Legislator Case Law & Legislation
2219/2007 AI generated

2219/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2219/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 802/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 3708/1997 προδικαστική και 2891/2001 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας εφετειακής αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 31-01-2002 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 962/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 19.09.2003 κλήση τους, εκδόθηκε η 548/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση της 2891/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ήδη, με την από 26.01.2006 κλήση των αναιρεσιβλήτων φέρεται η υπόθεση προς συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, μετ' αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20.11.2006. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 03.03.2004 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την Υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη Νικολάου Γεωργίλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης κεφάλαιό της.

Legislator headnote

AI generated

2219/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, το άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατ' εμπόρων για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2219 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2219/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων: 1) Της Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρίας με την επωνυμία "....... Ο.Ε.", που έχει ήδη μετατραπεί σε Ετερόρρυθμη Εταιρία (με την επωνυμία "........ Ε.Ε"), που εδρεύει στη ....... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) .........., και 3) ........... Από αυτούς η πρώτη και τρίτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, στην οποία δηλώνεται επίσης η ως άνω νέα επωνυμία της πρώτης αναιρεσείουσας, ο δε δεύτερος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) .......... και 2) ........., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Παναγιώτης Τσόγιας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 802/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου, 3708/1997 προδικαστική και 2891/2001 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας εφετειακής αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 31-01-2002 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 962/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 19.09.2003 κλήση τους, εκδόθηκε η 548/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση της 2891/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ήδη, με την από 26.01.2006 κλήση των αναιρεσιβλήτων φέρεται η υπόθεση προς συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, μετ' αναβολή από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 20.11.2006. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 03.03.2004 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την Υπηρεσία τότε Αρεοπαγίτη Νικολάου Γεωργίλη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως ως προς τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης κεφάλαιό της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ........ έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ........, την οποία προσκομίζουν με επίκληση οι αναιρεσίβλητοι, που επέσπευσαν τη συζήτηση της υποθέσεως με την από 26-1-2006 κλήση τους, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της εν λόγω κλήσεως, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της υποθέσεως ορίσθηκε αρχικά στις 20-11-2006, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον δεύτερο των αναιρεσειόντων με κλήση του για την εν λόγω δικάσιμο (20-11-2006), κατά την οποία αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (19-11-2007), κατά τη σχετική περί τούτου215/15-12-2006 βεβαίωση της γραμματέως του δικαστηρίου τούτου. Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία κα συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο. ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, για τον οποίο η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευσή του για τη μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο (ΚΠολΔ 575 εδ. 1 και 2, 226 παρ. 4 εδ. γ'), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του δεύτερου των αναιρεσειόντων παρέχει την δικονομική δυνατότήτα στο Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του (ΚΠολΔ 576 παρ. 2 εδ. α, γ).

Ειδικότερα, με την κρινόμενη 31/4-2-2002 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 2891/26-11-2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιο αυτής περί απαγγελίας σε βάρος του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων προσωπικής κρατήσεως, ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως της επιδικασθείσης με την αυτή απόφαση κατ' αυτών χρηματικής απαιτήσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, λόγω της εμπορικής του ιδιότητας ως ομορρύθμων μελών της συνεναγομένης τους ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας και ήδη πρώτης των αναιρεσειόντων, κατά επακολουθήσασα μετατροπή της, ετερόρρυθμης εταιρείας. Με την έννοια αυτή και ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα :

Ι. Kατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον ν' ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση ένεκα του σφάλματος το οποίο δι' αυτής προσάπτεται. Κατά συνέπεια η ένδικη αίτηση αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη κατά την άσκησή της από την πρώτη των αναιρεσειόντων, που δεν συνδέεται με το προσβαλλόμενο κεφάλαιο της προσωπικής κρατήσεως των συνεναγομένων της ομορρύθμων μελών, για έλλειψη της επιτρεπτής αυτεπαγγέλτως ερευνωμένης διαδικαστικής προϋποθέσεως της υπάρξεως εννόμου προς τούτο συμφέροντος (ΚΠολΔ 68, 73, 577 παρ.

παρ. 1, 2). 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται, ως απαράδεκτος, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, προεχόντως σε συνέπεια με την εκτίμηση ότι οι επικαλούμενες προς τούτο αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως (αδιαφορία της πρώτης των εναγομένων ομόρρυθμης εταιρείας για την εξόφληση της προς το ΙΚΑ οφειλής της παρά την οικονομική προς τούτο δυνατότητά της και παράλληλα οικονομική αδυναμία των συνεναγομένων ομορρύθμων μελών της σε καταβολή εντός δύο μηνών ποσού 10.200.000 δρχ.) αναφέρονται στο, μη προσβαλλόμενο κεφάλαιο της κατ' αυτών από την αιτία αυτή χρηματικής απαιτήσεως των εναγόντων και ειδικότερα στην ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων για την επαύξηση αυτής από το ποσό των 10.200.000 δρχ.

σε εκείνο των 15.000.000 δρχ., και με την έννοια αυτή ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν συνδέεται με το κεφάλαιο της προσωπικής κρατήσεως, κατά το οποίο διώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, και η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι εκ πλαγίου παραβιάσθηκε.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Επακολούθησε ο ν. 2462/1997, με τον οποίο κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα" που συνήφθηκε μεταξύ των κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1996 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση. Η ίδια η διατύπωση του κανόνα αυτού, δηλώνει λεκτικά και διανοητικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.

Συνεπώς, το άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατ' εμπόρων για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1α και 338 ΚΠολΔ, που ρυθμίζουν αντίστοιχα ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτά δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει την δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του.

Αντίστοιχα δε, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία διατάσσεται η προσωπική κράτηση εμπόρων για εμπορική οφειλή, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει στις πραγματικές παραδοχές της και ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, από κακοπιστία δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του (Α' Ολ.

ΑΠ 23/2005). Επομένως ο απομένων προς έρευνα πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του παραπάνω μνημονευομένου Διεθνούς Συμφώνου, με την έννοια ότι απήγγειλε την προσωπική κράτηση του δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων, λόγω της εμπορικής αυτών ιδιότητας, χωρίς παράλληλα να διαλαμβάνει στις αιτιολογίες της ότι, παρά την οικονομική τους δυνατότητα, δολίως αποφεύγουν την εκπλήρωση της αντίστοιχης συμβάσεως για χρεώσεις τους, ελέγχεται ως αβάσιμος.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 31/4-2-2002 αίτηση αναιρέσεως κατά της 2891/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις . Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ