Supreme Court dismisses lawyer malpractice appeal due to procedural defects and statute of limitations violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appeal against a second-instance judgment regarding alleged lawyer malpractice. The appellant argued for a malpractice claim but failed to include required evidence and a specific power of attorney in the initial lawsuit. Furthermore, the court found the claim time-barred as it was filed years after the alleged damages occurred. Consequently, the appeal was dismissed because the underlying lawsuit was procedurally invalid and outside the statutory limitation period.
Legislator headnote
AI generatedArticles 73 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: A malpractice claim against a lawyer is inadmissible if the complaint lacks specific evidence and a special power of attorney, and is barred if filed beyond six months from the date the damage became known to the plaintiff.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2217 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2217/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Θεοδοσίου σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθ. 113/2010 πράξη προέδρου του Αρείου Πάγου.
Της αναιρεσιβλήτου: 1. Α. Χ., κατοίκου ... και 2. Ε. Ζ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν αυτοπροσώπως με την ιδιότητα τους ως δικηγόροι, με δήλωση τους του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1063/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1951/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-9-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 6-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγεται προς κρίση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε για απαίτηση του ήδη αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων-δικηγόρων του, για αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις και παραλείψεις συγκροτούσες αδικοπρακτική τους συμπεριφορά.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τέτοια δε παραβίαση υπάρχει, όταν λάβει χώραν ψευδής ερμηνεία ή μη εφαρμογή ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνος ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ. αγωγή κακοδικίας, πλην άλλων και κατά δικηγόρου επιτρέπεται, αλλά στο δικόγραφό της πρέπει να περιέχονται όλοι οι λόγοι που την στηρίζουν και να αναγράφονται με ακρίβεια, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλείται ο ενάγων, για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται, ακυρότητα.
Ακόμη, στην αγωγή πρέπει να επισυνάπτονται τα αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία επικαλείται ο ενάγων για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, καθώς και ειδικό πληρεξούσιο προς τον δικηγόρο, ο οποίος υπογράφει την αγωγή, διαφορετικά αυτή είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, η αγωγή κακοδικίας, επιτρέπεται μόνο, αν στηρίζεται σε δόλο ή βαρειά αμέλεια ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις, δεν επιτρέπεται δε, όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 13-19, 22, 26, 39, 38, 44, 47, 63, 92 και 201 περ.6 του ΝΔ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", συνάγεται, ότι, ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, που διορίζεται, μετά από διαγωνισμό, με προεδρικό διάταγμα, στην έδρα ορισμένου πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου, δίδει τον όρκο του δημοσίου υπαλλήλου, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του.
Προάγεται σε δικηγόρο στο Εφετείο και στον Άρειο Πάγο, ασκεί δε το λειτούργημά του, χωρίς να υπόκειται "εις ουδεμίαν και καθ' οιουδήποτε τρόπον προηγουμένην άδειαν οιασδήποτε αρχής" (αρθρ. 44). Είναι υποχρεωμένος να αναδέχεται κάθε υπόθεση δεκτική υπεράσπισης, που του ανατίθεται, ακόμη και όταν η ανάθεση αυτή χωρεί εξ επαγγέλματος και χωρίς αμοιβή, είτε από το δικαστήριο (αρθρ. 47 παρ. 4), είτε από το Συμβούλιο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου (άρθρ. 201 παρ. 6).
Ειδικότερα, η άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, ανάγεται στην οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης και στην εμπέδωση της έννομης τάξης, με παράλληλη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου. Για τον λόγο αυτό, η μεν είσοδος στο δικηγορικό σώμα ακολουθεί το πρότυπο της εισόδου σε δημόσια υπηρεσία (διαγωνισμός, ορκωμοσία, προαγωγή), η δε άσκηση της δικηγορίας διέπεται από ειδικούς κανόνες (ασυμβίβαστα, πειθαρχική ευθύνη, εκπτώσεις, αμοιβές). 'Ετσι παραμένει πάντα, ενεργός, για τη ρύθμιση της ευθύνης τους, η διάταξη του άρθρου 73 Εισαγ.
Ν. Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 18/1999). Ωσαύτως, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου. Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται, όχι, μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια, ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν είναι επιτρεπτό να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Εξάλλου, η προβλεπόμενη, από το άρθρο 73 παρ. 4 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ. δυνατότητα, ορίζει τις προϋποθέσεις, κατά τα προαναφερθέντα, άσκησης αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρων, όπως και το περιεχόμενο και τα επισυναπτέα σ' αυτήν έγγραφα. Η πιο πάνω διάταξη που ορίζει δικονομικές προϋποθέσεις για την έγκυρη και παραδεκτή έγερση της αγωγής κακοδικίας, κατά δικηγόρων (μεταξύ των οποίων και η σύντομη αποκλειστική προθεσμία για την άσκησή της), την υποβάλλει δε σε ρύθμιση διαφορετική από εκείνη, στην οποία υποβάλλεται η αγωγή αποζημίωσης του ευθυνομένου ενδοσυμβατικώς, εν γένει, με βάση τα άρθρα 330, 339 ο.π. 343 επ., 328 επ.
ή εξωσυμβατικά με βάση το άρθρο 914 ΑΚ, Η διαφορετική αυτή ρύθμιση, δεν είναι αυθαίρετη, διότι δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και δη κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, εν όψει της ιδιότητας των δικηγόρων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών (αρθρ. 1 και 38 του Ν. 3026/1954), προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πράγμα που θα ήταν δυσχερές, αν η δικαστική καταδίωξη των δικηγόρων δεν περιορίζονταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από την άποψη του βαθμού της υπαιτιότητας, όσο και από την άποψη του δικονομικών προϋποθέσεων της άσκησης της αγωγής, η θέσπιση των οποίων, άρα, δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση αυτών και δεν προσβάλλει τη συνταγματική αρχή της νομικής ισότητας των πολιτών (Ολ.ΑΠ 18/1999, Ολ.ΑΠ 20/2000).
Στην κρινόμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε, αναφορικά με την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, τα ακόλουθα: "Με την από 12-10-2005 ένδικη αγωγή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο ενάγων εξέθετε ότι οι εναγόμενοι, δικηγόροι Αθηνών, τον εξαπάτησαν διαβεβαιώνοντάς τον ότι διαθέτουν σοβαρό και οργανωμένο δικηγορικό γραφείο και τον έπεισαν να τους αναθέσει υπόθεσή του, εξαιτίας σοβαρού εργατικού ατυχήματος που υπέστη την 6-9-1999, προς δικαστική επιδίωξη των σχετικών αξιώσεών του και συγκεκριμένα τον διαβεβαίωσαν ότι εξ αυτού θα μπορούσε να αξιώσει και να λάβει το ποσό των 200.000.000 δρχ.
ως αποζημίωση. Ότι την εν λόγω υπόθεσή του χειρίστηκαν πλημμελώς και συγκεκριμένα: 1) Ενώ το σχετικό εργολαβικό δίκης το υπέγραψε την 20-9-2000, οι εναγόμενοι καθυστέρησαν επί ένα και πλέον έτος να καταθέσουν τη σχετική αγωγή αποζημίωσης, της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε έτσι καθυστερημένα για την 9-2-2001, καθώς επίσης καθυστέρησαν να καταθέσουν αίτηση, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για επιδίκαση προσωρινής αποζημίωσης. 2) Παρέλειψαν να παραλάβουν από το νοσοκομείο ΚΑΤ, αντίγραφο της απόδειξης καταβολής 250.000 δρχ., από τον μηχανικό, ο οποίος ήταν εναγόμενος και θα μπορούσε έτσι να αποδείξει, ότι αυτός αναγνώρισε, με τον τρόπο αυτό, την ευθύνη του για το ατύχημα. 3) Παρέλειψαν να προβούν στις σχετικές ενέργειες, προκειμένου να διωχθούν ποινικά ο εργοδότης και ο επιβλέπων μηχανικός και αν και δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα, οι εναγόμενοι τον έβαλαν να υπογράψει ότι εργαζόταν επί 3 μήνες ως συνεταίρος, ενώ η αλήθεια είναι ότι εργαζόταν επί 2 έτη ως βοηθός. 4) Παρέλειψαν να λάβουν υπεύθυνη δήλωση του ιατρού Δ.
Μ., για τις θεραπείες στις οποίες υπέβαλε τον ενάγοντα κατ' εντολήν του εργοδότη του, του μηχανικού και της ΑΤΕ. 5) Τον απέτρεψαν να υποβάλει μήνυση κατά των πιο πάνω υπαιτίων του ατυχήματος, με τη δικαιολογία που του ανέφερε η δεύτερη των εναγομένων, ότι δεν βρίσκει στο τηλέφωνο τον αστυνόμο κ. Κ.. 6) Δεν ζήτησαν τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας, στον χώρο του ατυχήματος, από το Συντονιστικό Τμήμα του Υπουργείου Εργασίας. 7) Δεν εξέτασαν ως μάρτυρες τον Α.
Α. ή τον Κ. Τ., που τους είχε υποδείξει και γνώριζαν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον τις συνθήκες του ατυχήματος, αφού ήταν παρόντες. 8) Δεν φρόντισαν για την έκδοση άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, λόγω της αναπηρίας του από το ατύχημα. 9) Δεν διεκδίκησαν από τον εργοδότη του, τα μη καταβληθέντα (υπερωριακή απασχόληση, επιδόματα ασθενειών, δώρα εορτών) για δύο έτη εργασίας του πριν το ατύχημα. 10) Συνέταξαν την αγωγή με πολλά και κρίσιμα λάθη, όπως, ανέφεραν ότι εργαζόταν επί ένα μήνα αντί του σωστού δύο έτη, ότι το ατύχημα συνέβη στις 7.30, ενώ το σωστό είναι 8.30, περιέγραψαν τον χώρο του ατυχήματος, όπως αυτός αναφερόταν σε δικόγραφα του εργοδότη του και όχι όπως ο ίδιος τον περιέγραψε σε αυτούς, περιέλαβαν περιστατικά συνιστώντα ομολογία του ότι δηλαδή "έχασε την ισορροπία του και έπεσε" και το δικόγραφο σε κρίσιμα σημεία ήταν τελείως αόριστο. 11) Δεν διεκδίκησαν με την αγωγή τα νοσήλια και μέλλουσα ζημία, βάσει του άρθρου 929 ΑΚ. 12) Δεν άσκησαν αγωγή κατά του μηχανικού Η.
Σ., ο οποίος τον μετέφερε με το αυτοκίνητό του στο νοσοκομείο και δεν κάλεσε ασθενοφόρο, όπως έπρεπε, γεγονός που επέτεινε την αναπηρία του. Αποτέλεσμα της δόλιας συμπεριφοράς τους ήταν να εκδοθεί επί της πιο πάνω αγωγής, η υπ' αρ. 797/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το μικρό ποσό των 7.000.000 δρχ., αν και ζητούσε με την αγωγή 80.000.000 δρχ.
και ότι, μετά την ανάκληση από τον ενάγοντα της εντολής του προς αυτούς, επιδίωξαν και επιδικάστηκε ως αμοιβή τους το ποσό των 21.000 ευρώ και προέβησαν σε κατάσχεση της πιο πάνω αποζημίωσης προς ικανοποίηση της απαίτησης αυτής, συμπεριφορά η οποία είναι παράνομη και καταχρηστική, άλλως αντιβαίνει στα χρηστά ήθη κατ' αρθρ. 919 ΑΚ και ότι από την πιο πάνω συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται το ποσό των 300.000 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το πιο πάνω ποσό των 300.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη διότι, ενώ πρόκειται για αγωγή κακοδικίας, δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 73 του ΕισΝΚΠολΔ, για την άσκησή της.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή έχει πράγματι τον χαρακτήρα αγωγής κακοδικίας, εφόσον ο ενάγων αναφέρεται σε πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων δικηγόρων που αφορούν τον χειρισμό της υπόθεσης, που αυτός τους ανέθεσε προκειμένου να ικανοποιηθεί η αξίωσή του κατά των φερομένων ως υπευθύνων για το ατύχημα που αυτός υπέστη, ήτοι αυτές έλαβαν χώρα, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους και συνεπώς θα έπρεπε, για την εγκυρότητα του δικογράφου, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να αναγράφονται με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται ο ενάγων για την απόδειξη των λόγων της και, για το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, θα έπρεπε να επισυνάπτονται στην αγωγή τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, καθώς και ειδικό πληρεξούσιο στον δικηγόρο που την υπογράφει πράγμα που δεν συμβαίνει, δεδομένου ότι ο ενάγων, ούτε αναφέρει, στην αγωγή τα αποδεικτικά μέσα, ούτε επισυνάπτονται αυτά, ούτε και ειδικό πληρεξούσιο.
Επιπλέον, ενώ η αγωγή έπρεπε να έχει ασκηθεί εντός έξι μηνών από τότε που κατέστη γνωστή στον ενάγοντα η ζημία του από τις προαναφερόμενες πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων, ήτοι από το έτος 2001, ότε εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αρ. 797/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έως το 2003, ότε εκδόθηκε εις βάρος του η υπ' αρ. 132/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου επί της κατ' αυτού αγωγής των εδώ εναγομένων, η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το έτος 2005, ήτοι σε χρόνο πολύ πέραν του προβλεπομένου εξαμήνου ...".
Οι παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα και με τα νομικά δεδομένα που προαναφέρθηκαν, είναι ορθές και νόμιμες. Η αγωγή, με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, συνιστά πρόδηλα, περιεχόμενο αγωγής κακοδικίας δικηγόρου και όχι συνήθους αγωγής ερειδόμενης στις διατάξεις των άρθρων 714, 914 και 919 ΑΚ, όπως, ήδη, ο αναιρεσείων προβάλλει. 'Αλλωστε, είναι χωρίς έννομη επιρροή, το τι ακριβώς αγωγή υπολαμβάνει πώς άσκησε ο διάδικος, ο οποίος εδώ εκθέτει, πως "δεν άσκησε αγωγή κακοδικίας",αλλά πώς, πράγματι, χαρακτηρίζει το σχετικό δικόγραφο ο αρμόδιος δικαστής (ΑΠ 220/2003).
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος για τους πιο πάνω λόγους, πλήττει την απόφαση του Εφετείου υπό την επίκληση της από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειας, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Εξ άλλου, σύμφωνα, επίσης με τις νομικές παραδοχές που πιό πάνω παρατέθηκαν, ουδόλως η διάταξη του άρθρου 73 Εισαγ. Ν. Κ.Πολ.Δ. έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 4 παρ. 1 του συντάγματος για τους προαναφερθέντες λόγους. Σημειώνεται, πως τα αναφερόμενα στον σχετικό αναιρετικό λόγο, ως προς την είσπραξη από τους ήδη αναιρεσίβλητους, με κατάσχεση, στα χέρια της Αγροτικής Τράπεζας, ακατασχέτου, κατά το νόμο, ποσού κείνται πέραν της παρούσας υπόθεσης και είναι ερευνητέον, στα πλαίσια άλλης δίκης, ώστε, ήδη, αλυσιτελώς προβάλλεται. Άρα, και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, ο οποίος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφιστεί, στο σύνολό της, μεταξύ των διαδίκων, γιατί ο ερμηνευτικός συνδυασμός των διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων, με εκείνες της κοινής αδικοπραξίας και εκείνων που αφορούν την αγωγή κακοδικίας δικηγόρων, είναι ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-9-2010 αίτηση του Λ. Ρ. προς αναίρεση της 1951/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ