Legislator Case Law & Legislation
221/2009 AI generated

221/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 221/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

221/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 221 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 221/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαγεωργίου.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ......, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σφυρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/1998 μη οριστική, 61/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 506/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-5-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 3-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους, λείπει (ΟλΑΠ 27/1998 και 32/1996).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Ο πρώτος επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να δεχθεί ως και κατ' ουσίαν βάσιμη εν μέρει την ένδικη περί αποβολής από τη νομή αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς τα δύο πρώτα από τα επίδικα ακίνητα και να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ίδια αγωγή ως προς τα λοιπά ακίνητα, από τα οποία τα δύο πρώτα μεν αποτελούν τμήματα του πρώτου από τα επίδικα ακίνητα, το τρίτο δε αποτελεί τμήμα δρόμου πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι ο αναιρεσείων, μολονότι υπήρξε νομέας του πρώτου επίδικου ακινήτου, δεν υπήρξε νομέας των δύο πρώτων μερικότερων τμημάτων του εν λόγω πρώτου ακινήτου "δια της επικαρπώτριας μητέρας του", στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της λόγω αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου, που οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο, τρίτο και πέμπτο, αντίστοιχα, λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ειδικότερα σ' αυτούς μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή τα με αριθμούς ......, ...... και ......, αντίστοιχα, δωρητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αιγίου Ευσταθίου Μακαρίτη, το τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών Α - Β, τις αεροφωτογραφίες του ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1979 και 1982, την από 18-10-1996 τεχνική έκθεση (φωτοερμηνεία) του δασοτέχνη Γ, το από 3-8-1996 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Β, την από 15-10-1996 αεροφωτογραφία του ΥΠΕΧΩΔΕ έτους λήψης 1982, σε συνδυασμό και με τις από 17-10-1996 και 18-10-1996, αντίστοιχα, βεβαιώσεις των μηχανικών Δ και Ε, την από 8-3-1997 τεχνική έκθεση (φωτοερμηνεία) των μηχανικών ΣΤ - Ζ και, τέλος, την 74/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης περί αποβολής από τη νομή του αγωγής όσον αφορά το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο από τα επίδικα ακίνητα.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, "αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους μα ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε για να χρησιμεύσουν ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, και ειδικότερα ως προς το ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν νομέας των πιο πάνω τριών επίδικων ακινήτων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία μάλιστα τα ......, ......

και ......, αντίστοιχα, δωρητήρια συμβόλαια, την από 18-10-1996 τεχνική έκθεση του Γ, την από 8-3-1997 τεχνική έκθεση των ΣΤ και Ζ, καθώς και την 74/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγίου μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα υπόλοιπα. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ......, ...... και ......, αντίστοιχα, δωρητήριων συμβολαίων που προμνημονεύθηκαν, με το να δεχθεί από εσφαλμένη εκτίμησή του, ότι "δίπλα στην περιοχή του πηγαδιού και μεταξύ αυτού και της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος περνούσε δρόμος πλάτους 4 μ.

και συνεπώς η απόσταση της ιδιοκτησίας του από το πηγάδι (εξωτερική πλευρά αυτού) είναι 8 μ., ενώ ο δρόμος εξικνείται μέχρι το πηγάδι και από εκεί και πέρα υπάρχει το πηγάδι και η περιοχή του, η οποία είναι μόλις 4 μ. μήκος από το πηγάδι μέχρι την ιδιοκτησία του αναιρεσείοντα," μολονότι το δεύτερο επίδικο ακίνητο περιγράφεται στα εν λόγω δωρητήρια συμβόλαια ως "Το εν τρίτον (1/3) αδιαιρέτως ενός αγρού μετά της εν αυτώ μικράς χαμοκέλας, εκτάσεως ενός (1) περίπου στρέμματος και μετά του εν αυτώ πηγαδίου, σχήματος του όλου γάμα (Γ) αρχομένου από τον εθνικόν δρόμον με κατεύθυνσιν προς δυσμάς και είτα κάμπτοντας προς νότον, του οποίου ο εις βραχίων, ο βόρειος, αποτελεί τον δρόμον εισόδου εις το όλον κτήμα της δωρήτριας, το δε υπόλοιπον η χαμοκέλα μετά του πηγαδίου και της εν γένει περιοχής των και ο οποίος ούτος δρόμος εισόδου του όλου κτήματος είναι πλάτους ως ούτος διεμορφώθη μέχρι σήμερον, η δε περιοχή πέριξ του πηγαδίου θα προσδιορίζεται από ακτίνα μήκους δύο και ημίσεως (2 1/2 ) μέτρων εκ του εξωτερικού χείλους του πηγαδιού μέχρι το υπόλοιπον της δωρήτριας όπερ δωρείται δια του παρόντος εις τον άνω υιόν της Ψ1 ως άνω και μήκους τεσσάρων μέτρων από το δωρηθέν προηγουμένως εις τον Χ και το δωρούμενον δι' επομένου συμβολαίου εις τον Ψ2 ..." και έτσι προκύπτει, από τα παραπάνω συμβόλαια, ότι πρόκειται για ένα βραχίονα που αποτελεί το δρόμο εισόδου, ο οποίος εξικνείται μέχρι το πηγάδι και από εκεί και μετά υπάρχει το υπόλοιπο, δηλαδή το πηγάδι με την περιοχή του και η χαμοκέλα με την περιοχή της, το δε πηγάδι απέχει από το άκρο της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος 4 μέτρα και, συνακόλουθα, ότι το επίδικο τμήμα, εμβαδού 33,62 τετρ.

μέτρων, περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, δηλαδή αποτελεί τμήμα του πρώτου ακινήτου της ένδικης αγωγής. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση από το Εφετείο του περιεχομένου των πιο πάνω συμβολαίων, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου τους, στην οποία αυτό προέβη, εκτιμώντας και άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έκθεση αυτοψίας), προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, ότι τα πιο πάνω επίδικα εδαφικά τμήματα "δεν ήταν στη νομή του αναιρεσείοντος, ούτε της δικαιοπαρόχου τους".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-5-2006 αίτηση για αναίρεση της 506/2003 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ