2218/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2218/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως περιστατικά νοούνται συγκεκριμένα συμβάντα του εξωτερικού ή εσωτερικού κόσμου, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, είναι δεκτικά απόδειξης και είναι αντικειμενικά ψευδή, με την έννοια ότι είτε δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική πραγματικότητα είτε είναι αντίθετα ή διαφορετικά με όσα ο μάρτυρας γνωρίζει από δική του αντίληψη ή πληροφόρηση τρίτων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2218 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2218/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπατσώρη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 393/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.12.2017 και με αριθ. καταθ. 43/2017 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1644/2017.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 4-12-2017 και με αριθμ. καταθ. 43/2017 δήλωση αίτηση του Α. Γ. του Δ. κατατεθείσα στις 6-12-2017, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 393/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο Ειδικό βιβλίο (άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 27-11-2017 και με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, με το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της.
Κατά το άρθρο 224 παρ 2 ΠΚ, τιμωρείται με φυλάκιση ενός έτους όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψευδή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται:
α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατατέθηκαν να είναι αναληθή και γ) ύπαρξη άμεσου δόλου, ο οποίος συνίσταται στο ότι ο μάρτυρας γνωρίζει (με την έννοια της συνειδητής βεβαιότητας) ότι τα περιστατικά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι αυτός γνωρίζει τα αληθή περιστατικά, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Ως περιστατικά νοούνται συγκεκριμένα συμβάντα του εξωτερικού ή εσωτερικού κόσμου, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, είναι δεκτικά απόδειξης και είναι αντικειμενικά ψευδή, με την έννοια ότι είτε δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική πραγματικότητα είτε είναι αντίθετα ή διαφορετικά με όσα ο μάρτυρας γνωρίζει από δική του αντίληψη ή πληροφόρηση τρίτων.
Δυσμενείς γνώμες, κρίσεις, πεποιθήσεις ή χαρακτηρισμοί του μάρτυρα έχουν έννομη σημασία μόνο αν συνάπτονται άμεσα με τα περιστατικά που κατέθεσε και συνδιαμορφώνουν παράσταση συγκεκριμένης πράξης ή συμπεριφοράς, που επιδέχεται απόδειξη. Επιπλέον πρέπει τα περιστατικά που κατατέθηκαν να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με εκκρεμή υπόθεση και να μπορούν να ασκήσουν, έστω και μικρή, επιρροή στην αναμενόμενη δικαστική κρίση, άσχετα αν πράγματι άσκησαν ή όχι.
Ειδικότερα, πρέπει τα περιστατικά αυτά είτε να εμπίπτουν στο αποδεικτικό θέμα, αν πρόκειται για πολιτική δίκη ή να αφορούν τα στοιχεία του διωκόμενου εγκλήματος, αν πρόκειται για ποινική δίκη είτε να συνδέονται αναπόσπαστα με περιστατικά που εμπίπτουν στο αποδεικτέο θέμα ή αφορούν τα στοιχεία του εγκλήματος, είτε να αναφέρονται στον προσδιορισμό της προσωπικότητας ή της διαγωγής του κατηγορουμένου.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όταν το σκεπτικό-αιτιολογικό της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία μόνο εφόσον το διατακτικό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά και καταδικαστικής κρίσης σε τέτοια έκταση και πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν έχει τη μορφή του ενδεχομένου δόλου ή ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως η τέλεση της με γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος).
Αυτό συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του οποίου όπως ήδη σημειώθηκε, απαιτείται άμεσος δόλος. Η ύπαρξη του άμεσου δόλου και η γνώση του ψευδούς γεγονότος είτε πρέπει να αιτιολογείται ρητά και ειδικά στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των συγκεκριμένων περιστατικών, που θεμελιώνουν υπαγωγικά και δικαιολογούν τη σχετική κρίση, είτε πρέπει (η γνώση του ψευδούς) να συνάγεται σαφώς ως αυτονόητη ή αναγκαία από τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχτηκαν.
Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική αιτιολογία. Όμως, σε περίπτωση που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της απόφασης ρητή και ευθεία παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε προσωπική γνώση ή αντίληψη των αληθών γεγονότων (που πάντοτε υποκρύπτονται υπό τα ψευδή γεγονότα) και, ως εκ τούτου, είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του, που μεταβάλλει ή παραποιεί τα αληθή, καθώς και σε περίπτωση που το γεγονός που περιέχεται στον ψευδή ισχυρισμό και συνιστά το αντικείμενο του., είναι ενέργεια ή παράλειψη του ίδιου του υπαιτίου ή συνδέεται αναπόσπαστα με το πρόσωπο του, ώστε αυτός να έχει, κατά λογική αναγκαιότητα, άμεση αντίληψη της αλήθειάς του, οπότε η δικαστική διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο σχετικός ισχυρισμός (για το γεγονός αυτό) είναι ψευδής, ενέχει αυτονοήτως και τη διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη συγκεκριμένη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν αυτή παραβιάζεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, υπάρχουν ασαφείς αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και να μην έχει η απόφαση νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008, 635/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το, δικάσαν σε δεύτερο βαθμό, Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 393/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ), είδος αναφέρει (ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας, αναγνωσθέντα έγγραφα και αιτιολογία του κατηγορουμένου) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
"Ο Ι. Κ. ήταν πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Α.Β.Ε.Τ.Ε.". Η ως άνω εταιρεία είχε συναλλαγές με την εταιρεία "Δ.-ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", της οποίας μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου ήταν ο Π. Δ., ο Β. Δ. και ο κατηγορούμενος. Στα πλαίσια της συνεργασίας των εταίρων, ο Π. Δ. είχε εκδώσει τη με αριθμό ...
μεταχρονολογημένη επιταγή, ποσού 7.400 ευρώ, σε διαταγή του Ι. Κ., ο οποίος ακολούθως τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρία του και η τελευταία την εμφάνισε νομίμως προς πληρωμή, αλλά αυτή δεν πληρώθηκε, λόγω ελλείψεων διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του εκδότη. Η εταιρία άσκησε σε βάρος του Π.
Δ. τη με αριθμό καταθέσεως 17247/2005 αγωγή σε βάρος του εκδότη, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και κατά τη συζήτηση της αγωγής στις 21-5-2007 ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι εξόφλησε την επιταγή και προσκόμισε τρεις εξοφλητικές αποδείξεις, ύψους 1.800, 2.500 και 3.000 ευρώ που φέρονταν ότι εκδόθηκαν από τον ήδη αποβιώσαντα Ι.
Κ. το έτος| 2002. Αποδείχθηκε ωστόσο ότι οι ως άνω αποδείξεις δεν συντάχθηκαν, ούτε υπογράφηκαν από τον Ι. Κ. και με τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε και ο Π. Δ. καταδικάστηκε για το αδίκημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου και' εξακολούθηση και της απάτης στο δικαστήριο, με τη με αριθμό 1457/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας με αριθμό 5988/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ομοίως καταδικαστικής.
Κατά την εκδίκαση της ποινικής υποθέσεως στις 31-1-2013 στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο κατέθεσε ενόρκως ως μάρτυρας υπερασπίσεως ο κατηγορούμενος, φίλος και συνεργάτης του Π. Δ. και μέλος του ΔΣ της εταιρίας του. Καταθέτοντας ο κατηγορούμενος ανέφερε επί λέξει τα εξής: "γνωρίζω τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ...
ο Ι. Κ. και ο Β. Δ. ήταν φίλοι ... συναντιόντουσαν συχνά σε ένα καφενείο στους ... ... όσες φορές ήμουν εκεί τους είδα να βάζουν κάποιες υπογραφές ... έγινε δικαστήριο για την επίδικη επιταγή και εκεί ο Δ. προσκόμισε εξοφλητικές αποδείξεις με την υπογραφή του Ι. Κ. ... ήμουν μαζί τους και είδα τον Ι. Κ. να παίρνει χρήματα από το Β.
Δ. και στη συνέχεια να υπογράφει αποδείξεις για την επίδικη επιταγή ... . Η ως άνω κατάθεσή με αριθμό .../2012 του ήταν ψευδής, ενώ το αληθές είναι ότι οι επίμαχες αποδείξεις δεν ήταν γνήσιες αλλά πλαστές και ότι ουδέποτε ο Ι. Κ. είχε εκδώσει και υπογράψει αυτές τις αποδείξεις εξόφλησης για την με αριθμό ... ακάλυπτη επιταγή της Τράπεζας ΑΣΠΙΣ, ο δε κατηγορούμενος προέβη στην εν λόγω ψευδή ένορκη κατάθεση εν πλήρη γνώσει της αναλήθειάς της, αφού γνώριζε ότι η επίδικη επιταγή δεν εξοφλήθηκε και ότι υπήρχε ακόμη στα αρχεία της εταιρίας του Κ.
και όχι της εταιρίας του Δ. . Μάλιστα ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε οποιοδήποτε δισταγμό ή ενδοιασμό σχετικά με το γεγονός ότι οι προσκομιζόμενες αποδείξεις αφορούσαν την επιταγή για την οποία ασκήθηκε η αγωγή στο Ειρηνοδικείο, αλλά κατέθεσε με απόλυτη σαφήνεια ότι αφορούσαν την επιταγή αυτή και τα χρήματα δόθηκαν ενώπιον του.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος του της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ωστόσο το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μετά την πράξη του και, ως εκ τούτου, αναγνωρίζει την ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται στο άρθρο 84 παρ. 2ε ΠΚ.
Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στη ..., στις 31-1-2013, εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει συγκεκριμένα στον άνω τόπο και χρόνο εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας υπεράσπισης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά την εκδίκαση, της εφέσεως του Π.
Δ. του Π. κατά τη με αριθμό 5988/7-3-2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία αφορούσε την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων της χρήσης πλαστού εγγράφου και της απάτης στο δικαστήριο και συγκεκριμένα τη χρήση τριών πλαστών εξοφλητικών αποδείξεων εκ μέρους του εκκαλούντος, οι οποίες φέρονταν εκδοθείσες από τον Ι.
Κ., σύμφωνα με τις οποίες αυτός (ο εκκαλών) είχε εξοφλήσει πλήρως την προερχόμενη από την με αριθμό ... ακάλυπτη επιταγή, απαίτηση του τελευταίου, κατέθεσε ενόρκως επί λέξει τα εξής: "γνωρίζω τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ο Ι. Κ. και ο Β. Δ. ήταν φίλοι ... συναντιόντουσαν συχνά σε ένα καφενείο στους ... ... όσες φορές ήμουν εκεί τους είδα να βάζουν κάποιες υπογραφές ...
έγινε δικαστήριο για την επίδικη επιταγή και εκεί ο Δ. προσκόμισε εξοφλητικές αποδείξεις με την υπογραφή του Ι. Κ. ... ή μουν μαζί τους και είδα τον Ι. Κ. να παίρνει χρήματα από το Β. Δ. και στη συνέπεια να υπογράφει αποδείξεις για την επίδικη επιταγή ... Η ως άνω κατάθεσή του είναι ψευδής, ενώ το αληθές είναι ότι οι επίμαχες αποδείξεις δεν ήταν γνήσιες αλλά πλαστές και ότι ουδέποτε ο Ι.
Κ. είχε εκδώσει και υπογράψει αυτές τις αποδείξεις εξόφλησης για την με αριθμό ... ακάλυπτη επιταγή της Τράπεζας ΑΣΠΙΣ, ο δε κατηγορούμενος προέβη στην εν λόγω ψευδή ένορκη κατάθεση εν πλήρη γνώσει της αναλήθειάς της.
ΔΕΧΕΤΑΙ το Δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. (84 παρ. 2 εδ. ε' Π Κ.) Με αυτές τις παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, για το οποίο κηρύχτηκε ένοχοι και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τις νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.
Ια', 27, 224 παρ. 2-1, 227 ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, και δεν παραβίασε με ευθύ η πλάγιο τρόπο, στερώντας δηλαδή την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλες οι ουσιώδεις και αναγκαίες παραδοχές για τη θεμελίωση των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξεως για την οποία κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο τρόπος, τόπος, χρόνος και οι λοιπές περιστάσεις τέλεσης του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν όλα υπόψη και συνεκτιμήθηκαν στο σύνολο τους, και όχι επιλεκτικά, για τη συναγωγή των σχετικών παραδοχών και τη διαμόρφωση του πορίσματος ενοχής, οι δε αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης είναι αβάσιμες.
Συγκεκριμένα αναφέρονται: α) η αρμόδια να ενεργεί εξέταση αρχή (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης) ενώπιον οποίου εξετάστηκε ενόρκως ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, β) τα ψευδή γεγονότα που αυτός ενόρκως κατέθεσε, γ) τα αληθή περιστατικά που γνώριζε και αντ' αυτών βεβαίωσε τα ψευδή και δ) αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος αυτού δεδομένου ότι η αλήθεια των όσων αυτός ισχυρίστηκε στην επίμαχη ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του Τριμελές Πλημ/κείου Θεσ/νίκης κατά την εκδίκαση εφέσεως του Π.
Δ. κατά αποφ. του Μον. Πλημ. Θεσ/κης που είχε κηρυχθεί ένοχος για χρήση πλαστού εγγράφου ότι είχε προσωπική αντίληψη για την εξόφληση της επιταγής, αφού κατέθεσε ότι ενώπιον του έγινε η καταβολή των χρημάτων και η υπογραφή των αντιστοίχων εξοφλητικών αποδείξεων ως τούτο συνάγεται τόσο από το περιεχόμενο των όσων ισχυρίστηκε, όσο και από τη φύση της συγκεκριμένης υποθέσεως στηρίζεται σε προσωπική του αντίληψη και πεποίθηση με αυτονόητη (κατά συνέπεια τη σχετική γνώση του περί της αναληθείας τους, ώστε να μην απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών, με τη γνώση αυτή περιστατικών.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση: α) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων των παραδοχών ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα για την καταδικαστική της κρίση (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ ΚΠΔ) και β) για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ), και ειδικότερα λόγω ελλείψεων των παραδοχών της προσβαλλομένης για την ύπαρξη του άμεσου δόλου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές περιεχόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις, οι οποίες με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Μετά από όλα αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476 παρ. 1 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2017 και με αριθμ. κατ. 43/2017 αίτηση του Α. Γ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 393/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ