Legislator Case Law & Legislation
221/2010 AI generated

221/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 221/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

221/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, γεγονός που συντρέχει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 221 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 221/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα.

Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Μπέρδο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 665/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 4-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την επαναφορά των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων, συνάγεται ότι η ρύθμιση που επιβάλλεται με τη διάταξη αυτήν αφορά τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται στο δικαστήριο με τις προτάσεις και όχι εκείνους που περιέχονται στην αγωγή και συγκροτούν τη νομική και ιστορική αιτία του προστατευτέου δικαιώματος, οι οποίοι δεν απαιτείται να επαναφέρονται κατά τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη (ΑΠ 1417/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. α' ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, αποδίδεται στο Εφετείο ότι έλαβε υπόψη του τον μη νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος ότι "το επίδικο ακίνητο ανήκει εις αυτόν, περιελθόν αυτών δια κληρονομικής διαδοχής", τον οποίο είχε μεν προτείνει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πλην όμως δεν τον επανέφερε, νομίμως, με τις ενώπιον αυτού κατατεθείσες προτάσεις του όπως ορίζει το άρθρο 240 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός διαλαμβάνεται στην αγωγή συγκροτών την ιστορική βάση αυτής, την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχτεί και το Εφετείο την εξέτασε στα πλαίσια της εξέτασης της έφεσης της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία με την έφεσή της ζητούσε να κριθεί ως αβάσιμη η ένδικη αγωγή και, συνεπώς, δεν απαιτούνταν η επαναφορά του στο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο η νομιζόμενο τίτλο, νομίμως μεταγεγραμμένο, για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, γεγονός που συντρέχει αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, αναφορικώς με την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας - εναγομένης, που στηρίζεται στην τακτική και έκτακτη χρησικτησία ότι αυτή (ένσταση) είναι αβάσιμη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα, αφού τόσο η ίδια (αναιρεσείουσα - εναγομένη) όσο και οι δικαιοπάροχοί της στερούνται νόμιμου τίτλου, δεδομένου ότι το επίδικο δεν περιλαμβανόταν στους τίτλους τους και, συνεπώς, δεν κατέστη κυρία με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας.

Περαιτέρω, δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα - εναγομένη) δεν κατέστη κυρία του επίδικου και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού δεν αποδείχθηκε άσκηση εικοσαετούς νομής επ' αυτού (επιδίκου) εκ μέρους της ή των δικαιοπαρόχων της. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, προκειμένου να απορρίψει την ως άνω ένστασή της, κατά το μέρος που στηρίζεται στην τακτική χρησικτησία, έκρινε ότι απαιτείτο άσκηση επί του επίδικου πράξεων νομής για μια εικοσαετία, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ, με την οποία αρκεί η άσκηση πράξεων νομής για μια δεκαετία.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενόψει του ότι η ανωτέρω ένσταση, κατά το μέρος που στηρίζεται στην τακτική χρησικτησία, απορρίφθηκε όχι διότι δεν αποδείχθηκε άσκηση εικοσαετούς νομής επί του επιδίκου, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, αλλά για έλλειψη τίτλου και συγκεκριμένα διότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτής (αναιρεσείουσας) και των δικαιοπαρόχων της.

Από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1α ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι, μεταξύ άλλων, και η κυριότητα του ενάγοντος επί του ακινήτου και ότι ο εναγόμενος κατέλαβε αυτό και το νέμεται ή κατέχει. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνιστά παραβίαση αυτού, γιατί το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από τα απαιτούμενα από το νόμο, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή, νόμιμη και προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, η δε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίσταται η μεν ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχεται, από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2003).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ο ενάγων εκθέτει ότι κατέστη κύριος των σ' αυτή (αγωγή) αναφερομένων ακινήτων με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) τρόπο και ότι η εναγομένη κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή χρόνο κατέλαβε αυτά, τα οποία και κατείχε και κατά την άσκηση της αγωγής.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα ότι ο ενάγων κατέστη κύριος των επίδικων με τους ως άνω τρόπους και ότι η εναγομένη - αναιρεσείουσα, κατά το χρόνο άσκησης αγωγής, κατέλαβε και κατέχει αυτά. Με το ποιο πάνω περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και παραδεκτώς ασκήθηκε από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης, αφού εκτίθενται σ' αυτήν ο τρόπος κτήσης της κυριότητας των επιδίκων από τον ενάγοντα και η κατάληψη αυτών από την εναγομένη, τα οποία κατείχε και κατά την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και ότι νομιμοποιείται ο ενάγων παθητικώς να την ασκήσει κατά της εναγομένης, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14. Εξάλλου, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης για το ανωτέρω ζήτημα ότι ο αναιρεσείων - εναγόμενος, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, κατείχε τα επίδικα, είναι πλήρεις και σαφείς και επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της προαναφερθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 1094 ΑΚ). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθ. 1, 14 και 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, με τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια από την ανωτέρω διάταξη (559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ) προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του ότι ο ενάγων κατέστη κύριος των επίδικων, όπως προαναφέρθηκε έλαβε υπόψη του και τα εξής έγγραφα:

α) την από Ιανουαρίου 2007 τεχνική έκθεση της τοπογράφου μηχανικού ... και β) το από 14-10-1991 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβάσεως χρησιδανείου, χωρίς τα έγγραφα αυτά να τα έχει επικαλεσθεί και προσκομίσει ο ενάγων αναιρεσίβλητος. Από την επισκόπηση όμως των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι τα ανωτέρω έγγραφα αυτός τα επικαλέστηκε με αύξ.

αριθμούς 14 και 24, ενώ από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση", καθίσταται αδίστακτος βέβαιο ότι τα ως άνω έγγραφα τα έλαβε υπόψη το Εφετείο και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του πορίσματος του, διότι τα επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ενάγων - αναιρεσίβλητος.

Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13 Ιουνίου 2007 αίτηση της ..., για αναίρεση της 665/2007 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία καθορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ