικού αιτήματος της γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το οποίο με το υπ’ αριθμ. 330/6-2-1969 Πρακτικό του Γ’ Τμήματος αυτού γνωμοδότησε κατά της προσφυγής του Ταμείου Εθνικού Στόλου ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, καθόσον το διεκδικούμενο ακίνητο της οδού ...
ανήκει στο Δημόσιο, ενημέρωσε ότι το Τ.Ε.Σ. παραιτείται κάθε περαιτέρω διεκδικήσεως τούτου, ενώ στη συνέχεια ο Οικονομικός Έφορος Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών εξέδωσε κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 α.ν. 263/1968, το υπ’ αριθ. ...-6-1969 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής σε βάρος του Α. Σ., φερομένου σε αυτό ως κατοίκου Αθηνών, οδός ..., καθόσον ο τελευταίος, σύμφωνα με το περιεχόμενό του, προς το σκοπό αποκτήσεως δικαιωμάτων κατοχής και κυριότητας επί εκτάσεως κείμενης στη θέση ..., οδός ..., προέβη όλως παρανόμως από το έτος 1962 στην κατάληψη ενός οικοπέδου αυτής, μετά του ευρισκομένου επί τούτου μικρού παλαιού οικίσκου (...) εμβαδού 180 τ.μ.
Το ανωτέρω όμως πρωτόκολλο ακυρώθηκε, κατόπιν της από 30-7-1969 ανακοπής του Α. Σ., με την υπ’ αριθ. 960/1970 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επειδή, κατά τις παραδοχές της, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσής του, εφόσον από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου, προέκυπτε ότι ο ανακόπτων βρισκόταν στην κατοχή του επίδικου ακινήτου από το έτος 1962 και πριν από αυτόν κατείχε τούτο από το έτος 1940 η δικαιοπάροχός του Α.
Γ., μητέρα της συζύγου του. Επιπλέον ο ως άνω Οικονομικός Έφορος Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών εξέδωσε σε βάρος του Α. Σ. τα Πρωτόκολλα Καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του ίδιου ακινήτου ως δημοσίου κτήματος υπ’ αριθμ. ...6-10-1976 από 1-5-1975 μέχρι 31-7-1976, υπ’ αριθ. ...1968 και ...1971, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. ...15-1-1971 έγγραφο της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου Υπουργείου Οικονομικών και υπ’ αριθ.
…1974 για το χρονικό διάστημα από 1-11-1970 μέχρι 31-12-1973, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 1650/1975 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων επί της από 10-7-1974 ανακοπής του Α. Σ. κατά τούτου. Σύμφωνα δε με την υπ’ αριθ. 1650/1975 απόφασή του, το ως άνω Δικαστήριο δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθε το έτος 1968, κατά τις διατάξεις του νόμου 1837 περί διακρίσεως κτημάτων, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 972 και 77 του Α.Κ.
το επίδικο ακίνητο κτήμα (οικόπεδο) εκτάσεως 1.400 τ.μ. περίπου επί της οδού ... του Δήμου Αθηναίων, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του ανακόπτοντα Α. Σ. ότι έγινε κύριος τούτου με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, καθόσον δεν προσήγαγε οποιοδήποτε τίτλο ιδιοκτησίας στο όνομα του ιδίου ή των άμεσων δικαιοπαρόχων του και η κατοχή του επιδίκου από αυτόν δεν φθάνει προ του έτους 1960, μη δυναμένου να θεωρηθεί διάδοχος του αρχικώς καταλαβόντος το επίδικο πεθερού του Γ.
Μ., αφού τον τελευταίο δε διαδέχτηκε στη νομή και κατοχή του ο ανακόπτων, αλλά η σύζυγος και θυγατέρα του ως άνω καταλαβόντος Μ. Ακολούθως το Ελληνικό Δημόσιο με την από 15-9-1975 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυριζόμενο ότι είναι κύριο κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 του νόμου περί διακρίσεως κτημάτων του 1837 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 972, 77 του ΑΚ, του ήδη επιδίκου ακινήτου εκτάσεως 1.365 τ.μ.
επί της οδού ..., όπως εικονίζεται στο από 3-5-1971 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ι. Σ., καθόσον αυτό, δυνάμει των νομίμως μεταγραφομένων υπ’ αριθ. .../1896 και .../1896 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλ. Γλυκοφρύδη, είχε περιέλθει με αγορά στην κυριότητα του σωματείου υπό την επωνυμία "Σωματείον των Αποστράτων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς" και τούτου διαλυθέντος προ του έτους 1918, η περιουσία του κατέστη αδέσποτη, μη οριζομένου διαδόχου σε αυτή, έγινε δε καταγραφή του συγκεκριμένου κτήματος ως δημοσίου στα οικεία βιβλία εφορίας δημοσίων κτημάτων, μετά τη γενομένη επισήμως με πρωτόκολλο κατά τις σχετικές διατάξεις κατάληψή του στις 10-12-1968 και ότι τμήμα εκτάσεως 180 τ.μ.
του ως άνω ακινήτου έχει καταλάβει αυθαίρετα ο εναγόμενος Α. Σ., ο οποίος διαμένει οικογενειακώς σε υφιστάμενο εντός αυτού οικίσκο, όπως αναγνωρίστηκε δικαστικώς κατά την εκδίκαση ανακοπών του κατά πρωτοκόλλων του εφόρου, σύμφωνα με το ν. 5895/1933, δεδομένου ότι ουδένα τίτλο ιδιοκτησίας κατέχει, δυνάμενο να αντιταχθεί έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε να αναγνωριστεί κύριο του προαναφερόμενου ακινήτου, να διαταχθεί η αποβολή του εναγομένου Α.
Σ. από το κατεχόμενο τμήμα αυτού και η απόδοσή του στο ίδιο. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη με την υπ’ αριθ. 16601/1975 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επειδή, κατά τις παραδοχές της, η περιουσία του φερομένου σε αυτή ως διαλυθέντος σωματείου, χωρίς να εκτίθεται ο νόμιμος τρόπος διάλυσής του, υποκείμενη στη διαδικασία της εκκαθάρισης και προς ορισμένο από το νόμο σκοπό διατιθεμένη με διάταγμα, δεν κατέστη από μόνη τη διάλυση του σωματείου αδέσποτη, ώστε να περιέλθει στην κυριότητα του Δημοσίου, ενώ παράλληλα επισημαίνεται σε αυτή ότι στην αγωγή δεν γίνεται λόγος περί εγκαταλείψεως του επίδικου ακινήτου και συνακόλουθης περιελεύσεως της κυριότητάς του στο Δημόσιο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938, παρεκτός του ότι και από την επικαλούμενη ως γενομένη στις 10-12-1968 κατάληψη του επίδικου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο μέχρι την αγωγή δεν παρήλθε η οριζόμενη στην παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου δεκαετής προθεσμία, από την οποία και μόνο αποσβέννυται το δικαίωμα της κυριότητας του άλλοτε κυρίου περιερχόμενη έκτοτε στο Δημόσιο.
Η ανωτέρω απόφαση επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 3952/1979 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την από 14-11-1978 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι μη νόμιμη, καθόσον η ακίνητη περιουσία του φερομένου στην αγωγή ως διαλυθέντος σωματείου, χωρίς να εκτίθεται α) αν το σωματείο είναι αναγνωρισμένο ή μη, β) ο νόμιμος τρόπος διάλυσης του με δικαστική απόφαση, με τη βούληση των μελών ή αυτοδικαίως, γ) η γενομένη εκκαθάριση, τα χρέη, το απομείναν καθαρό υπόλοιπο και η τύχη της περιουσίας σύμφωνα με το καταστατικό ή τη συνέλευση, διατιθεμένης άλλως με διάταγμα προς ορισμένο σκοπό, δεν κατέστη από μόνη τη διάλυση του σωματείου αδέσποτη, για να περιέλθει ως τέτοια στην κυριότητα του Δημοσίου.
Κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Αθηνών δεν ασκήθηκε οποιοδήποτε ένδικο μέσο από τη δημοσίευσή της στις 18-4-1979 μέχρι 7-1-1992, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθ. 7/8-1 - 1992 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Ωστόσο το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει μεν και επικαλείται την από 14-4-1982 αίτηση ενώπιον του Αρείου Πάγου "περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 3953/1979 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών", αναγράφοντας εσφαλμένα τον αριθμό της ως άνω απόφασης, από την οποία όμως παραιτήθηκε, σύμφωνα με το υπ’ αριθ.
… Πρακτικό της 114 Συνεδρίασης της 21-10-1999 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ε’ Τμήμα), αποδεχόμενο προφανώς το περιεχόμενο της συγκεκριμένης απόφασης περί της νομικής και πραγματικής κατάστασης του επίδικου ακινήτου, στο οποίο εξακολούθησε να κατοικεί ανενόχλητα με την οικογένειά του ο Α. Σ., εκμεταλλευόμενος επιπλέον την ακάλυπτη επιφάνεια τούτου ως χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων μέχρι την 14-6-2000, που μεταβίβασε αυτό στη δικαιοπάροχο της εναγομένης - εφεσίβλητης εταιρείας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. .../9-12-1998 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Α., σε εκτέλεση της υπ’ αριθ. ... έγγραφης παραγγελίας της Προϊσταμένης της .... Αθηνών, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση για χρέος του Α. Σ. του Ε. προς το Δημόσιο δρχ. 919.975 πλέον προσαυξήσεων, στην ευρισκόμενη, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή, επί της οδού ...
ακίνητη περιουσία του και ειδικότερα στο επίδικο οικόπεδο εκτάσεως 1365 τ.μ. περίπου, μετά της υπάρχουσας σε αυτό ισόγειας οικίας, κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως των Αθηνών της περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ..., συνορευόμενο βορείως με οδό ..., ανατολικώς με άγνωστους ιδιοκτήτες, μεσημβρινώς με λεωφόρο ...
και δυτικώς με ιδιοκτησία διαφόρων αγνώστων ιδιοκτητών, που περιήλθε στον οφειλέτη Α. Σ. με χρησικτησία και έχει εγγραφεί για αυτό στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών (... με ημερομηνία 18-9-1975) διεκδίκηση του Ελληνικού Δημοσίου τμήματος τούτου 180 τ.μ., η οποία όμως απορρίφθηκε δυνάμει της υπ’ αριθ. 16601/1975 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθισταμένης τελεσίδικης με την υπ’ αριθ. 3952/1979 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ όπως προκύπτει από τα υπ’ αριθ.
πρωτ. ...2000 έγγραφα των Δ.Ο.Υ. ... τα δύο πρώτα και ... το τρίτο προς το Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, γνωστοποιείται η άρση των αναφερομένων σε αυτά κατασχέσεων, που επιβλήθηκαν σε εκτέλεση αντίστοιχων παραγγελιών τους στο ίδιο επίδικο οικόπεδο μετά της ισόγειας οικίας του οφειλέτη Α. Σ., λόγω τακτοποιήσεως των χρεών του στο Δημόσιο (ατομικώς και ως ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας "...
ΟΕ"), εκδοθέντων προς τούτο των υπ’ αριθ. .../27-6-2000 πιστοποιητικών του Υποθηκοφύλακα Αθηνών περί άρσεως των ως άνω κατασχέσεων αντίστοιχα. Επίσης σύμφωνα με την υπ’ αριθ. ...19-11-1990 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Α. Κ., σε εκτέλεση της υπ’ αριθ. .../1990 έγγραφης παραγγελίας του Διευθυντή του Ταμείου Υπ.
Δ. Αθηναίων επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση για χρέη δρχ. 473.287 σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη Α. Σ. και ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή, στο επίδικο οικόπεδο εκτάσεως 1.365 τ.μ. περίπου επί της οδού ... μετά της υπάρχουσας σε αυτό ισόγειας οικίας, αποτελουμένης από δύο δωμάτια, χωλ, κουζίνα, λουτροκαμπινέ, το οποίο περιήλθε στον οφειλέτη με χρησικτησία και συνορεύει όπως προαναφέρθηκε.
Ακολούθως, κατά το υπ’ αριθ. .../14-6-2000 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τομ. ...), ο Α. Σ., αφού δήλωσε, ως πωλητής, ότι έχει στην άμεση, πλήρη, αποκλειστική και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή του ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, με την επί τούτου παλαιά οικία, επιφανείας 78 τ.μ., εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αθηναίων, στη θέση "..." επί της οδού ...
και Λ. ..., εκτάσεως 1.367,38 τ.μ., όπως εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά περιμετρικά στοιχεία ... στο από Ιουνίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Κ., συνορευόμενο βόρεια ... με ιδιοκτησία αγνώστου, βορειοανατολικά... με ιδιοκτησία αγνώστου, νοτιοανατολικά... με τη Λ. ..., νότια - νοτιοδυτικά ...
με ιδιοκτησία αγνώστου, δυτικά ... με την οδό ..., το οποίο κατέχει και νέμεται από τεσσαρακονταετίας και πλέον με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και κατέστη έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, γενομένης σε αυτό (συμβόλαιο) ρητής αναφοράς ότι το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά του ιδίου (πωλητή) την από 15-9-1975 αγωγή, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 16601/1975 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε από την υπ’ αριθ. 3952/1979 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, χωρίς να ασκήσει κατ’ αυτών το Ελληνικό Δημόσιο αναίρεση ή άλλο ένδικο μέσο, πώλησε, παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το ως άνω ακίνητο με τα παραρτήματα και συστατικά του, όλα τα δικαιώματά του επί τούτου προσωπικά και εμπράγματα, τις σχετικές αγωγές, καθώς και εκείνες που αποβλέπουν στην προστασία της νομής αξιώσεις και ενστάσεις του, αντί του συμφωνημένου τιμήματος των δρχ. 450.000.000 προς την εταιρεία "...", με την υποχρέωση του πωλητή Α.
Σ. να εξαλείψει τις αναφερόμενες στο συμβόλαιο κατασχέσεις, που έχουν εγγραφεί στο συγκεκριμένο ακίνητο στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών σε βάρος του υπέρ α) της Ε.Υ.Δ.Α.Π., β) του Δήμου Αθηναίων και γ) υπέρ της Δ.Ο.Υ. Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών, για ποσό δρχ. 41.920, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../96 εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή Κ.
Α.. Η Πολεοδομία του Δήμου Αθηναίων, μετά τη διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου, χορήγησε στην ως άνω αγοράστρια εταιρεία "... Α.Ε." την υπ’ αριθ. ...27-7-2000 άδεια κατεδάφισης κτισμάτων - κοπής δένδρων στο προαναφερόμενο ακίνητο της λεωφόρου ..., όπως είχε ζητηθεί με την από 20-6-2000 αίτηση της τελευταίας, η οποία, μετά την κατεδάφιση των υπαρχόντων σε αυτό κτισμάτων, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../7-5-2001 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Στείρου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τομ. ...), πώλησε, παραχώρησε, μεταβίβασε και παρέδωσε τούτο με όλα τα δικαιώματά της προσωπικά και εμπράγματα, τις σχετικές αγωγές, αξιώσεις και ενστάσεις της, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς την αντισυμβαλλόμενη εταιρεία με το διακριτικό τίτλο "… ΑΕ" αντί του συμφωνημένου τιμήματος δρχ. 720.000.000.
Για το ανωτέρω επίδικο ακίνητο - άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο επί της λεωφόρου ... χορηγήθηκε στη … Α.Ε., μετά τον απαιτούμενο έλεγχο, η υπ’ αριθ. ...16-2- 2001 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων για ισόγειο κτίριο γραφείων με υπόγεια γκαράζ, όπως αναθεωρήθηκε με την υπ’ αριθ. …22-1-2002 άδεια της ίδιας Υπηρεσίας και ισχύει μέχρι 16-2-2005 σαν πράξη επιτρεπτού οικοδομικών εργασιών για κτίριο γραφείων οκτώ ορόφων με τέσσερα υπόγεια από τη …Α.Ε., η οποία, κατά τη διάρκεια αυτών, δυνάμει του υπ’ αριθ. ...18-9-2002 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Βέννη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών..., μεταβίβασε το ίδιο επίδικο ακίνητο στην εφεσίβλητη-εναγομένη εταιρεία "...
Α.Ε." λόγω συγχώνευσης πέντε εταιρειών, συμπεριλαμβανομένης και της …Α.Ε., με απορρόφηση, κατά τις διατάξεις του ν. 2166/1993 από αυτή (... ΑΕ), εγκρινομένης της συγχώνευσης με την υπ’ αριθ. .../23-9-2002 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (Φ.Ε.Κ. 9795/25-9-2002, τ. ΑΕ και ΕΠΕ). Ειδικότερα με το προαναφερόμενο υπ’ αριθ. .../2002 συμβόλαιο μεταβιβάστηκε στην απορροφούσα εταιρεία (...
ΑΕ) κτίριο επί οικοπέδου στην Αθήνα, συνολικής αντικειμενικής αξίας 6.166.371,98 ευρώ και συγκεκριμένα όλοι οι παρακάτω αναφερόμενοι χώροι του κτιρίου που έχει ανεγερθεί στο επί των οδών ... και Λ. ... εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αθηναίων στη θέση "..." οικόπεδο εκτάσεως 1.367,38 τ.μ., όπως τούτο εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά περιμετρικά στοιχεία ..., στο από Ιουνίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Κ., που προαναφέρθηκε, επί του οποίου είναι υπό κατασκευή πολυώροφο κτίριο γραφείων, αποτελούμενο από οκτώ ορόφους (ισόγειος, ημιώροφος και έξι όροφοι) με τέσσερα υπόγεια με χώρους στάθμευσης για 98 αυτοκίνητα, επιφανείας ..., σύμφωνα με την προσαρτώμενη στο συμβόλαιο υπ’ αριθ. ...2001 άδεια οικοδομής ισογείου κτιρίου, γραφείων με υπόγεια γκαράζ, εκδοθείσης από την Πολεοδομία του Δήμου Αθηναίων της Νομαρχίας Αθηνών, όπως αυτή αναθεωρήθηκε και ισχύει μέχρι 16-2-2005 δυνάμει της υπ’ αριθ. ...
αδείας ως πράξη επιτρεπτού οικοδομικών εργασιών για αρχιτεκτονική, στατική, μηχανολογική μελέτη κτιρίου γραφείων οκτώ ορόφων με τέσσερα υπόγεια, η οποία άδεια επίσης μεταβιβάζεται στην απορροφούσα εταιρεία με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο. Σύμφωνα δε με την υπ’ αριθ. ...18-4-2003 τεχνική έκθεση του Γ. Κ., τοπογράφου μηχανικού και Α.
Γ., εργοδηγού τοπογράφου, μετά από το ... 4-2003 έγγραφο του Τμήματος Δημοσίων Κτημάτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, πραγματοποίησαν την 18-4-2003 αυτοψία στο ... δημόσιο κτήμα επί της λεωφόρου ... του Δήμου Αθηναίων και διαπίστωσαν ότι σε αυτό έχει ανεγερθεί κτίσμα επτά ορόφων για χρήση καταστημάτων και γραφείων.
Ήδη μετά την ολοκλήρωση και λειτουργία του ως άνω κτιρίου από το Φεβρουάριο του 2003 για την κατά προορισμό του χρήση, το Ελληνικό Δημόσιο ζητεί την αποβολή της εναγομένης - εφεσίβλητης εταιρείας και την απόδοση του επίδικου ακινήτου στο ίδιο, υποστηρίζοντας ότι ανήκει στην κυριότητά του για τους περιεχόμενους στην ένδικη αγωγή τους λόγους αγωγή του λόγους, που προαναφέρθηκαν, οι οποίοι όμως δεν επιβεβαιώνονται από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις.
Ειδικότερα δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο, που είχε περιέλθει στην κυριότητα του Σωματείου, υπό την επωνυμία "Σωματείο των Αποστράτων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς" με αγορά δυνάμει, των νομίμως μεταγραφομένων υπ’ αριθ. .../1896 και .../1896 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλ. Γλυκοφρύδη, όπως γνώριζε το Ελληνικό Δημόσιο πριν από την έκδοση του από 10-12-1968 Πρωτοκόλλου κατάληψής του, είχε εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του με πρόθεση παραίτησής του από την κυριότητα, προς το σκοπό τη διαχείριση από το Δημόσιο ως διοικητή αλλοτρίων και την απόκτηση της κυριότητάς του από το τελευταίο μετά την πάροδο δεκαετίας από την κατάληψή του, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις, προϋποθέσεις και διαδικασία του άρθρου 34 α.ν. 1539/1938 και συνακόλουθα το Ελληνικό Δημόσιο την 1-1-1979 δεν απέκτησε την κυριότητα τούτου κατά την παράγραφο 8 του ίδιου άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938, που προαναφέρθηκε.
Αντίθετα το επικαλούμενο από το Ελληνικό Δημόσιο από 10-12-1968 πρωτόκολλο κατάληψης "αστικού δημοσίου κτήματος" αφορά την κατάληψη του επίδικου ακινήτου ως ανήκοντος στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει της υπ’ αριθ. .../68 αποφάσεως, που προαναφέρθηκε. Για το λόγο αυτό άλλωστε, ενώ αναγράφεται στο ως άνω πρωτόκολλο ότι "αρχικώς η ρηθείσα έκτασις ανήκε εις το Σωματείον Αποστράτων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς", δεν καταχωρήθηκε περίληψη τούτου στα βιβλία μεταγραφών στη μερίδα του αρχικού ιδιοκτήτη, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 34 α.ν. 1539/1938, αλλά καταχωρήθηκε από την Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών, ταυτόχρονα με την κατάληψή του, στα βιβλία δημοσίων κτημάτων με ...
την 10-12-1968, όπου αναγράφεται ως αιτία προέλευσης του κτήματος "εκ διαδοχής του Σωματείου Αποστράτων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς, δυνάμει της υπ’ αριθ. .../68 αποφάσεως αποδοχής της υπ’ αριθ. ...68 γνωμοδοτήσεως". Τα ανωτέρω επαναλαμβάνονται στην από 28-8-1976 έκθεση ελέγχου της υπαλλήλου στην Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Μ.
Φ., κατά την οποία το συγκεκριμένο ακίνητο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. της 21-6/10-7- 1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 972 και 77 του ΑΚ, επισημαίνεται όμως σε αυτή ότι με το υπ’ αριθ. .../16-12-1974 έγγραφο προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου ζητήθηκε η έγερση τακτικής αγωγής διεκδίκησης του εν λόγω ακινήτου.
Ωστόσο μετά τη δημοσίευση της υπ’ αριθ. 3952/1979 απόφασης του Εφετείου Αθηνών στις 18-4-1979, οπότε, απορριπτομένης τελεσίδικα της από 15-9-1975 αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου, όπως προαναφέρθηκε, έληξε ο λόγος κατάληψης και καταγραφής του επίδικου ακινήτου ως δημοσίου κτήματος για την επικαλούμενη σε αυτή αιτία, το τελευταίο δεν εξέδωσε νέο πρωτόκολλο κατάληψης του ίδιου ακινήτου ως εγκαταλειμμένου σύμφωνα με τις διατάξεις, προϋποθέσεις και διαδικασία του άρθρου 34 α.ν. 1539/1938 ούτε ενήργησε επί τούτου οποιαδήποτε άλλη εμφανή υλική πράξη φυσικής εξουσίασής του, δυναμένη να οδηγήσει σε κτίση κυριότητας με χρησικτησία, αλλά αναγνωρίζοντας έκτοτε ρητώς ή σιωπηρώς την κυριότητα του απώτερου δικαιοπαρόχου της εναγομένης - εφεσίβλητης εταιρείας Α.
Σ. επέβαλε αναγκαστικές κατασχέσεις επί τούτου προς εξασφάλιση διαφόρων απαιτήσεών του έναντι του τελευταίου, ενώ μετά την πώλησή του στις εταιρείες "... ΑΕ" και "..." εκδόθηκαν από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία οι προαναφερόμενες άδειες κατεδάφισης των παλαιών κτισμάτων του αρχικά και στη συνέχεια ανέγερσης του ήδη υφιστάμενου πολυώροφου κτιρίου γραφείων και καταστημάτων.
Υπό τα ανωτέρω νομικά και πραγματικά δεδομένα, το επίδικο ακίνητο ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ούτε υπήρξε δημόσιο κτήμα, ώστε να εφαρμόζονται επί τούτου οι επικαλούμενες από αυτό διατάξεις των άρθρων 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 37 α.ν. 1539/1938 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969, 2 και 4 του ως άνω α.ν. 1539/1938, 21 ν.δ. 22-4/15-5-1926, καθώς και οι λοιπές περί αναστολής ή παραγραφής διατάξεις υπέρ του Δημοσίου που επικαλείται το τελευταίο.
Κατά συνέπεια δεν αποκλείεται η κτήση νομής ή κυριότητας επί του ανωτέρω επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία από το στερούμενο τίτλους ιδιοκτησίας απώτερο δικαιοπάροχο της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας Α. Σ., ο οποίος, έχοντας εγκατασταθεί σε αυτό από το έτος 1962, κατείχε και νεμόταν τούτο συνεχώς μέχρι την πώλησή του στην εταιρεία "...
ΑΕ" το έτος 2000, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασής του, καθόσον αποδεικνύεται ότι κατοικούσε μόνιμα μαζί με την οικογένειά του σε υφιστάμενο κτίσμα του, το οποίο συντηρούσε και βελτίωνε ανάλογα με τις ανάγκες του, κατασκεύασε μανδρότοιχο (περίφραξη) ....
με τσιμεντόλιθους, βοηθητικό κτίσμα,... θερμοκήπιο, κτίσμα συνέχεια του υπάρχοντος..., εκμεταλλευόμενος την υπόλοιπη ακάλυπτη έκτασή του ως υπαίθριο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων. Παράλληλα ο Α. Σ. υπέβαλε πράγματι προς την Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών τις από 27-3-1968 και 3-6-1975 αιτήσεις του με την από 15-3-1969 αίτηση θεραπείας προς το Υπουργείο Οικονομικών, επιδιώκοντας την αναγνώρισή του ως δικαιούχου και την εξαγορά του συγκεκριμένου αστικού ακινήτου, πλην όμως στις ενέργειές του αυτές προέβη υπό την πίεση και ενόψει της προαναφερόμενης διεκδίκησης και καταγραφής αυτού ως δημοσίου κτήματος, για την εξασφάλιση και διαφύλαξη των δικών του δικαιωμάτων ως νομέα και κατόχου τούτου πριν την 1-1-1967, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 263/1968, χωρίς οποιαδήποτε πρόθεση αναγνώρισης ανύπαρκτων δικαιωμάτων κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, θεωρώντας εσφαλμένα εαυτό διάδοχο του Σωματείου των Απόστρατων Υπαξιωματικών του Στρατού Ξηράς, κατά τις διατάξεις του άρθρου 16 ν. 21-6/10-7-1837 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 972 και 77 του ΑΚ, όπως έχει ήδη αμετακλήτως κριθεί με την υπ’ αριθ. 3952/1979 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αποδέχτηκε το τελευταίο".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε τη σχετική διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της άσκησης ή μη διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών νομής και της εντεύθεν απόκτησης ή μη της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία από το ενάγον (αναιρεσείον) ή τον απώτερο δικαιοπάροχο της εναγομένης (αναιρεσίβλητης), διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και επομένως οι τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος λόγος αναίρεσης κατ’ αμφότερα τα αντίστοιχα από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρη του και πρώτος αυτής, κατά το μέρος που αφορά την ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων των παρ. 2-8 του άρθρου 34 του Α.Ν. 1539/1938, ελέγχονται αβάσιμοι.
Ο γενικός ερμηνευτικός κανόνας του άρθρου 173 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζεται δε ο κανόνας αυτός όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτόν, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή του ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή του (ΟλΑΠ 26/2004). Αν, αντιθέτως, το δικαστήριο δεν δέχεται την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη βούληση του δικαιοπρακτούντος και δεν προσφεύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου αυτού, δεν δημιουργείται ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης, αφού το δικαστήριο δεν έχει, στην περίπτωση αυτή, υποχρέωση προσφυγής στην εν λόγω διάταξη (ΑΠ 175/2014).
Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχεται, ούτε και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση του απωτέρου δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ο δε σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που προσάπτεται η αιτίαση της από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης της ανωτέρω διάταξης είναι απορριπτέος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4483/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ