Supreme Court quashes defamation verdict for lack of specific and detailed reasoning under Criminal Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Second Instance Court's conviction for defamation due to a lack of specific and detailed reasoning required by law. The defendant argued that the lower court failed to substantiate its findings with concrete facts regarding the defendant's knowledge of the falsity of the claims. Consequently, the court remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 362 and 363 of the Penal Code; Article 510(1)(d) of the Criminal Procedure Code: A criminal conviction for defamation is void if the judgment lacks the specific and detailed reasoning mandated by the Constitution and the Criminal Procedure Code, particularly regarding the defendant's intent and knowledge of falsity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2219 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 2219/2006
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα και Θεοδώρα Γκοϊνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δάμη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 346/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) X1, 2) X2 και 3) X3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χριστόφορο Καπαρουνάκη.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 950/2006.
Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προΫποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον.
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια.
Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί, δηλαδή, ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος.
Περαιτέρω, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως, κατά τα ανωτέρω, επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσος δηλαδή δόλος, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 346/2006 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τόσο οι εγκαλούντες όσο και ο κατηγορούμενος είναι εταίροι της εταιρίας "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΠΕ", διαχειριστής της οποίας είναι ο τελευταίος.
Κατά μήνα Φεβρουάριο του έτους 1999, όταν η εγκαλούσα X1 επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο γραφείο της εταιρίας, δημιουργήθηκε μεταξύ τους επεισόδιο. Συγκεκριμένα, όταν προσφέρθηκε στην άνω εγκαλούσα ποσό 1.000.000 δραχμών, το οποίο κατά την άποψη του κατηγορουμένου αντιστοιχούσε στα κέρδη της από τη λειτουργία της εταιρίας, εκείνη αντέδρασε, ισχυριζόμενη ότι το ποσό που δικαιούται για την αιτία αυτή είναι μεγαλύτερο.
Η αντίδρασή της έγινε εντονότερη όταν ο ταμίας της επιχειρήσεως, κατ' εντολή του κατηγορουμένου, της ζήτησε να υπογράψει απόδειξη για 3.000.000 δραχμές. Στις διαμαρτυρίες της ο τελευταίος απάντησε ότι "φύγε από εδώ, είσαι κλέφτρα και συ, η μάνα σου και ο αδελφός σου". Παρούσα στο συγκεκριμένο επεισόδιο ήταν η εξετασθείσα μάρτυρες κατηγορίας ....., η οποία και το επιβεβαίωσε.
Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος επέδωσε στην εγκαλούσα X3 (18-2-1999) την από 18-2-1999 εξώδικη δήλωση, την οποία υπογράφει με την ιδιότητα του διαχειριστή της πιο πάνω εταιρίας. Στη δήλωση αυτή, που ας σημειωθεί, κοινοποιήθηκε στους λοιπούς των εγκαλούντων X1 και X2, διαλαμβάνονται μεταξύ άλλων και τα εξής: ".....διεπιστώσαμεν ότι συστηματικώς και καθημερινώς μεταφέρετε εις την παρακείμνον της κλινικής οικίαν σας.....τρόφιμα και άλλα οικιακά είδη και εν γένει εφόδια εις σημαντικάς ποσότητας......διαπράξατε κατ' εξακολούθησιν επί δέκα πέντε (15) συνεχή έτη.......με αποτέλεσμα την λίαν σημαντικήν ζημίαν της εταιρίας ανερχομένην......εις 100.000.000 δραχμές, υπολογιζομένης της ζημίας της κλινικής εις σημερινές δραχμές.
Τ' ανωτέρω πράξατε εν γνώσει και με την βοήθειαν και των παιδιών σας, τα οποία καθημερινώς επωφελούντο εκ των εν λόγω παρανόμων πράξεών σας, αρχικώς μεν όταν διέμενον μεθ' υμών και εν συνεχεία δε όταν η θυγάτηρ σας απεμακρύνθη εκ της οικίας σας, δια της μεταφοράς μέρους των πραγμάτων αυτών εις την οικίαν της......".
Των πιο πάνω ισχυρισμών του κατηγορουμένου έλαβαν γνώση στη μεν πρώτη περίπτωση η μάρτυς ....., στη δε δεύτερη περίπτωση ο ενεργήσας τις επιδόσεις δικαστικός επιμελητής και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων. Τα γεγονότα αυτά, που ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος για τους εγκαλούντες ήταν βλαπτικά για την τιμή και την υπόληψή τους και ψευδή και εκείνος το γνώριζε.
Άλλωστε, δεν ήταν δυνατό επί δέκα πέντε (15) έτη να αφαιρούνται από τους εγκαλούντες τρόφιμα και άλλα κινητά πράγματα της εταιρίας και τούτο να μην έχει γίνει αντιληπτό από τον κατηγορούμενο ή άλλους υπαλλήλους της εταιρίας. Ο ίδιος, απολογούμενος, υποστήριξε ότι γνώριζε για την κλοπή των υλικών και την αποδεχόταν, επειδή η εγκαλούσα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, ισχυρισμός, όμως, που δεν κρίνεται από το Δικαστήριο πειστικός.
Κατόπιν αυτών, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση και κατά συρροή". Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη.
Με βάση, όμως, τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, σε σχέση με την πρώτη από τις πιο πάνω μερικότερες πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που έλάβε χώρα κατά μεν το σκεπτικό της αποφάσεως το μήνα Φεβρουάριο 1999, κατά δε το διατακτικό αυτής στις 18-2-1999, δεν μνημονεύονται καθόλου στο σκεπτικό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή εν προκειμένω των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της εν λόγω πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπως περιγράφεται η πράξη αυτή στο διατακτικό της αποφάσεως, αλλά αναφέρεται μόνο, σε αντίφαση με αυτό, ο χαρακτηρισμός από τον κατηγορούμενο των εγκαλούντων ως κλεπτών, χωρίς όμως να επιστηρίζεται ο χαρακτηρισμός αυτός επί συγκεκριμένων πραγματικών γεγονότων.
Προς τούτοις, αναφορικά με τη δεύτερη από τις άνω μερικότερες πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τελέσθηκε με την ειρημένη εξώδικη δήλωση του κατηγορουμένου, δεν υπάρχει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (αλλ' ούτε και στο συμπληρούν αυτό διατακτικό της) ειδική αιτιολογία του άμεσου δόλου του αναιρεσείοντος με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν και εντεύθεν να θεμελιώνουν την υπ' αυτού γνώση της αναλήθειας των άνω συκοφαντικών πραγματικών γεγονότων που αυτός ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων.
Σε σχέση δε με το στοιχείο αυτό του άμεσου δόλου, δηλαδή της γνώσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση περιορίζεται να παραθέσει, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό, απλώς την περιεχόμενο στη νόμο φράση "εν γνώσει", χωρίς όμως να εκθέτει συστηματικώς και να αιτιολογεί από ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η γνώση αυτή.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγου αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων της, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 346/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και, ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 22 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ