2219/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2013 αίτησή της και τους από 21/9/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated2219/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007, ότι στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995. Επομένως, οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2219 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2219/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "HELLENIC PRODUCTS & SERVICES SRL" που εδρεύει στην Τεργέστη Ιταλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Ρουσιά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε." ("ΑΝΕΚ LINES"), που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ταγκλή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 301/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 250/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/7/2013 αίτησή της και τους από 21/9/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 20/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης, που διαλαμβάνονται στο κύριο δικόγραφο καθώς και σε αυτό των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1] Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων την από 20-1-2003 και με αριθμό κατάθεσης 33/2003 αγωγή της, με την οποία προέβαλε, ότι μεταξύ αυτών και από τα έτη 1988 έως 1999 είχαν συναφθεί διαδοχικές συμβάσεις, με τις οποίες είχε ορισθεί αυτή γενική αποκλειστική αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης αρχικώς στην Ιταλία και στη συνέχεια και σε άλλες χώρες, ότι στις 26-3-1999 η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση, χωρίς την τήρηση της νόμιμης προθεσμίας κατά το άρθρο 8 του π.δ/τος 291/1991 και ότι για το λόγο αυτό ζήτησε η αναιρεσείουσα να της επιδικασθεί αφενός εφάπαξ αποζημίωση κατ' άρθρο 9 του π.δ/τος 219/1991 και αφετέρου αποζημίωση για τη ζημία, που προκλήθηκε σ' αυτήν από τη μη τήρηση της προθεσμίας καταγγελίας της σύμβασης.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 301/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Κατά της τελευταίας η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους έφεσης και επ' αυτών εκδόθηκε η 250/2010 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία συνεκδικάσθηκαν και έγιναν τυπικά δεκτοί [έφεση και πρόσθετοι λόγοι έφεσης] και στη συνέχεια απορρίφθηκαν αυτοί κατ' ουσίαν, πλην του λόγου έφεσης, που αφορούσε τη διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων, τον οποίο έκανε δεκτό, εξαφάνισε την τελευταία διάταξη και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα.
Με τα κρινόμενα αίτηση αναίρεσης και δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης προσβάλλεται η ως άνω αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης και ζητείται με τους διαλαμβανόμενους εκεί λόγους η εξαφάνισή της. Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 569 παρ. 2 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτά [άρθρ. 577 παρ. 1, 569 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθούν ως προς τους λόγους τους [άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ].
2] Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ελέγχεται και η παράλειψη του δικαστηρίου να προβεί σε ανάλογη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρά την ύπαρξη κενού στη ρύθμιση του νόμου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κατέφυγε σε επιτρεπτή από το νόμο ανάλογη εφαρμογή του κανόνα, που ισοδυναμεί με τη μη εφαρμογή του, ενώ αντιστρόφως συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα, όταν αυτός εφαρμόζεται αναλόγως, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι όροι για την ανάλογη εφαρμογή του, δηλαδή ομοιότητα της αρρύθμιστης με τη ρυθμισμένη στο νόμο περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρισίμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης [ΑΠ 1215/2010].
Περαιτέρω, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1).
Αν, στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα [ΟλΑΠ 8/2005]. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 69/2013].
Εξάλλου, στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική με αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ` εαυτή της ναυτικής πρακτορείας.
Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης, ειδικότερα δε ναυτικός πράκτορας είναι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που παρέχει με αμοιβή υπηρεσίες σχετικές με τη θαλάσσια αποστολή, σε ορισμένη συνήθως γεωγραφική περιοχή και αναλόγως σε μόνιμη ή πρόσκαιρη βάση, διαθέτοντας προς το σκοπό αυτό πλήρως οργανωμένο γραφείο, στελεχωμένο με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος.
Κατά την έννοια αυτή οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του ναυτικού πράκτορα μπορούν να αφορούν έναν ή περισσότερους εφοπλιστές ή πλοιοκτήτες, για λογαριασμό των οποίων αυτός ενεργεί είτε στο όνομά τους είτε στο δικό του όνομα. Αντίστοιχα η σχέση του ναυτικού πράκτορα μ` αυτούς προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου (άρθρ. 90 ΕμπΝ).
Κατά την αυτή διάκριση και η σχέση των λοιπών πρακτόρων με τους εντολείς τους ταυτίζεται ή έστω ομοιάζει με αυτή του εμπορικού ή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου.
Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ` αυτή οι διατάξεις κατ` αρχήν του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ.
Ήδη ορίστηκε με το άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007, ότι στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995. Επομένως, οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας.
Οι διατάξεις του ίδιου π.δ/τος ορίστηκε με το ως άνω άρθρ. 14§4 του ν. 3557/2007, ότι εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που σημαίνει κυρίως ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ` αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιό του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.
Με δεδομένο ωστόσο ότι η σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απ` ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί μεν στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα του, για λογαριασμό όμως του οποίου, αλλά και στο όνομά του, δηλαδή του εντολέα, ενεργεί και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης (άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρ. 14 § 4 του ν. 3557/2007 οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν το χαρακτήρα αυτό.
Αποκλείεται έτσι και μετά το ν. 3557/2007 η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στις παραπάνω συμβάσεις, η οποία βέβαια αποκλειόταν και προηγουμένως. Ειδικότερα οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν ευθεία και άμεση εφαρμογή μόνο στον εμπορικό αντιπρόσωπο και δεν αφορούν άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στη λειτουργία του εμπορίου, αφού η ως άνω κοινοτική Οδηγία, όπως ήδη με την υπ` αριθμό 698074/2004 διάταξη έκρινε και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνον ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 1(2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό, αλλά και στο όνομα απευθείας, εκείνου που αντιπροσωπεύουν.
Επομένως, η παραπάνω Οδηγία, η οποία δεν εμποδίζει κατά τα λοιπά τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους επαγγελματιών, που μεσολαβούν με το δικό τους όνομα ή και για δικό τους λογαριασμό στη λειτουργία του εμπορίου, χωρίς η θέσπιση τέτοιων διατάξεων, με τις οποίες γίνεται υπέρβαση του ρυθμιστικού εύρους της Οδηγίας, να θίγει την εφαρμογή του κοινοτικού και ήδη ενωσιακού δικαίου, στο μέτρο που δεν υπάρχει αντίστοιχο δίκαιο ως προς τους επαγγελματίες αυτούς, δεν καλύπτει πάντως η ίδια τη δραστηριότητα των επαγγελματιών αυτών και ούτε μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά σε συμβατικές σχέσεις διαφορετικές από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού στο επίπεδο του ενωσιακού δικαίου δεν γίνεται γενικώς δεκτή η δυνατότητα νομολογιακής εναρμόνισης του δικαίου των κρατών μελών.
Αντίστοιχα και το π.δ. 219/1991, που ενσωμάτωσε την παραπάνω Οδηγία, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ορίζοντας με το άρθρο 1§2 αυτού, ότι εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ο ανεξάρτητος μεσολαβητής, στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) έναντι αμοιβής (προμήθειας) και συνήθως για συγκεκριμένη περιοχή η διαπραγμάτευση ή και η σύναψη στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου συμβάσεων πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων, δηλαδή σε αντίθεση με άλλους επαγγελματίες, που διαμεσολαβούν και αυτοί στη λειτουργία του εμπορίου, ενεργώντας όμως στο δικό τους όνομα, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί κατά το άρθρο 1§2 του π.δ/τος 219/1991 βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του ίδιου του αντιπροσωπευομένου, με αντικείμενο μάλιστα αποκλειστικά την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα τους.
Όμως δεν αποκλείεται η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών, όπως προπάντων είναι ο διανομέας και ο παραγγελιοδόχος με τη μορφή ενδεχομένως και του πράκτορα, να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της.
Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρ. 4 § 1 του π.δ/τος 219/1991 και ειδικότερα α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι` αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.
Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν δεν είναι δυνατή στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας - πρακτορείας η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, ενδείκνυται και πριν από το ν. 3557/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων, που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο, ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται, ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη, ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ. 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες.
Κατά την έννοια αυτή διαπιστώνεται συγκριτικά με τη ρύθμιση του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο η ύπαρξη αντίστοιχου κενού στη νομοθετική ρύθμιση των λοιπών παρεμφερών μ` αυτόν τύπων επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία του εμπορίου, που δεν δικαιολογείται στο σύστημα της έννομης τάξης, όπως έμμεσα επιβεβαιώνεται και από την κατά παραπομπή νομοθέτηση με το άρθρο 14 § 4 του ν. 3557/2007.
Πρόκειται δηλαδή για ασύγγνωστο ακούσιο κενό, το οποίο ο νομοθέτης όφειλε να προβλέψει και να καλύψει (πρωτογενές κενό), αφού κενό συνιστά γενικώς η έλλειψη στη συγκεκριμένη περίπτωση σύννομης ρύθμισης, μολονότι η έννομη τάξη την αξιώνει λόγω της ομοιότητας της περίπτωσης αυτής με άλλες ρυθμισμένες στο νόμο περιπτώσεις.
Μάλιστα κενό δεν συνιστά μόνον η παντελής έλλειψη ρύθμισης στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και η ελλιπής ρύθμιση, όταν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από τις ρυθμισμένες όμοιες περιπτώσεις, οπότε ανακύπτει και πάλι ανάγκη πλήρωσης του κενού μέσω της αναλογίας, η οποία ως ειδικότερη έκφραση της τελολογικής μεθόδου ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη περιπτώσεις.
Οπωσδήποτε η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων κρίνεται κατά περίπτωση (ad hoc), με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ` αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος.
Δηλαδή, με βάση τα στοιχεία αυτά επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του π.δ/τος στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρο 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από το δικαστήριο.
Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση πρακτορείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.
Ειδικότερα κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται, όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών με αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας, που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου [ΟλΑΠ 15/2013].
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και εκκαλούσα αλλοδαπή εταιρία ιδρύθηκε περί το έτος 1985 κατά το Ιταλικό δίκαιο με εταιρικό τύπο, που προσομοιάζει με την εταιρία περιορισμένης ευθύνης και λειτούργησε με έδρα την Τεργέστη και με αντικείμενο εισαγωγικές και εξαγωγικές εμπορικές δραστηριότητες προϊόντων, κυρίως λαδιού, καθώς και ναυτιλιακές εργασίες, ενώ ήδη από το έτος 2000 τελεί σε εκκαθάριση.
Η εναγόμενη και εφεσίβλητη είναι ημεδαπή ανώνυμη ναυτιλιακή εταιρία, η οποία έχει συσταθεί από το έτος 1969 με έδρα τα Χανιά και αρχικά η εμπορική της δραστηριότητα περιορίστηκε στη δρομολόγηση πλοίων της στις θαλάσσιες ατμοπλοϊκές γραμμές του εσωτερικού και συγκεκριμένα σε ταξίδια από Χανιά προς Πειραιά και αντίστροφα.
Περί το έτος 1988 και σε εκτέλεση απόφασης των αρμόδιων οργάνων της για τη δρομολόγηση πλοίων της και στις θαλάσσιες ατμοπλοϊκές γραμμές με προορισμό την Ιταλία η εναγόμενη συνεργάστηκε με την ενάγουσα στις νέες ναυτιλιακές της δραστηριότητες. Έτσι σύναψαν μεταξύ τους στα Χανιά αλλεπάλληλες έγγραφες συμβάσεις στην Ελληνική γλώσσα, με τις οποίες η ενάγουσα ανέλαβε την αντιπροσώπευση της εναγόμενης στην Ιταλία, που επεκτάθηκε στη συνέχεια και σε γειτονικές χώρες, με σκοπό τη διάθεση εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων, επιβατικών και φορτηγών, αντί αμοιβής, συνιστάμενης σε συμφωνημένο ποσοστό προμήθειας επί των ναύλων των εκδιδόμενων εισιτηρίων και των φορτωτικών εμπορευμάτων και με τη ρητή απαγόρευση αντιπροσώπευσης άλλων ναυτιλιακών εταιριών μόνο στις χώρες της Ιταλίας, Σλοβενίας, Κροατίας, Ουγγαρίας, ενώ στις χώρες της Τσεχίας, Σλοβακίας και Πολωνίας η ενάγουσα μπορούσε να συνεργαστεί και με άλλους αντιπροσώπους καθώς και να διαθέτει απευθείας εισιτήρια με τα πλοία της χωρίς τη διαμεσολάβηση τρίτων προσώπων.
Ειδικότερα, καταρτίστηκε η από 30-11-1988 σύμβαση, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε για αόριστο χρόνο αντί αμοιβής την αντιπροσώπευση της εναγόμενης στην πώληση εισιτηρίων για ατμοπλοϊκά δρομολόγια με τα πλοία της στις γραμμές Πάτρα - Αγκώνα - Πειραιάς - Κρήτη, η οποία λειτούργησε ομαλά μεταξύ των διαδίκων και η διάρκειά της έληξε το Νοέμβριο 1993 με κοινή άτυπη συμφωνία των διαδίκων.
Στη συνέχεια καταρτίστηκε η από 8-11-1993 σύμβαση ορισμένου χρόνου με διάρκεια μέχρι 31-10-1996, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την αντιπροσώπευση της εναγόμενης στην πώληση εισιτηρίων για ατμοπλοϊκά δρομολόγια με τα πλοία της στις γραμμές Πάτρα - Ηγουμενίτσα - Κέρκυρα - Αγκόνα, Πάτρα - Ηγουμενίτσα - Κέρκυρα - Τεργέστη, Πάτρα - Ηγουμενίτσα - Μπάρι.
Επιπλέον με σχετικό άρθρο της σύμβασης τα συμβαλλόμενα διάδικα μέρη ρύθμισαν σε τμηματικές καταβολές [μηνιαίες δόσεις] την οικονομική εκκρεμότητα, η οποία ανέκυψε από την οφειλή της ενάγουσας με την αχρεώστητη παροχή από την εναγόμενη χρηματικών ποσών, που αφορούσαν επιβιβαζόμενους πελάτες και αφιξοαναχωρήσεις πλοίων (κεφαλιάτικα).
Εξάλλου, ενόσω ίσχυε η σύμβαση αυτή υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων τα από 17-1-1995 και 9-3-1995 ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία ρυθμίστηκαν άλλες οικονομικές εκκρεμότητες της ενάγουσας, που ανέκυψαν από τη συνεργασία της με την εναγόμενη και ορίστηκε ο τρόπος και η προθεσμία τακτοποίησης της οφειλής. Επίσης υπογράφηκε το από 29-10-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο παρέτειναν τη διάρκεια της μεταξύ τους σύμβασης μέχρι την 11-11-1996, ενώ μετά τη λήξη της κατά την ημερομηνία αυτή παρατάθηκε σιωπηρά η διάρκεια της σύμβασης, που εξακολούθησε έκτοτε να εκτελείται μέχρι την 18-3-1997.
Επακολούθησε η σύναψη μεταξύ των διαδίκων της από 18-3-1997 παρόμοιας σύμβασης ορισμένου χρόνου, με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την αποκλειστική αντιπροσώπευση της εναγόμενης στην πώληση εισιτηρίων για τα ατμοπλοϊκά δρομολόγια με τα πλοία της στα λιμάνια της Ιταλίας, Σλοβενίας, Κροατίας, Ουγγαρίας και στην αντιπροσώπευση [όχι αποκλειστική] αυτής στην πώληση εισιτηρίων για τα ατμοπλοϊκά δρομολόγια με τα πλοία της στα λιμάνια της Τσεχίας, Σλοβενίας, Πολωνίας.
Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε μέχρι την 30-11-1998 με ρητή πρόβλεψη διαδοχικών ετήσιων κατ' ανώτατο όριο παρατάσεων αυτής και με σκοπό τη χορήγηση στην εναγόμενη της δυνατότητας να προβεί μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα στη σύναψη άλλης σύμβασης με διαφορετικό αντιπρόσωπο και με ρητή δέσμευση για λήξη της σύμβασης με την παρέλευση του εκάστοτε συμφωνημένου χρόνου.
Επιπλέον με σχετικό όρο της σύμβασης εγγυήθηκαν την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων και ατομικά οι μοναδικοί εταίροι της ενάγουσας, Μ. Χ., νόμιμος εκπρόσωπός της και κύριος συνεταίρος και M. D. G., με ειδική μάλιστα αναφορά στις ουσιαστικές διατάξεις του ημεδαπού δικαίου των άρθρων 854 επ. ΑΚ, που ρυθμίζουν τη σύμβαση εγγυήσεως.
Παράλληλα, με το από 18-3-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό ρυθμίστηκαν εκ νέου οι οικονομικές εκκρεμότητες της ενάγουσας, οι οποίες ανέκυψαν από τη συνεργασία της με την εναγομένη και ορίστηκε ο τρόπος και η τακτοποίηση της οφειλής. Η τελευταία ως άνω σύμβαση αντιπροσώπευσης από την ενάγουσα των πλοίων της εναγόμενης έληξε τελικά την 28-3-1999, μετά την παρέλευση του εύλογου χρόνου, όπως ρητά είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, που χρειάστηκε η εναγόμενη για την έναρξη λειτουργίας άλλης μορφής συνεργασίας της και με διαφορετικά πρόσωπα προς εξυπηρέτηση των αντίστοιχων ακτοπλοϊκών γραμμών προς τα λιμάνια των ως άνω χωρών του εξωτερικού.
Την ανάγκη αυτή δημιούργησε η ανώμαλη εξέλιξη της συνεργασίας των διαδίκων κατά τα προηγούμενα έτη και προς το σκοπό αυτό αποφασίστηκε από τα αρμόδια όργανα της να συνεχιστεί ανάλογη δραστηριότητα με νεοσυσταθείσα επιχείρηση, ΑΝΕΚ LINES ITALIA, που αντιπροσώπευε έκτοτε την εναγόμενη στην Ιταλία και στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, στην οποία ήταν κύριος μέτοχος η εναγόμενη και επίσης δέχθηκε τη συνεργασία και έγινε μικρότερος μέτοχος και ο M.
D. G., πρώην συνεταίρος της ενάγουσας, ενώ η προτεινόμενη από την εναγόμενη συμμετοχή στο νέο εταιρικό σχήμα και του άλλου εταίρου, Μ. Χ., δεν έγινε αποδεκτή εκ μέρους του, εξετάζοντας αυτός μόνο την περίπτωση ο ίδιος να είναι ο κύριος μέτοχος και αποκλείοντας οποιοδήποτε άλλο ενδεχόμενο συνεργασίας με την εναγόμενη.
Είναι πρόδηλο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι στις παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις υπήρχε πεδίο διαπραγματεύσεων μεταξύ των διαδίκων, όχι μόνο για το ύψος της αμοιβής σε διαφοροποιημένο ποσοστό κάθε φορά, αλλά και σχετικά με τη ρύθμιση του πλαισίου των μεταξύ τους συμβατικών σχέσεων και των οικονομικών εκκρεμοτήτων, για τη διασφάλιση των οποίων είχαν τεθεί κατ' επανάληψη σε ισχύ όροι, από την τήρηση των οποίων είχε εξαρτηθεί η συνέχιση της συνεργασίας προς το συμφέρον και των δύο πλευρών.
Για τη δικαστική διάγνωση των οικονομικών διαφορών ανάμεσα στους διαδίκους η εναγόμενη άσκησε τις από 12-10-1999 και από 15-9-2000 αγωγές, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η απόφαση 89/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που διέταξε τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και ακόμη η εν λόγω υπόθεση παραμένει εκκρεμής προς δικαστική διάγνωση.
Σε όλες τις παραπάνω συμβάσεις περιλαμβάνεται ρητή συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών τόσο για τη δικαιοδοσία και ορίζονται αρμόδια τα Δικαστήρια των Χανίων, ως τόπος της έδρας της εναγόμενης, προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς, που τυχόν θα προκύψει κατά την εκτέλεση τους, όσο και για το εφαρμοστέο δίκαιο και ορίζεται το ημεδαπό, ως αυτό που αρμόζει από το σύνολο των ειδικών συνθηκών.
Με βάση την ως άνω έγκυρη συμφωνία των διαδίκων, που κρίνεται κατά τις διατάξεις του Ελληνικού δικονομικού δικαίου, θεμελιώνεται η διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων προς επίλυση της επίδικης ιδιωτικής διαφοράς ανάμεσα τους, που εμφανίζει στοιχεία αλλοδαπότητας, εφόσον αυτή συνδέεται με την Ελληνική πολιτεία με στοιχείο θεμελιωτικό της τοπικής αρμοδιότητας ως εκ της έδρας της εναγόμενης και του τόπου κατάρτισης της σύμβασης με την ενάγουσα και εφαρμοστέο είναι το Ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, η συμβατική σχέση, που συνέδεε τους διαδίκους ήταν η επιχείρηση πρακτορείας, με βάση την οποία η ενάγουσα είχε αναλάβει ως ναυτικός πράκτορας την αντιπροσώπευση της εναγόμενης πλοιοκτήτριας με τη διάθεση προς πώληση των εκδιδόμενων εισιτηρίων των πλοίων της, που εκτελούσαν ακτοπλοϊκά δρομολόγια στις ναυτιλιακές γραμμές των προαναφερόμενων χωρών με προορισμό τα λιμάνια τους, έναντι της συμφωνημένης προμήθειας.
Ειδικότερα, η πρώτη επίδικη σύμβαση αόριστου χρόνου, που λύθηκε με κοινή άτυπη συμφωνία κατά το έτος 1993, δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του ως άνω ΠΔ 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αφού διέπει κατά τη μεταβατική του διάταξη μόνο τις προγενέστερες του χρόνου έκδοσης αυτού συμβάσεις, που ίσχυαν κατά το έτος 1994, στις οποίες και δεν περιλαμβάνεται η εν λόγω αρχική σύμβαση, διότι είχε ήδη λήξει.
Οι λοιπές επίδικες συμβάσεις ορισμένου χρόνου λειτούργησαν κατά το συμφωνημένο χρόνο και λύθηκαν αυτοδικαίως κατά το χρονικό σημείο της λήξης τους η κάθε μία, που ήταν προκαθορισμένο και τα συμβαλλόμενα διάδικα μέρη γνώριζαν επακριβώς αυτό. Για τη λύση των επίδικων συμβάσεων με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς τους δεν χρειάζεται να γίνει δήλωση ή κάποια ενέργεια του ενός μέρους προς το άλλο ότι δεν πρόκειται να συνεχιστεί για περαιτέρω χρόνο η σύμβαση και ούτε υπάρχει ανάγκη καταγγελίας ... .
Με βάση τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε, ενιαία από την 30-11-1988 αόριστου χρόνου σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και λύση αυτής με άκαιρη και χωρίς την τήρηση προθεσμίας καταγγελία από την εναγόμενη με αντισυμβατική και ζημιογόνα συμπεριφορά για την ενάγουσα. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκαν περισσότερες αυτοτελείς συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά το σαφές και αναμφισβήτητο περιεχόμενο τους, η τελευταία από τις οποίες λύθηκε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου λήξης της, ενώ η μη ανανέωση της σύμβασης από την πλευρά της εναγόμενης δεν συνιστά ούτε αντισυμβατική ούτε καταχρηστική συμπεριφορά, αφού δεν δικαιολογείται εξακολούθηση της σχέσης τους σε συνθήκες έλλειψης εμπιστοσύνης και χωρίς πνεύμα συνεργασίας, συνεπώς είναι ουσιαστικά αβάσιμη η αξιούμενη αποζημίωση από ενδοσυμβατική ευθύνη.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι υποχρεώσεις της ενάγουσας από τις επίδικες συμβάσεις υλοποιήθηκαν με την έκδοση, πώληση και παράδοση εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων με τα πλοία της εναγόμενης για μετακινήσεις προς την Ιταλία και τις λοιπές ως άνω χώρες της Ευρώπης, καθώς η ενάγουσα δραστηριοποιήθηκε γενικά στη διεκπεραίωση των σχετικών συναλλαγών για λογαριασμό της εναγόμενης.
Η δρομολόγηση σύγχρονων πλοίων της τελευταίας στις γραμμές της Αδριατικής θεωρείται αποφασιστικής σημασίας για την επέκταση της δραστηριότητας της, που έγινε αμέσως από την αρχή απολύτως αποδεκτή και στην περιοχή αυτή, όπως συνέβαινε στην ίδια έκταση και στις γραμμές του εσωτερικού επί σειρά ετών. Επίσης η διαφημιστική προώθηση των άρτιων υπηρεσιών της με δικές της ενέργειες ήταν καθοριστική, ώστε να γίνει περισσότερο ευρέως γνωστή και επιπροσθέτως έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην απόκτηση πρωτίστως όμως στη διατήρηση της πελατείας της η εφαρμογή ανταγωνιστικής εμπορικής πολιτικής κυρίως με προσφορές στις τιμές των εισιτηρίων.
Ύστερα από αυτά, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα προσέλκυσε από δική της αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο επιχειρηματική δραστηριότητα όλους τους απαριθμούμενους ονομαστικά και περιλαμβανόμενους στα παραστατικά της έγγραφα πελάτες, μεμονωμένους ή οργανωμένους, ούτε ότι με όλους ή τους περισσότερους από αυτούς εξακολουθεί να συνεργάζεται η εναγόμενη μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους, με τη νέα πλέον μορφή και συνεχώς αυξανόμενη δραστηριότητα που έχει αναπτύξει στις ως άνω Ευρωπαϊκές χώρες.
Κυρίως όμως δεν αποδείχθηκε ότι στη διάρκεια της τελευταίας ως άνω κρίσιμης σύμβασης ορισμένου χρόνου αποκτήθηκαν νέοι πελάτες, με τους οποίους άρχισε ή συνέχισε τη συναφή δραστηριότητά της η εναγόμενη, αντίθετα αποδείχθηκε, ότι είχε πλέον εδραιωθεί στους κύκλους δράσης της και είχε ήδη καθιερωθεί στις ναυτιλιακές ατμοπλοϊκές γραμμές προς τα λιμάνια των χωρών της Ευρώπης.
Επίσης, ενόψει του είδους των υπηρεσιών της εναγόμενης αλλά και του γεγονότος ότι πραγματοποιεί κυκλικά δρομολόγια με τα πλοία της προς τα λιμάνια της Ευρώπης από τα Ελληνικά, όπου μόνο παρατηρείται σταθερή κίνηση ημεδαπών πελατών, οι οποίοι είναι σε θέση να εκφράζουν την προτίμηση τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι χαρακτηρίζονται από μονιμότητα οι λοιπές πελατειακές της σχέσεις, κάτι που παρατηρείται προεχόντως στην αντιπροσώπευση εμπορευμάτων.
Έτσι, από τη συνεκτίμηση όλων των στοιχείων δεν αποδείχθηκε, ότι η εμπιστοσύνη των πελατών γενικά της εναγόμενης κατακτήθηκε από τις ενέργειες της ενάγουσας, αντίθετα αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη επεβλήθη με την επιτυχημένη πορεία της κατά την πολυετή δράση της, που έχει προσδώσει αξιοπιστία στην επωνυμία της.
Εξάλλου, ούτε αποδείχθηκε, ότι με βάση το συμβατικό πλαίσιο συνεργασίας θεσπίστηκαν κίνητρα απόδοσης της εναγόμενης ή ότι τέθηκαν όροι στην ενάγουσα προς επίτευξη οικονομικών στόχων προς όφελος αποκλειστικά της εναγόμενης ούτε ότι υπήρξε υποχρεωτική χρηματοδότηση από την ενάγουσα προωθητικών ενεργειών προς το συμφέρον της εναγόμενης.
Επίσης δεν χρησιμοποιούσε η ενάγουσα υποχρεωτικά από τη σύμβαση διακριτικά γνωρίσματα δηλωτικά προς το επιβατικό κοινό ότι ταυτίζεται με την επιχείρηση της εναγόμενης, ούτε ανέλαβε την υποχρέωση μεταβίβασης πελατείας και ούτε δεσμεύτηκε με απαγόρευση ανταγωνισμού μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους.
Αντίθετα η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα μετά τη λύση της σύμβασης να πωλεί εισιτήρια άλλων εταιριών, δεδομένου ότι για τους ως άνω ευρωπαϊκούς προορισμούς υπάρχουν εναλλακτικές δυνατότητες με πολλές ναυτιλιακές εταιρίες και έτσι το συμβατικό πλαίσιο δεν καθιστούσε την ενάγουσα ασθενές μέρος και δεν δημιουργούσε έντονη εξάρτηση αυτής από την εναγόμενη.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης πελατείας της ενάγουσας, αφού η έννομη σχέση των διαδίκων δεν παρουσίαζε τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν τη δικαιολογητική βάση της αναλογικής εφαρμογής του ΠΔ 219/1991 και στην κατηγορία της επίδικης εμπορικής συνεργασίας.
Επομένως, είναι ουσιαστικά αβάσιμη η επίδικη αξίωση για κατ' αποκοπή αποζημίωση πελατείας, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα μέσα στην προβλεπόμενη ετήσια προθεσμία από τη λύση της σύμβασης, που θεσπίζεται με το άρθρο 17 παρ. 5 της Οδηγίας και το άρθρο 9 παρ. 2 ΠΔ 219/1991, χωρίς να καθορίζεται και συγκεκριμένος τύπος".
Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας και κατ' ουσίαν το λόγο της έφεσης, που αναφερόταν στην επιβολή των δικαστικών εξόδων και αφού εξαφάνισε την περί δικαστικών εξόδων διάταξη της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα, απέρριψε ακολούθως την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής στην ουσία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, κατηγορηματικές και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν στερείται νόμιμης βάσης, αφού οι ουσιαστικές της παραδοχές πληρούν το πραγματικό των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση αυτού ότι οι ένδικες συμβάσεις είναι συμβάσεις ναυτικής πρακτορείας, που ελέγχεται αναιρετικώς, δεν είναι πλημμελής, καθόσον στηρίζεται στις πραγματικές παραδοχές του εφετείου, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτες.
Κατά συνέπεια δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Σ, 8 και 9 του π.δ/τος 219/1991, 14 παρ. 4 Ν. 3557/2007, 174, 178, 281, 288, 361 ΑΚ είναι δε αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται από τους αριθμούς 1, 19 του άρ. 559 ΚΠολΔ με τον οικείο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του [στοιχ. 3,Β.2], αλλά και τους συναφείς 1-3 αναιρετικούς λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Ειδικότερα, ο αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένου χαρακτηρισμού της έννομης σχέσης ως σύμβασης ναυτικής πρακτορείας και όχι εμπορικής αντιπροσωπείας με παροχή υπηρεσιών είναι αλυσιτελής, εφόσον σ' αμφότερες τις περιπτώσεις εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 και δεν επηρεάζεται από τη διαφορετική υπαγωγή το διατακτικό της απόφασης.
Η προσαπτόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση, ότι παραβίασε τον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο παραλείποντας να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 1742, 1748, 1750 και 1751 του Ιταλικού Α.Κ. και τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3 και 7 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 1792/1988, είναι αβάσιμη και κατ' επέκταση κατά το πρώτο σκέλος του ο πέμπτος αναιρετικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, αφού σύμφωνα με τις προαναφερθείσες συνδέουσες τους διαδίκους συμβάσεις "αντιπροσώπευσης", αυτές διέπονταν στο σύνολό τους από το Ελληνικό Δίκαιο, το οποίο συμφωνήθηκε να εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση διένεξης, διαφοράς ή ερμηνείας αυτών.
Έτσι, η επιλογή του Ελληνικού Δικαίου από τα διάδικα μέρη υπήρξε ρητή και σαφής και στηριζόταν σε διατάξεις των συμβάσεων για το σύνολο των ανακυπτόντων θεμάτων. Παράλληλα ουδέποτε συμφωνήθηκε από τα μέρη αυτά η υπαγωγή της σύμβασης σε δίκαιο άλλο από εκείνο που τη διείπε. Επιπροσθέτως, κατά το χρόνο της επιλογής του Ελληνικού Δικαίου δεν εντοπιζόταν ούτε εστιαζόταν το σύνολο των σχετικών με την περίπτωση δεδομένων στην Ιταλία, ώστε να μη νοείται παράλειψη εφαρμογής των διατάξεων του Ιταλικού Δικαίου και να μην είναι επιτρεπτή με συμφωνία οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτές και τούτο διότι, η αναιρεσίβλητη, που ήταν η μία από τις συμβληθείσες είχε την έδρα της στην Ελλάδα και τα πλοία που πρακτορεύονταν από την αναιρεσείουσα ανήκαν στην πρώτη από αυτές, ώστε να μην εντοπίζεται το σύνολο των σχετικών με την περίπτωση δεδομένων στην Ιταλία.
Η πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον ίδιο ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο [σελ. 65 του αναιρετηρίου], αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 7, 9 και 10 του π.δ/τος 229/1995 και συγκεκριμένα, ότι αυτές παραβιάσθηκαν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά την εφαρμογή τους, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, καθόσον οι τελευταίες ρυθμίζουσες όχι τη σύμβαση ναυτικής πρακτορείας αλλά την οργάνωση και άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα δεν εφαρμόσθηκαν στην προκείμενη περίπτωση, και επομένως, ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος.
Επίσης, δεν υπήρξε σφάλμα ως προς τη δικαιοδοσία για να ιδρυθούν οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πέμπτος αναιρετικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω από τον αριθμό 1 του άρ. 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος κατά τα μέρη του, τρίτο και τέταρτο [στοιχ. 3.β.2.Α και 3.Β.2.Β], σύμφωνα με τα οποία αποδόθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, κατά πρώτον, ότι αυτή εφάρμοσε τους κανόνες των άρθρων 1, 4, 7, 9 του π.δ/τος 229/1995, το πραγματικό των οποίων αξίωσε μη αποδειχθείσες προϋποθέσεις και δέχθηκε, ότι στις επίμαχες συμβάσεις, [που τις χαρακτήρισε ως συμβάσεις ναυτικής πρακτορείας, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών], δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 και κατά δεύτερον, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε, στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφήρμοσε, εφόσον δεχόμενη, ότι η αναιρεσείουσα ήταν ναυτική πράκτορας της αναιρεσίβλητης στις χώρες Ουγγαρία, Σλοβακία, Τσεχία, παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας "ότι οι χώρες αυτές δεν έχουν θάλασσα και ως εκ τούτου ούτε θαλάσσια λιμάνια για να προσεγγίσει επιβατικό ή οχηματαγωγό θαλάσσιο πλοίο της αντίδικης" και κατ' επέκταση να μη νοείται σύμβαση ναυτικής πρακτορείας και να παραβιάζονται ακόμη μια φορά οι διατάξεις του παραπάνω π.δ/τος [229/1995], είναι αβάσιμος, αφού ερείδεται σε αναληθή προϋπόθεση, μια και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ούτε στις διατάξεις του άρθρου 229/1995 στήριξε το χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων, ούτε, στο ότι το π.δ. 219/1991 δεν εφαρμόζεται αναλογικά, κατέληξε, ενώ δεν απαιτήθηκε η χρήση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η επίκληση των οποίων γίνεται μόνον από την αναιρεσείουσα κατά τη διαμόρφωση του αναιρετικού λόγου, αφού, προηγουμένως αναληθώς και ανακριβώς υπέλαβε, ότι εφαρμόσθηκε το π.δ/μα 229/1995, κάτι, όμως, που δεν έχει συμβεί.
ΙV] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν ισχυρισμούς, που ανάγονται στην κατ` ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου, νομικούς ισχυρισμούς, επιχειρήματα ή συμπεράσματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων [ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 2166, 2176/2009], έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης διηγηματικά προς ενδυνάμωση και αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου [ΑΠ 1542/2008], ή ως λόγοι έφεσης με τους οποίους αμφισβητείται η βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου [ΑΠ 461/2004].
Εξάλλου, με το άρθρο 561 παρ. 2 εισάγεται ο κανόνας, ότι ο αναιρετικός λόγος είναι παραδεκτός, μόνον αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση [ΟλΑΠ 43/90, ΑΠ 760/04]. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής και καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο [ΑΠ 111 και 114/2009].
Ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο εφετείο τον πιο πάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ [ΑΠ 148/2006]. Στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο χρόνος και ο τρόπος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν ο ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος, και, όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εξέταζε την υπόθεση στην ουσία της, ενώ πρέπει να αναφέρονται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, όπου έγινε η επικαλούμενη παραβίαση [ΑΠ 111 και 114/2009].
Το ζήτημα πότε είναι νόμιμη η πρόταση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ερευνάται κατά περίπτωση, οπότε, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης [κύριο ή πρόσθετο] μπορούσε να γίνει και αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο εφετείο [ΑΠ 683/2005].
Ο αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος, όταν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο εκκαλών - αναιρεσείων πρότεινε τον ισχυρισμό στο εφετείο και μάλιστα με λόγο έφεσης και όχι με τις προτάσεις ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ [ΑΠ 481, 482/2005].
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον οικείο λόγο του αναιρετηρίου της [στοιχ. 3.Β.2.Γ.-] μεμφόμενη την προσβαλλόμενη απόφαση για τα ακόλουθα: "δεν έλαβε υπόψη της πράγματα, που προτάθηκαν με τις προτάσεις ενώπιον του Π.Π. Χανίων, του Εφετείου Χανίων και τον προπαρατεθέντα τρίτο λόγο έφεσης και συγκεκριμένα:
α) ότι η ενάγουσα δεν είχε την ιδιότητα του ναυτικού πράκτορα και γι' αυτό είχε τη συμβατική υποχρέωση να ορίσει και να αμείψει τρίτους ως ναυτικούς πράκτορες στα λιμάνια προσέγγισης των πλοίων της και την υποχρέωση αυτή την εκπλήρωσε διορίζοντας ναυτικούς πράκτορες στα εκεί λιμάνια, β) στην ενάγουσα είχαν ανατεθεί πέραν της έκδοσης εισιτηρίων επιβατών και οχημάτων πλείστα άλλα καθήκοντα άσχετα προς τα καθήκοντα του ναυτικού πράκτορα, τα οποία εκτελούνται μόνον εντός των λιμένων, όπως ι.
η γενική αντιπροσώπευση της εναγομένης στις χώρες ευθύνης της ενώπιον των κρατικών αρχών των χωρών αυτών με στόχο τη διεύρυνση του κύκλου εργασιών και εν γένει προώθηση των πωλήσεων της εναγομένης ή καλύτερα για όποιο ζήτημα αφορούσε την εναγομένη, ιι. η προαγωγή των συμφερόντων της εναγομένης με την εξασφάλιση συνεργασιών, ιιι.
ο διορισμός, πληρωμή, διαχειριστικός έλεγχος των δραστηριοτήτων των διαφόρων ναυτικών πρακτόρων, ιιιι. η εξυπηρέτηση των πληρωμάτων και των αξιωματικών των πλοίων, ιιιιι. Η διανομή διαφημιστικών φυλλαδίων ταξιδ. οργαν. και ταξιδ. Γραφείων, ιιιιιι. η εκπροσώπηση της εναγομένης στις εκθέσεις τουρισμού στις χώρες ευθύνης, ιιιιιιι.
η φροντίδα, παρουσίασης του διαφημιστικού υλικού της εναγομένης στα ταξιδ. Γραφεία και όλα αυτά με ένα στόχο την αύξηση της κίνησης επιβατών και οχημάτων στα πλοία της εναγομένης, γ] κανένας διάδικος δεν πρότεινε, ότι στις χώρες Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία, που δεν έχουν θαλάσσια λιμάνια ούτε δυνατότητα προσέγγισης πλοίων, αλλά και Κροατία, Σλοβενία και Πολωνία, στα λιμάνια των οποίων δεν προσεγγίζουν πλοία της εναγομένης, συνήφθη σύμβαση ναυτικής πρακτορείας μεταξύ των διαδίκων.
δ] τις πιο πάνω παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, ότι η ενάγουσα στερείται άδειας ναυτικού πράκτορα στην Ιταλία και είχε διορίσει ναυτικούς πράκτορες της εναγομένης που άμειβε η ίδια, όφειλε να εξασφαλίζει τη συνεργασία της εναγομένης με ταξιδ. οργαν., να βοηθεί πλοιάρχους και γενικά να προωθεί την κίνηση επιβατών και οχημάτων στις γραμμές της Ιταλίας, ότι αν λάμβανε υπόψη της τους παραπάνω ισχυρισμούς η προσβαλλομένη δεν θα κατέληγε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η συμβατική σχέση που συνέδεσε τους διαδίκους ήταν εκείνη της ναυτικής πρακτορείας και με βάση αυτή η ενάγουσα ανέλαβε ως ναυτική πράκτορας την αντιπροσώπευση της εναγομένης πλοιοκτήτριας με τη διάθεση προς πώληση των πωλούμενων εισιτηρίων των πλοίων της που εκτελούσαν ακτοπλοϊκά δρομολόγια στις ναυτιλιακές γραμμές των προαναφερόμενων χωρών (Ιταλία, Σλ.
Κροατ.Τσεχ. Σλοβ. Ουγγ. Πολων), αλλά στο ορθό πόρισμα, ότι συμβατικές υποχρεώσεις της ενάγουσας προς την εναγομένη ήταν, πέραν της πώλησης και παράδοσης εισιτηρίων, κάτι που έκαναν οι κατά τόπους ναυτικοί πράκτορες, η γενική αντιπροσώπευση, ι. η προώθηση του κύκλου εργασιών της εναγομένης, υπηρεσίες μάρκετιγκ που απολάμβανε επί δεκαετία, η οποία ουδεμία σχέση έχει με τις υποχρεώσεις του ναυτικού πράκτορα προς τον εφοπλιστή ή τον πλοιοκτήτη, ιι.
Ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε ελλείψει σχετικής κρατικής άδειας να ασκεί και δεν της είχαν ανατεθεί καθήκοντα ναυτικού πράκτορα, αλλά η ενάγουσα όφειλε να διορίζει άλλους ναυτικούς και λιμενικούς πράκτορες της ενάγουσας, ιιι. Ο γενικός αντιπρόσωπος όφειλε να διορίζει άλλους ναυτικούς πράκτορες στο όνομα και για λογαριασμό του εφοπλιστή, ιιιι.
Ότι στις πιο πάνω χώρες που έχουν θάλασσα ή σ' αυτές που έχουν αλλά δεν προσεγγίζουν πλοία της εναγομένης, η ενάγουσα ανατέθηκαν καθήκοντα γενικού αντιπροσώπου, πλην του διορισμού ναυτικών πρακτόρων που δεν έχουν καμιά σχέση με καθήκοντα ναυτικού πράκτορα. Λαμβάνοντας υπόψη της η προσβαλλόμενη όλα αυτά θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι συμβάσεις είναι συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας υπηρεσιών και όχι ναυτικής πρακτορείας, δεν θα απέρριπτε την αγωγή και θα την έκανε δεκτή το σύνολο".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, αφενός ως αόριστος [άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ], εφόσον δεν αναφέρεται, ότι οι παραπάνω αιτιάσεις είχαν προβληθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο όχι με τις προτάσεις αλλά με λόγο έφεσης, δεν καθορίζεται δηλαδή ο χρόνος και ο τρόπος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν ο ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος, και, όταν το δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εξέταζε την υπόθεση στην ουσία της, ενώ δεν αναφέρονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, όπου έγινε η επικαλούμενη παραβίαση, καθώς και το περιεχόμενο του ισχυρισμού που προβάλλεται ως τρίτος λόγος έφεσης και αφετέρου, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αποτελούν νομικά και πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, τα οποία δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνουν απλώς στην επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης πραγματικών ισχυρισμών, αναφερόμενα στο οντολογικό μέρος τους και τέλος δεν ιδρύει πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο προχώρησε στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθεντο με πληρότητα στην αγωγή, έστω και αν κατέληξε σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) [ΑΠ 45/2006].
V] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. [ΟλΑΠ 1/1999].
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε, όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος [ΑΠ 442/1993].
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και επανάκριση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος [ΑΠ 1736/2008, 413/1993].
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον οικείο λόγο αναίρεσης [στοιχ. 3.Β.2.Δ.] προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των τεσσάρων συμβάσεων δεχθείσα πραγματικά περιστατικά προδήλως διάφορα αυτών που αναφέρονται σε αυτά και απέδωσε λόγω διαγνωστικού σφάλματος στις τέσσερις συμβάσεις διαφορετικό περιεχόμενο από το αληθινό μετά από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμων φράσεων και περικοπών του όλου κειμένου ή τμήματος αυτού, που οδήγησαν σε διαφορετικό από αυτό που θα έπρεπε αποδεικτικό πόρισμα και ότι, αν δεν παραμορφώνονταν τα κείμενα των συμβάσεων αυτών κατά τη διάγνωση του περιεχομένου τους, θα χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας υπηρεσιών.
Ο οικείος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εξάγεται διαγνωστικό λάθος [σφάλμα ανάγνωσης], ούτε ότι το Δικαστήριο της ουσίας έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα εν λόγω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ως παραμορφωθέν.
VI]. Mε τον οικείο λόγο αναίρεσης [υπό στοιχ. 4-Β και στη σελ. 89 του αναιρετ.] η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις ακόλουθες, κατ' αυτήν, παραδοχές της: "Δέχθηκε η προσβαλλομένη, ότι "Αντίθετα αποδείχθηκε, ότι καταρτίστηκαν περισσότερες αυτοτελείς συμβάσεις ορισμένου χρόνου κατά το σαφές και αναμφισβήτητο περιεχόμενό τους, η τελευταία από τις οποίες λύθηκε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου λήξης της, ενώ η μη ανανέωση της σύμβασης από την πλευρά της εναγομένης δεν συνιστά ούτε αντισυμβατική ούτε καταχρηστική συμπεριφορά, αφού δεν δικαιολογείται εξακολούθηση της σχέσης τους σε συνθήκες έλλειψης εμπιστοσύνης και χωρίς πνεύμα συνεργασίας, συνεπώς είναι ουσιαστικά αβάσιμη η αξιούμενη αποζημίωση από ενδοσυμβατική ευθύνη:
Έτσι αναιρετέα, διότι: α) στερείται παντελώς αιτιολογίας και νόμιμης βάσης αναφορικά με την παραδοχή της, για ανεξάρτητες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων και μη καταστρατήγησης των δικαιωμάτων της ενάγουσας, που απορρέουν από τα άρθρα 8 και 9 του π.δ. 219/1991, αφού ουδόλως έλαβε υπόψη της τους πιο πάνω καταστρατηγικούς και καταχρηστικούς όρους των πιο πάνω συμβάσεων [α.1] αφού τα πιο πάνω κριτήρια, εξασφάλιση απαιτήσεων, διαπραγματεύσεις και αντισυμβατική συμπεριφορά, που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα κατά τα προρρηθέντα είναι αντιφατικά, άσχετα, ελλιπή και αναπόδεικτα [α.2] αφού δεν χρησιμοποίησε κανένα από τα πιο πάνω νόμιμα κριτήρια, τα οποία η εταιρεία μας νόμιμα προέβαλε και απέδειξε, φύση, σκοπός, λειτουργικές ανάγκες, καθολική εξάρτηση της εταιρείας μας από την αντίδικη και επιβολή σ' αυτήν αυθαίρετων όρων συναλλαγής, για να αχθεί νόμιμα στο συμπέρασμα, αν οι πιο πάνω όροι των διαδοχικών συμβάσεων μεταξύ της αντίδικης και της εταιρείας μας ήταν ή όχι καταστρατηγικοί των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991 [α.3] αφού δεν εφήρμοσε αναλογικά, ενώ αυτό επιβαλλόταν, την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, την οποία αν εφήρμοζε θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα, ότι όλοι οι πιο πάνω όροι των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων ήταν καταστρατηγικοί και άρα άκυροι με αποτέλεσμα οι διαδοχικές συμβάσεις να θεωρηθούν ως μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και [α.4] αφού παρέλειψε να εφαρμόσει ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και 2.Α.
του ν. 703/1977, η εφαρμογή των οποίων θα καταδείκνυε τους ίδιους πιο πάνω όρους καταχρηστικούς και άρα άκυρους με αποτέλεσμα, οι ίδιες διαδοχικές συμβάσεις, να θεωρηθούν ως μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, ενώ αν η προσβαλλόμενη απόφαση λάμβανε υπόψη της τα παραπάνω θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα, ότι οι μεταξύ της εταιρείας μας και της αντίδικης πιο πάνω συμβάσεις αορίστου και ορισμένου χρόνου αποτελούν μία και μοναδική σύμβαση αορίστου χρόνου, [β]) διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη της παρ. 1[α] του άρθρου 9 του π.δ. 219/91 και δέχθηκε, ότι σε περίπτωση πολυετούς συνεργασίας εντολέα και εμπορικού αντιπροσώπου, διεπόμενης από διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου και αορίστου χρόνου, για τον προσδιορισμό των νέων πελατών και τον υπολογισμό των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και των ωφελειών που διατηρεί ο εντολέας, κρίσιμο χρονικό διάστημα είναι αυτό της τελευταίας σύμβασης, ενώ αν ορθά ερμήνευε και εφήρμοζε την πιο πάνω διάταξη θα κατέληγε στην κρίση, ότι κρίσιμο μέγεθος για τον πιο πάνω προσδιορισμό και υπολογισμό, είναι η συνολική χρονική διάρκεια της συνεργασίας μεταξύ του εντολέα και του εμπορικού αντιπροσώπου και [γ] διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη της παρ. 1[β] του άρθρου 9 του π.δ. 219/91 και δέχθηκε, ότι σε περίπτωση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, που διήρκησε λιγότερο από πέντε έτη, για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου της αποζημίωσης πελατείας, χρησιμοποιείται όχι ο ετήσιος μέσος αμοιβών του αντιπροσώπου κατά το χρονικό διάστημα της διάρκειας της, αλλά ο μηνιαίος μέσος όρος του ίδιου χρονικού διαστήματος, ενώ αν ορθά ερμήνευε τις πιο πάνω διατάξεις και είχε επαρκή αιτιολογία και νόμιμη βάση θα κατέληγε στο διαμετρικό αντίθετο συμπέρασμα, ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε μία σύμβαση αορίστου χρόνου, που διήρκεσε από 1.12.1988 μέχρι τις 29.3.1999, δηλαδή για χρόνο πλέον της δεκαετίας και ότι για τον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας, που δικαιούται η ενάγουσα σε κάθε περίπτωση κρίσιμα μεγέθη είναι [α] για τον προσδιορισμό των νέων πελατών, των ωφελειών που διατηρεί η εναγομένη και των προμηθειών που χάνει η ενάγουσα, όλος ο χρόνος διάρκειας της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, εντολέα και εμπορικού αντιπροσώπου και [β] για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου αποζημίωσης, ο ετήσιος μέσος όρος προμηθειών της τελευταίας πενταετίας, που διήρκησε η συνεργασία των διαδίκων και αφού όλα τα πιο πάνω στοιχεία περιλαμβάνονται στην υπό κρίση αγωγή, θα έκρινε ορισμένη και νόμω βάσιμη την ένδικη αγωγή και δεν θα την απέρριπτε εσφαλμένα ως αόριστη.
Ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος: α) για το μέρος των αιτιάσεων αυτού κατά το οποίο υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του από τον αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου δήθεν σε παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου από τα άρθρα 8 και 9 του π.δ/τος 219/1991 πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, β) κατά το μέρος των αιτιάσεων αυτού, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια για μη αναλογική εφαρμογή των άρθρων 2Α του Ν. 703/1977 και 8 του Ν. 2112/1920, καθόσον, ο μεν πρώτος από αυτούς (703/1977) καταργήθηκε με το άρθρο 51 του Ν. 3959/2011 [ΦΕΚ Α 93/20-4-2011] και το άρθρο 2Α καταργήθηκε με το άρθρο 1 Ν.3784/2009 [ΦΕΚ Α 137/7-8-2009], το οποίο θα ετίθετο σε ισχύ μετά πάροδο τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του Ν.3784 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο δε δεύτερος τούτων [άρ. 8 του Ν. 2112/1920] δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικώς, καθόσον η επίμαχη σχέση δεν παρουσιάζει ομοιότητες προς τη σχέση που ρυθμίζεται από τον παραπάνω νόμο και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η χρησιμοποίηση ξένων και κατ` αρχάς άσχετων διατάξεων, ενώ παράλληλα η πλήρωση του νομοθετικού κενού δεν υπαγορεύεται από την ανάγκη μιας πάγιας και εξ αντικειμένου ρύθμισης, αντίθετα δε, η αναλογική επέκταση της διάταξης, χωρίς να πληρούται ένα παρόμοιο με αυτή πραγματικό, επιλεκτικά και ad hoc, οδηγεί σε ανεπίτρεπτη υποκατάσταση του δικαστηρίου στο έργο του νομοθέτη και θέτει όρους και προϋποθέσεις που υπερβαίνουν τον κατ` αναλογία εφαρμοστέο νόμο.
VΙI]. Mε τον οικείο λόγο αναίρεσης [σελ. 89 του αναιρετ.] η αναιρεσείουσα αιτιάται ως εσφαλμένη την κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης περί διαδοχικών, ανεξαρτήτων και αυτοτελών συμβάσεων και τούτο διότι: α) δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις των άρθρων 281, 25 παρ. 1 και 3 του Σ., 2Α του ν. 703/1977, 8 του π.δ. 219/1991, 8 παρ. 3 του 2112/1920 και έτσι δεν κατέληξε ορθά, ότι η πέραν των δέκα ετών συνεργασία με την κατάρτιση των ορισμένου και αορίστου χρόνου συμβάσεων, που αποτελούν μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, αξίωναν προθεσμία καταγγελίας έξι μηνών, την οποία μη τηρώντας η εναγομένη οφείλει να πληρώσει στην ενάγουσα τα διαφυγόντα κέρδη του τελευταίου μετά την καταγγελία εξαμήνου, β) και αν ακόμη οι συμβάσεις είναι ορισμένου χρόνου και πάλι η προσβαλλομένη είναι εσφαλμένη:
καθόσον β1. δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τις παρ. 2, 4 και 7 του άρ. 8 του π.δ/τος 219/1991 και απέρριψε συνολικά το κονδύλιο αποζημίωσης λόγω μη τήρησης του εξαμήνου για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας β2. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των άρ. 8 παρ. 1 του π.δ.219/1991, 25 παρ. 1 και 3 του Σ, 2α του 703/1977 αναλογικά του άρ. 8 του ν. 2112/1920 και 174 και 178, 281 του ΑΚ κατά το σημείο που θεώρησε ότι η συνέχιση της σύμβασης στο διάστημα από 1-12-1998 έως 29-3-1999 δεν απετέλεσε νέα σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία υποχρέωνε σε τήρηση προθεσμίας καταγγελίας ενός μηνός, ενώ αν ερμήνευε και εφήρμοζε ορθά τις διατάξεις έπρεπε να δεχθεί, ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων είχε τη μορφή σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου και η διακοπή έπρεπε να γίνει με καταγγελία και με τήρηση προθεσμίας τουλάχιστον ενός μήνα.
Ο προκείμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με τις αιτιάσεις του πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
VΙIΙ]. Mε τον οικείο λόγο αναίρεσης [σελ. 109 του αναιρετ.] η αναιρεσείουσα αιτιάται ως εσφαλμένη την κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης, καθόσον δέχθηκε, ότι "το περιεχόμενο των ως άνω συμβάσεων ήταν ίδιο ή παρόμοιο και απαίτησε για την αναγνώρισή τους ως μιας σύμβασης αόριστου χρόνου και την ύπαρξη πεδίου διαπραγματεύσεων και αφού πουθενά δεν προσδιόρισε αν υπήρξαν διαπραγματεύσεις και ποια ήταν η κατάληξή τους, επήλθε κάποια τροποποίηση του όρου κάποιας σύμβασης ή όχι και αν η ενδεχόμενη τροποποίηση ήταν αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ή επιβλήθηκε από άλλους παράγοντες, έχει ελλιπές αποδεικτικό πόρισμα το οποίο και εσφαλμένα υπήγαγε στις πιο πάνω διατάξεις".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον προσβάλλει τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές διαπιστώσεις του εφετείου. ΙΧ]. Mε τον οικείο λόγο αναίρεσης [σελ. 112 του αναιρετ.] η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη τις από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και ειδικότερα, ότι:
α] δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και β] δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα προσάπτει επί λέξει τα ακόλουθα: "... από τις πιο πάνω προτάσεις μας προς το Εφετείο Χανίων και τις πιο πάνω προτάσεις της αντίδικης προς το ίδιο δικαστήριο, προκύπτει [α] ότι η εναγομένη ουδέποτε αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι στην αγωγή αναφερόμενοι ονομαστικά μαζικοί πελάτες, δεν ήταν πελάτες που ανέπτυξε η ενάγουσα και εξ αυτού του λόγου κανένα προς τούτο αποδεικτικό μέσο δεν προσκόμισε, από το οποίο να προκύπτει, ότι η ενάγουσα δεν κέρδισε νέους πελάτες και κατά την διάρκεια της τελευταίας πιο πάνω σύμβασης και [β] ότι όπως προκύπτει 1.- από τα 301/2006 πρακτικά του Πολ.
Πρωτ Χανίων, που προσκομίζουμε με επίκληση και νόμιμα είχαν προσκομισθεί και ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου (σελ. 13 επ. των πιο πάνω προτάσεων μας ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου) και την σ' αυτά περιεχόμενη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, όπως προεκτέθηκε 2.- από την προσκομισθείσα με επίκληση στο δικάσαν δικαστήριο κατάσταση μαζικών πελατών της περιόδου 3.1997 - 11.1998, την οποία επίσης ουδόλως αμφισβήτησε η αντίδικη και 3.- από την πιο πάνω, όπως έχει αυτή καταγραφεί στα πιο πάνω πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η πιο πάνω κρίση της προσβαλλόμενης, ότι δεν αποδείχτηκε, ότι κατά την διάρκεια της τελευταίας χρονικά σύμβασης αποκτήθηκαν νέοι πελάτες να είναι εσφαλμένη [α] διότι από κανένα νόμιμα προσκομισθέν με επίκληση αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει η ίδια παραδοχή της απόφασης και [β] διότι δεν έλαβε υπόψη της τα πιο πάνω νόμιμα προσκομισθέντα με επίκληση από την εταιρεία μας αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις πιο πάνω καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης και την πιο πάνω κατάσταση νέων πελατών της περιόδου 3.1997 - 11.1998 με αποτέλεσμα να πρέπει η προσβαλλόμενη να αναιρεθεί ..." καθόσον, αν "είχε λάβει υπόψη της τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και δεν είχε λάβει υπόψη της τα πιο πάνω πράγματα χωρίς απόδειξη δεν θα είχε απορρίψει το σχετικό κονδύλιο της αγωγής ...
για κατ' αποκοπή αποζημίωση πελατείας, αλλά αντίθετα θα το είχε κάνει δεκτό, αφού προϋπόθεση της επιδίκασης ή όχι της αποζημίωσης αυτής αποτελεί και η ανάπτυξη - απόκτηση νέων πελατών". Ο προκείμενος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος που αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη από τον αρ. 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το εφετείο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό.
Περαιτέρω, η αμφισβήτηση από την εναγομένη των μαζικών πελατών δεν είναι πράγμα, δηλαδή αυτοτελής ισχυρισμός που κατατείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, και η σχετική αιτίαση, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμη.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος, που προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την αιτίαση από τον αρ. 11 γ' του ίδιου ως άνω άρθρου είναι αβάσιμος, καθόσον το εφετείο βεβαιώνει, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Σχετικά με τον υπό στοιχείο γ' αναιρετικό λόγο των 6-7 προσθέτων λόγων του δικογράφου των προσθέτων από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην παράλειψη λήψης υπόψη από το εφετείο των ισολογισμών της αναιρεσείουσας, αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους.
Επίσης, ο τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων, κατά τον οποίο είναι αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη της την τηλεομοιοτυπική καταγγελία της αναιρεσίβλητης, η οποία οδήγησε στη διακοπή της συνεργασίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους.
Τέλος, οι από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υπό στοιχεία α' και β' αναιρετικοί λόγοι με αριθμούς 6-7 στο δικόγραφο των προσθέτων, με τους οποίους η αναιρεσείουσα παραπονείται για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 αλλά και παράλειψη λήψης υπόψη από το εφετείο των εκεί ισχυρισμών για επελθούσα αύξηση της πελατείας της αναιρεσίβλητης και διπλού οφέλους αυτής με τη συνδρομή της πρώτης [αναιρεσείουσας], είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, καθόσον δεν επηρεάζουν ουσιωδώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού για να ασχοληθεί το εφετείο με την αύξηση της πελατείας και του διπλού οφέλους της αναιρεσίβλητης, καθώς και των σχετικών αποζημιώσεων, θα έπρεπε προηγουμένως να αποδεχθεί την ύπαρξη δικαιολογητικής βάσης για αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991, διαπίστωση στην οποία δεν κατέληξε από την έρευνα και εξέταση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση, με τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2013 αίτηση, με τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 250/2010 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700,00] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ