2219/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2219/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2219 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2219/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Α. Α. του Κ. και 2. Μ. Α. του Α., κρατουμένων στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Φούσα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49,50/2017 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας. Με πολιτικώς ενάγουσες την 1. Α. Κ. χήρα Κ., 2. Ε. Κ. του Κ. και 3. Α. Κ. του Κ., ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Καπελλίδη.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορουμένοι, ζητάνε την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20-12-2017 και με αριθμ. πρωτ. 12001/21-12-2017 αίτηση τους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 131/2018.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση από το ίδιο Δικαστήριο του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-12-2017 (αριθμ. πρωτ. 12001/21-12-2017) αίτηση των 1) Α. Α. του Κ./νου και 2) Μ. Α. του Α., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-12-2017, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49,50/2017 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κερκύρας, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο (473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 6-12-2017, και με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (με ενδεχόμενο δόλο) από κοινού και καταδικάστηκαν σε ποινή ισόβιας καθείρξεως έκαστος, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 παρ. 1, 68 παρ. 2, 82, 83 παρ. 1, 84, 85 και 171 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο δικαιούχος, κατά τις διατάξεις του ΑΚ, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων με σχετική Δήλωση τόσο κατά την προδικασία όσο και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Για την παράσταση της πολιτικής αγωγής στο ακροατήριο λόγω ηθικής βλάβης αρκεί προφορική Δήλωση μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας της πρώτης ή της μετ' αναβολή συζήτησης. Στη Δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής πρέπει να περιέχεται συνοπτική έκθεση της υπόθεσης που αυτή αφορά και των λόγων που στηρίζουν το δικαίωμα της παράστασης, δηλαδή πρέπει να διατυπώνεται στη Δήλωση η αξιόποινη πράξη και η σχέση που συνδέει το υποκείμενο της Δήλωσης με το πληττόμενο από την αξιόποινη πράξη δικαίωμα ή συμφέρον.
Επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στη Δήλωση αν ο πολιτικώς ενάγων παρίσταται για (υλική) αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ δεν είναι απαραίτητος ο καθορισμός του σχετικού ποσού. Η νομιμοποίηση και το παραδεκτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου που διαλαμβάνει την αξιόποινη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης κρίνεται από την αποδεικτική διαδικασία.
Η δε Δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής , όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Οι παραπάνω διατυπώσεις συνιστούν διαδικαστικές προϋποθέσεις της πολιτικής αγωγής ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η τυχόν έλλειψη τους οδηγεί στην απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης της απόφασης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η παρά τον νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο.
Τέτοια ακυρότητα υπάρχει, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ουσιαστικής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ,και όταν παραβιάστηκε η τηρητέα, κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ, διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο άσκησής της.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 63 ΚΠΔ και των άρθρων 914και 932 ΑΚ προκύπτει ότι δικαίωμα να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες σε εκκρεμή ποινική διαδικασία έχουν μόνον όσοι έχουν υποστεί άμεση περιουσιακή ζημία ή άμεση ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική διάταξη, και όχι όσοι βλάπτονται έμμεσα από αυτή.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχική οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος», προφανώς επειδή ο νομοθέτης επέλεξε να μη διαγράψει δεσμευτικά τα όρια του θεσμού της οικογένειας, ο οποίος, από τη φύση του, υπόκειται σε κοινωνικές επιδράσεις και διαφοροποιήσεις κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά την αληθινή, όμως, έννοια της σχετικής διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισης της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενά συνδεόμενοι συγγενείς του, οι οποίοι δοκιμάστηκαν ψυχικά από τον θάνατο του και στην ψυχική ανακούφιση των οποίων αποσκοπεί η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή αν αυτοί συμβίωναν ή όχι με τον θανόντα.
Η επιδίκαση της προβλεπόμενης χρηματικής ικανοποίησης προϋποθέτει, πάντως, ότι υπήρχαν ανάμεσα στα προαναφερόμενα πρόσωπα και στον θανόντα αισθήματα αγάπης και στοργής, γεγονός που συνιστά πραγματικό ζήτημα και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ. ΑΠ 21/2000). Έτσι, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, στα μέλη της οικογένειας του θανόντος περιλαμβάνονται οι ανιόντες, οι κατιόντες, τα αδέλφια και ο σύζυγος του 365/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράνομης παράστασης των πολιτικώς εναγουσών κατά την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια δίκη για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατο του Ι. Κ. του Κ..
Από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι οι πολιτικώς ενάγουσες κατέθεσαν στις 10-2-2010 στον Εισαγγελέα: Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας την από 10-2-2010 Δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής με το εξής περιεχόμενο: προς τον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσπρωτίας, 2. Τον κ. Ανακριτή του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. 1. Α. χας Κ. Κ., θυγ. Β. και Ε. Κ.,
2. Ε. Κ. του Κ. και της Α., 3. Α. Κ. του Κ. και της Α., δια των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, α) Εμμανουήλ Καπελλίδη του Σπυρίδωνος και β) Παναγιώτη Σιώχου του Νικολάου, δυνάμει της από 8-2-2010 εξουσιοδότησης κατ' άρθρο 83 παρ. 1 και 42 παρ. 2 εδ. β και γ του ΚΠΔ.
Εμείς οι παραπάνω, όπως εκπροσωπούμαστε, με την παρούσα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 82, 83, 84 και 42 παρ. 2 εδ. β και γ του ΚΠΔ, ΔΗΛΩΝΟΥΜΕ παράσταση πολιτικής αγωγής εναντίον των κάτωθι δραστών, για το ποσό των 20€ για την κάθε μία από εμάς, με ρητή επιφύλαξη για κάθε δικαίωμά μας, για το λόγο ότι, στις 2-2-2010 και ώρα 00.30 περίπου, στη θέση ... του ... του δήμου ..., με πρόθεση φονεύθηκε από τους, α) Ά. Α. του Κ./νου και β) Μ. Α. του Α., με συμμετοχή α) της Β. Μ. του Γ. και β) της Σ. Α. του Σ., ο Ι. Κ. του Κ./νου και της Α., ετών 31, κάτοικος εν ζωή …, υιός της πρώτης από εμάς και αδελφός της 2ης και 3ης από εμάς.
Ο αδόκητος, αναίτιος και ειδεχθής θάνατος του υιού και αδελφού μας, που με πρόθεση προκλήθηκε από τους παραπάνω δράστες, προκάλεσε σ' εμάς αφόρητη ψυχική οδύνη.
Με την παρούσα ζητάμε επίσης και την εξέταση μας ως πολιτικώς εναγουσών. Δηλώνουμε δε ότι την παραπάνω παράσταση πολιτικής αγωγής θα επαναλάβουμε και ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου." Ακολούθως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Κέρκυρας ^αμέσως μετά την εκφώνηση της υποθέσεως και πριν γίνει η συγκρότηση του ΜΟΔ δηλώθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων η ακόλουθη παράσταση πολιτικής αγωγής. "Οι Α.
χήρα Κ. Κ., κάτοικος ... , επί της Οδού ..., Ε. Κ. του Κ., κάτοικος ..., επί της Οδού ... και Α. Κ. του Κ., κάτοικος ..., οι οποίες δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν την παράσταση τους ως πολιτικώς ενάγουσες ζητώντας να τις καταβάλουν οι κατηγορούμενοι ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από άδικη συμπεριφορά (των κατηγορουμένων) εις βάρος τους, το χρηματικό ποσόν των είκοσι [20.00] ευρώ σε έκαστη εξ' αυτών, αλλά και ότι επιφυλάσσονται ρητώς να διεκδικήσουν μεγαλύτερο ποσό για την ίδια αιτία από τα αρμόδια τακτικά πολιτικά δικαστήρια" και κατά της παραστάσεως αυτής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση.
Το δικαστήριο επιδίκασε σε καθεμία εκ των πολιτικώς εναγουσών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 20 ευρώ. Ακολούθως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ανωτέρω δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγουσες και ζήτησαν να τους επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 20 ευρώ σε καθεμία, κατά της παραστάσεως αυτής δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση, και το δικαστήριο επιδίκασε σε εκάστη το ποσό των 20 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η Δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία και οι αντίθετες αιτιάσεις περί μη νομότυπου ασκήσεως της λόγω του ότι δεν αναφέρεται η συγγενική σχέση των πολιτικώς εναγουσών προς τον παθόντα είναι αβάσιμες. Κατόπιν τούτων ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ‘‘για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή δεν δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας του Δικαστηρίου, για να προτείνει επί των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων και μετά στο συνήγορο υπεράσπισης τους, για αναγνώριση σ' αυτούς των αιτηθεισών ελαφρυντικών περιστάσεων'' Επειδή, κατά το άρθρο 32 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., καμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο δεν έχει κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 παρ, 2 Κ.Ποιν.Δ., πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παίρνουν το λόγο ο Εισαγγελέας και οι παρόντες διάδικοι. Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 138, η παράβαση της παραγράφου 2 αυτού συνεπάγεται την ακυρότητα της αποφάσεως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν στον Εισαγγελέα δεν δοθεί ο λόγος και ως εκ τούτου δεν διατυπώσει αυτός πρόταση πριν από την έκδοση της αποφάσεως του δικαστηρίου με την οποία απορρίπτεται υποβληθέν κατά τρόπο ορισμένο, συγκεκριμένο και νόμιμο αίτημα του κατηγορουμένου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, δημιουργούσα λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 εδ.
Α’ και 171 παρ. 1 εδ. β' Κ.Ποιν.Δ. (ΟλΑ.Π. 2/1996). Όμως, από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας της έδρας, όταν λαμβάνει το λόγο και αναπτύσσει την κατηγορία και προτείνει την ενοχή ή την αθώωση του κατηγορουμένου, σιωπηρώς, προτείνει και την απόρριψη των υποβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων του κατηγορουμένου, επί των οποίων είχε επιφυλαχθεί προηγουμένως και κατά συνέπεια δε δημιουργείται καμιά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, (ΑΠ401/2013.) Στην προκειμένη περίπτωση το μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως (με ενδεχόμενο δόλο) από κοινού, αφού προηγήθηκε πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος όταν του δόθηκε ο
λόγος, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να απορριφθούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί περί βρασμού ψυχικής ορμής και μετατροπής της κατηγορίας σε θανατηφόρα σωματικής βλάβη και να κηρυχθούν οι κατηγορούμενοι ένοχοι ανθρωποκτονίας με άμεσο άλλως με ενδεχόμενο δόλο από κοινού. Μετά το χρονικός αυτό σημείο τα πρακτικά κατά πιστή μεταφορά έχουν ως εξής: Μετά την απαγγελία της περί ενοχής των κατηγορουμένων αποφάσεως αποσφραγίσθηκαν οι φάκελοι, που περιείχαν τα ποινικά μητρώα των κατηγορουμένων (άρθρ. 577 παρ. 2 ΚΠΔ).
Ακολούθως, ο Πρόεδρος έδωσε τον λόγο στην Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να μην αναγνωριστεί στους κατηγορουμένους καμία ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ.
Στη συνέχεια ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, είπε τα εξής: "Όλοι οι κάτοικοι στο χωριό είπαν ότι οι κατηγορούμενοι είναι καλοί και βοηθούν, ότι ζουν από το υστέρημα και παρά ταύτα προσφέρουν, υπάρχει επιστολή του ιερέα, σίγουρα έγινε επεισόδιο που τους εκνεύρισε, από το χρόνο τέλεσης της πράξης δεν έζησαν μόνον σε καθεστώς εγκλεισμού, αλλά για τρία χρόνια τηρούσαν τους όρους και προσπαθούσαν να γλιτώσουν την οικογένειά τους και τα άρρωστα παιδιά τους, στη φυλακή δεν είχαν ούτε ένα πειθαρχικό" και υπέβαλε στο Δικαστήριο αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α', β', γ', δ' και ε' του ΠΚ και, αφού ανέπτυξε τους παραπάνω ισχυρισμούς προφορικά στο ακροατήριο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ζήτησε την καταχώρηση στα πρακτικά της παρούσας απόφασης των ακόλουθων σημειωμάτων: "Αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Κατηγορουμένου Α. Κ.. Α. (Για τα πρακτικά κατ' άρθρο 141 § 2Κ.Π.Δ.).
Μετά την έκδοση της περί ενοχής αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας, προβάλλονται από τον πρώτο κατηγορούμενο Ά. Α., διά του συνηγόρου του, οι παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά, ήτοι:
1. Του άρθρου 84 - 2α Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος έζησε, έως το χρόνο που έγινε η πράξη, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική, και γενικά κοινωνική ζωή. Έντιμη δε κλπ, είναι η ζωή, όταν είναι σύμφωνη προς τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής και περιλαμβάνει στοιχεία, με βάση τα οποία ο δράστης χαρακτηρίζεται, κατά τα κοινώς παραδεκτά, ως έντιμος.
Πράγματι, ο κατηγορούμενος αυτός (Ά. Α.) είναι σήμερα ηλικίας 52 ετών, είναι έγγαμος και έχει τρία (3) ανήλικα τέκνα. Κατά την περίοδο εκείνη (2010), που έλαβε χώρα το τραγικό επεισόδιο, διατηρούσε σχετικά μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα (120 προβάτων), με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις έξω από το χωριό ....
Δεν είχε απασχολήσει ποτέ, μέχρι τότε, τις Αστυνομικές και Δικαστικές Αρχές, έχει λευκό ποινικό μητρώο και ζούσε μία ζωή απολύτως έντιμη, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής.
Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους τους συγχωριανούς του και σε όλους τους κατοίκους της πέριξ περιοχής. Για τον λόγο αυτό προσάγεται και επικαλείται σχετική Βεβαίωση πολλών κατοίκων της περιοχής όπως και του ιερέως της ενορίας του.
2. Του άρθρου 84 - 2β Π.Κ., του ότι δηλ. ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη του, όχι από ταπεινά αίτια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής.
Πράγματι, όπως έλαβαν χώρα τα γεγονότα, κατά τη μοιραία εκείνη νύχτα, που ήταν στους κατηγορούμενος παντελώς άγνωστος ο επισκέπτης (θύμα), που τους απειλούσε, που οι κατηγορούμενοι ειδοποίησαν αμέσως για να έλθει η Αστυνομία ... και να επιληφθεί και που ακολούθησε πάλη μεταξύ τους, από την οποία προήλθε το τραγικό αποτέλεσμα, ασφαλώς δεν υπήρξαν ταπεινά αίτια. Για το θάνατο του άτυχου Ι. Κ. δεν υπήρξαν τέτοια ταπεινά αίτια, διότι όλα κατά την νύχτα εκείνη έγιναν ακαριαία και της στιγμής και, σε κάθε περίπτωση, αυτά δεν μαρτυρούν κακοβουλία του δράστη και διαστροφή του χαρακτήρα, κάτι που ασφαλώς δεν συμβαίνει στο πρόσωπο του Α. Α. (Α.Π. 94012005 Ποιν.Χρ. 2006 σελ.50). Βεβαίως, βάσει των προεκτεθέντων, υπήρξε και μεγάλη και σοβαρή απειλή, κατά των Α. και Μ. Α., των δύο εκεί γυναικών και των ζώων τους. Επομένως, πρέπει V αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του άρθ. 84 - 2β (μη ταπεινά αίτια).
3. Του άρθρου 84 - 2β Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και Βεβαίως, παρασύρθηκε από οργή, και βίαιη θλίψη, που του προκάλεσε η άδικη εναντίον τους πράξη του θύματος.
Πράγματι, όλα αυτά δημιουργήθηκαν από την αιφνίδια εμφάνιση και τις απειλές του θύματος στο στάβλο των Α. και Μ. Α. και μάλιστα την 00.30 ώρα, όταν άρμεγαν τα πρόβατά τους. Η συμπεριφορά του αυτή ήταν προκλητική και σαφέστατα ανάρμοστη, προκάλεσε δε οπωσδήποτε φόβο και τρόμο, όπως και οργή και βίαιη θλίψη, λόγω των οποίων οδηγήθηκε στην πράξη του. Επομένως, και η ελαφρυντική αυτή περίσταση θα πρέπει ν' αναγνωρισθεί στον Ά. Α..
4. Του άρθρου 84-2δ Π.Κ., του ότι δηλ. έδειξε ο κατηγορούμενος ειλικρινή μετάνοια.
Πράγματι, μετά την πράξη, κάτω από τις συνθήκες που έλαβε αυτή χώρα, παρέμεινε ο κατηγορούμενος στο σημείο εκείνο και περίμενε την Αστυνομία και το νοσοκομειακό αυτοκίνητο, για να μεταφέρει τον τραυματία στο Νοσοκομείο.
Στην Αστυνομία, όπου πήγε αμέσως ομολόγησε την πράξη του, συντετριμμένος γι' αυτό, που, χωρίς τη θέληση του, έγινε και που ήταν τραγικό. Από τότε και μέχρι σήμερα είναι γεμάτος θλίψη και του είναι ακατανόητο πώς τα γεγονότα εξελίχτηκαν έτσι και υπήρξε ένα τραγικό θύμα, για το οποίο εξέφρασε τη θλίψη του και την οδύνη του πολλές φορές από την πρώτη στιγμή και ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.
Περιουσιακά στοιχεία δεν έχει για να μεταβιβάσει στην οικογένεια του άτυχου θύματος, αλλά προσέφερε, μέσω των Συνηγόρων του, ό,τι έχει και δεν έχει, ήτοι το σπίτι του ένα οικόπεδο και τα χωράφια του. Είναι προφανές, ότι θα πρέπει να του αναγνωρισθεί και η ελαφρυντική αυτή περίσταση.
5. Του άρθρου 84-2 ε Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος, μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Πράγματι, από τότε που έλαβε χώρα το τραγικό γεγονός (2-2-2010) πέρασαν 3 1/2 έτη έως την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό. Εξ αυτών τα τρία έτη ήταν εκτός φυλακής, για το διάστημα που ήταν εκτός φυλακής έμενε με τη σύζυγο του και τα τρία ανήλικα παιδιά του, εκ των οποίων τα δύο ανάπηρα σε βαθμό 67% λόγω νοητικής υστέρησης και δυσλεξίας, και εργαζόταν σε διάφορες εργασίες, αφού τα πρόβατά του, λόγω της καταρχάς επιβληθείσης προσωρινής του κράτησης, υποχρεώθηκε να τα πωλήσει. Τελευταία, εργαζόταν προσωρινά, ως εργάτης, στο Δήμο ... και η διαγωγή του και εκεί ήταν και είναι άριστη από κάθε πλευρά. Τέλος, όπως αποδεικνύεται από το πιστοποιητικό της φυλακής …, για το διάστημα από 7/6/2013 έως και σήμερα είχε άψογη συμπεριφορά ήταν πρόθυμος, εργατικός και σύμφωνος με τους κανόνες της φυλακής χωρίς Βεβαίως να υποπέσει σε κανένα παράπτωμα. Ο ανωτέρω όπως αποδεινύεται από τα ημερομίσθια που έχει εκτελέσει στη φυλακή ήταν πρόθυμος και αναλάμβανε και πρόσφερε συνεχώς υπηρεσίες πάντοτε εντός των ορίων και κανονισμών της φυλακής και χωρίς ποτέ να παρεκκλίνει στο ελάχιστο. Επομένως, και η ελαφρυντική αυτή περίπτωση θα πρέπει να του αναγνωρισθεί.’‘ "Αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Κατηγορουμένου Α. Κ.. Α. (Για τα πρακτικά κατ' άρθρο 141 § 2Κ.Π.Δ.).
Μετά την έκδοση της περί ενοχής αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας, προβάλλονται από τον δεύτερο κατηγορούμενο Ά. Α., διά του συνηγόρου του, οι παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά, ήτοι:
1. Του άρθρου 84 - 2α Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος έζησε, έως το χρόνο που έγινε η πράξη, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Έντιμη δε κλπ, είναι η ζωή, όταν είναι σύμφωνη προς τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής και περιλαμβάνει στοιχεία, με βάση τα οποία ο δράστης χαρακτηρίζεται, κατά τα κοινώς παραδεκτά ως έντιμος.
Πράγματι, ο κατηγορούμενος αυτός (Μ. Α.) είναι σήμερα ηλικίας 44 ετών, είναι άγαμος, κατοικεί δε μόνιμα στο χωριό .... Κατά την περίοδο εκεί (2010), που έλαβε χώρα το τραγικό επεισόδιο, διατηρούσε
σχετικά μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα (100 προβάτων), με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις έξω από το χωριό ....
Δεν είχε απασχολήσει ποτέ, μέχρι τότε, τις Αστυνομικές και Δικαστικές Αρχές, έχει λευκό ποινικό μητρώο και ζούσε μία ζωή απολύτως έντιμη, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής.
Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους τους συγχωριανούς του και σε όλους τους κατοίκους της πέριξ περιοχής. Για τον λόγο αυτό προσάγεται και επικαλείται σχετική Βεβαίωση πολλών κατοίκων της περιοχής όπως και του ιερέως της ενορίας του.
2. Του άρθρου 84 - 2β Π.Κ., του ότι δηλ. ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη του, όχι από ταπεινά αίτια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής.
Πράγματι, όπως έλαβαν χώρα τα γεγονότα, κατά τη μοιραία εκείνη νύχτα, που ήταν στους κατηγορούμενος παντελώς άγνωστος ο επισκέπτης (θύμα), που τους απειλούσε, που οι κατηγορούμενοι ειδοποίησαν αμέσως για να έλθει η Αστυνομία ... και να επιληφθεί και που ακολούθησε πάλη μεταξύ τους, από την οποία προήλθε το τραγικό αποτέλεσμα, ασφαλώς δεν υπήρξαν ταπεινά αίτια. Για το θάνατο του άτυχου Ι. Κ. δεν υπήρξαν τέτοια ταπεινά αίτια, διότι όλα κατά την νύχτα εκείνη έγιναν ακαριαία και της στιγμής και, σε κάθε περίπτωση, αυτά δεν μαρτυρούν κακοβουλία και διαστροφή του χαρακτήρα, κάτι που ασφαλώς δεν συμβαίνει στο πρόσωπο του Μ. Α. (Α.Π. 94012005 Ποιν.Χρ. 2006 σελ.50). Βεβαίως, βάσει των προεκτεθέντων, υπήρξε και μεγάλη και σοβαρή απειλή, κατά των εμού και του Α. Α., των δύο εκεί γυναικών και των ζώων μας. Επομένως, πρέπει ν' αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του άρθ. 84 - 2β (μη ταπεινά αίτια).
3. Του άρθρου 84 - 2γ Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και Βεβαίως, παρασύρθηκε από οργή, και βίαιη θλίψη, που του προκάλεσε η άδικη εναντίον τους πράξη του θύματος.
Πράγματι, όλα αυτά δημιουργήθηκαν από την αιφνίδια εμφάνιση και τις απειλές του θύματος στο στάβλο μας και μάλιστα την 00.30 ώρα, όταν άρμεγαν τα πρόβατά τους. Η συμπεριφορά του αυτή ήταν προκλητική και σαφέστατα ανάρμοστη, προκάλεσε δε οπωσδήποτε φόβο και τρόμο, όπως και οργή και βίαιη θλίψη, λόγω των οποίων οδηγήθηκε στην κατηγορούμενη πράξη του. Επομένως, και η ελαφρυντική αυτή περίσταση θα πρέπει ν' αναγνωρισθεί στον Μ. Α..
4. Του άρθρου 84-2δ Π.Κ., του ότι δηλ. έδειξε ο κατηγορούμενος ειλικρινή μετάνοια.
Πράγματι, μετά την πράξη, κάτω από τις συνθήκες που έλαβε αυτή χώρα, παρέμεινε ο κατηγορούμενος στο σημείο εκείνο και περίμενε την Αστυνομία και το νοσοκομειακό αυτοκίνητο, για να μεταφέρει τον τραυματία στο Νοσοκομείο.
Στην Αστυνομία, όπου πήγε, κατέθεσε με ειλικρίνεια και μάλιστα, ιδιαίτερα συντετριμμένος γι' αυτό, που, χωρίς τη θέληση του, έγινε και που ήταν τραγικό. Από τότε και μέχρι σήμερα είναι γεμάτος θλίψη και του είναι ακατανόητο πώς τα γεγονότα εξελίχτηκαν έτσι και υπήρξε ένα τραγικό θύμα, για το οποίο εξέφρασε τη θλίψη του και την οδύνη του πολλές φορές από την πρώτη στιγμή και ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.
Περιουσιακά στοιχεία δεν έχει για να μεταβιβάσει στην οικογένεια του άτυχου θύματος, αλλά προσέφερε και αυτός, μέσω των Συνηγόρων του, ό,τι έχει και δεν έχει, ήτοι το σπίτι του και τα χωράφια του. Είναι προφανές, ότι θα πρέπει να του αναγνωρισθεί και η ελαφρυντική αυτή περίσταση.
5. Του άρθρου 84-2 ε Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος, μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Πράγματι, από τότε που έλαβα χώρα το τραγικό γεγονός (2-2-2010) έως την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό πέρασαν 3 1/2 έτη, ήταν εκτός Φυλακής. Για το διάστημα που ήταν ελεύθερος επέδειξε διαγωγή άριστη από κάθε πλευρά, έμενε με τη μητέρα του στο ... και εργαζόταν σε διάφορες εργασίες, αφού τα πρόβατά του, λόγω της καταρχάς επιβληθείσης προσωρινής του κράτησης, υποχρεώθηκε να τα πωλήσει. Όπως αποδεικνύεται από το πιστοποιητικό της φυλακής …, για το διάστημα από 7/6/2013 έως και σήμερα είχε άψογη συμπεριφορά ήταν πρόθυμος, εργατικός και σύμφωνος με τους κανόνες της φυλακής χωρίς Βεβαίως να υποπέσει σε κανένα παράπτωμα. Ο ανωτέρω όπως αποδεικνύεται από τα ημερομίσθια που έχει εκτελέσει στη φυλακή ήταν πρόθυμος και αναλάμβανε και προσέφερε συνεχώς υπηρεσίες πάντοτε εντός των ορίων και κανονισμών της φυλακής και χωρίς ποτέ να παρεκκλίνει στο ελάχιστο. Επομένως, και η ελαφρυντική αυτή περίπτωση θα πρέπει να του αναγνωρισθεί.
ΕΠΕΙΔΗ οι ως άνω ισχυρισμοί του εν λόγω κατηγορουμένου είναι νόμιμοι, βάσιμοι και αληθινοί και μάλιστα απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία.
Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης, ζήτησε την επιείκεια του Δικαστηρίου.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας, αφού αποσύρθηκε στην αίθουσα διασκέψεων, με την παρουσία και της Γραμματέως, κατάρτισε και αφού επανήλθε στην έδρα του, ο Πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως, απαγγέλλοντας δημόσια, την ταυτάριθμη με την προηγούμενη απόφαση του απόφαση, η οποία είναι η εξής''. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η πρόταση της Εισαγγελέως επί των ελαφρυντικών περιστάσεων έγινε μετά την υποβολή τους από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων και ως εκ τούτου η παράθεση αυτής αμέσως μετά την κήρυξη της ενοχής και προ της υποβολής των σχετικών αυτοτελών ισχυρισμών έγινε εκ προφανούς παραδρομής κατά την καθαρογραφή των πρακτικών. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993, "όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη», ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης».
Ούτω για την στοιχειοθέτηση της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση ξένης ζωής με θετική ενέργεια ή με παράλειψη οφειλομένης από τον νόμο ενεργείας, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως και τη θέληση της καταστροφής της ζωής του άλλου.
Ο δόλος γενικώς διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση δράστη και θύματος, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου (έστω και μη προσδιορισμένης ταυτότητας), και αρκεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως της άνω ανθρωποκτονίας και ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει όταν, παρότι ο δράστης εθεώρησε ως ενδεχόμενο αποτέλεσμα της πράξεως ή παραλείψεώς του τον θάνατο άλλου, εντούτοις δεν απέστη, αποδεχόμενος την πραγμάτωση αυτού.
Περαιτέρω ο δόλος στην ανθρωποκτονία από πρόθεση έχει δύο διαβαθμίσεις, ήτοι υπάρχει ο προμελετημένος (της παρ. 1) και απρομελέτητος (της παρ. 2) όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής. Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, ενώ στη δεύτερη απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό κράτος ψυχικής υπερδιεγέρσεως και κατά την λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη, δηλαδή για την επιβολή της πρόσκαιρης, αντί της ισόβιας, κάθειρξης.
Για την ύπαρξη του στοιχείου του βρασμού ψυχικής ορμής, στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, δεν αρκεί οποιαδήποτε αιφνίδια και απότομη υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος, αλλά απαιτείται η υπερδιέγερση αυτή να φτάνει σε ψυχική κατάσταση τέτοια, που να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή την δυνατότητα της στάθμισης των αιτίων που κινούν στην πράξη ή απωθούν απ' αυτήν (ΑΠ540/2006).
Δι’ ο και απαιτείται ειδική αιτιολογία ότι ο δράστης - κατηγορούμενος ευρίσκετο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση είτε μόνο κατά την απόφαση είτε μόνο κατά την εκτέλεση ή να εκτίθεται προμελέτη η οποία λογικώς αποκλείει την ψυχική ορμή. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ιδίου Κώδικα όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1286/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της Αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος εσφαλμένης ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 2/2011,3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το μικτό Ορκωτό Εφετείο Κέρκυρας το οποίο δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλομένη απόφαση του κήρυξε κατ' πλειοψηφία ενόχους τους κατηγορουμένους για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση (με ενδεχόμενο δόλο) από κοινού χωρίς ελαφρυντικά κατά πλειοψηφία και τους επέβαλε ποινή ισόβιας καθείρξεως.
Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά λέξη ότι απεδείχθηκαν τα εξής: "Ο παθών Ι. Κ., συνοριακός φύλακας, διέμενε …, επί της Οδού ..., μαζί με την Α.
Κ., με την οποία διατηρούσε ερωτικό δεσμό από το έτος 2005. Το βράδυ της 1-2-2010, ο παθών παραπονέθηκε στην Α. Κ. ότι ένοιωθε κάποιες ενοχλήσεις και για το λόγο αυτό ξεκίνησαν να πάνε στο νοσοκομείο της πόλης, αλλά τελικά το μετάνιωσαν και γύρισαν στο σπίτι. Εκεί ο παθών λιποθύμησε και όταν συνήλθε είπε στην Α.
ότι, θα πάει στην οικία της αδελφής του, Ε. Κ., η οποία, επίσης, διέμενε στα Ιωάννινα. Για το σκοπό αυτό, περί ώρα 23:45 επιβιβάσθηκε στο υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του και αναχώρησε. Πλην, όμως, αντί να κατευθυνθεί προς την οικία της αδελφής του κατευθύνθηκε προς την Εγνατία Οδό, εισήλθε σε αυτήν, με κατεύθυνση προς Ηγουμενίτσα, με σκοπό να μεταβεί στην …, για να συναντήσει το φίλο του Β.
Τ.. Όπως προκύπτει από το λογαριασμό του κινητού τηλεφώνου του (παθόντος), της εταιρίας Cosmote, στις 23:58:54 (της 1-2-2010), ο παθών κάλεσε τον Β. Τ. και τον ενημέρωσε ότι Κατευθύνεται προς την οικία του, στην Πέρδικα, για να τον επισκεφθεί. Κινούμενος στην Εγνατία Οδό, με κατεύθυνση προς Ηγουμενίτσα, στάθμευσε επ' αυτής, περίπου στην αρχή του κόμβου ..., σημείο το οποίο απείχε περίπου 100 μέτρα από το ποιμνιοστάσιο που διατηρούσαν οι κατηγορούμενοι, στη θέση "...», του Δημοτικού Διαμερίσματος ...
του Δήμου .... Όπως προαναφέρθηκε, είχε φύγει από την οικία όπου διέμενε, περίπου την 23:45 ώρα της 1-2-2010. Λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση από τα Ιωάννινα μέχρι το .. - ..., που είναι περίπου 57 χιλιόμετρα, τις ώρες αναχώρησης, από τα Ιωάννινα και του τηλεφωνήματος στο φίλο του, Β.. Τ., σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ο δρόμος από τα Ιωάννινα προς την …, περνάει από το τμήμα Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας της Εγνατίας Οδού, είναι λογικό να βρέθηκε στο ύψος του κόμβου ..., περί την 00:20 ώρα της 2-2-2010.
Εκεί στάθμευσε το αυτοκίνητο του, στο σημείο που βρέθηκε αργότερα κλειδωμένο από την αστυνομία, εξήλθε από αυτό και κατευθύνθηκε προς το ποιμνιοστάσιο των κατηγορουμένων, που ήταν το πλησιέστερο οίκημα στο σημείο, όπου, κατά το χρόνο εκείνο, ευρίσκοντο οι κατηγορούμενοι, μαζί με την Σ. Α., μητέρα του δευτέρου κατηγορουμένου (Μ.
Α.) και τη Β. Μ., σύζυγο του πρώτου κατηγορουμένου (Α. Α.), προκειμένου, όπως ανέφεραν, να αρμέξουν τα πρόβατά τους, με συνέπεια το ποιμνιοστάσιο, δίπλα στην Εγνατία Οδό, να είναι φωτισμένο. Ο λόγος δε που ο παθών στάθμευσε το αυτοκίνητο του, στο σημείο εκείνο της Εγνατίας Οδού, ενώ στην αρχή ερμηνεύθηκε ως εκΔήλωση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε, σύμφωνα με τις καταθέσεις της Α.
Κ. και συναδέλφων του, στη συνέχεια, προέκυψε ότι το όχημα του δεν είχε καθόλου καύσιμα. Ειδικότερα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός Σ. Τ., στις 2-2-2010, το αυτοκίνητο του παθόντος μεταφέρθηκε στο Αστυνομικό Μέγαρο Ηγουμενίτσας, με όχημα εταιρίας οδικής βοήθειας, επειδή ήταν κλειδωμένο, χωρίς να μπει σε κίνηση από κάποιο, όσο καιρό εφρουρείτο, μέχρι τις 11-2-2010, οπότε ήλθε ο εξουσιοδοτημένος, από την οικογένεια του παθόντος, Ν.
Λ., για να το παραλάβει. Τότε διαπιστώθηκε ότι τούτο δεν είχε καθόλου καύσιμα, με αποτέλεσμα να εφοδιασθεί επί τόπου με τέσσερα λίτρα βενζίνη, για να μετακινηθεί. Από τα παραπάνω προκύπτει συνεπώς, ότι ο παθών στάθμευσε το αυτοκίνητο του, στο συγκεκριμένο σημείο αναγκαστικά, λόγω του ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει την πορεία του, αφού δεν είχε καθόλου καύσιμα.
Ακολούθως, ενόψει του ότι δίπλα στη Εγνατία Οδό ευρίσκετο το φωτισμένο ποιμνιοστάσιο, που μαρτυρούσε ανθρώπινη παρουσία, κατευθύνθηκε εκεί, προκειμένου να ζητήσει βοήθεια, για να μπορέσει να κινηθεί.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, ο παθών εισήλθε στο ποιμνιοστάσιο από το μέρος που είχε τα ζώα του ο δεύτερος κατηγορούμενος και ευρίσκετο ο ίδιος και η μητέρα του Σ. Α. ασχολούμενοι με το άρμεγμα και τους επιτέθηκε βρίζοντας τους και λέγοντας του, ότι τα ζώα είναι δικά του, προτρέποντας τους να φύγουν από εκεί, ενώ στη συνέχεια προσπάθησε να βγάλει τα ζώα έξω και τότε ήλθε ο πρώτος κατηγορούμενος (εξάδελφος του), για τον βοηθήσει, χωρίς να διευκρινίζουν τις ενέργειες αντιμετώπισης που έκαναν, παρά μόνον ότι έστειλαν την Σ. Α. και τη Β. Μ., για να ειδοποιήσουν την αστυνομία. Ακολούθως, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, ο παθών πέρασε στο μέρος του πρώτου κατηγορουμένου και προσπάθησε να πάρει μία προβατίνα και τότε ο τελευταίος προσπάθησε να τον σταματήσει, με αποτέλεσμα το θύμα να του επιτεθεί με κλωτσιές και γροθιές, οπότε αυτός πήρε ένα ξύλο, μήκους περίπου ενός μέτρου και άρχισε να τον κτυπά με αποτέλεσμα να πέσει κάτω. Στη συνέχεια, ότι έδεσαν τον παθόντα και ακολούθησε η απώλεια των αισθήσεων του, στη συνέχεια δε, πριν έλθει η αστυνομία και το ασθενοφόρο, τον έλυσαν. Ακόμη κατά τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, οι ζημιογόνες ενέργειες (πλήγματα) έγιναν μόνο από τον πρώτο κατηγορούμενο, ενώ οι κακώσεις στο μπροστινό μέρος της κεφαλής του παθόντος οφείλονται στην πτώση του σε πέτρες.
Η περιγραφή όμως αυτή, που κάνουν οι κατηγορούμενοι, διαψεύδεται πλήρως από τα αποδεικτικά στοιχεία. Πιο συγκεκριμένα, από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα προκύπτει με βεβαιότητα ότι το μεγαλύτερο μέρος του επεισοδίου και πάντως τα πλήγματα που καταφέρθηκαν στο θύμα, έλαβαν χώρα στον περίβολο του ποιμνιοστασίου, αφού στο σχεδιάγραμμα φαίνονται πέντε (5) σημεία, όπου έτρεξε αίμα του θύματος, τα τρία (3) στον περιφραγμένο περίβολο του ποιμνιοστασίου και τα δύο (2) στο σημείο που βρέθηκε το πτώμα, μπροστά στις ταΐστρες, σε απόσταση περίπου δέκα (10) μέτρων από την είσοδο της ποιμνιοστασίου.
Από αυτά τα στοιχεία συνάγεται ότι τα πλήγματα καταφέρθηκαν, κατά τη διάρκεια καταδίωξης του παθόντος, από τους κατηγορούμενους, στον εξωτερικό χώρο του κτήματος και όχι εντός του κλειστού χώρου του ποιμνιοστασίου, όπως ισχυρίζονται οι τελευταίοι. Από την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής και τις συνοδεύουσες αυτήν φωτογραφίες προκύπτει ότι ο παθών είχε δεχθεί πολλαπλά, δυνατά πλήγματα διά θλώντος - αμβλέος οργάνου στο πίσω μέρος του κρανίου, στην περιοχή του μετώπου, καθώς και στο πρόσωπο του, όπως επίσης και σε άλλα σημεία του σώματος του.
Όπως αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση, το θύμα έφερε: "Τρεις επιμήκεις διασχίσεις με χείλη ανώμαλα και αιμορραγικώς διηθημένα, στο τριχωτό της κεφαλής και συγκεκριμένα: στη μεσότητα περίπου της βρεγματο-ινιακής χώρας (μήκους 5,0 εκ.), στη μεσότητα της ινιακής χώρας (μήκους 4,0 εκ.) και στην αριστερή μετωπό-βρεγματική χώρα (μήκους 5,0 εκ.).
Τρία μικρά θλαστικά τραύματα (μ.δ. 0,5 εκ.) στη μεσότητα της μετωπιαίας χώρας (άνωθεν του μεσοφρύου). Εκχυμώσεις στη μεσότητα της μετωπιαίας χώρας, στην αριστερή οφθαλμική χώρα, στη ραχιαία επιφάνεια της ρινός (ριζορίνιο), στη μεσότητα του πώγωνος, στη δεξιά ωμική χώρα, στα κάτω τριτημόρια αμφοτέρων των αντιβραχίων, στη ραχιαία επιφάνεια της δεξιάς άκρας χειρός (τρεις γραμμοειδείς, μεγ.
μήκους 7,0 εκ.) και στην πρόσθια επιφάνεια της κοιλίας (γραμμοειδής αριστερά υπερομφάλια διαστ. 12,0X0,8 εκ.). Τέσσερα όμοια γραμμοειδή εκχυμωτικά εντυπώματα, καθένα από τα οποία έχει διαστάσεις 12,0X1,5 εκ. και αποτελείται από δύο παράλληλες μεταξύ τους εκχυμωτικές παρυφές, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλεται τμήμα υγιούς δέρματος πλάτους περίπου 0,8 εκ.:
δύο στη δεξιά δελτοειδή χώρα, ένα στην έξω επιφάνεια της μεσότητας του δεξιού βραχίονα και ένα στην έξω επιφάνεια του κάτω τριτημορίου του αριστερού βραχίονα. Εκδορές στην αριστερή υπερόφρυα χώρα, στη δεξιά κροταφική, στη δεξιά ζυγωματική, στη δεξιά υποκόγχια χώρα, στην αριστερή ζυγωματο-κροταφική, στη ραχιαία επιφάνεια της ρινός, στην αριστερή μασητήρια χώρα, στο κάτω τριτημόριο του αριστερού αντιβραχίου (ραχιαία επιφάνεια) και στην πρόσθια επιφάνεια της δεξιάς κνήμης».
Σύμφωνα πάντα με την ως άνω έκθεση, τα πλήγματα προξένησαν στην κεφαλή του παθόντος τα εξής: "Αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων συστοίχως των προπεριγραφεισών διασχίσεων, αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων μετωπιαίας και κροταφικής χώρας (αριστερός κροταφίτης μυς με αιμορραγική διήθηση), εμπιεστικό κάταγμα, διαστάσεων 9,0 Χ 4,0 εκ., στη μεσότητα της προσωπικής μοίρας του μετωπιαίου οστού, κατάγματα ηθμοειδών κυψελών, δύο μικρά γραμμοειδή κατάγματα λεπιδοειδούς μοίρας αριστερού κροταφικού οστού, μικρά γραμμοειδή κατάγματα πρόσθιου κρανιακού βόθρου, εστιακή υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου, συστοίχως του αριστερού ινιακού και των κογχικών ελίκων του αριστερού μετωπιαίου λοβού».
Οι κακώσεις μάλιστα αυτές, που προκλήθηκαν από τα πλήγματα στην κεφαλή του θύματος, ήταν η αποκλειστική αιτία του θανάτου του, σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, αποκλειόμενης κάθε άλλης αιτίας (καρδιακού επεισοδίου). Επιπλέον, εάν ληφθούν υπόψη οι ιατροδικαστικές εκθέσεις εξέτασης των κατηγορουμένων, σύμφωνα με τις οποίες αυτοί έχουν από ασήμαντες έως καθόλου βλάβες από τη συμπλοκή, ειδικότερα, ο μεν πρώτος "μικροεκδορές, εν αποδρομή, στο κάτω τριτημόριο του αριστερού μηρού" και ο δεύτερος "μικροεκδορές στην έσω επιφάνεια του δεξιού αντιβραχίου (μεσότητα)», οδηγούμαστε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι δύο αυτοί Κατηγορούμενοι ξυλοκοπούσαν, με ξύλινες ράβδους, τον παθόντα, χωρίς να υπάρχει πλέον λόγος, αφού τον είχαν απομακρύνει από το εσωτερικό του ποιμνιοστασίου.
Άλλωστε και η ανυπαρξία κακώσεων στους κατηγορουμένους, ανατρέπει όλους τους ισχυρισμούς τους περί βίαιης συμπεριφοράς του παθόντος, αφού αυτός αποδεδειγμένα δεν έκανε χρήση βίας.
Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο παθών, μετά την αναγκαστική ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του, εξήλθε από αυτό και κατευθύνθηκε προς το ποιμνιοστάσιο, που ήταν το πλησιέστερο οίκημα στο σημείο που ευρίσκετο, προκειμένου να ζητήσει βοήθεια. Οι κατηγορούμενοι, αιφνιδιάστηκαν από την ξαφνική είσοδο του αγνώστου στο ποιμνιοστάσιο τους, την οποία εξέλαβαν ως επίθεση, θεωρώντας προφανώς ότι πρόκειται για ζωοκλέφτη, χωρίς αυτή η εντύπωση να δικαιολογείται από τις συνθήκες, -καθόσον, από τις περιγραφές των κατηγορουμένων και κυρίως της Σ.
Α., ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο παθών δεν έδωσε την εντύπωση επικίνδυνου ανθρώπου, αφού δεν κρατούσε όπλο ή άλλο αντικείμενο, με το οποίο θα μπορούσε να επιτεθεί, ενώ δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος για τη ζωή και την περιουσία τους, από ενέργειες του, καθόσον ήταν αδύνατον να αντιμετωπίσει ένας άνθρωπος, με μέτρια σωματική διάπλαση, δύο άνδρες, οι οποίοι εκείνη τη στιγμή είχαν και τη συνδρομή δύο γυναικών, ως και των τεσσάρων σκύλων τους, που εκινούντο ελεύθεροι στο χώρο του ποιμνιοστασίου- και έτσι αποφάσισαν να επιτεθούν σε αυτόν προκειμένου να αποκρούσουν την "επίθεση" - εισβολή, κυνηγώντας και κτυπώντας αυτόν με ξύλινες ράβδους, που έφεραν, επιδιώκοντας την πλήρη ακινητοποίησή του, δηλαδή το θάνατο του, τον οποίο τουλάχιστον αποδέχθηκαν, ως αποτέλεσμα των ενεργειών τους.
Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι, όπως συνάγεται από τα ευρήματα του σκαριφήματος, προηγήθηκε εκδίωξη και κυνηγητό του θύματος, από τους κατηγορούμενους, στη διάρκεια του οποίου κατάφεραν πλήγματα κατ' αυτού, που είχαν ως αποτέλεσμα την αιμορραγία του, από την κεφαλή, ενώ τα καίρια πλήγματα, που επέφεραν και το θάνατο του, ήταν αυτά που καταφέρθηκαν στην κεφαλή.
Πριν όμως από αυτά, με την επίθεση και το κυνηγητό, σε συνδυασμό με τα σοβαρά τραύματα που του προκάλεσαν, είχαν καταφέρει να καταστήσουν "ακίνδυνο" το, ούτως ή άλλως ακίνδυνο θύμα. Περαιτέρω, σχετικά με τη συμμετοχή και του δευτέρου κατηγορουμένου στη θανάτωση του θύματος, την οποία αυτός αρνείται, πρέπει να τονισθούν και τα παρακάτω:
Ο μάρτυρας αστυνομικός, Φ. Κ.. Α., κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεσή του, ανέφερε ότι ένας από τους κατηγορούμενους, χωρίς να θυμάται ποίος, του είπε ότι, κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, κρατούσαν ξύλινες ράβδους και οι δύο κατηγορούμενοι. Ακόμη, ο Χ. Α.. Γ., αστυνομικός, στην από 2-2-1010 ένορκη εξέτασή του, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι η Β.
Μ. του ανέφερε ότι και οι δύο άνδρες κατηγορούμενοι) είχαν ξύλο στα χέρια τους, ενώ, τέλος και οι δύο κατηγορούμενοι, κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απολογία τους ανέφεραν: Ο μεν πρώτος «... Για να τον τρομάξουμε τον κτυπήσαμε με τη βέργα..." και ο δεύτερος «...πήγα στο Σ. για βοήθεια και του είπα:
έλα γιατί ήλθε κάποιος μουρλός και πιάσαμε καυγά, κτυπηθήκαμε...», συνομολογώντας, με τον τρόπο αυτό, εμμέσως, την κατά συναυτουργία τέλεση της ως άνω πράξης. Εκτός τούτων, όπως προκύπτει από την από 16-5-2013 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, στο παντελόνι που φορούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος (χρώματος γκρι με μαύρη ζώνη, με την ένδειξη, μεταξύ άλλων "Savant Sense») και έφερε διάχυτες καστανέρυθρες κηλίδες (τις οποίες η ιατροδικαστική εξέταση του δευτέρου κατηγορουμένου χαρακτηρίζει κηλίδες από αίμα - βλ.
την από 3-2-2010 ιατροδικαστική εξέταση του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων), προσδιορίστηκαν γενετικοί τύποι από ανάμειξη βιολογικού υλικού, στους οποίους εμφαίνεται ένας κύριος γενετικός τύπος, τα στοιχεία του οποίου ταυτίζονται με τα αντίστοιχα προσδιορισθέντα στο γενετικό τύπο του θύματος, Ι.
Κ.. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, περί της συμμετοχής και του δευτέρου κατηγορουμένου στη θανάτωση του θύματος, με τη χρήση ξύλινης ράβδου, δεν αίρεται από το γεγονός ότι, στον τόπο του εγκλήματος, βρέθηκε και κατασχέθηκε μόνο η μία ξύλινη ράβδος, η οποία, όπως ομολογείται, χρησιμοποιήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος, προφανώς, μετά από συνεννόηση με τον πρώτο, έσπευσε να εξαφανίσει την ξύλινη ράβδο που χρησιμοποίησε, με σκοπό να αναλάβει ο πρώτος όλη την ευθύνη του περιστατικού, -όπως και έγινε- αφού, αμέσως μετά την τέλεση της πράξης τους, πήρε το αυτοκίνητο του και μετέβη στην οικία του Α.
Σ., για να τον ενημερώσει δήθεν, παρά το γεγονός ότι προηγήθηκε τηλεφωνική ενημέρωση αυτού από τη Β. Μ..
Ακόμη, πρέπει να τονισθεί ιδιαιτέρως η χρονική αλληλουχία των γεγονότων, από την οποία αντλούνται χρήσιμα συμπεράσματα. Όπως προαναφέρθηκε, το θύμα έφθασε και στάθμευσε το όχημα του, επί της Εγνατίας Οδού, στο ύψος του ποιμνιοστασίου των κατηγορουμένων και σε απόσταση περίπου 100 μέτρων από αυτό, περί ώρα 00:20 της 2-2-2010.
Ακολούθως, κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πέρασε πάνω από το κιγκλίδωμα της Οδού, πέρασε και τη συρμάτινη περίφραξη της, διήνυσε το τμήμα του αγρού που μεσολαβεί μέχρι την περίφραξη του ποιμνιοστασίου και κατέληξε εντός τούτου. Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, όλη αυτή η διαδικασία και κίνηση του διήρκεσε περίπου 2 έως 3 λεπτά.
Μόλις εισήλθε στο κτήμα των κατηγορουμένων, οι οποίοι είχαν αντιληφθεί την κίνησή και είσοδο του, επιτέθηκαν εναντίον του. Αφού τελείωσε το επεισόδιο και όχι κατά την έναρξή του, όπως αναληθώς ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι με το ως άνω θλιβερό αποτέλεσμα, και αφού μεσολάβησε κάποιο χρονικό διάστημα μερικών λεπτών, προκειμένου οι κατηγορούμενοι να συνέλθουν, να συνειδητοποιήσουν την πράξη τους και να σκεφθούν τις περαιτέρω ενέργειες τους, οι Β.
Μ. και Σ. Α., με προτροπή των κατηγορουμένων, μετέβησαν πεζή στην οικία της πρώτης, που απέχει περίπου 7 έως 8 λεπτά με τα πόδια (από το ποιμνιοστάσιο), όπου η Β. Μ., από το σταθερό τηλέφωνο, την ώρα 0:36:34 και 0:37:11 κάλεσε, αντιστοίχως, τον Σ. Θ. και τον Α. Σ. (βλ. το έγγραφο της τηλεφωνικής εταιρίας Cosmote), τους ενημέρωσε σχετικά και τους ζήτησε να καλέσουν την αστυνομία, η οποία τελικώς ενημερώθηκε από τον πρώτο από αυτούς, περί ώρα 00:40 και μετά παρέλευση περίπου δέκα πέντε (15) λεπτών, αφού ενημερώθηκε από την υπηρεσία του, έφθασε στον τόπο του περιστατικού πρώτος ο αστυνομικός Φ.
Κ.. Α.. Δηλαδή, από τότε που ο παθών στάθμευσε το αυτοκίνητο του στο συγκεκριμένο τόπο (ώρα 00:20), μέχρι και το πρώτο τηλεφώνημα της Β. Μ. (ώρα 0:36:34) και αφού μεσολάβησαν όλα τα παραπάνω, παρήλθε χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) λεπτών. Με βάση λοιπόν τις διαπιστώσεις αυτές, καταρρίπτονται, επίσης, οι ως άνω ισχυρισμοί των κατηγορουμένων, όπως αναλυτικώς αναφέρονται παραπάνω και επιβεβαιώνεται, αφενός, ότι το επεισόδιο δεν κράτησε για πολύ χρόνο (ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι τούτο διήρκεσε 20 - 30 λεπτά) και αφετέρου, ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν αιφνίδια και χωρίς καθυστέρηση, μόλις αντιλήφθηκαν την ξαφνική είσοδο του παθόντος στο χώρο του ποιμνιοστασίου τους.
Επιπλέον, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, αποδείχθηκε η πρόθεση αφαίρεσης της ζωής του θύματος, με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, διότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, έχοντας ο καθένας στα χέρια του μία ξύλινη ράβδο, αιφνίδια και μεθοδικά εφόρμησαν κατά του παθόντος, ο οποίος προσήρχετο στο ποιμνιοστάσιο τους, για να ζητήσει βοήθεια, άοπλος και χωρίς να φέρει κάτι άλλο που να τον καθιστά επικίνδυνο, και επέφεραν επί του σώματος του εξ επαφής, δυνατά, πολλαπλά, συνεχή και ανηλεή πλήγματα, κυρίως στο πλέον ευπαθές και ζωτικό σημείο του ανθρωπίνου σώματος, ήτοι στην κεφαλή, επικεντρώνοντας μάλιστα τα πλήγματά τους στο συγκεκριμένο σημείο, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, εξαιτίας των οποίων κατέληξε, γνώριζαν δε σαφώς ότι, από την ως άνω πράξη τους ενδέχετο να παραχθούν τα παραπάνω αποτελέσματα και τα αποδέχθηκαν (ενδεχόμενος δόλος εκ προθέσεως ανθρωποκτονίας).
Τονίζεται ακόμη, ότι οι κατηγορούμενοι, μολονότι είχαν καταδιώξει και είχαν κτυπήσει τον παθόντα εξαιτίας της οποίας (καταδίωξης), είχε ήδη πέσει στο έδαφος τουλάχιστον δύο φορές, γεγονός που καταδεικνύει, ότι είχε χάσει μέρος των δυνάμεων του, εντούτοις επέμειναν να τον κτυπούν σε καίρια σημεία του σώματος του και ιδίως στην κεφαλή, αποδεχόμενοι, τουλάχιστον ως ενδεχόμενο, τον κίνδυνο για τη ζωή του θύματος, που ενείχαν οι ενέργειες τους.
Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας προκύπτει και ο ανθρωποκτόνος δόλος των κατηγορουμένων, με τη μορφή του ενδεχόμενου, καθώς το μέσο πλήξης, τα δυνατά, πολλαπλά, συνεχή και ανηλεή πλήγματα, όπως και το ζωτικό σημείο πλήξης, το οποίο επλήγη εξακολουθητικώς, δημιουργούν την πεποίθηση, ότι οι κατηγορούμενοι ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι, από την πράξη τους αυτή και ενόσω ήσαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ήταν βάσιμα πιθανό να προκληθεί ο θάνατος του παθόντος, ενδεχόμενο το οποίο αποδέχθηκαν, αν και γνώριζαν τη μεγάλη πιθανότητα επέλευσης του.
Συνακόλουθα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι η πράξη τους φέρει το χαρακτήρα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης του άρθρου 311 ΠΚ. Περαιτέρω, ουδόλως προέκυψαν περιστατικά που να στοιχειοθετούν στο πρόσωπο των κατηγορουμένων βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της απόφασης και κατά την εκτέλεση της πράξης, με την έννοια ότι αυτοί βρισκόταν σε ψυχική υπερδιέγερση τέτοια, συνεπεία κάποιου έντονου συναισθήματος, ώστε να αποκλείει τη σκέψη, δηλαδή, τη δυνατότητα στάθμισης των αιτίων που τους ώθησαν στην πράξη τους.
Όπως αναφέρεται παραπάνω, τα γεγονότα δεν εξελίχθηκαν όπως τα περιγράφουν οι κατηγορούμενοι, αφού ούτε επίθεση δέχθηκαν από το θύμα, με αποτέλεσμα να υποστούν μικρές εκδορές, ούτε εκτόξευσε σε βάρος τους απειλές, ότι θα τους πάρει τα ζώα, ούτε αποπειράθηκε να βγάλει τα ζώα έξω από το ποιμνιοστάσιο τους και μάλιστα μία προβατίνα την πήρε και την πέταξε έξω από αυτό.
Αντιθέτως, οι κατηγορούμενοι, μόλις αντιλήφθηκαν την είσοδο του παθόντος στο κτήμα τους και ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, αιφνίδια και μεθοδικά εφόρμησαν κατ' αυτού και αφού τον κυνήγησαν επέφεραν επί του σώματος του, με την ξύλινη ράβδο που έφερε ο καθένας, δυνατά, πολλαπλά, συνεχή και ανηλεή πλήγματα, τα περισσότερα στο πλέον ευπαθές και ζωτικό σημείο του ανθρωπίνου σώματος, ήτοι στην κεφαλή, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν τις ως άνω βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, εξαιτίας των οποίων κατέληξε.
Μετά δε την πράξη τους, οι κατηγορούμενοι, έστειλαν τις γυναίκες που ήσαν μαζί τους (ήτοι τη σύζυγο του πρώτου και τη μητέρα του δεύτερου) να ενημερώσουν τους Σ. Θ. και Α. Σ. και να ζητήσουν βοήθεια και παράλληλα να καλέσουν την αστυνομία, ενώ και ο δεύτερος, αμέσως μετά την πράξη τους, πήγε με το αυτοκίνητο του στην οικία του Α.
Σ., με σκοπό, όπως ανέφερε, να ζητήσει βοήθεια, περιγράφοντας, όμως σε αυτόν, όπως και οι γυναίκες, με διαφορετικό τρόπο τα γεγονότα και δίνοντας σε αυτά διαφορετική διάσταση (επίθεση του θύματος, εναντίον τους, απόπειρα να αρπάξει τα ζώα τους, απειλές σε βάρος τους κλπ.), ακολούθως, αφού φρόντισε (ο δεύτερος κατηγορούμενος) να εξαφανίσει την ξύλινη ράβδο που χρησιμοποίησε, κατά του θύματος, επέστρεψε στο ποιμνιοστάσιο.
Από τα παραπάνω, σαφώς προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι ευρίσκοντο σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, είχαν νηφαλιότητα και ικανότητα λογικής επεξεργασίας των πραγματικών περιστατικών, προς ίδιον όφελος και προς συγκάλυψη του εγκλήματος τους.
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο προβαλλόμενος, σε όλως επικουρική βάση, αυτοτελής ισχυρισμός τους, περί βρασμού ψυχικής ορμής. Τέλος, αν και οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού του άδικου χαρακτήρα της πράξης τους, επικαλούμενοι ότι προέβησαν σ' αυτήν επειδή βρισκόταν σε άμυνα, άλλως επικουρικώς, καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας, η οποία δεν πρέπει να τους καταλογισθεί, επειδή ενήργησαν με τον τρόπο αυτό, εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που τους προκάλεσε η επιθετική συμπεριφορά του παθόντος, εντούτοις, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο άμεση και παρούσα επίθεση του παθόντος, καθώς είχαν βεβαιωθεί ότι είναι μόνος του, δεν είχε όπλο, ούτε κάποιο άλλο αντικείμενο που να τον καθιστά επικίνδυνο, ενώ, ούτε εκτόξευσε σε βάρος τους απειλές, ότι θα τους πάρει τα ζώα, ούτε τους επιτέθηκε, ούτε αποπειράθηκε να βγάλει τα ζώα έξω από το ποιμνιοστάσιο τους και μάλιστα μία προβατίνα την πήρε και την πέταξε έξω από αυτό. Σε κάθε περίπτωση, με τα πρώτα πλήγματα, που του κατάφεραν και την πτώση του στο έδαφος, ο παθών είχε ήδη καταστεί ανήμπορος να αντιδράσει. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της άμυνας, ούτε νοείται εντεύθεν υπέρβαση των ορίων αυτής, αφού η προπεριγραφείσα συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεν συνιστούσε αμυντική ενέργεια.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων.
Συνακόλουθα, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι ανθρωποκτονίας από πρόθεση, με ενδεχόμενο δόλο, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συναυτουργία." Ακολούθως κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι ανθρωποκτονίας από πρόθεση (με ενδεχόμενο δόλο), από κοινού κατά πλειοψηφία του ότι, στο ..., την 2-2-2010, ενεργούντες από κοινού, από πρόθεση σκότωσαν άλλο, με ενδεχόμενο δόλο, ευρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.
Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, και περί ώρα 00:25, ενώ ο Ι. Κ. του Κ., κάτοικος εν ζωή …, εισήρχετο στο χώρο του ποιμνιοστασίου τους, προκειμένου να ζητήσει βοήθεια, για το λόγο ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε έμεινε από καύσιμα, οι κατηγορούμενοι, αντιλαμβανόμενοι την παρουσία ενός ξένου στο χώρο τους, έχοντας ο καθένας στα χέρια του μία ξύλινη ράβδο, αιφνίδια και μεθοδικά εφόρμησαν κατ' αυτού, όντας άοπλου και επέφεραν επί του σώματος του εξ επαφής, δυνατά, πολλαπλά, συνεχή και ανηλεή πλήγματα, κυρίως στον πλέον ευπαθές και ζωτικό σημείο του ανθρωπίνου σώματος, ήτοι στην κεφαλή, επικεντρώνοντας μάλιστα τα πλήγματα τους στο συγκεκριμένο σημείο, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν βαρύτητες κακώσεις κεφαλής και συγκεκριμένα: "αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων συστοίχως των διασχίσεων, αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων μετωπιαίας και κροταφικής χώρας (αριστερός κροταφίτης μυς με αιμορραγική διήθηση), εμπιεστικό κάταγμα, διαστάσεων 9,0 Χ 4,0 εκ.
στη μεσότητα της προσωπικής μοίρας του μετωπιαίου οστού, κάταγμα ηθμοειδών κυψελών, δύο μικρά. γραμμοειδή κατάγματα λεπιδοειδούς μοίρας αριστερού κροταφικού οστού, μικρά γραμμοειδή κατάγματα πρόσθιου κρανιακού βόθρου, εστιακή υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου, συστοίχως του αριστερού ινιακού και των κογχικών ελίκων του αριστερού μετωπιαίου λοβού», εξαιτίας των οποίων κατέληξε.
Γνώριζαν δε σαφώς ότι, από την ως άνω πράξη τους ΕΑΝ CM ο - και ειδικότερα από το μέσο που χρησιμοποίησαν, τα πολλαπλά δυνατά, συνεχή και ανηλεή πλήγματα τους, το σημείο του σώματος, που επεδίωξαν να πλήξουν, την κατεύθυνση των χτυπημάτων στο σημείο αυτό και την απόσταση μεταξύ αυτών και του θύματος ενδέχεται να παραχθούν τα παραχθούν αποτελέσματα και τα αποδέχθηκαν'' και απερρίφθησαν οι υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί των κατηγορουμένων που αναφέρονται στο σκεπτικό».
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προμνησθείσες διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία,
με την έννοια που προεξετέθη, διότι περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία αναφορικά με το ανωτέρω έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκαν και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και αιτήματα που απορρίφθηκαν, καθώς επίσης και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους κατέληξε στην ανωτέρω απόφασή του με την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Ειδικότερα, με πλήρη αιτιολογία: 1) κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι ανθρωποκτονίας από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο, αφού από τις παραπάνω σχετικές παραδοχές, σαφώς προκύπτει, ότι αυτοί δεν απώθησαν από την συνείδηση τους την παράσταση του ως άνω εγκληματικού αποτελέσματος και έτσι επιδοκίμασαν αυτό, λαμβανομένων προς τούτο υπόψη του είδους των χρησιμοποιηθέντων μέσων πλήξης (δύο ξύλινες ράβδοι)του είδους των πληγμάτων (δυνατά, πολλαπλά, συνεχή και ανηλεή), του ευπαθούς και ζωτικού σημείου της πλήξεως, (κεφαλή), 2) απερρίφθη ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι η πράξη φέρει τον χαρακτήρα της θανατηφόρας σωματικής βλάβης με τις συναφείς παραδοχές ως προς την πρόθεση των αναιρεσειόντων για την αφαίρεση της ζωής του θύματος με την μορφή του ενδεχομένου δόλου, λόγω των μέσων πλήξεως, του είδους των πληγμάτων και του σημείου της πλήξεως, 3) απερρίφθη ο αυτοτελής ισχυρισμός περί βρασμού ψυχικής ορμής κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της πράξεως, με τις παραδοχές ότι οι αναιρεσείοντες μόλις αντιλήφθησαν την είσοδο του παθόντος στο κτήμα τους και ευρισκόμενοι σε ήρεμη η ψυχική κατάσταση, αιφνίδια και μεθοδικά εφόρμησαν κατ' αυτού και αφού τον κυνήγησαν έφεραν με την ξύλινη ράβδο που έφερε ο καθένας δυνατά πολλαπλά συνεχή και ανηλεή κτυπήματα τα περισσότερα στην κεφαλή με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν τις άνω βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, εξαιτίας των οποίων κατέληξε...
Μετά δε την πράξη τους οι κατηγορούμενοι έστειλαν τις γυναίκες που ήταν μαζί τους... να ενημερώσουν του Σ. Θ και τον Α. Σ. και να ζητήσουν βοήθεια και παράλληλα να καλέσουν την Αστυνομία, ενώ ο δεύτερος πήγε με το αυτοκίνητο του στην οικία του Α. Σ., για να ζητήσει βοήθεια, περιγράφοντας όπως και οι γυναίκες με διαφορετικό τρόπο τα γεγονότα, ακολούθως φρόντισε να εξαφανίσει την ξύλινη ράβδο που χρησιμοποίησε..., 4) απερρίφθη ο ισχυρισμός περί αποκλεισμού του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως τους επειδή βρίσκονταν σε άμυνα άλλως επικουρικώς καθ' υπέρβαση των ορίων της αμύνης, η οποία δεν, πρέπει να τους καταλογισθεί επειδή ενήργησαν με τον τρόπο αυτό εξαιτίας του φόβου και της ταραχής που τους προκάλεσε η επιθετική συμπεριφορά του παθόντος, με τις παραδοχές ότι δεν υφίστατο άμεση παρούσα επίθεση του παθόντος, διότι είχαν βεβαιωθεί ότι είναι μόνος του, δεν είχε όπλο, ούτε κάποιο άλλο αντικείμενο που να τον καθιστά επικίνδυνο, ούτε τους απείλησε ότι θα τους πάρει ζώα ούτε τους επιτέθηκε, ούτε αποπειράθηκε να βάλει τα ζώα έξω από το ποιμνιοστάσιο, σε κάθε δε περίπτωση ο παθών έπεσε στο έδαφος και ήταν ανήμπορος να αντιδράσει.
Επομένως οι υπό στοιχ. 4 α, β, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβάσεως ως και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 211 Α Κ.Ποιν.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 Ν. 2408/1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου». Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου του, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφορήσεώς τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται, όμως η ανωτέρω διάταξη και δεν ιδρύεται ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΑΚ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως (για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο), όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία συγκατηγορουμένου, όσο και σε καταθέσεις άλλων μαρτύρων και στα αναγνωσθέντα έγραφα (ΑΠ 1558/2016).
Εν προκειμένω, κατ' εκτίμηση του σχετικού επίσης χωρίς αριθμό, λόγου του αναιρετηρίου, προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραβίαση του άρθρου 211 ΑΚ.Ποιν.Δ. στήριξε την καταδικαστική εις βάρος του δεύτερου αναιρεσείοντος κρίση του, αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο της προανακριτικής και ανακριτικής καταθέσεως της Β.
Μ., η οποία ήταν αρχικά κατηγορουμένη για το ίδιο αδίκημα, αλλά κατόπιν απηλλαγή με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Θεσπρωτίας, στην κατάθεση δε αυτή αναφέρθηκε ο μάρτυρας Χ. Γ. Αστυνομικός, εξετασθείς στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά, το οικείο τμήμα του σκεπτικού το οποίο κατά πιστή μεταφορά έχει ως εξής: "Περαιτέρω, σχετικά με τη συμμετοχή και του δευτέρου κατηγορούμενου στη θανάτωση του θάματος, την οποία αυτός αρνείται, πρέπει να τονισθούν και τα παρακάτω:
Ο μάρτυρας αστυνομικός, Φ. Κ.. Α., κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεσή του, ανέφερε ότι ένας από τους κατηγορούμενους, χωρίς να θυμάται ποιος, του είπε ότι, κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, κρατούσαν ξύλινες ράβδους και οι δύο κατηγορούμενοι. Ακόμη, ο Χ. Α.. Γ., αστυνομικός, στην από 2-2-2010 ένορκη εξέτασή του, η οποία αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι η Β.
Μ. του ανέφερε ότι και οι δύο άνδρες (κατηγορούμενοι) είχαν ξύλο στα χέρια τους, ενώ, τέλος και οι δύο κατηγορούμενοι, κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απολογία τους ανέφεραν: Ο μεν πρώτος «... Για να τον τρομάξουμε τον κτυπήσαμε με την βέργα..." και ο δεύτερος «...πήγα στο Σ. για βοήθεια και του είπα:
έλα γιατί ήλθε κάποιος μουρλός και πιάσαμε καυγά, κτυπηθήκαμε..." συνομολογώντος, με τον τρόπο αυτό, εμμέσως, την κατά συναυτουργία τέλεση της ως άνω πράξης.
Εκτός τούτων, όπως προκύπτει από την από 16-5-2013 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ, στο παντελόνι που φορούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος (χρώματος γκρι με μαύρη ζώνη, με την ένδειξη, μεταξύ άλλων "SavantSense») και έφερε διάχυτες καστανέρυθρές κηλίδες (τις οποίες η ιατροδικαστική εξέταση του δευτέρου κατηγορουμένου χαρακτηρίζει κηλίδες από αίμα - βλ.
την από 3-2-2010 ιατροδικαστική εξέταση του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων), προσδιορίστηκαν γενετικοί τύποι από ανάμειξη βιολογικού υλικού, στους οποίους εμφαίνεται ένας κύριος γενετικός τύπος, τα στοιχεία του οποίου ταυτίζονται με τα αντίστοιχα προσδιορισθέντα στο γενετικό τύπο του θύματος, Ι.
Κ.. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, περί της συμμετοχής και του δεύτερου κατηγορουμένου στη θανάτωση του θύματος, με τη χρήση ξύλινης ράβδου, δεν αίρεται από το γεγονός ότι, στον τόπο του εγκλήματος, βρέθηκε και κατασχέθηκε μόνο η μία ξύλινη ράβδος, η οποία, όπως ομολογείται, χρησιμοποιήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος, προφανώς, μετά από συνεννόηση με τον πρώτο, έσπευσε να εξαφανίσει την ξύλινη ράβδο που χρησιμοποίησε, με σκοπό να αναλάβει ο πρώτος όλη την ευθύνη του περιστατικού, -όπως και έγινε- αφού, αμέσως μετά την τέλεση της πράξης τους, πήρε το αυτοκίνητο του και μετέβη στην οικία του Α.
Σ., για να τον ενημερώσει δήθεν, παρά το γεγονός ότι προηγήθηκε τηλεφωνική ενημέρωση αυτού από τη Β. Μ.».
Προκύπτει λοιπόν ότι το δικαστήριο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση για τη συμμετοχή του δεύτερου κατηγορούμενου στην ανθρωποκτονία, μετά από συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων που αξιολόγησε συνδυαστικά όπως τις ένορκες καταθέσεις άλλων πλην της Β. Μ., μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως τα αναγνωσθέντα έγγραφα, της φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν και απολογίες των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων. Ως εκ τούτου στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠΔ και έτσι δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο συνακολούθως δε ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ προαναφερόμενος τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ., ενώ δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή.
Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία γι' αυτόν.
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης Υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, επειδή στο πόρισμα, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Τέλος δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους κλπ. αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και παραβίαση των οικείων ποινικών διατάξεων ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' β', γ', δ' και ε' ΠΚ, που στοιχειοθετούν λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.
Δ’ και Ε’ ΚΠΔ. Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, ελαφρυντικές περιστάσεις, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε μέχρι τον χρόνο που τελέστηκε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής, γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντα, δ) το ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και ε) το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του.
Ως πρότερος έντιμος βίος νοείται η σύννομη και θετική για την κοινωνία στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου ως προς όλες τις εκφάνσεις του βίου του (ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική) μέχρι την τέλεση της πράξης, σε βαθμό που να μην αναμένεται ως πιθανή η εκτροπή αυτού σε ποινική παραβατικότητα.
Μόνη η έλλειψη ποινικής εμπλοκής δε αρκεί για την αναγνώριση του σχετικού ελαφρυντικού, αλλά και η ύπαρξη καταδίκης για πράξη μικρής ηθικής και ποινικής απαξίας δεν αποκλείει τη χορήγηση του. Ως μη ταπεινά αίτια νοούνται εκείνα που δεν μαρτυρούν διαστροφή χαρακτήρα και δεν αντιτίθεται στην κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση, (ΑΠ 940/2005).
Η παραδοχή από το δικαστήριο της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. γ' ότι ο δράστης ωθήθη στην πράξη του από την οργή και τη θλίψη που του προκάλεσε η προγενέστερη συμπεριφορά του θύματος (βιασμός της συζύγου του) δεν έρχεται σε αντίφαση με εκείνη της τελέσεως της πράξεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση" διότι στο άρθρο 84 η αναφορά της οργής και θλίψεως δεν γίνεται υπό την έννοια της διαταράξεως των ψυχικών λειτουργιών σε σημείο ώστε ο δράστης να αχθεί σε βρασμό ψυχικής ορμής (ΑΠ 1154/1988).
Ως ειλικρινής μετάνοια νοείται η αληθινή και θετική ψυχοβουλητική μεταστροφή του υπαιτίου προς την έννομη τάξη και την πλευρά του παθόντος, η οποία προϋποθέτει, κατ' ελάχιστο, την ειλικρινή ομολογία τέλεσης της πράξης και η οποία πρέπει να εκδηλώνεται με συγκεκριμένο τρόπο και σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.
Επιπλέον, για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης, απαιτείται ο υπαίτιος να έχει επιδιώξει με συγκεκριμένο τρόπο να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια η απλή Δήλωση συγνώμης από τον δράστη ή η καλή διαγωγή αυτού ή η Δήλωση ομολογίας της πράξης κατά τη διεξαγωγή της δίκης ή παράδοση του στις αρμόδιες αρχές μετά την πράξη.
Εξάλλου, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίσταση5του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, απαιτείται θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης.
Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας ο συνήγορος του κατηγορουμένου υπέβαλε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α', β', γ', δ' και ε' ΠΚ, οι οποίοι, αναπτύχθηκαν προφορικά και καταχωρίστηκαν στα οικεία οικεία πρακτικά με το εξής περιεχόμενο κατά πιστή μεταφορά από τα πρακτικά :
‘‘Στη συνέχεια ο συνήγορος του κατηγορούμενου, αφού έλαβε λόγο από τον Πρόεδρο, είπε τα εξής: "Όλοι οι κάτοικοι στο χωριό είπαν ότι οι κατηγορούμενοι είναι καλοί και βοηθούν, ότι ζουν από το υστέρημα και παρά ταύτα προσφέρουν, υπάρχει επιστολή του ιερέα, σίγουρα έγινε επεισόδιο που τους εκνεύρισε, από το χρόνο τέλεσης της πράξης δεν έζησαν μόνο σε καθεστώς εγκλεισμού, αλλά για τρία χρόνια τηρούσαν τους όρους και προσπαθούν να γλιτώσουν την οικογένειά τους και τα άρρωστα παιδιά τους, στη φυλακή δεν είχαν ούτε ένα πειθαρχικό" και υπέβαλε στο Δικαστήριο αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α', β', γ', δ' και ε' του Π.Κ και, αφού ανέπτυξε τους παραπάνω ισχυρισμούς προφορικά στο ακροατήριο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ζήτησε την καταχώριση στα πρακτικά της παρούσας απόφασης των ακόλουθων σημειωμάτων: "Αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Κατηγορουμένου Α. Κ.. Α. (Για τα πρακτικά κατ' άρθρο 141 § 2 Κ.Π.Δ.).
Μετά την έκδοση της περί ενοχής αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας, προβάλλονται από τον πρώτο κατηγορούμενο Ά. Α., διά του συνηγόρου του, οι παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά, ήτοι:
1. Του άρθρου 84 - 2α; Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος έζησε, έως το χρόνο που έγινε η πράξη, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Έντιμη δε κλπ, είναι η ζωή, όταν είναι σύμφωνη προς τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής και περιλαμβάνει στοιχεία, με βάση τα οποία ο δράστης χαρακτηρίζεται, κατά τα κοινώς παραδεκτά ως έντιμος.
Πράγματι, ο κατηγορούμενος αυτός (Ά. Α.) είναι σήμερα ηλικίας 52 ετών, είναι έγγαμος και έχει τρία (3) ανήλικα τέκνα. Κατά την περίοδο εκείνη (2010), που έλαβε χώρα το τραγικό επεισόδιο, διατηρούσε σχετικά μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα (120 προβάτων), με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις έξω από το ....
Δεν είχε απασχολήσει ποτέ, μέχρι τότε, τις Αστυνομικές και Δικαστικές Αρχές, έχει λευκό ποινικό μητρώο και ζούσε μία ζωή απολύτως έντιμη, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής.
Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους τους συγχωριανούς του και σε όλους τους κατοίκους της πέριξ περιοχής. Για το λόγο αυτό προσάγεται και επικαλείται σχετική Βεβαίωση πολλών κατοίκων της περιοχής όπως και του ιερέως της ενορίας. 2. Του άρθρου 84 - 2β Π.Κ., του ότι δηλ. ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη του, όχι από ταπεινά αιτία ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής.
Πράγματι, όπως έλαβαν χώρα τα γεγονότα, κατά τη μοιραία εκείνη νύχτα, που ήταν στους κατηγορούμενους παντελώς άγνωστος ο επισκέπτης (θύμα), που τους απειλούσε, που οι κατηγορούμενοι ειδοποίησαν αμέσως για να έλθει η Αστυνομία ... και να επιληφθεί και που ακολούθησε πάλη μεταξύ τους, από την οποία προήλθε το τραγικό αποτέλεσμα, ασφαλώς δεν υπήρξαν ταπεινά αίτια. Για το θάνατο του άτυχου Ι. Κ. δεν υπήρξαν τέτοια ταπεινά αίτια, διότι όλα κατά την νύχτα έγιναν ακαριαία και της στιγμής και, σε κάθε περίπτωση, αυτά δεν μαρτυρούν κοκοβουλία του δράστη και διαστροφή του χαρακτήρα, κάτι που ασφαλώς δεν συμβαίνει στο πρόσωπο του Α. Α. (Α.Π. 940/2005 Ποιν.Χρ. 2006 σελ. 50). Βεβαίως, βάσει των προεκτεθέντων, υπήρξε και μεγάλη σοβαρή απειλή, κατά των Α. και Μ. Α., των δύο εκεί γυναικών και των ζώων τους. Επομένως, πρέπει ν' αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του αρθ. 84 - 2β (μη ταπεινά αίτια).
3. Του άρθρου 84 - 2γ π.κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και Βεβαίως, παρασύρθηκε από οργή, και βίαιη θλίψη, που προκάλεσε η άδικη εναντίον τους πράξη του θύματος.
Πράγματι, όλα αυτά δημιουργήθηκαν από την αιφνίδια εμφάνιση και τις απειλές του θύματος στο στάβλο του Α. και Μ. Α. και μάλιστα την 00.30 ώρα, όταν άρμεγαν τα πρόβατά τους. Η συμπεριφορά του αυτή ήταν προκλητική και σαφέστατα ανάρμοστη, προκάλεσε δε οπωσδήποτε φόβο και τρόμο, όπως και οργή και βίαιη θλίψη, λόγω των οποίων οδηγήθηκε στην πράξη του. Επομένως, και η ελαφρυντική αυτή περίσταση θα πρέπει ν' αναγνωρισθεί στο Ά. Α..
4. Του άρθρου 84 - 2δ Π.Κ., του ότι δηλ. έδειξε ο κατηγορούμενος ειλικρινή μετάνοια.
Πράγματι, μετά την πράξη, κάτω από τις συνθήκες που έλαβε αυτή χώρα, παρέμεινε ο κατηγορούμενος στο σημείο εκείνο και περίμενε την Αστυνομία και το νοσοκομειακό αυτοκίνητο, για να μεταφέρει τον τραυματία στο Νοσοκομείο.
Στην Αστυνομία, όπου πήγε αμέσως ομολόγησε την πράξη του συντετριμμένος γι' αυτό, που, χωρίς τη θέληση του, έγινε και που ήταν τραγικό. Από τότε και μέχρι σήμερα είναι γεμάτος θλίψη και του είναι ακατανόητο πώς τα γεγονότα εξελίχτηκαν έτσι και υπήρξε ένα τραγικό θύμα, για το οποίο εξέφρασε τη θλίψη του και την οδύνη του πολλές φορές από την πρώτη στιγμή και ενώπιον του Δικαστηρίου σας.
Περιουσιακά στοιχεία δεν έχει για να μεταβιβάσει στην οικογένειά του άτυχου θύματος, αλλά προσέφερε, μέσω των Συνηγόρων του, ό,τι έχει και δεν έχει, ήτοι το σπίτι του ένα οικόπεδο και τα χωράφια του. Είναι προφανές, ότι θα πρέπει να του αναγνωρισθεί και η ελαφρυντική αυτή περίσταση.
5. Του άρθρου 82 - 2ε Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος, μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα.
Πράγματι, από τότε που έλαβε χώρα το τραγικό γεγονός (2-2-2010) πέρασαν 3 1/2 έτη έως την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό. Εξ αυτών τα τρία έτη ήταν εκτός φυλακής, για το διάστημα που ήταν εκτός φυλακής έμενε με τη σύζυγο του και τα τρία ανήλικα παιδιά του, εκ των οποίων τα δύο ανάπηρα σε βαθμό 67% λόγω νοητικής υστέρησης και δυσλεξίας, και εργαζόταν σε διάφορες εργασίες, αφού τα πρόβατά του, λόγω της καταρχάς επιβληθείσης προσωρινής του κράτησης υποχρεώθηκε να τα πωλήσει. Τελευταία, εργαζόταν προσωρινά, ως εργάτης, στο Δήμο ... και η διαγωγή του και εκεί ήταν άριστη από κάθε πλευρά. Τέλος, όπως αποδεικνύεται από το πιστοποιητικό της φυλακής ..., για το διάστημα από 7/6/2013 έως και σήμερα είχε άψογη συμπεριφορά ήταν πρόθυμος, εργατικός και σύμφωνος με τους κανόνες της φυλακής χωρίς Βεβαίως να υποπέσει σε κανένα παράπτωμα. Ο ανωτέρω όπως αποδεικνύεται από ημερομίσθια και έχει εκτελέσει στη φυλακή ήταν πρόθυμος και αναλάμβανε και πρόσφερε συνεχώς υπηρεσίες πάντοτε εντός των ορίων και κανονισμών της φυλακής και χωρίς ποτέ να παρεκκλίνει στο ελάχιστο. Επομένως, και η ελαφρυντική αυτή περίπτωση θα πρέπει να του αναγνωρισθεί.
"Αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Κατηγορουμένου Μ. Κ.. Α. (Για τα πρακτικά κατ' άρθρο 141 § 2Κ.Π.Δ.).
Μετά την έκδοση της περί ενοχής αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας, προβάλλονται από τον δεύτερο κατηγορούμενο Μ. Α., διά του συνηγόρου του, οι παρακάτω αυτοτελείς ισχυρισμοί περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν ελαφρυντικών περιστάσεων, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά, ήτοι:
1. Του άρθρου 84 - 2α Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος έζησε, έως το χρόνο που έγινε η πράξη, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Έντιμη δε κλπ, είναι η ζωή, όταν είναι σύμφωνη προς τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής και περιλαμβάνει στοιχεία, με βάση τα οποία ο δράστης χαρακτηρίζεται, κατά τα κοινώς παραδεκτά ως έντιμος.
Πράγματι, ο κατηγορούμενος αυτός (Μ. Α.) είναι σήμερα ηλικίας 44 ετών, είναι άγαμος, κατοικεί δε μόνιμα στο χωριό .... Κατά την περίοδο εκεί (2010), που έλαβε χώρα το τραγικό επεισόδιο, διατηρούσε σχετικά μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα (100 προβάτων), με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις έξω από το ....
Δεν είχε απασχολήσει ποτέ, μέχρι τότε, τις Αστυνομικές και Δικαστικές Αρχές, έχει λευκό ποινικό μητρώο και ζούσε μία ζωή απολύτως έντιμη, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής.
Ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους τους συγχωριανούς του και σε όλους τους κατοίκους της πέριξ περιοχής. Για το λόγο αυτό προσάγεται και επικαλείται σχετική Βεβαίωση πολλών κατοίκων της περιοχής όπως και του ιερέως της ενορίας του.
2. Του άρθρου 84 2β Π.Κ., του ότι δηλ. ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη του, όχι από ταπεινά αιτία ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής.
Πράγματι, όπως έλαβαν χώρα τα γεγονότα, κατά τη μοιραία εκείνη νύχτα, που ήταν στους κατηγορούμενους παντελώς άγνωστος ο επισκέπτης (θύμα), που τους απειλούσε, που οι κατηγορούμενοι ειδοποίησαν αμέσως για να έλθει η Αστυνομία ... και να επιληφθεί και που ακολούθησε πάλη μεταξύ τους, από την οποία προήλθε το τραγικό αποτέλεσμα, ασφαλώς δεν υπήρξαν ταπεινά αίτια. Για το θάνατο του άτυχου Ι. Κ. δεν υπήρξαν τέτοια ταπεινά αίτια, διότι όλα κατά την νύχτα εκείνη έγιναν ακαριαία και της στιγμής και, σε κάθε περίπτωση, αυτά δεν μαρτυρούν κοκοβουλία και διαστροφή του χαρακτήρα, κάτι που ασφαλώς δεν συμβαίνει στο πρόσωπο του Μ. Α. (Α.Π. 94012005 Ποιν.Χρ. 2006 σελ. 50). Βεβαίως, βάσει των προεκτεθέντων, υπήρξε και μεγάλη σοβαρή απειλή, κατά των εμού και του Α. Α., των δύο εκεί γυναικών και των ζώων τους. Επομένως, πρέπει ν' αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο η ελαφρυντική περίσταση του αρθ. 84 - 2β (μη ταπεινά αίτια).
3. Του άρθρου 84 - 2γ Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και Βεβαίως, παρασύρθηκε από οργή, και βίαιη θλίψη, που του προκάλεσε η άδικη εναντίον τους πράξη του θύματος.
Πράγματι, όλα αυτά δημιουργήθηκαν από την αιφνίδια εμφάνιση και τις απειλές του θύματος στο στάβλο μας και μάλιστα την 00.30 ώρα, όταν άρμεγαν τα πρόβατά τους. Η συμπεριφορά του αυτή ήταν προκλητική και σαφέστατα ανάρμοστη, προκάλεσε δε οπωσδήποτε φόβο και τρόμο, όπως και οργή και βίαιη θλίψη, λόγω των οποίων οδηγήθηκε στην κατηγορούμενη πράξη του. Επομένως, και η ελαφρυντική αυτή περίσταση θα πρέπει ν' αναγνωρισθεί στο Ά. Α..
4. Του άρθρου 84 - 2δ Π.Κ., του ότι δηλ. έδειξε ο κατηγορούμενος ειλικρινή μετάνοια.
Πράγματι, μετά την πράξη, κάτω από τις συνθήκες που έλαβε αυτή χώρα, παρέμεινε ο κατηγορούμενος στο σημείο εκείνο και περίμενε την Αστυνομία και το νοσοκομειακό αυτοκίνητο, για να μεταφέρει τον τραυματία στο Νοσοκομείο.
Στην Αστυνομία, όπου πήγε, κατέθεσε με ειλικρίνεια και μάλιστα, ιδιαίτερα συντετριμμένος γι' αυτό, που, χωρίς τη θέληση του, έγινε και που ήταν τραγικό. Από τότε και μέχρι σήμερα είναι γεμάτος θλίψη και του είναι ακατανόητο πώς τα γεγονότα εξελίχτηκαν έτσι και υπήρξε ένα τραγικό θύμα, για το οποίο εξέφρασε τη θλίψη του και την οδύνη του πολλές φορές από την πρώτη στιγμή και ενώπιον του Δικαστηρίου σας.
Περιουσιακά στοιχεία δεν έχει για να μεταβιβάσει στην οικογένειά του άτυχου θύματος, αλλά προσέφερε και αυτός, μέσω των Συνηγόρων του, ό,τι έχει και δεν έχει, ήτοι το σπίτι του και τα χωράφια του. Είναι προφανές, ότι θα πρέπει να του αναγνωρισθεί και η ελαφρυντική αυτή περίσταση.
5. Του άρθρου 82 - 2ε Π.Κ., του ότι δηλ. ο υπαίτιος, μετά την πράξη του συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα.
Πράγματι, από τότε που έλαβε χώρα το τραγικό γεγονός (2-2-2010) έως την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό πέρασαν 3 1/2 έτη, ήταν εκτός Φυλακής. Για το διάστημα που ήταν ελεύθερος επέδειξε διαγωγή άριστη από κάθε πλευρά, έμενε με τη μητέρα του στο ... και εργαζόταν σε διάφορες εργασίες, αφού τα πρόβατά του, λόγω της καταρχάς επιβληθείσης προσωρινής του κράτησης, υποχρεώθηκε να τα πωλήσει. Όπως αποδεικνύεται από το πιστοποιητικό φυλακής ..., για το διάστημα από 7/6/2013 έως και σήμερα είχε άψογη συμπεριφορά ήταν πρόθυμος, εργατικός και σύμφωνος με τους κανόνες της φυλακής χωρίς Βεβαίως να υποπέσει σε κανένα παράπτωμα. Ο ανωτέρω όπως αποδεικνύεται από τα ημερομίσθια που έχει εκτελέσεις στη φυλακή ήταν πρόθυμος και αναλάμβανε και πρόσφερε συνεχώς υπηρεσίες πάντοτε εντός των ορίων και κανονισμών της φυλακής και χωρίς ποτέ να παρεκκλίνει στο ελάχιστο. Επομένως, και η ελαφρυντική αυτή περίπτωση θα πρέπει να του αναγνωρισθεί».
Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το άνω Μ.Ο.Ε. απέρριψε τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, το μεν πρώτο κατά πλειοψηφία, τους δε λοιπούς ομόφωνα με την εξής αιτιολογία.
‘‘Κατ’ αρχάς ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων, για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο τους, της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 εδ. α' ΠΚ), κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν αναδείχθηκαν καθόλου περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αυτοί έζησαν, μέχρι το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, αφού για την στοιχειοθέτηση της εν λόγι ελαφρυντικής περίστασης απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους ως άνω τομείς και δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές αρχές, ούτε η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβίωσης αυτών και της οικογένειας του (ΑΠ 909/2016), όπως είναι, στην προκειμένη περίπτωση, τα επικαλούμενα από τους κατηγορουμένους περιστατικά και ειδικότερα, από τον πρώτο "ότι είναι ηλικίας 52 ετών έγγαμος και έχει τρία (3) παιδιά, ότι κατά την περίοδο εκείνη (2010) που έλαβε χώρα το τραγικό επεισόδιο, διατηρούσε σχετικά μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα (120) προβάτων, με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, έξω από το ..., ότι δεν έχει απασχολήσει ποτέ, μέχρι τότε, τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές, έχει λευκό ποινικό μητρώο και ζούσε μία ζωή απολύτως έντιμη, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής, ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους τους συγχωριανούς και τους κατοίκους της πέριξ περιοχής και ότι για το λόγο αυτό προσάγεται και επικαλείται σχετική Βεβαίωση πολλών κατοίκων της περιοχής και του ιερέως της ενορίας του" και το δεύτερο, "ότι είναι ηλικίας 44 ετών, άγαμος, ότι κατά την περίοδο εκείνη (2010) που έλαβε χώρα το τραγικό επεισόδιο, διατηρούσε σχετικά μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα (100) προβάτων, με ιδιόκτητες εγκαταστάσεις, έξω από το ..., ότι δεν έχει απασχολήσει ποτέ, μέχρι τότε, τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές, έχει λευκό ποινικό μητρώο και ζούσε μία ζωή απολύτως έντιμη, σύμφωνα με τους νόμους και τους κανόνες της ηθικής, ότι ήταν ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους τους συγχωριανούς και τους κατοίκους της πέριξ περιοχής και ότι για το λόγο αυτό προσάγεται και επικαλείται σχετική Βεβαίωση πολλών κατοίκων της περιοχής και του ιερέως της ενορίας του».
Περαιτέρω, οι αυτοτελείς ισχυρισμού των κατηγορουμένων για αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο τους των ελαφρυντικών περιστάσεων α) τέλεσης της πράξης όχι από ταπεινά αίτια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής, β) της ανάρμοστης συμπεριφοράς του θύματος, γ) της ειλικρινούς μεταμέλειας και δ) της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 84παρ. 2 εδ. β', γ', δ' και ε! ΠΚ), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Ειδικότερα, ο μεν πρώτος καθόσον, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν υπό την επίδραση σοβαρής απειλής, σε βάρος των ιδίων και της περιουσίας τους, εν τούτοις, επικαλούμενοι ανύπαρκτο κίνδυνο και αδιαφορώντας για την ανθρώπινη ζωή, τέλεσαν την ως άνω πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, από κοινού, με ενδεχόμενο δόλο, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι ωθήθηκαν σε αυτήν από ταπεινά αίτια.
Ο δεύτερος, καθόσον δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε προσβλητική ανάρμοστη ή άδικη συμπεριφορά του θύματος, έναντι των κατηγορουμένων, αφού μόνη η εμφάνιση του, αργά τη νύκτα, στο χώρο του ποιμνιοστασίου τους, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά τους. Ο τρίτος καθόσον δεν αναδείχθηκαν περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αυτοί μεταμελήθηκαν, μη αρκούσης της απλής διατύπωσης συγγνώμης.
Αντιθέτως, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν κατά βάση την πράξη τους, και επιχείρησαν να συσκοτίσουν και να διαστρεβλώσουν την αλήθεια, περιγράφοντας με διαφορετικό τρόπο τα γεγονότα και δίδοντας σε αυτά διαφορετική διάσταση, ώστε να επιτύχουν μεταβολή της κατηγορίας (σε θανατηφόρα σωματική βλάβη) και κατ' επέκταση της ποινικής μεταχείρισης τους, επικαλούμενοι μάλιστα κατάσταση άμυνας και σε όλως επικουρική βάση, βρασμό ψυχικής ορμής, πέραν του ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, αρνείται τη συμμετοχή του στην ως άνω πράξη.
Τέλος, ο τέταρτος, καθόσον, το χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών, από την τέλεση της πράξης, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, κατά το οποίο (χρονικό διάστημα) οι κατηγορούμενοι ήσαν ελεύθεροι, αφενός, δεν κρίνεται σχετικά μεγάλο για τη θεμελίωση της προβλεπόμενης από το άρθρο 84 παρ. 2 περ.
ε' του ΠΚ ελαφρυντικής περίπτωσης και αφετέρου, καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητική καλή διαγωγή ή μόνο απουσία παραβατικότητας, περιστατικά τα οποία επικαλούνται οι κατηγορούμενοι, αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού (ΑΠ 999/20126, 197/2014, ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 13/2009, 131/2008, ΠοινΛογ 2008.112).
Στην προκειμένη περίπτωση όμως δεν αναδείχθηκαν τέτοια περιστατικά. Περαιτέρω, κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, από 7-6-2013 έως σήμερα, οι κατηγορούμενοι είναι κρατούμενοι στις φυλακές, στις οποίες, όπως ισχυρίζονται, επέδειξαν άριστη διαγωγή, εργάζονται και δεν τιμωρήθηκαν πειθαρχικά και για τους λόγους αυτούς ζητούν να τους αναγνωρισθεί η ως άνω ελαφρυντική περίσταση.
Όμως η καλή διαγωγή των κατηγορουμένων στις φυλακές, η εργασία τους σε αυτές, η συμμόρφωσή τους στους κανονισμούς των φυλακών και η απουσία παραβατικότητας, κατά τη διάρκεια της κράτησής τους, δεν αρκούν για την παραδοχή της επικαλούμενης από αυτούς ανωτέρω ελαφρυντικής περίστασης, αφού η συμπεριφορά τους ήταν απλώς καλή, συνήθης και όχι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου, υποχρεούμενου να συμμορφώνεται με τον κανονισμό λειτουργίας τους, και επιδείχθηκε όχι αυτοβούλως, αλλά ως αποτέλεσμα καταναγκασμού και εν αναμονή της εκδικάσεως των εφέσεώς τους, χωρίς να γίνει επίκληση, ούτε να αποδειχθεί οποιαδήποτε θετική και επωφελής δραστηριότητα των κατηγορουμένων από την οποία να προκύπτει ηθική και ψυχική μεταστροφή του χαρακτήρα τους, του ήθους και της προδιάθεσής τους για αρμονική συμβίωση στην κοινωνία, ούτε εκδηλώθηκε συμπεριφορά που να υποδηλώνει ότι έχουν αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξεως που διέπραξαν’’.
Στο προαναφερόμενο απορριπτικό σκεπτικό εμπεριέχονται οι ουσιώδεις παραδοχές: α) δεν αποδείχθηκε θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά των κατηγορουμένων στην ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά στην κοινωνική ζωή, β) δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν υπό την επίδραση σοβαρής απειλής σε βάρος των ιδίων και της περιουσίας τους, γ) δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε προσβλητική ανάρμοστη ή άδικη συμπεριφορά του θύματος έναντι των κατηγορουμένων, δ) δεν απεδείχθησαν περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι μεταμελήθηκαν, μη αρκούσης της απλής διατυπώσεως συγγνώμης και ε) το χρονικό διάστημα αφενός των τριών (3) ετών από την τέλεση της πράξεως μέχρι την εκδίκαση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό κατά το οποίο οι κατηγορούμενοι ήταν ελεύθεροι, δεν κρίνεται σχετικά μεγάλο δεν απεδείχθηκαν περιστατικά θετικής δραστηριότητας των κατηγορουμένων, που να εκδηλώνεται αυτοβούλως που να μην είναι προϊόν φόβου ή καταναγκασμού και ούτε απεδείχθησαν τέτοια περιστατικά κατά τη διάρκεια της κρατήσεως τους, διότι η επιδειχθείσα συμπεριφορά, δεν ήταν προδήλως διακριτική της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου και ήταν αποτέλεσμα καταναγκασμού και εν αναμονή εκδικάσεως της εφέσεώς τους και ούτε απεδείχθη συμπεριφορά που να υποδηλώνει ότι έχουν αντιληφθεί της επιπτώσεις της πράξεως που διέπραξαν.
Επομένως, το Εφετείο, με τις προαναφερόμενες παραδοχές, απάντησε αιτιολογημένα στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου για χορήγηση των σχετικών ελαφρυντικών και ορθά τους απέρριψε ως αβάσιμους, διαλαμβάνοντας στην απόφαση την επαρκή αιτιολογία ως προς την απορριπτική κρίση του και ως προς τη μη εφαρμογή των οικείων διατάξεων του άρθρου 84 παρ. 2 α', β', γ'', δ' και ε' ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Συνακολούθως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν ο αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στα δικαστικά έξοδα των πολιτικώς εναγουσών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-2017 αίτηση των 1) Α. Α. και Κ και 2) Μ. Α. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 49, 50/2017 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κερκύρας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στα δικαστικά έξοδα των πολιτικώς εναγουσών, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ