2218/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2013 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/3/2014 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2218/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι)Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωση περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1998).
Full text
Απόφαση 2218 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2218/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Κ., 2) Τ. συζύγου Γ. Κ., το γένος Θ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδημητράκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: G. (Γ.) L. (Λ.) του H., κατοίκου ..., προσωρινά διαμένοντος στην …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Λεκέα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2013 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/3/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 29/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 120/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι)Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωση περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1998).
Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (Ολ.ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.
Ο ισχυρισμός περί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως επίσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος.
Στη προκειμένη περίπτωση προσβάλλεται η αιτίαση, όπως άλλωστε είχε προταθεί στο πρωτοδικείο και στο Εφετείο, περί αοριστίας της αγωγής και ειδικότερα στο ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε το Δικαστήριο απαράδεκτη την αγωγή. Όπως όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) εκτίθεται σ'αυτό με πληρότητα οι ενέργειες ενός εκάστου των εναγομένων, που ανάγονται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ της αστικής μορφής απάτης από κοινού, που διέπραξαν εις βάρος του αναιρεσιβλήτου καθώς και οι ημερομηνίες καταβολής εκάστου χρηματικού ποσού ως και ο σκοπός καταβολής (αγορά, τίμημα ακινήτου, έξοδα μεταβίβασης, αμοιβή για τα σχέδια μηχανικού και συμβολαιογράφου, έξοδα κατασκευής έργου κ.λπ.) και ως εκ τούτου η αγωγή περιέχει όλα τα κατ'άρθρον 111 παρ.2, 118 παρ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ στοιχεία, με σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά των εναγομένων, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και με ορισμένο αίτημα.
Επομένως το Εφετείο δεν έσφαλε κρίνοντας την ένδικη αγωγή, όπως άλλωστε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορισμένη και περαιτέρω νόμιμη και παραδεκτή. Γι'αυτό ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ)Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και αναίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ'εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της υγείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 330 και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημιώσεως ή και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής, προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ ορισμένη, είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλομένης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης που προκλήθηκαν.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου. (ΑΠ 174/2005, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 118/2006).
Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξης της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνιστάται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί η όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1796/2012).
Εξάλλου πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, τη συγκεκριμένη ζημιά ή αναλόγως ηθική βλάβη.
Αδικοπρακτική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147 - 149 ΑΚ και με το άρθρο 386 ΠΚ, αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί, με κάθε μέσο ή τέχνασμα, σφαλερή αντίληψη σε άλλον ως προς τα γεγονότα, εξ αιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το απατηλό μέσο που χρησιμοποιήθηκε, υπήρξε αποφασιστικό για τη δήλωση της βούλησης ή την επιχείρηση της πράξης (ΑΠ 1516/1999).
Είναι έτσι αδιάφορο, αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήταν η μοναδική αιτία της πλάνης, ούτε αποκλείει τον μεταξύ τους ουσιώδη σύνδεσμο το γεγονός ότι σ'αυτή συνέβαλε και η αμέλεια ή η ελαφρότητα του εξαπατηθέντος, με την έννοια ότι η πλάνη δεν θα δημιουργείτο σ'ένα προσεκτικότερο άτομο (ΑΠ 16/2005). Η ψευδής παράσταση που συνιστά την απάτη μπορεί να αφορά και σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με την απόκρυψη ή την αποσιώπηση κρίσιμων γεγονότων αναγόμενων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 802/2013, ΑΠ 1516/1989).
Τέλος η έννοια του δόλου προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 27 ΠΚ και συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς (ΑΠ 890/2010).
ΙΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται δε όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κ.λπ.), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμα ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κ.λπ έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν. (Ολ.ΑΠ 27-28/1998).
Ο προβλεπόμενος δε από το αρθ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 3/97 και 13/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση και σχετικά με τους αναιρετικούς λόγους που αφορούν αιτιάσεις κατ'αρθρ.559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ το δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτο περί αυτού κρίση του τα κάτωθι: "Ο εφεσίβλητος, ο οποίος είναι Γερμανός υπήκοος, έχοντας πρόθεση να αγοράσει ακίνητο στην Ελλάδα και να ανεγείρει επ' αυτού εξοχική κατοικία, στις αρχές του έτους 2006 απευθύνθηκε στη γνωστή του Μ.
Σ., επίσης Γερμανίδα υπήκοο, η οποία διατηρούσε μεσιτικό γραφείο στη Γερμανία. Κατά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2006 η εν λόγω μεσίτρια του υπέδειξε διάφορα ακίνητα στη Χρυσοκελλαριά Μεσσηνίας και τον παρέπεμψε στους εκκαλούντες, οι οποίοι είναι σύζυγοι και ο πρώτος από αυτούς ασχολείται με οικοδομικές εργασίες, προκειμένου να του επιδείξουν επί τόπου τα ακίνητα.
Προς το σκοπό αυτό ο εφεσίβλητος επισκέφθηκε την Ελλάδα στις αρχές Μαρτίου του 2006 και ήρθε σε επαφή με τους εκκαλούντες, οι οποίοι του υπέδειξαν ένα συγκεκριμένο, μη αρδευόμενο αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "Αμπέλια" του δημοτικού διαμερίσματος Χρυσοκελλαριάς του δήμου Κορώνης, εκτάσεως 4.659,10 τ.μ.
Το ακίνητο αυτό αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου 9.271,38 τ.μ., ιδιοκτησίας του Α. Κ. και ο εφεσίβλητος που το βρήκε της αρεσκείας του, συμφώνησε στην αγορά του. Κατόπιν τούτου οι εκκαλούντες, χωρίς να φέρουν σε επαφή τον υποψήφιο αγοραστή με τον πωλητή, συνέταξαν στο όνομα της δεύτερης εξ αυτών το υπ' αριθ. .../3.3.2006 προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου του Συμβολαιογράφου Πεταλιδίου Στεφάνου Δικαιουλάκου, με το οποίο ο ιδιοκτήτης και πωλητής του ακινήτου Α.
Κ. προσυμφώνησε να πωλήσει και μεταβιβάσει το μείζον ακίνητο είτε στην ίδια είτε σε οποιονδήποτε τρίτο καθ' υπόδειξη της, έναντι τιμήματος 20.000 ευρώ. Ωστόσο στον εφεσίβλητο, αποκρύπτοντας το εν λόγω προσύμφωνο, παρέστησαν ψευδώς, ότι για το τμήμα του ακινήτου των 4.659,10 τ.μ., που θα μεταβιβάζονταν σ’ αυτόν, το απαιτούμενο από τον πωλητή τίμημα ανέρχονταν στο ποσό των 32.000 ευρώ, ποσό με το οποίο συμφώνησε ο τελευταίος.
Ακολούθως, εν όψει της άμεσης αναχώρησης του εφεσίβλητου για την πατρίδα του, συμφώνησαν την 7-3-2006 να συμβληθεί για λογαριασμό του, ως αντιπρόσωπος και πληρεξούσιος του η δεύτερη των εκκαλούντων. Την ίδια ημέρα, ο εφεσίβλητος με σύμβαση έργου και εντολής, που κατήρτισε με τον πρώτο των εκκαλούντων, του ανέθεσε και ο τελευταίος ανέλαβε να κατασκευάσει εντός του ακινήτου πέτρινη οικία, καθώς και να προβεί στις ακόλουθες εργασίες:
α) να κατασκευάσει βάση τροχόσπιτου 7X10 μ. με τίμημα 7.000 ευρώ, β) να επιστρώσει το δρόμο για την πρόσβαση στο ακίνητο με τίμημα 1.000 ευρώ, γ) να κατασκευάσει βόθρο με τίμημα 2.000 ευρώ, σ) να προβεί στη σύνδεση του με το δίκτυο ύδρευσης με τίμημα 4.000 ευρώ, ε) να κατασκευάσει περίφραξη με γαλβανισμένο σύρμα και μάντρα με τίμημα 4.000 ευρώ, στ) να κατασκευάσει δεξαμενή ύδατος με τίμημα 2.000 ευρώ, ζ)να καθαρίσει το ακίνητο με τίμημα 500 ευρώ, η) να καταβάλει τα συμβολαιογραφικά έξοδα, τα οποία προσδιόρισαν περίπου στο ποσό των 1.000 ευρώ, θ) να καταβάλει το φόρο μεταβίβασης του ακινήτου εκ 4.000 ευρώ περίπου και ι) να φροντίσει για τη σύνταξη τοπογραφικού του ακινήτου με τίμημα 1.000 ευρώ.
Προς τούτο συνέταξαν στη Γερμανική γλώσσα, την οποία ο πρώτος των εκκαλούντων γνώριζε άριστα και το από 7.3.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό, που φέρει τις υπογραφές των συμβαλλομένων, στο οποίο αναφέρονται όλες οι παραπάνω εργασίες με την αξία τους, ο δε εφεσίβλητος του κατέβαλε έναντι αυτών την ίδια μέρα και το ποσό των 18.000 ευρώ σε μετρητά.
Προς απόδειξη μάλιστα του γεγονότος αυτού τέθηκε στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και δίπλα από κάθε ποσό η ένδειξη στη Γερμανική γλώσσα "πληρώθηκε", παραπλεύρως δε αυτής και ξεχωριστά για κάθε κονδύλιο υπέγραψαν ιδιοχείρως και οι δύο συμβαλλόμενοι. Εξ άλλου, την επομένη ημέρα (8.3.2006) ο εφεσίβλητος προσυπέγραψε και το από ίδια ημερομηνία υπ'αριθ. ...
πληρεξούσιο του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, με το οποίο εξουσιοδότησε την δεύτερη των εκκαλούντων να προβεί στην αγορά του ακινήτου για λογαριασμό του, καθώς και να τον αντιπροσωπεύει στις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες για τη διευθέτηση και τη λήψη των απαιτούμενων για την αγορά εγγράφων. Ακολούθως, έχοντας την πεποίθηση ότι το τίμημα για την αγορά του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 32.000 ευρώ, την οποία του δημιούργησαν οι εκκαλούντες με τις ως άνω διαβεβαιώσεις τους, κατέθεσε αυθημερόν το ποσό αυτό στον υπ' αριθ.
…- 60 κοινό λογαριασμό των εκκαλούντων στην Εθνική Τράπεζα, όπως προκύπτει από το σχετικό καταθετήριο. Για τις περαιτέρω δαπάνες, που θα πραγματοποιούσαν οι εκκαλούντες για την εκτέλεση της εντολής, οι διάδικοι συμφώνησαν να κατατίθενται σταδιακά τα αντίστοιχα ποσά στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, που άνοιξαν προς το σκοπό αυτό την προηγουμένη ημέρα (7.3.2006) στο υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος στην Κορώνη στα ονόματα του εφεσίβλητου και της δευτέρας των εκκαλούντων.
Στο λογαριασμό αυτό ο εφεσίβλητος κατέθεσε στη συνέχεια το συνολικό ποσό των 13.000 ευρώ, (ήτοι στις 7.3.2006 100 ευρώ, στις 6.4.2006 5.000 ευρώ, στις 3.5.2006 5.000 ευρώ και 9.6.2006 2.900 ευρώ). Από τον εν λόγω λογαριασμό η φερόμενη ως συνδικαιούχος δεύτερη των εκκαλούντων ανέλαβε διαδοχικά το ποσό των 12.900 ευρώ, το οποίο καταλόγισε στις δαπάνες για την εκτέλεση των άνω εργασιών.
Έτσι το συνολικό ποσό, που κατέβαλε ο εφεσίβλητος στους εκκαλούντες ανήλθε σε (18.000 + 32.000 + 12.900 =) 62.900 ευρώ. Εν τω μεταξύ, σε εκτέλεση της εντολής η δευτέρα των εκκαλούντων κατήρτισε το υπ' αριθμ. .../18.4.2006 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Πεταλιδίου Στεφάνου Δικαιουλάκου, στο οποίο συνεβλήθη το μεν ως αντιπρόσωπος του πωλητή Α.
Κ., δυνάμει του προσυμφώνου που προαναφέρθηκε, το δε ως αντιπρόσωπος του εφεσίβλητου - αγοραστή, δυνάμει του σχετικού πληρεξουσίου, που επίσης προαναφέρθηκε. Στο εν λόγω συμβόλαιο, το οποίο μετέγραφε την ίδια ημέρα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κορώνης στον τόμο 395 και με αριθμό 11, αναγράφηκε ως τίμημα αγοράς το ποσό των 9.500 ευρώ, ενώ η αντικειμενική αξία του ακινήτου υπολογίσθηκε σε 3.783,19 ευρώ.
Με βάση τη δηλωθείσα αξία υπολογίσθηκε και καταβλήθηκε από τους εκκαλoύvτες και ο φόρος μεταβίβασης του ακίνητου ο οποίος ανήλθε στο ποσό των 684,95 ευρώ, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη σχετική δήλωση. Τα συμβολαιογραφικά δικαιώματα και τα έξοδα μεταγραφής του συμβολαίου, ανήλθαν στο ποσό των 700 ευρώ, όπως σημειώνεται στο ίδιο το συμβόλαιο.
Επομένως, για την αγορά του ακινήτου, το φόρο μεταβίβασης και τα δικαιώματα του Συμβολαιογράφου οι εκκαλούντες κατέβαλαν το συνολικό ποσό των 10.884,95 ευρώ, γεγονός που απέκρυψαν από τον εφεσίβλητο. Όπως προεκτέθηκε, με το υπ' αριθμ. .../3.3.2006 προσύμφωνο, η δεύτερη των εκκαλούντων εξουσιοδοτήθηκε από τον πωλητή Α.
Κ. να μεταβιβάσει στον εαυτό της ή σε τρίτο πρόσωπο της επιλογής της μείζονα έκταση, η οποία κατά νεώτερη καταμέτρηση ανέρχονταν σε 9.2.71,38 τ.μ., έναντι τιμήματος 20.000 ευρώ Η έκταση αυτή κατατμήθηκε ακολούθως σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα και δη το πρώτο εκτάσεως 4.612,25 τ.μ. και το δεύτερο εκτάσεως 4.612,28 τ.μ., εκ των οποίων το πρώτο μεταβιβάσθηκε, όπως προεκτέθηκε, στον εφεσίβλητο, ενώ το δεύτερο η εκκαλούσα το μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, δυνάμει του ιδίου προσυμφώνου, στον πρώτο εκκαλούντα-σύζυγο της, έναντι αναγραφομένου στο υπ' αριθμ. .../23.3.2007 συμβόλαιο τιμήματος 2.675,12 ευρώ.
Από τη σύγκριση του αναγραφομένου στα δύο πωλητήρια συμβόλαια τιμήματος, σε συνδυασμό με το συνολικό τίμημα των 20.000 ευρώ που απήτησε ο πωλητής για την πώληση του μείζονος ακινήτου με το υπ' αριθ. .../2006 προσύμφωνο, συνάγεται, χωρίς αμφιβολία, ότι το τίμημα της ενδίκου πωλήσεως προς τον εφεσίβλητο, όπως αυτό καθορίσθηκε από τον πωλητή του, ανήλθε στην πραγματικότητα στο ποσό των 9.500 ευρώ, όπως το ποσό αυτό αναγράφεται και στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο.
Περίπτωση συμφωνίας μεταξύ εκκαλούντων και εφεσίβλητου για την αναγραφή στο συμβόλαιο μικρότερου των 10.000 ευρώ τιμήματος, ώστε να μην απαιτείται παράσταση δικηγόρου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες δεν αποδεικνύεται. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή, ο εφεσίβλητος, όντας γνώστης της απόκρυψης του πραγματικού τιμήματος, δεν θα συμφωνούσε να τους καταβάλει το πολύ μεγαλύτερο ποσό φόρου των 4.000 ευρώ, που σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούσε στο δηλωθέν τίμημα, ούτε και τα αυξημένα συμβολαιογραφικά δικαιώματα των 1.000 ευρώ, όπως έπραξε με το από 7.3.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό.
Εξ άλλου, αν πράγματι οι εκκαλούντες είχαν καταβάλει στον πωλητή μεγαλύτερο τίμημα και δη αυτό των 32.000 ευρώ, όπως ισχυρίζονται, θα έπρεπε να προσκομίσουν προς απόκρουση της αγωγής είτε σχετική έγγραφη απόδειξη του πωλητή με βεβαία μάλιστα χρονολογία, ώστε να μην αμφισβητείται η καταβολή του, είτε απόδειξη κατάθεσης του τιμήματος σε λογαριασμό του πωλητή.
Η παράλειψη αυτή δεν αναπληρώνεται από την ένορκη βεβαίωση της Μ. Σ. ενώπιον του Έλληνα Προξένου, που υποστηρίζει ότι το τίμημα ανήλθε στο μεγαλύτερο ως άνω ποσό των 32.000 ευρώ, καθώς η μάρτυρας αυτή ούτε στην αγοραπωλησία παρίστατο, ούτε είχε λάβει μέρος στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων για το τίμημα και εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία της δεν μπορεί να ανατρέψει τη σχετική για το τίμημα της μείζονος εκτάσεως ρητή δήλωση του πωλητή, που εμπεριέχεται στο ως άνω προσύμφωνο, στο οποίο δεν υπήρχε κανένας, εμφανής τουλάχιστον, λόγος να αποκρύβει το πραγματικό ύψος του τιμήματος.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο πρώτος των εκκαλούντων σε εκτέλεση της εντολής που έλαβε από τον εφεσίβλητο πραγματοποίησε τις παρακάτω εργασίες, για τις οποίες δαπάνησε (υλικά, εργατικά και αμοιβή του) τα ακόλουθα ποσά : α) διαμόρφωση της οδού προς το ακίνητο και της εισόδου 1.000 ευρώ, β) ανόρυξη βόθρου 2.000 ευρώ, γ) περίφραξη του ακινήτου 4.000 ευρώ, δ) κατασκευή υδατοδεξαμενής 2.000 ευρώ, ε) κατασκευή βάσεως από σκυρόδεμα 7.000 ευρώ,.
στ) καθαρισμός του ακινήτου 1.000 ευρώ, ζ) κατασκευή βρύσης από πέτρα και τοιχίο περιμετρικά μιας βελανιδιάς 1.235 ευρώ, η) ξύλινη κατασκευή 300 ευρώ, θ) αποτύπωση του ακινήτου σε τοπογραφικό διάγραμμα 1.000 ευρώ και ι) αμοιβή του αρχιτέκτονος μηχανικού 5.000 ευρώ και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες δαπανήθηκε το ποσό των 24.535 ευρώ.
Το ποσό αυτό συνομολογείται από τον εφεσίβλητο. Επίσης, για τη σύνδεση του ακινήτου με την ύδρευση, όχι αυτοτελώς, αλλά μέσω της προϋφισταμένης συνδέσεως των ομόρων ιδιοκτητών δαπάνησε το ποσό των 4.000 ευρώ και έτσι η συνολική δαπάνη των εκκαλούντων για όλες τις ως άνω εργασίες ανήλθε στο ποσό των (24.535 + 4.000 =) 28.535 ευρώ.
Όπως, προεκτέθηκε, ο εφεσίβλητος, πεισθείς στις ψευδείς ως άνω διαβεβαιώσεις των εκκαλούντων αναφορικά με το τίμημα του ακινήτου, τον αναλογούντα σ'αυτό φόρο μεταβίβασης και τα συμβολαιογραφικά δικαιώματα, τους κατέβαλε τα ποσά των 32.000, 4.000 και 1.000 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 37.000 ευρώ, ενώ η αλήθεια ήταν ότι τα ποσά που πράγματι αυτοί κατέβαλαν για τις ως άνω αιτίες ανήλθαν αντίστοιχα σε 9.500, 684,95 και 700 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 10.884,95 ευρώ, δηλαδή τον έπεισαν να τους καταβάλει το ποσό των (37.000 -10.884,95=) 26.115,05 ευρώ, επιπλέον των όσων αυτοί δαπάνησαν για την εκτέλεση της εντολής και τα οποία δεν θα τους κατέβαλε αν γνώριζε την αλήθεια.
Για την εκτέλεση δε των εργασιών που προαναφέρθηκαν, οι εκκαλούντες δαπάνησαν το ποσό των 28.535 ευρώ. Έναντι αυτών, (αφαιρουμένου του ποσού των 5.000 ευρώ (4.000 + 1.000) που καταβλήθηκε για το φόρο μεταβίβασης και συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων, το οποίο συνυπολογίσθηκε παραπάνω), έλαβαν το ποσό των (18.000 - 5.000=) 13.000 ευρώ + 12.900 ευρώ = 25.900 ευρώ και, επομένως, για την εκτέλεση της εντολής δαπάνησαν επιπλέον των όσων έλαβαν το ποσό των (28.535 - 25.900 =) 2.635 ευρώ.
Επομένως, δεν αποδεικνύεται υπεξαίρεση σε βάρος της δευτέρας των εκκαλούντων, υπό την έννοια της ανάληψης χρημάτων από το λογαριασμό αυτό πέραν των απαιτουμένων για την εκτέλεση της εντολής και παράνομης ιδιοποιήσεως τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με την αγωγή. Το ποσό αυτό, πρέπει να αφαιρεθεί, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της αγωγής, αλλά και της εκκαλουμένης από το ως άνω ποσό των 26.115,05 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η συνολική ζημία του ενάγοντα από την απατηλή συμπεριφορά των εκκαλούντων.
Κατά συνέπειαν, η τελική ζημία που προέκυψε για τον εφεσίβλητο ανέρχεται σε 26.115,05 - 2635 = 23.480,05 ευρώ. Η εν λόγω ζημία του εφεσίβλητου, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προεκτεθείσα απατηλή συμπεριφορά των εκκαλούντων, οι οποίοι, έχοντας σκοπό να περιποιήσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος και να βλάψουν αντίστοιχα τον εφεσίβλητο, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο παρέστησαν σαυτόν εν γνώσει τους ως αληθή τα παραπάνω ψευδή γεγονότα.
Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι όλες οι σχετικές συμφωνίες έγιναν με την παρουσία και των δύο εκκαλούντων, γεγονός άλλωστε που δεν το αμφισβητούν και οι ίδιοι, ο πρώτος δε εξ αυτών εκτελούσε και χρέη διερμηνέα κατά τις μεταξύ τους συναντήσεις. Τα χρήματα για την πληρωμή του τιμήματος κατατέθηκαν σε κοινό μεταξύ των εκκαλούντων λογαριασμό.
Ο πρώτος εξ αυτών γνώριζε την πραγματική αξία του ακινήτου και τις απαιτήσεις του πωλητή τουλάχιστον από τη μεταβίβαση στον ίδιο του ισάξιου ετέρου τμήματος της μείζονος εκτάσεως, όπου χρησιμοποιήθηκε το ίδιο προσύμφωνο, αλλά και από το γεγονός, ότι ο ίδιος εισέπραξε από τον εφεσίβλητο και τα μεγαλύτερα κατά τα' άνω ποσά φόρου και συμβολαιογραφικών δικαιωμάτων, μολονότι κατέβαλε εν τέλει για την αιτία αυτή τα μικρότερα ποσά που αναγράφονταν στο συμβόλαιο, περιστατικά που απέκρυψε από τον εφεσίβλητο.
Αντίστοιχα, η δεύτερη εκκαλούσα στο όνομα της οποίας συνετάγη και το προσύμφωνο που προαναφέρθηκε, γνώριζε πολύ καλά το ποσό του τιμήματος που ζητούσε ο πωλητής για τη μεταβίβαση του ακινήτου και παρά ταύτα ζήτησε και έλαβε για την αιτία αυτή και για λογαριασμό και των δύο το μεγαλύτερο ποσό των 32.000 ευρώ.
Δεδομένου δε ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 926 του ΑΚ εις ολόκληρον ευθύνη θεμελιώνεται και όταν η επέλευση της ζημίας θεμελιώνεται σε κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων και ως τέτοια νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά, αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, χωρίς να ενδιαφέρει ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, παρά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ., εις ολόκληρον υπόχρεοι για την αποκατάσταση της ζημίας, που προξένησαν με κοινό δόλο και με την από κοινού δράση τους παράνομα και υπαίτια στον εφεσίβλητο είναι οι εκκαλούντες εναγόμενοι.
Κατά συνέπειαν, αποδεικνύεται η βασιμότητα της αξίωσης του εφεσίβλητου κατά των εκκαλούντων για την οφειλή αποζημίωσης ύψους 23.480,05 ευρώ εξαιτίας της αδικοπραξίας (απάτης) των τελευταίων σε βάρος του". Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα και υπό του Δικαστηρίου δεκτά γενόμενα ανελέγκτως, το μεν η απόφαση περιέχει τον ορθό κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αφού πρόκειται περί αδικοπραξίας που τελέσθηκε με απάτη από κοινή πράξη περισσοτέρων εκ της οποίας προήλθε η αναφερόμενη ζημία και ορθώς υπήχθησαν τα πραγματικά περιστατικά στον προσήκοντα κανόνα δικαίου.
Λεπτομερείς επίσης είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, χωρίς αντιφάσεις ή ανεπάρκειες με αναλυτική αναφορά στα ποσά που καταβλήθηκαν εκ μέρους του ενάγοντα, ο οποίος πίστεψε τις διαβεβαιώσεις των και αφορούν την αγορά του κτήματος, τα έξοδα μεταβιβάσεως (φόρου Δημοσίου, συμβολαιογράφου κ.λπ.) καθώς και τα ποσά για το εκτελεσθέν έργο, το συνολικό ποσό του οποίου συνομολογείται και δεν αφορά λόγο αναιρέσεως.
Επομένως πρόκειται περί ψευδούς παραστάσεως που συνιστά την απάτη, αφορά μελλοντικό γεγονός κατά την έννοια της αστικής απάτης και όχι της ποινικής, ως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες αυτή αφού στην προσβαλλόμενη γίνεται αναφορά στα αρθρ.914, 147-149 ΑΚ και 386 ΑΚ και τ'αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, τα δε λοιπά αναφερόμενα ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτα.
IV) Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Εξάλλου, η μαρτυρία τρίτου, που δίδεται έστω και με τη δήλωση του άρθρου 1 του ΝΔ 105/69 ή 8 του Ν.1599/86, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων, αποτελεί αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο. Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα "που δεν πληρούν τους όρους του νόμου", τα οποία άλλωστε αποτελούν και επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη εξ αυτών δικαστικά τεκμήρια, αφού στην κρινόμενη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε και το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης.
Η ως άνω ανώμοτη μαρτυρία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αν δόθηκε, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη δίκη αυτή κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 8/1987 ΑΠ 394/2012).
Εν προκειμένω οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων, επικαλέστηκαν προς απόκρουση της αγωγής ως προς το πραγματικό ύψος του τιμήματος του πωληθέντος ακινήτου, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και την από 14-5-2009 έγγραφη "δήλωση εισπράξεως τιμήματος" του Α. Κ., ο οποίος είναι και ο πωλητής της εκτάσεως, με την οποία δήλωση αναφέρεται ότι το τίμημα που εισέπραξε για την επίδικη αγοραπωλησία είναι το ποσό των 32.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί αυτού κρίση του ότι δόθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη αυτή, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των ημερομηνιών συζητήσεως της αγωγής και δόσεως της αποδείξεως και εντεύθεν αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Επομένως ορθώς δεν λήφθηκε υπόψη, παρότι το γεγονός της πραγματικής τιμής του πωληθέντος ερευνήθηκε και εκτιμήθηκε και από τις καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων και των εγγράφων, ως ανωτέρω αναφέρεται.
V) Τέλος, κατ'άρθρο 270 παρ.3 ΚΠολΔ το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του, έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο αυτό (415 παρ.1 όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το αρθρ.39 Ν.3994/2011) αν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αν δεν αποδείχθηκαν εντελώς από τα άλλα αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει ένα ή περισσότερους διαδίκους για την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων. Το δικαστήριο δε κατ'αρθρο 420 ΚΠολΔ εκτιμά ελεύθερα την κατάθεση των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών με αριθμό 154/2009 ου πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο δικαστής κάλεσε τους διαδίκους Γ. Κ. και G. L. και τους υπέβαλε ερωτήσεις χωρίς να επιβληθεί όρκος σ'αυτούς. Τις ως άνω καταθέσεις έλαβε υπόψη το Δικαστήριο της ουσίας, εκτίμησε δε ελευθέρως κατ'άρθρο 420 ΚΠολΔ τις δοθείσες αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις. Τούτο δε έγινε χωρίς παραβίαση των ως άνω περί αποδεικτικών μέσων διατάξεων, ως επικαλούνται δια των δύο τελευταίων λόγων αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, που ερείδονται στο άρθρο 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν'απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως και στην εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2014 (αριθ.καταθ.7/2014) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 120/2013 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας. Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ