Legislator Case Law & Legislation
2217/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding statute of limitations on public service benefits for tree flower growers.

Case Number 2217/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding benefits for tree flower growers employed by the state. The plaintiff argued that the First Instance Court erred by failing to declare certain claims time-barred on its own motion. The Court ruled that while the First Instance Court correctly applied the statute of limitations to some claims, it violated procedural rules by not addressing the time-barred portion of the claim sua sponte, a matter of public order. Consequently, the decision was annulled only regarding the specific time-barred claims, and the case was remitted for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(1) and 562(2)(c) of the Code of Civil Procedure; The First Instance Court must sua sponte declare claims time-barred under public order rules, and failure to do so constitutes a ground for annulment even if not raised by the parties.

Keywords

AI generated
statute of limitations public order sua sponte annulment remittal state employment procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22(2)(b) of Law 3693/1957
Articles 90(3) and 94(3) of Law 2362/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2217 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Οι δενδροανθοκηπουροί, που κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2003, απασχολήθηκαν με την ιδιότητά τους αυτή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, δικαιούνται τα είδη ενδύσεως και υποδήσεως, καθώς και ποσότητες γάλακτος, σαπουνιού και τα προσόψια που χορηγούνταν σ΄ αυτούς κατά τις συνδυασμένες διατάξεις Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, δικαιούμενοι σε περίπτωση αδυναμίας της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν να χορηγήσει τα είδη αυτά, την αξία των σε χρήμα. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ. Δέχεται λόγο για παραγραφή μέρους της αξίωσης της αναιρεσίβλητης σε βάρος του Δημοσίου, αρχομένη από τότε που γεννήθηκε, αν και ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, ενόψει του ότι η ένσταση αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Αριθμός 2217/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς α) Οικονομίας και Οικονομικών και β) Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μαργώνη.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Επαγγελματικού σωματείου εργαζομένων με την επωνυμία "ΔΕΝΔΡΟΑΝΘΟΚΗΠΟΥΡΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΑΔΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε ο Πρόεδρος αυτού ..., ο οποίος διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο τον Ευάγγελο Πανταζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 270/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1891/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-9-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-10-2008 έκθεση της Αρεοπαγίτου Ειρήνης Αθανασίου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμων των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου και 5ου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη (ως αλυσιτελούς) του έκτου (και τελευταίου) λόγου αναιρέσεως. Επικουρικώς (και δη για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι οι πέντε πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι) εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του έκτου (και τελευταίου) λόγου αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως, την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και το βάσιμο των λόγων αυτής προσκομίζεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο η 1577/2007 θετική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, που ισχύουν με τις εκκρεμείς δίκες και μετά το ν. 3790/2009. Το επαγγελματικό σωματείο µε την επωνυμία "ΔΕΝΔΡΟΑΝΘΟΚΗΠΟΥΡΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΑΔΑΣ", άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου, µε το από 31-10-2008 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 31-10-2008 και επιδόθηκε στους αρχικούς διαδίκους στις 7-11-2008, πρόσθετη παρέµβαση υπέρ των αναιρεσίβλητης, ορίστηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης αυτής παρεµβάσεως η δικάσιμος της 18-11-2008, κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Σύµφωνα µε το άρθρο 669 περ.2 ΚΠολΔ και το άρθρο 675Α του ίδιου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3189/2003 παραδεκτώς, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέµβαση ενώπιον

του Αρείου Πάγου, αφού το παρεµβαίνον, κατά τα προβαλλόµενα µε την παρέµβαση, αποτελεί αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο εργαζομένων και μέλος του είναι η αναιρεσίβλητη, υπέρ της οποίας έγινε η πρόσθετη αυτή παρέµβαση. Επομένως πρέπει η τελευταία να ερευνηθεί περαιτέρω κατ ουσία, συνεκδικαζόµενη µε την αίτηση αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του ΠΔ 98/2000,συνάγεται ότι καταργείται το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών (ΕΤΜΟΑ) και όλες οι δραστηριότητες αυτού, πλην εκείνων που σχετίζονται με τη διεύθυνση, συντήρηση και εκμετάλλευση του Άλσους Πεδίου του Άρεως, του Άλσους που περιβάλλει το Βυζαντινό Μουσείο και του

Αττικού

Άλσους, που μεταφέρονται στη διευρυμένη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών-Πειραιώς, ασκούνται από τη Δ.Κ.Ε.Σ.Ο./Γ.Γ.Δ.Ε./Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, το δε μόνιμο προσωπικό και το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρεται αυτοδικαίως στη Γ.Γ.Δ.Ε/Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε, με ταυτόχρονη μεταφορά των αντιστοίχων θέσεων.

Όλες οι παραπάνω θέσεις είναι προσωρινές και καταργούνται μόλις κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο. Το μόνιμο προσωπικό εντάσσεται σε αντίστοιχους κλάδους και σε περίπτωση που δεν υπάρχουν συστήνονται με την απόφαση µεταφοράς. Κατά δε το άρθρο 5 του ως άνω ΠΔ, η ισχύς του αρχίζει από τη δηµοσίευση του στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 15-3-2000.Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει κατ' αρχήν ότι στην περίπτωση µεταφοράς του προσωπικού του ως άνω ΝΠΔΔ στη Γ.Γ.Δ.Ε./Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., εχώρησε εκ του νόµου µεταβολή του προσώπου του εργοδότη του μεταφερόμενου προσωπικού και η αυτόματη και υποχρεωτική μεταβίβαση σε αυτόν από (ημερομηνία μεταφοράς) στο σύνολο τους αμεταβλήτων των εργασιακών σχέσεων των μεταφερομένων υπαλλήλων, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο μεταφοράς τους(15-3-2000).

Η εν λόγω μεταβίβαση αφορά όλους τους όρους εργασίας, τα δικαιώματα που είχαν αποκτήσει οι µεταφερόµενοι, ανεξαρτήτως προελεύσεώς τους (νόµος, Ε.Σ.Σ.Ε,Δ.Α., Κανονισμός) και το καθεστώς επιδομάτων και μισθού, όπως αυτό (μισθολογικό καθεστώς), είχε διαμορφωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (15-3-2000). Εξάλλου α) με την παράγραφο 6 της υπ' αρ. 28/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αρ. 15049/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. τ. Β' 361/24-6-1981) ορίστηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στους μισθωτούς τους οποίους αφορά η εν λόγω διαιτητική απόφαση χορηγούνται ένα δερμάτινο σακάκι ανά τριετία, τύπου βραχείας, δύο χειμερινά παντελόνια τύπου 3 άλφα, ραφ. 75, μαζί με δύο πουλόβερ μάλλινα χρώματος πρασίνου, ετησίως, και δύο δερμάτινα ζεύγη γαντιών ετησίως εσωτερικής γούνας, δύο θερινά παντελόνια, χρώµατος γκρι, τεριλέν, 55/45 ή ντάκρον, µαζί µε δύο υποκάµισα φιλ-α-φιλ σύµµικτα ή βαµβακερά ετησίως, ένα κιλό σαπούνι µηνιαίως Α' ποιότητας, ένα πηλίκιο χειµερινό µε προφυλακτήρα και ένα θερινό µε γείσο ή από ψάθα, καθώς και ένα ευμέγεθες προσόψιο ανά τετράµηνο διαστάσεων 75Χ46 τύπου Ε.Σ., ότι τα ανωτέρω είδη θα πρέπει να παραδίδονται στους µισθωτούς, τα µεν της θερινής περιόδου µέχρι τις 10 Μαίου, τα δε της χειµερινής περιόδου µέχρι τις 10 Οκτωβρίου κάθε έτους η δε παραλαβή και παράδοση θα γίνεται από τη διοίκηση του Σωµατείου µε απόδοση λογαριασµού και ότι, σε περίπτωση αδυναµίας των υποχρέων υπηρεσιών εντός των τακτών προθεσµιών χορηγήσεων των ως άνω ειδών, καταβάλλεται εις ολόκληρον η αξία των ειδών αυτών µε απόδοση λογαριασµού σε χρήµα.

Β)Με την υπ' αρ.60/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την υπ'αρ.16455/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ.τ.Β' 475/12-8-1981), ορίστηκε, κατά συµπλήρωση της παρ.6 της ως άνω υπ' αρ. 28/1981 διαιτητικής αποφάσεως ότι στους παραπάνω µισθωτούς χορηγείται και ένα ζεύγος δερµατίνων υποδηµάτων ετησίως.

Με την υπ'αρ.69/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την υπ'αρ.17190/1981 απόφαση του ιδίου Υπουργού (Φ.Ε.Κ.τ.Β'575/17-9-1981), ορίστηκε κατά συµπλήρωση της παρ.6 της ως άνω υπ'αριθµ.28/1981 Δ.Α, ότι στους παραπάνω µισθωτούς χορηγείται και ένα ζεύγος σκαρπινιών δερµατίνων, µε σόλα ραπτή, αδιάβροχα, ετησίως.

Δ) Με την υπ'αρ.20/1984 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την υπ'αρ.12183/1984 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ τ.Β'150/16-3-1984),ορίστηκε και ότι στους παραπάνω µισθωτούς, που απασχολούνται στο Δηµόσιο, Ν.Π.Δ.Δ και Ο.Τ.Α (πλην Δήµων Αθηνών και Θεσσαλονίκης) χορηγούνται από 1-1-1984 500 γραµµάρια (1/2) κιλού γάλακτος κάθε ημέρα ή το αντίτιμο αυτού σε χρήμα.

Ε)Με την υπ' αρ.96/1985 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κηρύχθηκε εκτελεστή µε την υπ'αρ.19477/1985 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ τ.Β'693/19-11-1985),ορίστηκε και ότι στους παραπάνω υπό το στοιχείο Α' µισθωτούς χορηγείται µία φιάλη γάλακτος 640 γραµµαρίων κάθε ηµέρα ή το αντίτιµο αυτού σε χρήµα. ΣΤ) Με την παρ.6 της υπ'αρ.31/1988 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών (αρ. κατάθ. Υπ. Εργασίας 18057/11-11-1988-πράξη καταθέσεως Ειρηνοδικείου Αθηνών 159/2-12-1988) ορίστηκε ότι από την ισχύ της αποφάσεως αυτής (που άρχισε, κατά την παρ.8 της ίδιας αποφάσεως, από 23-3-1988), χορηγούνται και στις εργαζόµενες, που αφορά η εν λόγω απόφαση, δηλαδή σε εκείνες, που απασχολούνται ως δενδροανθοκηπουροί µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., Δήµους και Κοινότητες όλης της Χώρας πλην Αθηνών και Θεσσαλονίκης, είδη ενδύσεως (γυναικεία), ανάλογα και αντίστοιχα κατά κατηγορία και ποιότητα προς εκείνα των εργαζομένων ανδρών, στον ίδιο αριθμό και κατά τις ίδιες περιόδους που χορηγούνται στους άνδρες συναδέλφους τους.

Ζ)Με την παρ.9 της υπ'αρ.60/1989 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αρ. 19440/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ.τ.Β'912/1989), στις διατάξεις της οποίας υπάγονται οι δενδροανθοκηπουροί του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πλην των εργαζομένων στους Δήμους Αθηνών και Θεσσαλονίκης, ορίστηκε ότι από την ισχύ της αποφάσεως αυτής(που άρχισε, κατά την παρ. 12 της ίδιας αποφάσεως, από 27-4-1989) η χορηγούμενη από την παρ.4 της 96/85 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών ποσότητα γάλακτος αυξάνεται σε ένα λίτρο γάλακτος για κάθε ημέρα εργασίας. Η)Με την παρ.5 της υπ'αρ.6/1995 διαιτητικής απόφασης (πράξη κατ. Υπ. Εργασίας 8/3-5-1995)ορίστηκε ότι "το προβλεπόμενο σε προηγούμενες ρυθμίσεις ως χορηγούμενο ανά τριετία, στους υπαγομένους στην απόφαση αυτή (δενδροανθοκηπουρούς της Δενδροανθοκηπουρικής Ένωσης Ελλάδος, που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α.) δερμάτινο σακάκι, θα χορηγείται εφεξής ανά διετία και στους νεοδιοριζόμενους με την έναρξη της εργασίας τους" Θ) Με το άρθρο 3 της υπ'αριθμ. 35/1997 διαιτητικής αποφάσεως (πρ. κατ. Υπ. Εργ. και Κοιν.Ασφ.18/19-6-1997) ορίστηκε ότι "το χορηγούμενο ανά διετία δερμάτινο σακκάκι θα χορηγείται εφεξής ανά έτος με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις.

I) Με το άρθρο 5 της από 25-8-2000 Συλλογικής Συµβάσεως Εργασίας "για τους όρους αµοιβής και εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο, Ν.Π.Δ.Δ και Ο.Τ.Α", η οποία νόµιµα κατατέθηκε στις 28-8-2000 στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (πρ.κατ.118/28-8-2000)και άρχισε να ισχύει κατά το άρθρο 7 από 1-1-2000,στην οποία υπάγονται κατά το άρθρο 1 οι δενδροανθοκηπουροί που είναι μέλη της δενδροανθοκηπουρικής ένωσης Ελλάδος και απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο, Ν.Π.Δ.Δ., και Ο.Τ.Α, ορίστηκε ότι α)χορηγείται σ'αυτούς ένα (1) λίτρο γάλα για κάθε ηµέρα εργασίας και β) εξακολουθούν να χορηγούνται τα είδη ένδυσης και υπόδησης καθώς και το σαπούνι που προβλέπονται από προηγούµενες Σ.Σ.Ε.

και Διαιτητικές Αποφάσεις. ΙΑ') Με το άρθρο 3 της υπ'αρ. 40/2001 διαιτητικής αποφάσεως (πρ. κατ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφ. 31/21-9-2001), της οποίας η ισχύς άρχισε, κατά το άρθρο 6, από 1-1-2001, ορίστηκε ότι"στους υπαγομένους στην παρούσα μισθωτούς(δηλαδή στους πιο πάνω υπό στοιχείο Η αναφερομένους)χορηγείται ένα(1) λίτρο γάλα για κάθε ημέρα εργασίας" καθώς και ότι "σε περίπτωση αδυναμίας των υποχρέων υπηρεσιών να χορηγήσουν το ως άνω είδος καταβάλλεται η αξία αυτού σε χρήμα".

ΙΒ') Με το άρθρο 3 της υπ'αρ.17/2002 διαιτητικής αποφάσεως (πρ. κατ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφαλ. 8/2-7-2002), ορίστηκε ότι "κατά τα λοιπά(δηλαδή και για την περίπτωση που ενδιαφέρει εδώ) εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της υπ'αριθ.40/2001 Διαιτητικής Απόφασης και των προηγουµένων συλλογικών ρυθµίσεων εφόσον δεν τροποποιούνται µε την παρούσα".

ΙΓ') Με το άρθρο 3 της υπ'αρ. 43/2003 διαιτητικής αποφάσεως (πρ. κατ. Υπ. Εργ. και Κοιν. Ασφαλ. 33/22-7-2003), της οποίας η ισχύς άρχισε κατά το άρθρο 6 από 1-1-2003,ορίστηκε ότι σε περίπτωση αδυναµίας των υποχρέων υπηρεσιών µέσα στις τακτές προθεσµίες να χορηγούνται τα είδη ένδυσης και υπόδησης που προβλέπονται από προηγούµενες συλλογικές ρυθµίσεις και συγκεκριµένα τα µεν της θερινής περιόδου µέχρι 10 Μαΐοu, τα δε χειµερινής περιόδου µέχρι 10 Οκτωβρίου κάθε έτους, καταβάλλεται ολόκληρη η αξία αυτών σε χρήµα µε απόδοση λογαριασµού, εφαρµοζοµένης σε περίπτωση µη συµµόρφωσης και της διάταξης του άρθρου 21 του ν.1876/1990, στο δε άρθρο 4 αυτής ότι κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι όροι της υπ'αρ.17/2002 Δ.Α και των προηγουµένων συλλογικών ρυθµίσεων εφόσον δεν τροποποιούνται µε την παρούσα.

Ενόψει τούτων οι δενδροανθοκηπουροί, που κατά το ενδιαφέρον ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2003, απασχολούνται µε την ιδιότητά τους αυτή µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο δικαιούνται τα είδη ενδύσεως και υποδήσεως, καθώς και ποσότητες γάλακτος, σαπουνιού και τα προσόψια που χορηγούνταν σ'αυτούς κατά τις ως άνω συνδυασμένες διατάξεις Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. κατά τον εν λόγω χρονικό διάστημα, δικαιούμενοι σε περίπτωση αδυναμίας της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούσαν να χορηγήσει τα είδη αυτά, την αξία των σε χρήμα. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν συνάγεται, ούτε από την υπ' αριθ.201543/0022/2-3-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Οικονομικών και του Υφυπουργού Εργασίας, με την οποία ορίστηκε ότι χορηγούνται στο μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του Ε.Τ.Μ.Ο.Α., που απασχολείται αποκλειστικά σε επικίνδυνες και ανθυγιεινές εργασίες σε εξωτερικούς χώρους τα αναφερόμενα είδη ατομικής προστασίας.

Αλλ' ούτε και από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.4 του ν.2470/1997, η οποία με την παρ.1 της υπ'αριθ.2026439/3480/022 της 30-5/6-6-1997 Κ.Υ.Α., που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ως άνω ν. 2470/1997,επεκτάθηκε,έχοντας ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-1997,στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α., και με την οποία ορίστηκε ότι πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιανδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του παρόντος, και στην οποία παραπέµπει η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 2 της από 25-8-2000 ΣΣΕ.

Και αυτό γιατί η προαναφερόµενη αξίωση για παροχή στους δενδροανθοκηπουρούς, που απασχολούνταν υπό την ιδιότητά τους αυτή µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο, των ως άνω ειδών δεν περιλαµβανόταν στα λοιπά επιδόµατα, αµοιβές και αποζηµιώσεις που καταβάλλονταν στους υπαλλήλους που ενέπιπταν στις διατάξεις του ν.2470/1997 κατά την έναρξη της ισχύος, αφού αποτελούσε ιδιαίτερη και ειδική αξίωση προβλεπόµενη από τις ανωτέρω διατάξεις των προαναφερθεισών Σ.Σ.Ε και Δ.Α, από τις οποίες ορισµένες µάλιστα είναι µεταγενέστερες του ν.2470/ 1997.Αντιθέτως η ως άνω άποψη, περί εφαρµογής των προαναφερθεισών Σ.Σ.Ε και Δ.Α στους δενδροανθοκηπουρούς όλης της χώρας που απασχολούνται µε αυτή την ιδιότητα, ως µέλη της Δενδροανθοκηπουρικής Ένωσης Ελλάδος, στο Δηµόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ και στους Ο.Τ.Α, µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενισχύεται και από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του ν.1876/1990,από την οποία προκύπτει ότι µόνο σε αδυναµία υπογραφής συλλογικής σύµβασης εργασίας λόγω έλλειψης συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζοµένων, οι όροι εργασίας καθορίζονται µε κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών και του αρµοδίου Υπουργού, εφόσον πρόκειται για εργαζοµένους στο Δηµόσιο και του Υπουργού Οικονομικών και του εποπτεύοντος Υπουργού για εργαζομένους στα Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α., πράγμα το οποίο όμως δεν συμβαίνει στους απασχολουμένους στο Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, με την προεκτεθείσα ιδιότητα. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο, Πολυμελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης του), δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής:

Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε την 1-2-91 με την ειδικότητα της ανθοκηπουρού, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο Ειδικό Ταμείο Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών (ΕΤΜΟΑ), το οποίο Ταμείο με το Π.Δ. 98/2000 (ΦΕΚ Α', φύλλο 85/15-3-2000) άρθρο 10 αυτού, καταργήθηκε, το δε προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Π.δ.

αυτού, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στη ΓΓΔΕ/Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. Η ισχύς του Π.δ. αυτού άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλ. από 15-3-2000. Η αναιρεσίβλητη είναι από 11-4-1991 μέλος της ΔΕΝΔΡΟΑΝΘΟΚΗΠΟΥΡΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ και την ιδιότητα αυτή διατήρησε μέχρι και τη συζήτηση της έφεσης. Κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παραπάνω ΠΔ/τος η εφεσίβλητος μεταφέρθηκε στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων (ΓΓΔΕ), σε υπηρεσιακές μονάδες της οποίας υπηρέτησε από 12-1-2000, μέχρι και τη συζήτηση της έφεσης.

Ανέκαθεν, αμειβόταν σύμφωνα με τις σ.σ.ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των δενδροανθοκηπουρών των απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.", που εκάστοτε ίσχυαν και που καταρτίζονταν μεταξύ του Δημοσίου και της Δενδροανθοκηπουρικής Ένωσης της Ελλάδος, καθώς και σύμφωνα με τις Διαιτητικές αποφάσεις, που ρύθμιζαν σχετικά με τις αμοιβές τους θέματα.

Σε εφαρμογή των διατάξεων των παραπάνω Σ.Σ.Ε. και Δ.Α., το εκκαλούν αποδέχθηκε την υποχρέωσή του να παράσχει στους ανθοκηπουρούς α) ρουχισμό, β) γάλα και γ) είδη υπόδησης και όπου δεν είναι εφικτή η χορήγηση σε είδος να καταβάλλεται το αντίτιμο αυτών σε χρήμα. Έτσι με βάση την από 25-8-2000 Σ.Σ.Ε. η εφεσίβλητη δικαιούται: 1) ένα λίτρο γάλα για κάθε μέρα εργασίας, 2) ένα δερμάτινο σακάκι ανά έτος, 3) δυο χειμερινά παντελόνια, τύπου 3Α, Ραφ (75% μαλλί, 250% πολυεσ.) με δυο μάλλινα πουλόβερ, χρώματος πρασίνου ετησίως και δυο ζεύγη γάντια, δερμάτινα εσωτερικής γούνας, καθώς και ένα ζεύγος δερμάτινων υποδημάτων ανά έτος, 4) δυο (2) θερινά παντελόνια χρώματος γκρι, τεριλέν ή ντάκρον, με δύο πουκάμισα φιλ-α-φιλ ή βαμβακερά, ένα ζευγάρι δερμάτινα υποδήματα (σκαρπίνια με σόλα ράφτη, αδιάβροχα) και ένα πηλίκιο θερινό με γείσο ή ψάθινο ανά έτος 5) ένα ευμεγέθους προσόψιο (75Χ46) τύπου Ε.Σ. (βαμβακερό) ανά τετράμηνο και τέλος 6) ένα (1) κιλό σαπούνι μηνιαίως α' ποιότητας. 3/66).

Τα είδη ένδυσης και υπόδησης έπρεπε να παραδίδονται κάθε φορά στην εφεσίβλητη, τα μεν της θερινής περιόδου μέχρι 10 Μαΐου, τα δε της χειμερινής μέχρι 10 Οκτωβρίου του ίδιου έτους και σε περίπτωση αδυναμίας των υπόχρεων υπηρεσιών να τα χορηγήσουν μέσα σε τακτές προθεσμίες, έπρεπε να καταβάλλεται η αξία αυτών σε χρήμα με απόδοση λογαριασμού.

Από δε 23-3-88 χορηγούνται και στις εργαζόμενες γυναίκες, που αφορά η παραπάνω ΣΣΕ, είδη ενδύσεων γυναικεία ανάλογα και αντίστοιχα, κατά κατηγορία και ποιότητα με εκείνα των ανδρών, στον ίδιο αριθμό και κατά τις ίδιες περιόδους. Έτσι το Πολυµελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, µε βάση τις προαναφερθείσες Σ.Σ.Ε και Δ.Α, ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται τα στην προσβαλλοµένη απόφαση ειδικότερα αναφερόµενα είδη ένδυσης και υπόδησης, καθώς και ποσότητες γάλακτος, σαπουνιού και αριθµό προσοψίων, από τα οποία τα είδη ένδυσης και υπόδησης θα έπρεπε να παραδίδονται κάθε φορά σ'αυτήν, τα µεν της θερινής περιόδου µέχρι 10 Μαΐου, τα δε της χειµερινής περιόδου µέχρι 10 Οκτωβρίου κάθε έτους και σε περίπτωση αδυναµίας της υποχρέου Υπηρεσίας να χορηγήσει τα ανωτέρω είδη µέσα στις τακτές προθεσµίες θα έπρεπε να καταβάλλεται η αξία αυτών σε χρήμα με απόδοση λογαριασμού.

Το αναιρεσείον δεν χορήγησε στην αναιρεσίβλητη τα ανωτέρω είδη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31/12/2003, αλλ' ούτε και το αντίτιμο αυτών σε χρήμα και έτσι αυτή, με βάση το συνδυασμό των από 1-11-2001 προσφορών των... και ..., τις παραδοχές της υπ' αριθ. 723/2002 συναφούς αποφάσεως, που κατέστη τελεσίδικη με παραίτηση του αναιρεσείοντος από τα ένδικα μέσα και την τιμή που διαμορφώνεται δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.684,10 ευρώ, ως αντίτιμο των στην προσβαλλοµένη απόφαση αναφεροµένων ως άνω ειδών ένδυσης και υπόδησης, καθώς και ποσοτήτων σαπουνιού, γάλακτος και αριθµού προσοψίων για τα προαναφερόµενο χρονικό διάστηµα από 1-1-2001 έως 31-12-2003.Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυµελές Πρωτοδικείο µε την προσβαλλοµένη απόφασή ταυ, απέρριψε την έφεση που άσκησε το αναιρεσείον κατά της υπ'άριθ.270/2004 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, µε την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή της, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.

Κρίνοντας έτσι τα Πολυµελές Πρωταδικείο, δεν παρεβίασε (µε το να µη τις εφαρµόσει) τις ως άνω διατάξεις της υπ'αριθ. 2015043/1485/0022/2-3-1995 Κ.Υ.Α. και ταυ άρθρου 10 παρ. 4 ταυ ν. 2470/1997, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν ήταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ούτε(με το να τις εφαρμόσει) τις διατάξεις των προαναφερθεισών Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. Ειδικότερα δεν παραβίασε και τις τελευταίες, διότι από τις παραδοχές της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη πράγματι απασχολούνταν στην Υπηρεσία του αναιρεσείοντος, όπου υπηρετούσε με την ιδιότητα της δενδροανθοκηπουρού, αφού, μεταξύ των άλλων, δέχεται και ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν μέλος της "ΔΕΝΔΡΟΑΝΘΟΚΗΠΟΥΡΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" και ότι αυτή αμοιβόταν σύμφωνα με τις Σ.Σ.Ε.

για τους όρους αμοιβής και εργασίας των δενδροανθοκηπουρών των απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο κλπ. και συνεπώς δικαιούται τα παραπάνω είδη. Επομένως, οι, περί του αντιθέτου, πρώτος και πέμπτος, λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ΣΣΕ και Δ.Α που διέπουν τους όρους αμοιβής των δενδροανθοκηπουρών που είναι μέλη της Δενδροανθοκηπουρικής και απασχολούνται στο Δηµόσιο, στα Ν.Π.Δ.Δ και στους Ο.Τ.Α µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε κατ' αυτού απ' ευθείας αξίωση για καταβολή του αντιτίµου των ανωτέρω παροχών σε είδος, αλλά αντιθέτως υφίσταται αξίωση από

αδικοπραξία κατά των αρµοδίων οργάνων του, εφόσον κριθεί όµως ότι αυτά παρέλειψαν παρανόµως να εφαρµόσουν όσα ορίσθηκαν µε τις παραπάνω Δ.Α. και συµφωνήθηκαν µε τις εκτεθείσες Σ.Σ.Ε. Πλην, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιµος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως τέτοιος, αφού από τις ανωτέρω Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. προκύπτει ότι δηµιουργείται αξίωση της αναιρεσίβλητης, ως εργαζοµένης να αξιώσει απ' ευθείας από το αναιρεσείον, ως εργοδότη της, την εκπλήρωση των εν γένει συµβατικών του υποχρεώσεων, µεταξύ των οποίων είναι και οι προεκτεθείσες παροχές σε είδος. Εξ' άλλου, απορριπτέος ως αβάσιµος είναι και ο αναιρετικός λόγος (τρίτος), επίσης από τον αριθµό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., µε τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλοµένη απόφαση η αιτίαση ότι κατ' εσφαλµένη εφαρµογή της υπ'αριθµ.43/2003 Δ.Α., το δευτεροβάθµιο δικαστήριο δέχθηκε το αγωγικό αίτηµα περί καταβολής των ειδών ένδυσης, υπόδησης, των προσοψίων και του σαπουνιού για το χρονικό διάστηµα από 1-1-2001 έως και 17-7-2003 χρονικό σηµείο (το τελευταίο), κατά το οποίο κατατέθηκε η ως άνω Δ.Α και συνακόλουθα άρχισε η ισχύς της, ενόψει του ότι µέχρι το ως άνω χρονικό σηµείο (17-7-2003), η σχετική αξίωση δεν είχε έρεισµα σε κάποια Σ.Σ.Ε.

ή σε κάποια Δ.Α. Και τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την επισκόπηση όλων των Σ.Σ.Ε. και Δ.Α. που αφορούν στους όρους αµοιβής των δενδροανθοκηπουρών που είναι µέλη της Δενδροανθοκηπουρικής Ένωσης Ελλάδος και απασχολούνται µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δηµόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, οι παροχές αυτές σε είδος, και σε περίπτωση αδυναµίας αυτούσιας παράδοσης αυτών το αντίτιµό τους σε χρήµα, προβλέπονταν απ' αυτές, κάθε δε µεταγενέστερη Σ.Σ.Ε.

και Δ.Α. παραπέµπει στην αµέσως προγενέστερη. Τέλος, και ο (τέταρτος) λόγος αναίρεσης, οµοίως από τον αριθµό 1 του άρθρου 560 K.Πoλ.Δ, µε τον οποίο το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλοµένη απόφαση, για το ότι, κατ' εσφαλµένη εφαρµογή του άρθρου 3 της υπ'αριθµ. 43/2003 ΔΑ έγινε δεκτή η ανωτέρω αξίωση της αναιρεσείουσας, για καταβολή του αντιτίμου της αξίας των ειδών ένδυσης, υπόδησης, του σαπουνιού και των προσοψίων, ανεξαρτήτως αν η αναιρεσίβλητη είχε ή όχι στη διάθεση της τα προσήκοντα παραστατικά της σχετικής δαπάνης στοιχεία, ενόψει του ότι η ως άνω διάταξη(άρθρο 3) ορίζει ότι καταβάλλεται η αξία αυτών των ειδών σε χρήμα με απόδοση λογαριασμού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και τούτο διότι η ρύθμιση αυτή της παραπάνω ΔΑ(43)2003), επαναλαμβάνεται και σε όλες τις προηγηθείσες ΣΣΕ και ΔΑ, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η μεταγενέστερη παραπέμπει στις διατάξεις της αμέσως προγενέστερης, αρχής γενομένης από την υπ' αρ. 28/1981 του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αρ.15049/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, στην οποία προβλέφθηκε για πρώτη φορά η καταβολή σε χρήμα του αντιτίμου των ειδών ένδυσης και υπόδησης, με απόδοση λογαριασμού, η οποία όμως θα γίνεται από τη διοίκηση του σωματείου των εργαζομένων και όχι από αυτούς τους ίδιους τους εργαζομένους (βλ.

άρθρ. 6 εδ. ι, κ της ως άνω ΔΑ).

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α, και επομένως κατισχύει αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 στοιχ. α' του ως άνω νόμου, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται και με την υποβολή της υποθέσεως στα δικαστήρια, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη.

Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 94 του ίδιου νόμου η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια. Η αυτεπάγγελτη αυτή έρευνα της παραγραφής, που ισχύει υπέρ του Δημοσίου, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου κοινωνικού δημόσιου συμφέροντος και έτσι ο σχετικός ισχυρισμός ανάγεται στη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 στοιχ.

γ' του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό για παραγραφή των ως άνω απαιτήσεων κατά του Δημοσίου έστω και αν αυτός δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέxτηκε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.684,10 ευρώ ως αντίτιμo των στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενων ως άνω ειδών ενδύσεως και υποδήσεως, καθώς και ποσοτήτων γάλακτος και σαπουνιού για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2003.Η ένδικη από 22-12-2003 αγωγή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών αυθημερόν (22-12-2003),όπως αυτό προκύπτει από την κάτω από αυτήν σxετική υπ'αριθ.2139/22-12-2003 πράξη καταθέσεως, συζητήθηκε δε ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου κατ' αντιμωλίαν του αναιρεσείοντος (Ελληνικού Δημοσίου) στις 26-2-2004.Ενόψει τούτων πράγματι οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης που αφορούν το αντίτιμο των ως άνω χειμερινών και θερινών ειδών του έτους 2001 (και μόνον του έτους αυτού) υπέκυψαν στην προαναφερόμενη διετή παραγραφή, εφόσον από τη γένεση τους (11 Οκτωβρίου 2000 για τα είδη της στη συνέχεια χειμερινής περιόδου,11 Μαΐου 2001 για τα είδη της θερινής περιόδου του ίδιου έτους και 11 Οκτωβρίου 2001 για τα είδη της στη συνέχεια χειμερινής περιόδου) μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (που σε κάθε περίπτωση η άσκηση της οπωσδήποτε ολοκληρώθηκε το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή μέχρι τις 26-2-2004) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) ετών.

Επομένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να μη κρίνει και δη αυτεπαγγέλτως με την προσβαλλόμενη απόφαση του ως παραγεγραμμένες τις αμέσως πιο πάνω αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, που εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από 1-1 έως 31-12-2001 παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 94 παρ. 3 του v.2362/1995.Με τον έκτο (και τελευταίo) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να μην κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφαση του και δη αυτεπαγγέλτως ως παραγεγραμμένες τις αμέσως πιο πάνω ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι συνεπώς βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, έστω και αν δεν προτάθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, εφόσον πρόκειται, σύμφωνα με τα παραπάνω, για την εξαιρετική, κατά το άρθρο 562 παρ.2 στοιχ. γ' ΚΠολΔ, περίπτωση ισχυρισμού που αφορά τη δημόσια τάξη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον έκτο λόγο αναιρέσεως που κρίθηκε βάσιμος.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χωρεί η αναίρεση της αποφάσεως, να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που την εξέδωσαν. Η δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστεί ολικά μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και της εν μέρει ήττας καθενός από αυτούς (άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ.

β' ν.3693/1957).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 17-9-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1891/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 31-10-2008 πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης παρέμβαση.

Αναιρεί μερικώς και δη μόνο κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της την παραπάνω απόφαση.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος κατά το οποίο χώρησε η αναίρεση της απόφασης, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη της προκειμένης αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ