Legislator Case Law & Legislation
221/2011 AI generated

221/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 221/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 221 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 221/2011

Legislator headnote

AI generated

221/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 221 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 221/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 221 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 221/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρύσανθο Κετίκογλου.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΟ ΣΕΡΒΙΣ ΝΙΣΣΑΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κωνσταντινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1772/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 8-2-2006 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1165/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 313/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 327/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-12-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 656 Α.Κ., αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως, και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού που αυτός πραγματικώς και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο (Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α.), εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Από τις αποδοχές όμως αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που απεκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από την χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια. Αντίθετα δεν αφαιρείται η ωφέλεια που προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη προερχόμενη από την αξιοποίηση εκ μέρους του μισθωτού του εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Δηλαδή πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Ως ωφέλεια του μισθωτού νοείται και εκείνη που αποκτήθηκε από τη δραστηριότητα αυτού ως ελεύθερου επαγγελματία, εφόσον όμως η ωφέλεια αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι αυτός δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη του και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε στην άλλη επαγγελματική του δραστηριότητα. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζονται οι λοιπές επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές. Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθ. 677, 679, 591§1 β', 666§1, 115§3 και 256§1δ' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, στην οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά, που είναι απαραίτητα και για το ορισμένο αυτών, περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις τους. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται αναιρετικά με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί, για τη γέννηση του δικαιώματος είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. ΑΠ 18/1998). Αντιθέτως ποσοτική μεν αοριστία της ένστασης υπάρχει, αν ο ενιστάμενος δεν αναφέρει σ' αυτήν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το σχετικό αίτημα, στην περίπτωση δε αυτή η ένσταση απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δικ, ενώ αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν αναφέρονται στο δικόγραφο αλλά σ` αυτό γίνεται μόνο επίκληση των στοιχείων του νόμου (ποιοτική αοριστία), τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την διάταξη του αριθμού 8 της ίδιας ως άνω διάταξης λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων (και μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασής του με την 1165/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της τώρα αναιρεσίβλητης εταιρείας, με την οποία αυτός, επικαλούμενος ακυρότητα της καταγγελίας από την εναγομένη της σύμβασης εργασίας του ως ηλεκτροτεχνίτη στο συνεργείο αυτοκινήτων αυτής, ζήτησε, κατά τα ειδικότερα εκεί εκτεθέντα, να υποχρεωθεί να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 21.015,7€ για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας του καθοριζομένου χρονικού διαστήματος, με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καταρτισθείσα την 1-1-1998 ο αναιρεσείων ενάγων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη εναγομένη ως ηλεκτροτεχνίτης αυτοκινήτων στο συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων που διατηρεί αυτή στον Πειραιά, ότι την 12-12-1997 η εναγομένη κατήγγειλε ακύρως και δη καταχρηστικά την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, όπως έχει κριθεί ήδη αμετάκλητα επί προηγουμένης αγωγής του με αντικείμενο την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας προγενεστέρου χρονικού διαστήματος της ένδικης αγωγής, ότι ο ενάγων εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης καθημερινά από 08.00' μέχρι 17.00'επί πέντε ημέρες την εβδομάδα έναντι ημερομισθίου που είχε διαμορφωθεί την 12-12-1997 σε 11.134 δρχ., ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης (19-6-1998 έως 31-1-2000) ο ενάγων απασχολήθηκε συστηματικά στο κατάστημα κατεψυγμένων προϊόντων που διατηρεί η σύζυγός του και λειτουργούσε καθημερινά από 08.00' μέχρι 14.00' έναντι αμοιβής 100.000 δρχ. το μήνα, ότι μετά την λήξη του ωραρίου λειτουργίας του παραπάνω καταστήματος ο ενάγων απησχολείτο περιστασιακά σε ελλιμενισμένα τουριστικά σκάφη μέχρι την 17.00', παρέχοντας σ' αυτά διάφορες υπηρεσίες που ανάγονται στην ειδικότητά του ως ηλεκτροτεχνίτη, αποκερδαίνοντας, κατά μέσο όρο, το ποσό των 100.000 δρχ. το μήνα, με βάση δε τα ως άνω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε ενμέρει κατ' ουσίαν την ένσταση της εναγομένης από το άρθ. 656 εδ. β' ΑΚ και αφαίρεσε από τα ζητηθέντα με την αγωγή ποσά αποδοχών υπερημερίας τα ως άνω ποσά, κατά τα οποία ωφελήθηκε ο ενάγων από την παροχή της εργασίας του αλλού λόγω και κατά το διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους των εφέσεων των διαδίκων. Όπως προκύπτει από τα με αριθ.1772/25-2-2003 πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η σχετική ένσταση της εναγομένης (επαναφερθείσα και ενώπιον του Εφετείου με λόγους της έφεσής της κατά το απορριφθέν πρωτοδίκως μέρος της) διατυπώθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ως εξής: "επικουρικώς, απασχολούμενος σε ατομικές επιχειρήσεις ως ελεύθερος επαγγελματίας προτείνουμε σε συμψηφισμό τα ποσά που ωφελήθηκε", ενώ στις κατατεθείσες στο ακροατήριο (κατά την συζήτηση) προτάσεις της, στις οποίες έγινε παραπομπή με την αυτή δήλωση (κατ' επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών αυτών εγγράφων, άρθ. 561§1 ΚΠολΔ), αναφερόταν ειδικότερα, προς θεμελίωση αυτής, ότι ο ενάγων κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, δηλ. από 13-6-1998 μέχρι και 31-1-2000, αποκέρδαινε από την απασχόλησή του στην επιχείρηση της συζύγου του (κατεψυγμένων ειδών, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο των προτάσεων αυτών) τουλάχιστον 300.000 δρχ. και από την άσκηση του επαγγέλματος του ηλεκτρολόγου στην μαρίνα της Γλυφάδας περί τις 200.000 δρχ. κατά μήνα. Με το περιεχόμενο αυτό η ως άνω ένσταση από το άρθ. 656 εδ. β'ΑΚ, όπως διατυπώθηκε με την καταχωρισθείσα στα πρακτικά συνοπτική ως άνω δήλωση σε συνδυασμό με την περιεχομένη στις κατατεθείσες στο ακροατήριο προτάσεις της εναγομένης ανάπτυξή της, ήταν επαρκώς ορισμένη. Κατά συνέπεια το Εφετείο με την ως άνω κρίση του (α) ουδόλως παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένσταση αυτή (β) ούτε παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα σε σχέση με αυτήν (γ) η οποία δεν έπασχε από νομική αοριστία (δ) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 656 εδ. β' ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της και δη ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης εναγομένης και της ωφέλειας που αποκόμισε ο αναιρεσείων ενάγων, αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης καθημερινά από 08.00' μέχρι 17.00' επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και ότι κατά το ως άνω κρίσιμο διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης απασχολήθηκε συστηματικά στο κατάστημα κατεψυγμένων προϊόντων της συζύγου του που λειτουργούσε καθημερινά από 08.00' μέχρι 14.00'έναντι αμοιβής 100.000 δρχ. τον μήνα, μετά δε την λήξη του ωραρίου λειτουργίας του καταστήματος αυτού απησχολείτο περιστασιακά σε ελλιμενισμένα τουριστικά σκάφη μέχρι την 17.00', παρέχοντας σ' αυτά διάφορες υπηρεσίες ως ηλεκτροτεχνίτης, αποκερδαίνοντας, κατά μέσο όρο, το ποσό των 100.000 δρχ. τον μήνα. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης (α) πρώτος από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, περί μη απόρριψης της ένστασης αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας (β) δεύτερος κατά το α' σκέλος του από τον αριθ. 8 της ίδιας διάταξης (γ) τρίτος από τον αριθ. 1 αυτής περί νομικής αοριστίας της ένστασης και (δ) τέταρτος κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τον αριθ. 1 (για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) και 19 αυτής (για ανεπαρκείς αιτιολογίες),αντίστοιχα, άπαντες δε ως απαράδεκτοι κατά τα μέρη τους, με τα οποία πλήττεται η εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση των αποδείξεων και η ουσία της υπόθεσης (άρθ. 561§ ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο αυτός ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος κατά μεν το σκέλος του από τον αριθμό 11 περ. β' της αυτής διάταξης περί λήψης υπόψη από το Εφετείο αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα με επίκληση ως πλήρως αόριστος, διότι ουδόλως προσδιορίζονται τα φερόμενα ως παρά το νόμο ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, κατά δε τα σκέλη του από τους αριθμούς 12, περί παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και 13, περί εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ως απαράδεκτος , διότι στην προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δικάσθηκε η υπόθεση σε αμφότερους τους βαθμούς και στην οποία τα αποδεικτικά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα (άρθ. 671 ΚΠολΔ, και μόνο κατ' εξαίρεση αποδίδεται ορισμένη αποδεικτική δύναμη σ' αυτά, όπως στα δημόσια έγγραφα), ενώ δεν εκδίδεται μη οριστική περί αποδείξεων απόφαση (άρθ. 670 και 671 ΚΠολΔ), με την οποία και μόνο γίνεται η κατανομή του βάρους απόδειξης στους διαδίκους, δεν ιδρύονται οι λόγοι αυτοί αναίρεσης. Τέλος, ο ως άνω δεύτερος λόγος ως προς την αποδιδομένη αναιρετική πλημμέλεια, ότι το αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ωράριο απασχόλησης του ενάγοντος στις άλλες εργασίες του δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, πλημμέλεια δηλ. από την (μη παρατατιθέμενη στο αναιρετήριο) διάταξη του αριθ. 10 του ως άνω άρθρου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) με βάση τ' αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχθέν πραγματικά γεγονότα προδήλως διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον ως άνω προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα κατά τα άρθ. 339 και 432 επ. ΚΠολΔ και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως πρακτικά συνεδρίασης κλπ., ούτε οι μαρτυρικές καταθέσεις. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, το ακριβές (κατά λέξη) περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου. Με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο της κρινόμενης αίτησης προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο στήριξε αποκλειστικά το αποδεικτικό πόρισμά του για την εκπεστέα ωφέλεια του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά την διάρκεια της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης εναγομένης (α) στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και (β) στα εκκαθαριστικά σημειώματα και τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος του ενάγοντος του χρονικού διαστήματος 1998-2000, των οποίων το περιεχόμενο παραμόρφωσε, δεχθέν ότι περιέχουν περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά περιέχουν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά μεν το α' σκέλος του ως απαράδεκτος, διότι τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου και οι περιεχόμενες σ' αυτά μαρτυρικές καταθέσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κατά δε το β' σκέλος του ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των υπό το στοιχείο αυτό φερομένων ως παραμορφωθέντων εγγράφων.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-12-2009 αίτηση του Β. Π. για αναίρεση της 327/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ