2217/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/5/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5869/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6418/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/3/2012 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated2217/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλο (άμμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε ζημία.
Full text
Απόφαση 2217 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2217/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γιαννοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/5/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5869/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6418/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/3/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 29/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29/3/2012 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 6418/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο διάδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα με αριθμό 1018/7-7-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών Ταξιάρχη Οικονόμου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού για την ανωτέρω δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφή της αυτός δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε. Επομένως, πρέπει, παρά την απουσία του το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία που τίκτει υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου(ολ ΑΠ 10/91). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Προκειμένου να κριθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφορά, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή ευχέρειας), συνεκτιμώντα τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς θετικής ή αρνητικής (Ολ ΑΠ 398/75).
Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλο (άμμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε ζημία.
Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που απαιτείται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη επαρκή αιτία της ζημίας.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς, αφενός, και ζημίας, αφετέρου, αιτιώδους, υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας, συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχό του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στα προαναφερόμενα άρθρα του ΑΚ.
Ενώ, αντιθέτως, η δικαστική κρίση περί του ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο ζημίας ( με την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτήν την συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει) είναι, ως αναφερόμενη σε πραγματικά περιστατικά, ανέλεγκτη ακυρωτικώς (ΑΠ 1018/2010). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή. (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005). Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγω αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως "ζητήματα" εξάλλου των οποίων η μη αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται, με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει, των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Δεν δημιουργείται επίσης ο λόγος αυτός ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως τα κάτωθι: " Ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης του τίτλου των σχολών χορού "GENE KELLY DANCE STUDIOS". Ο Γ. Κ., που ήταν κύριος μιας ατομικής επιχείρησης εκμάθησης χορού με έδρα το Χαλάνδρι, επί της Λεωφόρου Πεντέλης 77-79 και το διακριτικό τίτλο "GENE KELLY", την είχε πωλήσει το έτος 2002 στους διαδίκους αντί τιμήματος 17.608,22 Ευρώ.
Στο σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι ο πωλητής δεν είχε οφειλές προς τρίτους, πλήν της οφειλής προς τον εναγόμενο, ιδιοκτήτη του τίτλου της σχολής για το μίσθωμα του τίτλου αυτού. Η σχολή αυτή λειτουργούσε με συνιδιοκτήτες τους διαδίκους ως αφανής εταιρεία, με εμφανή εταίρο τον ενάγοντα και ποσοστό συνιδιοκτησίας 50% για κάθε διάδικο, μέχρι την 1-12-2005.
Τότε με έγγραφο προσύμφωνο συμφωνήθηκε ο εναγόμενος να πωλήσει στον ενάγοντα το μερίδιό του (50%) από την εν λόγω σχολή χορού του Χαλανδρίου αντί 35.000 Ευρώ, από τα οποία ο εναγόμενος κατέβαλε αμέσως 5.000 Ευρώ ως προκαταβολή, ενώ το υπόλοιπο θα κατεβάλλετο μέχρι τις 25-12-2005. Η σχολή αυτή είχε λειτουργήσει αρχικά στο ως άνω ακίνητο επί της Λ.
Πεντέλης 77-79 και από το Φθινόπωρο του έτους 2005 σε κεντρικότερο ακίνητο στην πλατεία Δούρου, επί της Λ. Πεντέλης 2. Η οριστική συμφωνία για την πώληση του 50% από τον εναγόμενο στην ενάγουσα καταρτίστηκε στις 22-12-2005, οπότε και καταβλήθηκε στον τελευταίο το ποσό των 25.000 Ευρώ, ενώ το συνολικό τίμημα εξοφλήθηκε ολοσχερώς στις 7-4-2006.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι με το από 7-3-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ο εναγόμενος του παραχώρησε το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης της μεθόδου διδασκαλίας χορού "GENE KELLY" καθώς και το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του διακριτικού τίτλου "GENE KELLY DANCE STUDIOS", για τα όρια του Δήμου Χαλανδρίου. Σύμφωνα με το συμφωνητικό αυτό η παραχώρηση αφορά όλα τα στοιχεία πνευματικής ιδιοκτησίας που σχετίζονται με αυτό (διακριτικό τίτλο, σήμα, φωτογραφίες, έντυπα κλπ), η δε διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε ετήσια. (1-4-2006 έως 31-3-2007), ενώ ορίστηκε ότι μετά τη λήξη ο ενάγων θα δύναται να την ανανεώσει απλά μη αύξηση ετησίως 5% επί του τελευταίου μηνιαίου μισθώματος, το οποίο για το πρώτο έτος ορίσθηκε σε 100 Ευρώ συν Φ.Π.Α.
Στη δε απόδειξη καταβολής του τελευταίου ποσού του τιμήματος των 5.000 Ευρώ από 7-4-2006 αναφέρεται ότι ο εναγόμενος αναγνωρίζει ότι η επιχείρηση σχολής χορού "GENE KELLY DANCE STUDIOS" ανήκει καθ' ολοκληρίαν στον ενάγοντα και ότι ουδεμία απαίτηση διατηρεί για το παρόν ή το μέλλον. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων μέχρι τη λήξη της συνεργασίας τους, στις 7-3-2006, παρέδωσε στον ενάγοντα σχέδιο σύμβασης δικαιόχρησης υπογεγραμμένου μόνο από τον ίδιο και χωρίς υπογραφή του ενάγοντα, με το συμβολικό μηνιαίο μίσθωμα των 100 Ευρώ, το οποίο ήταν εικονικό και ανεγράφη μόνο για φορολογικούς λόγους, ενώ δεν υπήρξε τελικά συμφωνία για τη σύμβαση δικαιόχρησης, αφού ο ενάγων αντέλεγε στη σχετική ρήτρα απαγορεύσεις ανταγωνισμού εκ μέρους του.
Έχοντας λοιπόν ο εναγόμενος την πεποίθηση ότι δεν συνήφθη μεταξύ τους σύμβαση δικαιόχρησης, επέδωσε στον ενάγοντα την από 27-4-2006 εξώδικη δήλωση στην οποία ανέφερε ότι δεν συνήφθη μεταξύ τους η εν λόγω σύμβαση, ενώ του είχε μεταβιβάσει το 50% της σχολής "GENE KELLY" στο Χαλάνδρι, ανέφερε επίσης ότι ο ενάγων συνεργάζεται με ανταγωνιστές (πράγμα που δεν απέχει από την πραγματικότητα, αφού ο ενάγων πήγαινε τους μαθητές του στις γιορτές ανταγωνιστικών σχολών με διακριτικό τίτλο "STENE KELLY", με τις οποίες ο εναγόμενος βρισκόταν σε αντιδικία) ενώ τέλος, απειλούσε τον ενάγοντα με την άσκηση του νόμιμου δικαιώματός του προς αναστροφή της πώλησης.
Ανεξαρτήτως του ότι το εξώδικο απευθύνεται προς τον ενάγοντα και δεν είναι δυνατόν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να λάβουν γνώση αυτού τρίτοι, το ως άνω περιεχόμενο αυτού, ούτε δυσφημιστικό, ούτε εξυβριστικό κρίνεται για τον ενάγοντα. Το γεγονός αν συνήφθη ή όχι σύμβαση δικαιόχρησης μεταξύ των διαδίκων δεν κρίνεται δυσφημιστικό ή εξυβριστικό, ενώ το δικαίωμα αναστροφής αποτελεί νόμιμο δικαίωμα αναστροφής αποτελεί νόμιμο δικαίωμα του κάθε συμβαλλομένου.
Τέλος, η συνεργασία του ενάγοντα, με την ανταγωνιστική επιχείρηση της Ε. Κ. αποδεικνύεται από τις μαρτυρικές καταθέσεις, αφού στην επί της Λ. Μεσογείων 282 αίθουσα αυτής πραγματοποιούσε τις εκδηλώσεις του, ενώ σημειώνεται ότι ο πατέρας αυτής εξετάστηκε ως μάρτυρας του ενάγοντος. Στα πλαίσια δε της πεποίθησης του εναγομένου ότι δεν υπεγράφη μεταξύ τους σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται και η δικαιολογημένη αρνησή του να επιτρέψει στον ενάγοντα να χρησιμοποιεί για τις εκδηλώσεις του από την 19-4-2006 δική του αίθουσα επί της Λ.
Κηφισίας 215 για εκδηλώσεις της σχολής του, ενώ οι μαθητές της σχολής δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν γνώση της σχετικής ανακοίνωσής του την ημέρα εκείνη. Αποδείχθηκε επίσης ότι η αποχώρηση της δασκάλας χορού Χ. Η. από τη σχολή του ενάγοντος την 8-5-2006, ήταν δική της αποκλειστικά απόφαση την οποία προ καιρού είχε προαναγγείλει στον ενάγοντα, ουδεμία δε πίεση ή άλλη συμπεριφορά του εναγομένου συνέβαλε σ' αυτήν την απόφαση.
Με βάση τα προαναφερθέντα, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν αποδείχθηκε ουδεμία αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος. Άλλωστε και η σχετική με αριθμό ΑΒΗΓ 2006/2045 έγκλησή του για εξύβριση, απειλή, συκοφαντική δυσφήμιση και παραβίαση του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού, με βάση τα ως άνω επικαλούμενα περιστατικά , απερρίφθη με την με αριθμ.
Εδ. 61-2007/78/53Δ/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ενώ με την 1107/2007 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών απερρίφθη και η κατ' αυτής προσφυγή του ενάγοντος. Ανεξαρτήτων αυτών όμως ουδεμία ζημία απεδείχθη ότι υπέστη ο ενάγων σχετιζόμενη με συμπεριφορά του εναγομένου, όπως επικαλείται (ματαίωση συμμετοχής) μαθητών σε ετήσιες επιδείξεις και εκπαιδευτικές συγκεντρώσεις, άρνηση ανανέωσης ετησίων προγραμμάτων ή τέστ).
Ουδείς εκ των εξετασθέντων μαρτύρων κατέθεσε συγκεκριμένα έστω και ένα όνομα μαθητού που αρνήθηκε να συμμετάσχει στις εν γένει εκδηλώσεις της σχολής του ενάγοντος, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς διακοπή στον ίδιο χώρο με το διακριτικό τίτλο πλέον "ALLABOUT DANCE". Πέραν αυτού όμως, ούτε έγγραφα σχετικά με την απόδειξη των ισχυρισμών του περί υπάρξεως ζημιών προσκομίζει ο ενάγων.
Τέλος, αφού δεν αποδείχθηκε η τέλεση αδικοπραξίας, δεν δικαιούται ο ενάγων ούτε την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης". Ενόψει των ανωτέρω υπό του δικαστηρίου δεκτών γενομένων και δη ότι η αποσταλείσα εξώδικη δήλωση δεν περιείχε δυσφημιστικό ούτε εξυβριστικό στοιχείο και ότι εντεύθεν ουδεμία αδικοπρακτική συμπεριφορά έλαβε χώρα εις βάρος του ενάγοντα, ανεξάρτητη δε αυτών και ότι ουδεμία ζημία αιτιωδώς επήλθε στον ενάγοντα, το Δικαστήριο με το να απορρίψει ακολούθως την αγωγή, κατ' αποδοχή των σχετικών λόγων της εφέσεως του, ήδη αναιρεσίβλητου, δεν παραβίασε καμία από τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και ειδικότερα τα περί της μη συνδρομής εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο (αρθ. 914, 919, 932 ΑΚ) αναγκαία για την εφαρμογή των τελευταίων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα οι αιτιάσεις: α) ότι την επίδοση της εξωδίκου δηλώσεις έλαβαν γνώση και τρίτοι (η δικαστική επιμελήτρια, πληρεξουσία δικηγόρος, Χ. Η.) είναι ισχυρισμός που δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι το περιεχόμενο της, σε κάθε περίπτωση, ούτε δυσφημιστικό ούτε εξυβριστικό χαρακτήρα είχε, με αποτέλεσμα να είναι αδιάφορο νομικά εάν έλαβαν ή όχι γνώση τρίτοι β) το δικαίωμα αναστροφής που περιέχεται στην εξώδικη δήλωση είναι νομικός όρος που αποτελεί νόμιμο δικαίωμα του κάθε συμβαλλομένου και δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη κατά την ως άνω έννοιά των γ) ως προς το ζήτημα της κατάρτισης ή μη συμβάσεως δικαιόχρησης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι καταβλήθηκε το τίμημα για τη μεταβίβαση μόνο της επιχείρησης για την περιοχή του Χαλανδρίου, δεν υπεγράφη όμως και συμφωνία ως προς το ύψος του τιμήματος για τη χρήση του τίτλου και σήματος, ότι το από 7-3-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ήτο σχέδιο σύμβασης δικαιόχρησης, ήταν εικονικό και υπεγράφη μόνο για φορολογικούς λόγους, ενώ δεν υπήρξε τελική συμφωνία αφού ο ενάγων αντέλεγε στη σχετική ρήτρα απαγόρευση ανταγωνισμού και χρήσεως της αίθουσας επί της Λ.
Κηφισίας 215 για την οποία δεν υπήρξε γραπτή συμφωνία. Όμως τα ζητήματα αυτά αποτελούν επιχειρήματα χωρίς να έχουν αυτοτελή ύπαρξη και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ούτε εκ της συνοπτικής και μη αναλυτικής έκθεσης των θέσεων του Δικαστηρίου γεννώνται θέματα, οπότε όλοι οι σχετικοί λόγοι που ανάγονται στο αρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ να είναι απορριπτέοι.
Οι λόγοι δε που ανάγονται στην κρίση του δικαστηρίου που δέχθηκε ότι δεν προέκυψε η ύπαρξη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ως αναγόμενοι στην εκτίμηση, από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατ' αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αριθμό 11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώ κατά τον αριθμό 10 του ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και κατά τον αριθμό 8 αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του: α) την από 7-3-2006 και β) την από 7-4-2006 έγγραφη απόδειξη, γ) τα τιμολόγια που ο αναιρεσίβλητος εξέδιδε δ) το από 27-4-2006 εξώδικο ε) και το από 14-3-2007 εξώδικο. Όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασης, προκύπτει ότι γίνεται αναφορά σ'αυτή ότι " έλαβε υπόψιν όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλούνται νομίμως και προσκομίζουν εμπροθέσμως οι διάδικοι, ανεξαρτήτως εάν μνημονεύονται ρητά όχι στην παρούσα".
Μάλιστα για τα περισσότερα των ανωτέρω εγγράφων γίνεται ειδική μνεία στο αιτιολογικό της απόφασης και αξιολόγηση κάθε επιμέρους εγγράφου, ώστε τ' αντίθετα υποστηριζόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ως προς την αναγραφή στο εξώδικο "περί δικαιώματος αναστροφής" πρόκειται περί μη ευστόχου νομικού όρου (ορθό υπαναχώρηση) που όμως ουδεμία επιρροή ασκεί σε ουσιώδες σημείο της αγωγής, πολλώ μάλλον καθόσον κρίθηκε ότι ολόκληρη η εξώδικη δήλωση δεν περιείχε συκοφαντικό ή εξυβριστικό περιστατικό.
Περαιτέρω ως προς το ζήτημα του ανταγωνισμού τούτο ήτο στοιχείο που αποτέλεσε ουσιώδη σημασία, αφού ήτο όρος της κατάρτισης της σύμβασης και προτάθηκε παραδεκτά σε όλους τους βαθμούς της δίκης και όπως δέχθηκε το Δικαστήριο αποδείχθηκε με τον τρόπο που με σαφήνεια περιγράφεται στην απόφαση, ότι δηλαδή τελέστηκε.
Επομένως είναι απορριπτέος ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτος λόγω του ανελέγκτου ακυρωτικά της ουσίας.
Κατά τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Εν προκειμένω ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δυο εισαγγελικών διατάξεων και μάλιστα τις χρησιμοποίησε ως δικαστικό τεκμήριο για την συλλήβδην απόρριψη της αγωγής του. Από τα' ανωτέρω στην απόφαση εκτιθέμενα προκύπτει ότι έγινε απλή αναφορά διηγηματικώς στην πορεία της ποινικής διαδικασίας και ως προς την τύχη της εγκλήσεως χωρίς εξ αυτής να προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά και μόνο στα έγγραφα αυτά, αλλά σε κάθε περίπτωση τα έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με τα' άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει αυτά, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος είναι επομένως απορριπτέος ο σχετικός (9ος) λόγος της αναίρεσης, ως αβάσιμος.
Με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα' αναφερόμενα έγγραφα και δεν εξετίμησε ορθώς το περιεχόμενο αυτών (ιδιωτικά συμφωνητικά μαθητών). Όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα έγγραφα και η διάφορος κρίση του από αυτή που επικαλείται ο αναιρεσείων είναι ζήτημα μη ακυρωτικώς ελεγχόμενο. Σχετικά όμως με την 411/2009 ένορκη βεβαίωση της μαθήτριας της σχολής Μ. Κ., όπως προκύπτει, αυτή δεν λήφθηκε πράγματι υπόψη διότι το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ έλαβε υπόψη τις τρείς πρώτες κατά τη σειρά επίκλησής τους ένορκες βεβαιώσεις εκάστου των διάδικων μερών. Οι πέραν των τριών πρώτων προσκομιζομένων ενόρκων βεβαιώσεων είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 1103/2011). Επομένως και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως προς μεν την ως άνω ένορκη βεβαίωση ως μη νόμιμος, ως προς το λοιπό δε περιεχόμενο ως απαράδεκτος.
Συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς να περιληφθεί διάταξη περί δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου, που δεν παρέστη στη δίκη και δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-3-2012 αίτηση αναιρέσεως κατά της 6418/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ