221/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated221/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου πράγματα που εξαιρούνται της χρησικτησίας σύμφωνα με το άρθρο 1055 περ. 1 του ΑΚ, όπως ίσχυε μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983 και έχει εφαρμογή εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΑΚ, ήταν και τα προικώα πράγματα κατά τη διάρκεια του γάμου εφόσον επρόκειτο να τα απολέσει η γυναίκα, τέτοια δε πράγματα ήταν τα διδόμενα στον άνδρα ακίνητα ως αδιατίμητη προίκα, επί των οποίων δηλ.
Full text
Απόφαση 221 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 221/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. χας Ι. Γ., το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουρουνιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/1/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2000 μη οριστική, 19/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2010 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/9/2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 25/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Αγωγή της οποίας το αίτημα δεν αποτελεί έννομη σχέση ή συνέπεια του ισχύοντος δικαίου είναι νόμω αβάσιμη (μη νόμιμη) και απορρίπτεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Τέτοια μη νόμιμη αγωγή είναι και εκείνη στο δικόγραφο της οποίας ή στις προτάσεις του ενάγοντος περιέχονται περιστατικά τα οποία σύμφωνα με τον νόμο εμποδίζουν τη γέννηση της επικαλούμενης (αιτούμενης) έννομης συνέπειας ή επάγονται την απόσβεσή της, δηλαδή διακωλυτικές ή καταλυτικές της αγωγής καταχρηστικές (που στηρίζονται δηλ.
σε απλά πραγματικά γεγονότα) ενστάσεις, οι οποίες στην περίπτωση αυτή και επειδή επιδρούν στο νόμω βάσιμο της αγωγής λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο. Τέτοια ένσταση προσδιοριστική της νομιμότητας της αγωγής, αν τα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούν αναφέρονται στην αγωγή, είναι και εκείνη ότι το διεκδικούμενο ακίνητο είναι εξηρημένο χρησικτησίας, όταν η αγωγή έχει ως βάση τη χρησικτησία, με αποτέλεσμα η αγωγή αυτή να είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη και αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου πράγματα που εξαιρούνται της χρησικτησίας σύμφωνα με το άρθρο 1055 περ. 1 του ΑΚ, όπως ίσχυε μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983 και έχει εφαρμογή εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΑΚ, ήταν και τα προικώα πράγματα κατά τη διάρκεια του γάμου εφόσον επρόκειτο να τα απολέσει η γυναίκα, τέτοια δε πράγματα ήταν τα διδόμενα στον άνδρα ακίνητα ως αδιατίμητη προίκα, επί των οποίων δηλ.
ο άνδρας είχε τη διοίκηση και την επικαρπία και η γυναίκα την ψιλή κυριότητα, σύμφωνα με τα προϊσχύοντα ως άνω άρθρα 1412 παρ. 2 και 1414 του ΑΚ. Τέλος, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εξέταση της νομικής βασιμότητας της αγωγής εφαρμόζει κανόνα δικαίου ο οποίος ενόψει του περιεχομένου της αγωγής δεν ήταν εφαρμοστέος ή δεν εφαρμόζει εφαρμοστέον κανόνα δικαίου (εσφαλμένη υπαγωγή), ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο κηρύσσει απαράδεκτο, που δεν υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
ΙΙ. 'Όπως προκύπτει από την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος εξέθετε σ' αυτήν ότι έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 2000,80 τ.μ., που βρίσκεται στους Μύλους του 'Αργους Αργολίδας, με έκτακτη χρησικτησία, έχοντας στην νομή του το επίδικο από την 13-3-1973 μέχρι την άσκηση της αγωγής (Ιανουάριος 1999), μετά από άτυπη (με ιδιωτικό συμφωνητικό) μεταβίβαση σ' αυτόν κατά την ανωτέρω ημερομηνία (13-3-1973) του επιδίκου από την αναιρεσείουσα και τον σύζυγό της Ι.
Γ., στους οποίους, αντιστοίχως, είχε περιέλθει το επίδικο, σε μείζονα έκταση, κατά ψιλή κυριότητα (στην αναιρεσίβλητη) και κατά διοίκηση και επικαρπία (στον προικολήπτη σύζυγό της) δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1971 συμβολαίου του συμβολαιογράφου 'Αργους Νικ. Ντόκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, τα περιστατικά δε αυτά (ιδιότητα του επιδίκου ως προικώου από αδιατίμητη προίκα) που περιέχονται στην αγωγή καθιστούν την αγωγή μη νόμιμη, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού εμποδίζουν την επέλευση της έννομης συνέπειας που ζητούσε ο ενάγων να αναγνωρισθεί (απόκτηση της κυριότητας με χρησικτησία) μέχρι την ισχύ του ανωτέρω ν.1329/1983, έκτοτε δε και μέχρι την άσκηση της αγωγής (1999) δεν συμπληρώνεται ο χρόνος χρησικτησίας (εικοσαετία) που ορίζει ο νόμος (άρθρο 1045 του ΑΚ).
Και είναι μεν αληθές ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε την ανωτέρω ένσταση το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με τον από 10-7-2008 πρόσθετο λόγο εφέσεως, ο λόγος όμως αυτός ήταν παραδεκτός, αφού αφορούσε το νόμω βάσιμο της αγωγής που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, τα δε περιστατικά που τον συνιστούσαν αναφέρονταν στην ίδια την αγωγή, κατά τα προεκτεθέντα (άρθρα 527 και 269 παρ. 1 και 2 περ.
γ' του ΚΠολΔ), και το Εφετείο όφειλε να τον κάνει δεκτό και να εξετάσει το νόμω βάσιμο της αγωγής, πράγμα άλλωστε που όφειλε να πράξει το Εφετείο και χωρίς ειδικό παράπονο, σύμφωνα με το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), και εν συνεχεία να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτο τον ανωτέρω λόγο εφέσεως και δέχθηκε την αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως ως νόμω (και κατ' ουσίαν βάσιμη, υπέπεσε, στις προαναφερθείσες αναιρετικές πλημμέλειες των αρ. 14 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τους δεύτερον, στοιχ.
Α' και πρώτον, στοιχ. Α' και Β', από τις ανωτέρω διατάξεις, αντίστοιχα, λόγους της αιτήσεώς της.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν και κατά παραδοχήν των ανωτέρω βάσιμων λόγων, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κρατηθεί δε η υπόθεση, που δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, στο δικαστήριο τούτο και να δικαστεί από αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' του ΚΠολΔ, να απορριφθεί μετά ταύτα η αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως νόμω αβάσιμη και να καταδικαστεί ο τελευταίος στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 134/2010 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Κρατεί την υπόθεση, και Δικάζοντας την από 14-1-1999 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ