Legislator Case Law & Legislation
221/2008 AI generated

221/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 221/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

221/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Ψ1 με την ........ δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Ευγήρου Λευκάδας Δημητρίου Φατούρου κατέλιπε το μείζον ακίνητο στη θέση "........" στα τέσσερα άρρενα τέκνα του. Η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε νομίμως πολύ αργότερα, το έτος 1939 (βλ. τα 106/15-12-1939 πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Λευκάδας). Με το ....... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Παναγιώτη Παπανικολάου ο εκ των κληρονόμων Γ3 μεταβίβασε το μερίδιο του στον αδελφό του Γ1.

Keywords

AI generated
offences against the popular will abandonment of expropriation principle of accession previous political persecution standing of the municipality right of removal
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 221 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 221/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαμπρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρούσο, 2. Ψ2, 3. Ψ3 και 4. Ψ4, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1988 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/1998 προδικαστική, 69/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο 'Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αποφάσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση από τις προσαγόμενες ...., .... και ..... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λευκάδας ......., αποδεικνύεται ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στη δεύτερη, τρίτο και τέταρτο, αντίστοιχα, των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία των, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο ευρίσκεται στη θέση "......." της κτηματικής περιφερείας της Κοινότητας Αθανίου Λευκάδας κι έχει έκταση 8,5 στρεμ. περίπου. Όπως δεν αμφισβητείται, είναι τμήμα μείζονος ακινήτου που ανήκε κατά κυριότητα στο απώτερο δικαιοπάροχο διαδίκων Ψ1 (που αργότερα το επίθετό του έγινε .......), ο οποίος απεβίωσε το έτος 1924 και άφησε πλησιέστερους συγγενείς τα τέσσερα άρρενα τέκνα του, Γ1, Γ2, Γ3 και Γ4 και τις θυγατέρες του Γ5, Γ6 και Γ7.

Ο Ψ1 με την ........ δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Ευγήρου Λευκάδας Δημητρίου Φατούρου κατέλιπε το μείζον ακίνητο στη θέση "........" στα τέσσερα άρρενα τέκνα του. Η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε νομίμως πολύ αργότερα, το έτος 1939 (βλ. τα 106/15-12-1939 πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου Λευκάδας). Με το ....... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πατρών Παναγιώτη Παπανικολάου ο εκ των κληρονόμων Γ3 μεταβίβασε το μερίδιο του στον αδελφό του Γ1.

Στο συμβόλαιο γίνεται μνεία ότι ο πωλητής και τα αδέλφια του Γ1, Γ2, Γ4,Γ6 και Γ7 (η άλλη αδελφή Γ5 δεν αναφέρεται, διότι είχε νυμφευθεί πριν ακόμη από τον θάνατο του πατέρα τους και είχε προικισθεί), ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος την 10-4-1924 πατέρα τους Ψ1 είχαν στην αποκλειστική τους κυριότητα, νομή και κατοχή ένα ακίνητο στη θέση "......." και ότι ο πωλητής μεταβιβάζει αιτία πωλήσεως το μερίδιο του από το ακίνητο αυτό στον Γ1.

Είναι βέβαιο ότι το αργότερο μετά τη δημοσίευση της διαθήκης και τη διάταξη αυτής ότι ο διαθέτης κατέλιπε το ακίνητο στη θέση "......." στους τέσσερις υιούς του, οι τελευταίοι, που αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα τους είχαν υπεισέλθει στην κληρονομιά και αναμειχθεί σε αυτήν, το διένειμαν (χωρίς τον Γ3, αφού, όπως ελέχθη, είχε μεταβιβάσει το μερίδιο του στον Γ1) ατύπως.

Ας σημειωθεί, πάντως, ότι όπως κατέθεσε ιδίως ο μάρτυρας Ζ1 (ηλικίας 91, ετών κατά τον χρόνο που κατέθετε) και του οποίου η θεία, αδελφή του πατέρα του, Γ8 ήταν σύζυγος του Ψ1 αλλά και ο ίδιος μετερχόταν το επάγγελμα του κτηνοτρόφου επί 60 περίπου χρόνια και έβοσκε τα κοπάδια του στην περιοχή, το μείζον ακίνητο στη θέση "......" είχαν διανείμει τα τέσσερα άρρενα τέκνα του κληρονομουμένου ήδη από το έτος 1925, τη διανομή δε ανέθεσαν σε τρίτους και συγκεκριμένα στον κουνιάδο του εκ των κληρονόμων Β1 και στον θείο τους Β2.

Η κατάθεση του μάρτυρα αυτού περί άτυπης διανομής ήδη από το έτος 1925 ενισχύεται και εκ του ότι ο Γ1 έδωσε ως προίκα στη θυγατέρα του Γ9 το έτος 1932 τμήμα από το ακίνητο στη θέση "........", το οποίο αυτή κατέχει μέχρι σήμερα και αποτελεί το προς ανατολάς όριο του επιδίκου, όπως δεν αμφισβητείται και θα εκτεθεί παρακάτω και την οποία προίκα δεν θα μπορούσε να συστήσει εάν δεν είχε προηγηθεί άτυπη διανομή μεταξύ των κληρονόμων του Ψ1 (βλ.

και κατάθεση μάρτυρος Ζ2, της οποίας ο σύζυγος ήταν πρώτος εξάδελφος των υιών του Ψ1, "Η Γ9... είχε ακίνητο στη θέση ".....", που της είχε δώσει προίκα ο πατέρας της"). Για την κρινόμενη διαφορά όμως δεν ασκεί επιρροή το πότε ακριβώς έγινε η άτυπη διανομή, εφόσον αφενός μεν δεν αμφισβητείται ότι έγινε μόνο μεταξύ των υιών του Ψ1 το αργότερο πριν από το έτος 1940, όπως, επίσης δεν αμφισβητείται και η μεταβίβαση του μεριδίου του Γ3 προς τον Γ1 που προαναφέρθηκε ούτε και του μεριδίου του Γ4 προς τον Γ1 και τον Γ2, περί της οποίας θα γίνει λόγος στη συνέχεια και αφετέρου κρίσιμο είναι σε ποιόν περιήλθε το επίδικο με την άτυπη διανομή και ασκούσε επ' αυτού διακατοχικές πράξεις.

Λόγω του ότι το μείζον ακίνητο, εκτάσεως άνω των 100 στρεμ., δεν είχε παντού την ίδια αξία, αφού αλλού ήταν καλλιεργήσιμο, αλλού είχε ελαιόδενδρα και αλλού ήταν πετρώδες και άγονο διασχιζόμενο από λαγκαδιές, την εποχή εκείνη δε απέδιδαν αξία μόνο στη δυνατότητα καλλιέργειας και παραγωγής καρπών, κατά τη διανομή οι μερίδες καθορίσθηκαν κατά ανάλογο τρόπο, με αποτέλεσμα κάθε κοινωνός να λάβει περισσότερα του ενός τμήματα από το διανεμόμενο ακίνητο.

Το όλο ακίνητο έχει κλίση από ανατολή προς δύση καταλήγοντας (δυτικά) στη θάλασσα. Το δυτικό τμήμα με την ειδικότερη ονομασία ".......", το οποίο αρχίζει ανατολικά μετά το τμήμα με τα ελαιόδενδρα και φθάνει μέχρι τη θάλασσα, είναι κατωφερικό με μεγάλη κλίση, έχει αναβαθμίδες εδάφους (σκάλες με ξερολιθιές) και παλαιότερα ήταν καλλιεργήσιμη έκταση, που έμεινε όμως ακαλλιέργητη για αρκετά χρόνια και διαμορφώθηκε σε αγρονομή με διάφορα θαμνώδη, όπως σχίνους, κουμαριές, ρείκια κ.α.

Το τμήμα αυτό (με την ονομασία ".......") έχει έκταση 20 στρεμ. περίπου και συνορεύει γύρωθεν, βόρεια με ιδιοκτησία Δ1 και κοινοτική έκταση, νότια με κοινοτική έκταση, ανατολικά με ιδιοκτησία Γ9 και εναγόντων και δυτικά με θάλασσα και δασική έκταση (πρβλ. και σχεδιάγραμμα πραγματογνώμονα). Και το τμήμα αυτό στη θέση "........" διανεμήθηκε κατά τον ίδιο όπως και το μείζον ακίνητο τρόπο, δηλαδή περιήλθε σε περισσότερους κληρονόμους και συγκεκριμένα ένα μέρος προς τη θάλασσα περιήλθε στον Γ2 (πατέρα του πρώτου και της δεύτερης των εφεσίβλητων), ένα μέρος βορειότερα στον Γ4 και ένα άλλο μέρος προς τα ανατολικά στον Γ10 (πάππο των εναγόντων).

Το επίδικο αποτελεί μέρος του τμήματος αυτού και είχε περιέλθει στους Γ2 και Γ4. Ο τελευταίος, που είχε μεταναστεύσει από πολύ ενωρίς και εγκατασταθεί στην ........, κατά το έτος 1950 περίπου παραχώρησε ατύπως το μερίδιο του από την κληρονομιά του πατέρα του στους αμέσους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, ειδικότερα δε από το μερίδιο του επί του μείζονος ακινήτου στη θέση "......" παραχώρησε στον μεν δικαιοπάροχο του πρώτου των εφεσίβλητων το μέρος του τμήματος που είναι στη θέση "....." (και αποτελεί μέρος του ήδη επιδίκου) και στον δικαιοπάροχο των εκκαλούντων άλλο τεμάχιο από το ακίνητο στη θέση "....", που δεν ευρίσκεται όμως στην ειδικότερη θέση "......" (βλ.

ιδίως κατάθεση προαναφερθέντος μάρτυρα Ζ1, "το ανατολικό τμήμα του επιδίκου που συνορεύει με την ιδιοκτησία της Γ9 έπεσε στη μερίδα του Γ4 με τη διανομή του 1925. Και το δυτικό τμήμα, δηλαδή προς τη θάλασσα στη μερίδα του Γ2" (σελ. 32) και "ξέρω ότι ο Γ4 άφησε στον αδελφό του Γ2 την ......., δηλαδή το μερίδιο του που πήρε με τη διανομή του 1924-1925 και αποτελεί τμήμα του επιδίκου.

Το υπόλοιπο επίδικο ανήκε με την ίδια δ/ανομή στον Γ2. Στον αδελφό του Γ1 άφησε ελαιόκτημα στην ίδια περιοχή, στο επάνω μέρος, που λέγεται "........" (σελ. 43). Επίσης, κατάθεση προαναφερθείσας μάρτυρος Ζ1, "το επίδικο αυτό τμήμα που δώρισε ο Γ4 στον Γ2 δεν συνορεύει με το άλλο τμήμα που δώρισε στον Γ11 (πατέρα των εναγόντων), μεσολαβούν μεταξύ τους ξένες ιδιοκτησίες" (σελ. 49).

Ακόμη, στο ....... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λευκάδας Ακριβούλας Καρχουλά, που όταν συνετάγη δεν υπήρχε αντιδικία μεταξύ των διαδίκων, με το οποίο η ως άνω Γ9 μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το ακίνητο που είχε στη θέση ".......", αναφέρεται ότι το εν λόγω ακίνητο περιήλθε σε αυτήν από άτυπη παραχώρηση λόγω προικός από τον πατέρα της Γ1 κατά το έτος 1930.

Στο ίδιο συμβόλαιο, όπως αυτό διορθώθηκε με το ...... όμοιο, αναφέρεται ότι το ακίνητο της Γ9 συνορεύει με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ2, (δηλαδή το ήδη επίδικο). Από την κατά τα άνω άτυπη διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων υιών του κληρονομουμένου Ψ1 και την άτυπη παραχώρηση του μεριδίου του Γ4 σε αυτόν, ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Γ2 νεμόταν το επίδικο ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις ανενόχλητα και με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλει τα δικαιώματα άλλου.

Συγκεκριμένα, το καλλιεργούσε με δημητριακά και ιδίως βρώμη και το χρησιμοποιούσε ως βοσκότοπο. Αυτά γίνονταν μέχρι το έτος 1960 περίπου, οπότε σταμάτησε τις καλλιέργειες λόγω ηλικίας αλλά και διότι ήταν ασύμφορες. Έκτοτε, απλώς το επέβλεπε είτε ο ίδιος προσωπικά, είτε δια του τρίτου των εφεσίβλητων Ψ3, συζύγου της δεύτερης εφεσίβλητης θυγατέρας του Ψ2.

Έτσι, μέχρι το έτος 1974 που απεβίωσε είχε γίνει κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Μετά τον θάνατο του το ακίνητο περιήλθε στον πρώτο των εφεσίβλητων υιό του Ψ1, ο οποίος είχε μεταναστεύσει και διέμενε στην ...... και ο οποίος είχε αναθέσει τη φροντίδα και επίβλεψη της περιουσίας του στην περιοχή ........Λευκάδας, όπου και το επίδικο, στους αυτούς ως άνω δεύτερη και τρίτο των εφεσίβλητων (αδελφή και γαμβρό του αντίστοιχα).

Ούτε οι εκκαλούντες, ούτε οι δικαιοπάροχοί των, απώτερος Γ1 ή άμεσος Γ11, έκαμαν ποτέ διακατοχικές πράξεις στο επίδικο. Περί των περιστατικών που προαναφέρθηκαν κατέθεσαν με σαφήνεια και αξιοπιστία οι ως άνω μάρτυρες Ζ1 και Ζ2 και οι καταθέσεις των δεν αντικρούονται και δεν τίθενται σε αμφιβολία από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και κυρίως τις καταθέσεις των επιμέλεια των εκκαλούντων εξετασθέντων μαρτύρων.

Ο εξ αυτών ........, ενώ στην αρχή της εξετάσεως του κατέθεσε ότι κατά το έτος 1932-1935 είχε καλλιεργήσει το επίδικο για λογαριασμό του Γ10 (πάππου των εκκαλούντων), στη συνέχεια κατέθεσε ότι δεν ενθυμείται αν η καλλιέργεια αυτή έγινε ενόσω ακόμη ζούσε ο αρχικός δικαιοπάροχος των διαδίκων Ψ1 και ακόμη ότι ως επίδικο θεωρεί μόνο το τμήμα που είναι κάτω από τον κοινοτικό δρόμο (που διανοίχθηκε περί το 1985, όπως θα εκτεθεί παρακάτω και χωρίζει το επίδικο σε δύο μέρη) και δεν γνωρίζει σε ποιόν ανήκει το μέρος που είναι επάνω από τον κοινοτικό δρόμο.

Ο έτερος μάρτυρας των εκκαλούντων Ζ3, ιερέας, είναι γαμβρός από αδελφή των εκκαλούντων από το έτος 1961. Ο πεθερός του Γ11, που είχε μεταναστεύσει στην ......, τον άφησε αντιπρόσωπο και διαχειριστή της περιουσίας του στη ....., μετά τον θάνατο του δε το έτος 1981 το ίδιο έκαμαν και οι ήδη εκκαλούντες, οι οποίοι, επίσης, είχαν μεταναστεύσει στην ......, όπου ακόμη διαμένουν οι δεύτερος και τρίτος εξ αυτών, ενώ ο πρώτος μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε στην ......

Πατρών. Για την πριν από το έτος 1961 κατάσταση του επιδίκου δεν έχει ιδία γνώση και η όποια ανάμειξη του γίνεται μετά την κατά τα έτη 1984-1985 διάνοιξη στην περιοχή κοινοτικού δρόμου, ο οποίος διέρχεται μέσα από το επίδικο. Πράγματι, οι εκκαλούντες πρόβαλαν δικαιώματα νομής και κυριότητας στο επίδικο μετά την διάνοιξη από την Κοινότητα Αθανίου αμαξιτού δρόμου προς τη θάλασσα με κατάληξη προς το "............", ο οποίος διέρχεται και χωρίζει τη ήδη επίδικο σε δύο τμήματα, όπως κατέθεσαν όλοι οι εξετασθέντες ενώπιον του Εισηγητή μάρτυρες (βλ.

και το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Η διάνοιξη του δρόμου έγινε περί το 1984-1985 και εξ αιτίας αυτού η περιοχή απέκτησε σημαντική αξία. Περί τα τέλη του 1986 με αρχές του 1987 ο πρώτος των εφεσίβλητων είχε επιστρέψει προσωρινά στην ....... και επισκέφθηκε το επίδικο, αφού ήταν ευχερής η πρόσβαση με αυτοκίνητο, με τη βοήθεια δε του τρίτου εφεσίβλητου γαμβρού του έκοψε ορισμένους μεγάλους θάμνους και σημείωσε με λαδομπογιά το όνομα του σε διάφορα σταθερά σημεία, όπως πέτρες και κορμούς θάμνων.

Μετά παρέλευση ολίγων μηνών και συγκεκριμένα τον Απρίλιο του ίδιου έτους ο πρώτος των εκκαλούντων Χ1, που είχε ενημερωθεί σχετικά με τις ενέργειες του πρώτου εφεσίβλητου από τον μάρτυρα Ζ3 ήδη από τον Ιανουάριο του ίδιου έτους, επισκέφθηκε και αυτός την περιοχή και σημείωσε με χρώμα το όνομα του καταστρέφοντας έτσι σε ορισμένα σημεία τα χρώματα που είχε θέσει ο πρώτος εφεσίβλητος.

Ο τελευταίος άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για διατάραξη της νομής του επί συγκεκριμένου χώρου εμβαδού δύο στρεμμάτων περίπου, που ευρίσκεται κάτω (αριστερά για τους κατευθυνόμενους προς τη θάλασσα) από τον κοινοτικό δρόμο και ο οποίος χώρος στην 7/87 απόφαση του Ειρηνοδικείου Απολλώνιων, που έκαμε δεκτή την αίτηση του πρώτου εφεσίβλητου, αναφέρεται ότι έχει έκταση δύο περίπου στρεμμάτων και συνορεύει δυτικά και νότια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με κοινοτικό δρόμο και πέραν αυτού με συνεχόμενη ιδιοκτησία του αιτούντος (πρώτου εφεσίβλητου) και μέρος με ιδιοκτησία καθού και βόρεια με κοινοτικό δρόμο και υπόλοιπη ιδιοκτησία αιτούντος (πρόκειται για το επακριβώς οριζόμενο πλέον στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα τεμάχιο υπό στοιχ. 38-39-40-41-42-43-21-29-31-32-34-38).

Το τεμάχιο αυτό, με τον συνεχόμενο όμορο προς δυσμάς χώρο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο του πρώτου των εφεσίβλητων Γ2, όπως ελέχθη, κατά την άτυπη διανομή που έγινε μεταξύ των αρρένων κληρονόμων του πατέρα του Ψ1. Το επάνω του κοινοτικού δρόμου (δεξιά για τους κατευθυνόμενους προς τη θάλασσα) επίδικο τεμάχιο, εμβαδού κατά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης 7611,27 τ.μ. (όπως προαναφέρθηκε, στην παραπάνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Απολλώνιων φέρεται ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του αιτούντος, πρώτου εφεσίβλητου, ως αποτελούν το προς ανατολάς πέραν του κοινοτικού δρόμου όριο του επίδικου τότε χώρου) είναι αυτό που είχε περιέλθει κατά την άτυπη διανομή στον Γ4 και αυτός το παραχώρησε, επίσης ατύπως, στον Γ2.

Υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά, ορθώς η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή των εκκαλούντων, αφού δεν αποδείχθηκε η συγκυριότητα τους επί του περιγραφόμενου στην αγωγή τους επίδικου ακινήτου (εκτός από ένα μικρό τμήμα εμβαδού 861,49 τ.μ., στο οποίο αναγνωρίσθηκε η συγκυριότητα τους και δεν αποτελεί αντικείμενο της κρινόμενης έφεσης), αλλά αποκλειστικός κύριος είχε καταστεί ο δικαιοπάροχος του πρώτου εφεσίβλητου Γ2 και μετά τον θάνατο του ο εκ διαθήκης κληρονόμος του πρώτος εφεσίβλητος, που εξακολούθησε, κατά τα προεκτεθέντα να το νέμεται δια των αντιπροσώπων του δεύτερης και τρίτου των εφεσίβλητων συνεχώς και ανενοχλήτως μέχρι το έτος 1987".

Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε πλήρεις αιτιολογίες προκειμένου να καταλήξει στο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε η συγκυριότητα των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου ακινήτου, εκτός τμήματος 861,49 τ.μ., και ότι αποκλειστικός κύριος είχε καταστεί, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων. Επομένως ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της: α) το από .... τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού ..... και β) το από ...... τοπογραφικό διάγραμμα της ίδιας ως άνω πολιτικού μηχανικού. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη της όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, και, επομένως, χωρίς αμφιβολία, και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να απαιτείται να μνημονεύονται αυτά ειδικώς. Επομένως ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της περ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, η μη λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον ισχυρισμό που είχαν προβάλλει οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους στο Εφετείο ότι στο τοπογραφικό διάγραμμα που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητοι στο Γραφείο Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Λευκάδας προκειμένου να πάρουν άδεια για στάθμευση αυτοκινήτων στο Β' τμήμα του επιδίκου, συμπεριέλαβαν και κοινοτικό χώρο εκτάσεως 2.106,23 τμ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας επί της επιδίκου εκτάσεως που είχε προβάλλει ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, και, κατά συνέπεια, δεν συνιστά "πράγμα".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-7-2006 αίτηση των 1) Χ1 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της 201/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ