2217/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2217/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 204/16-2-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται οι 113/16-1-2006 και 7716/23-10-2006 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Full text
Απόφαση 2217 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2217/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ηλιόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 1.11.2007 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1 , 2) Ψ2 , που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Χριστοδουλοπούλου, 3) Ψ3 και 4) Ψ4, που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Λεβαντάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2.1.2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8082/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 5555/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31.10.2002 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 728/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 18/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω συζήτηση. Επ' αυτής εκδόθηκαν οι αποφάσεις 113/2006, προδικαστική, και 7716/2006, οριστική, του ίδιου Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13.2.2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 22.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου της αναιρέσεως και την αναίρεση της 113/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο και την οριστική του διάταξη, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της 9300/19.10.2001 εφέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου και τετάρτης των εφεσιβλήτων και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 204/16-2-2007 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται οι 113/16-1-2006 και 7716/23-10-2006 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με το 234/32/3-1-001 δικόγραφο αγωγών, με ενάγοντα τον Χ1 και εναγομένους τους (1) Ψ1, (2) Ψ2, (3) Ψ3 και (4) Ψ4, ο ενάγων διατείνετο, ιδία, Ι. ότι, ως κύριος του περιγραφομένου και στην ....... Αττικής κειμένου ακινήτου μετά της επ' αυτού οικοδομής, με τις διατυπούμενες στο ....... συμβόλαιο της συμ/φου Κρωπίας Ευαγγελίας Βαβουράκη πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και σύμβαση γονικής παροχής υπήχθη τούτο στις διατάξεις περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους και παράλληλα μεταβίβασε κατά κυριότητα στον μη διάδικο υιό του Χ την αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της οικοδομής,
ΙΙ. ότι η εν λόγω μεταβίβαση έγινε προς τον υιό του εικονικώς, κατόπιν επιμόνου απαιτήσεώς του, μόλις έγινε γνωστό στον τελευταίο ότι είχε μεταβιβάσει προς την θυγατέρα του ......... όμορο ακίνητο, και ιατρικής συστάσεως από τον θεράποντα ιατρό του υιού του, πάσχοντος από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου, προκειμένου να τον τονώσει ψυχολογικά και να στερήσει από αυτόν αιτίες για ψευδονευρωτικές αντιδράσεις,
ΙΙΙ. ότι επιπροσθέτως για τον λόγο αυτό δεν περιελήφθη στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας μικρό τμήμα του πρώτου ορόφου ώστε να είναι άκυρη, IV. ότι με την διατυπούμενη στο ......... συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Χριστίνας Χριστοδούλου Οικονόμου σύμβαση πωλήσεως ο υιός του μεταβίβασε την εν λόγω οριζόντια ιδιοκτησία στους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων και στη συνέχεια οι τελευταίοι με τη συνομολογούμενη με το ........
συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών Ανδρονίκης Πανάγαινα σύμβαση πωλήσεως στους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων και V. Ότι οι συμβάσεις πωλήσεως προς τον πρώτο και δεύτερη των εναγομένων ήταν άκυρες για τον λόγο ότι ο υιός του, πάσχων από παρανοειδή ψύχωση και σχιζοφρένεια, εστερείτο της χρήσεως του λογικού, της ακυρότητας δε αυτής τελούσαν εν γνώσει οι εναγόμενοι.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά εδιώκετο Α. να αναγνωρισθεί η ακυρότητα (α) της πράξεως συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, (β) της συμβάσεως γονικής παροχής και (γ) της συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως κατά κυριότητα της αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας (αα) από τον υ8ό του στον πρώτο και δεύτερη των εναγομένων και (ββ) από τους τελευταίους στους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων και Β.
να υποχρεωθούν οι τελευταίοι σε απόδοση του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου. Επί του εν λόγω δικογράφου αγωγών εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία η 8082/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, μετά την εκτίμηση ότι σωρεύονται αγωγή αναγνωστιστική της ακυρότητας των εν λόγω συμβάσεων και αγωγή διεκδικητική της κυριότητας του διαμερίσματος, απέρριψε την πρώτη ως αόριστη και την τελευταία ως απαράδεκτη.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την 9300/19-10-2001 έφεση, παραπονούμενος δι' αυτής μόνον για την απόρριψη της αναγνωριστικής της ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων αγωγής, κατ' αποδοχή της οποίας εκδόθηκε η 5555/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετά από εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως κατά το κεφάλαιο τούτο, απέρριψε την εν λόγω αγωγή ως "νόμω αβάσιμη" και εντεύθεν "ενεργητικά ανομιμοποίητη", με την αιτιολογία ότι ο εκκαλών - ενάγων "στερούμενος, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κυριότητας επί του επιδίκου διαμερίσματος, δεν νομιμοποιείται ως ζητεί, όσα προαναφέρθηκαν από τους εναγομένους, τα οποία μπορούσε νομίμως να ζητήσει από μόνο τον υιό του, κατά του οποίου όμως δεν στρέφει την αγωγή".
Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώθηκε ο ηττηθείς ενάγων με αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 728/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκε ο λόγος αναιρέσεως που αναφερόταν στην απόρριψη της αγωγής αναγνωρίσεως της ακυρότητας της συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας για τον λόγο ότι δεν περιελήφθησαν όλοι οι χώροι της οικοδομής και παράλληλα παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως γενικότερου ενδιαφέροντος, το θέμα, αν εκείνος που επιδιώκει την κατά το άρθρο 131 ΑΚ αναγνώριση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας δύναται να απευθύνει την σχετική αγωγή κατά του τρίτου, χωρίς να στραφεί και κατά του αντισυμβαλλόμενου του για τον οποίο επικαλείται ότι δεν είχε συνείδηση των πραττομένων ή εστερείτο της χρήσεως του λογικού.
Επακολούθησε η έκδοση της 18/2005 αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, η οποία, σε συνέπεια με την νομική της παραδοχή ότι, αν κατά τη σύναψη συμβάσεως ενοχικού, εμπράγματου ή άλλου χαρακτήρα, στον ένα των συμβαλλομένων έλλειπε η συνείδηση εκ των πραττομένων ή το λογικό, η σύμβαση είναι αυτοδικαίως άκυρη και, άρα, λογιζόμενη ως μη γενόμενη, την αντίστοιχη δε ακυρότητα δύναται να επικαλεστεί οποιοσδήποτε και να την προτείνει έναντι οποιουδήποτε και, συνεπώς, δύναται να την επικαλεστεί ο αντισυμβαλλόμενος εκείνου και να την προτείνει έναντι εκείνου ή έναντι του ειδικού διαδόχου του ως άνω διαδόχου εκείνου, έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση τω άρθρων 131, 180 ΑΚ απέρριψε την αγωγή, με την οποία εδιώκετο η αναγνώριση έναντι όλων των εναγομένων της ακυρότητας των χαρακτηριζομένων στην αρχή της παρούσης με στοιχ.
Α (β) και Α (γαα) δικαιοπραξιών, ως "νόμω αβάσιμη" και εντεύθεν "ενεργητική ανομιμοποίητη" και αναίρεσε κατά τούτο την εν λόγω απόφαση. Αντίθετα απέρριψε τον λόγο αναιρέσεως που αναφερόταν στην απόρριψη της αναγνωρίσεως της ακυρότητάς της με στοιχ. Α (γββ) συμβάσεως. Επανήλθε η υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 113/2006 απόφασή του.
Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι η υπόθεση παραπέμφθηκε με την αναιρετική απόφαση μόνο αναφορικά με τους δύο πρώτους των εφεσιβλήτους, έναντι των οποίων έκρινε νόμιμη την αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας της διατυπούμενης στο ....... συμβόλαιο συμβάσεως γονικής παροχής [με στοιχ. Α (β)] και στο ...... συμβόλαιο συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως κυριότητας [με στοιχ.
Α (γαα)], εξαφάνισε κατά τούτο, κατ' αποδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, την πρωτοβάθμια απόφαση και έταξε το οικείο θέμα αποδείξεως για τα θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά και της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ενστάσεως των δύο πρώτων των εναγομένων. Αντίθετα, σε συνέπεια με την εκτίμησή της ότι η 5555/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε και παραπέμφθηκε η υπόθεση μόνο ως προς τους δύο πρώτους των εφεσιβλήτων, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 7716/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ' αποδοχή της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ενστάσεως των δύο πρώτων και μόνο εναγομένων, απέρριψε την κατ' αυτών απευθυνομένη αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας των με στοιχ.
Α(β) και Α(γαα) συμβάσεων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής, ως και της 113/2006, εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια. Ι. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που τους περιέχουν, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μόνο με τον τρόπο αυτό επαναφέρονται στην δίκη για την έφεση οι ισχυρισμοί που είχαν προβληθεί στη δίκη ενώπιον του πρώτου βαθμού. Απαιτείται συγκεκριμένα, τόσον η επανυποβολή τους, τουλάχιστον με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτοδίκων προτάσεων που τους περιέχουν, όσο και η προσκομιδή σε επικυρωμένο αντίγραφο των τελευταίων.
Η συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων, που είχαν υποβληθεί στο πρώτο βαθμό στις προτάσεις για το Εφετείο, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων που τους περιέχουν, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση και αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Παράλληλα, κατά το άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς του η βάση της αγωγής.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι μετά την αναίρεση της εφετειακής αποφάσεως και την παραπομπή της υποθέσεως στο Εφετείο ο εναγόμενος ως εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη νέους πραγματικούς ισχυρισμούς ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως και επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως, τέτοιος δε ισχυρισμός είναι και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τον εκκαλούντα - ενάγοντα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 άρθρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Τέλος, ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, τον οποίο αυτός είχε μεν προβάλλει πρωτοδίκως, δεν είχε όμως επαναφέρει ενώπιον του Εφετείου κατά τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 240 ΚΠολΔ.
Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στις προσβαλλόμενες εφετειακές αποφάσεις, με αναφορά στο άρθρο 559 περ. 14 ΚΠολΔ, η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξαν ως απαράδεκτη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, την οποία οι ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων προέβαλαν ως εφεσίβλητοι με τις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλαν μετά την αναίρεση της 5555/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την 18/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στις οποίες ενσωμάτωσαν τις έγγραφες προτάσεις που είχαν υποβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος, προεχόντως για τον λόγο ότι την εν λόγω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος επιτρεπτώς μπορούσαν να προτείνουν ως νέο πραγματικό ισχυρισμό ως εφεσίβλητοι (ΚΠολΔ 527 περ. 1), χωρίς ανάγκη επαναφοράς της από την προβολή της κατά την πρωτοβάθμια δίκη.
ΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ως λόγος αναιρέσεως από την εν λόγω διάταξη είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και ότι η ένσταση, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, κρίθηκε ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 262 παρ. 1 νομική αοριστία).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω καταστάσεως, δεν είναι αναγκαίο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του. Οι ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων υποστήριξαν ως εφεσίβλητοι και προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος καταχρηστική άσκηση του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος του τελευταίου.
Ειδικότερα ισχυρίσθηκαν "ότι η άσκηση της κρινόμενης αγωγής υπερβαίνει τα όρια του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματός του, αλλά και τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, γιατί ο ενάγων επικαλείται εικονικότητα της γενικής παροχής του προς τον γυιό του, λόγω κρυψιβουλίας, εικονικότητα, την οποία ο ίδιος οργάνωσε και την οποία επικαλείται ένδεκα χρόνια αργότερα και μάλιστα σε βάρος τους, που την αγνοούσαν και γιατί ενώ τους κοινοποίησε εξώδικη δήλωση πρόσκληση - διαμαρτυρία στις 10-7-1992, με την οποία απειλούσε για ανάκληση της μεταβίβασης, δεν διεκδίκησε το ακίνητο επί εννέα έτη και γιατί άσκησε την αγωγή για απολύτως ιδιοτελείς σκοπούς και μετά από σφοδρή αντιδικία με τους άλλους δύο εναγομένους οι οποίοι ανεκάλεσαν την άδεια ανέγερσης οικοδομής στον 2ο όροφο, καθώς και γιατί ο ενάγων γνώριζε ότι αυτοί μεταβίβασαν την επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία στους άλλους δύο εναγομένους και παρόλα αυτά περίμενε να διαταραχθούν οι σχέσεις του με αυτούς, για να ασκήσει την αγωγή ακυρώσεως μετά από τέσσερα έτη".
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούσαν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και κατά συνέπεια ορθώς αξιολογήθηκε από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως νόμιμη η θεμελιούμενη επ' αυτών ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος του εκκαλούντος - ενάγοντος, την οποία διατύπωσαν οι ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ως εφεσίβλητοι προς υπεράσπιση κατά της κατ' αυτών απευθυνομένης εφέσεως.
Επομένως ο δεύτερος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται, με αναφορά στο άρθρο 559 αρθρ. 1 ΚΠολΔ, εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, ελέγχεται ως αβάσιμος. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων επανήλθε η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 57716/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η χαρακτηριζόμενη με στοιχ.
Α(β) και Α(γαα) αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, κατ' αποδοχή της προβληθείσης από τους τελευταίους ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. "Ο ενάγων Χ1 ήταν κύριος ενός οικοπέδου, που βρίσκεται επί των οδών .....
και ....., αριθμ. ...... του Δήμου Πεύκης επιφάνειας 530.80 τ.μ., με την οικοδομή που ήταν χτισμένη πάνω σ' αυτό. Με το με αριθμό ......... συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και γονικής παροχής, της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευαγγελίας συζ. Χαρ., Γεωργακοπούλου, ο ενάγων επί του οικοπέδου αυτού συνέστησε οριζόντια ιδιοκτησία, η οποία αποτελούνταν από το ισόγειο, επιφάνειας 119,52 τ.μ., στο οποίο διέμενε ο ίδιος, τον πρώτο (Α') πάνω από το ισόγειο όροφο επιφανείας 126.18 τ.μ και το δεύτερο (Β') μελλοντικό πάνω από το ισόγειο όροφο.
Το συμβόλαιο αυτό είχε μεταγραφεί νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμο .... και αριθμό ....). Κατά την υπογραφή του συμβολαίου αυτού παρέστη αυτοπροσώπως ο γιος του ενάγοντος Χ. Με το ίδιο συμβόλαιο ο ενάγων συνέστησε γονική παροχή υπέρ του γιου του. Μετά τη σύσταση της γονικής παροχής και μάλιστα κατά τις αρχές του έτους 1992, ο γιος του ενάγοντος αποφάσισε να πουλήσει το εν λόγω διαμέρισμα.
Για το λόγο αυτό έβαλε πωλητήριο στην εξώπορτα της οικοδομής και αγγελίες στις εφημερίδες, όπως την εφημερίδα ".....", της 30-3-1992, σύμφωνα με την οποία πουλούσε το διαμέρισμα 27.000.000 δραχμές μετρητά. Ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων Ψ1 και Ψ2 είδαν την αγγελία και αποφάσισαν να αγοράσουν το διαμέρισμα, Μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ του πωλητή και των δύο πρώτων εναγομένων, στις 3-4-1992, οι τελευταίοι συμφώνησαν να αγοράσουν το διαμέρισμα, αντί τιμήματος 27.000.000 δραχμών, από το οποίο θα κατέβαλαν μετρητά 20.000.000 δρχ.
κατά την υπογραφή του συμβολαίου και τα υπόλοιπα μέχρι 31-5-1991. Έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ αυτών το με αριθμό ........ συμβόλαιο, της Συμβολαιογράφου Αθηνών Χριστίνας Χριστοπούλου-Οικονόμου, τα οποίο είχε μεταγραφεί νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμο .... και αριθμό ....). Το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα ήταν 14.349.694 δρχ., που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία, αφού το πραγματικό τίμημα ήταν μεγαλύτερο (27.000.000 δρχ.).
Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι εξόφλησαν το τίμημα και ο γιος του ενάγοντος (πωλητής) υπέγραψε τις με αριθμ. ...... και ......... πράξεις εξοφλήσεως της πιο πάνω συμβολαιογράφου. Κατά την υπογραφή του πιο πάνω πωλητηρίου συμβολαίου ο γιος του ενάγοντος εμφανίσθηκε στην πιο πάνω συμβολαιογράφο και υπέγραψε αυτό, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φαίδωνα - Αντώνιο Χούντα.
Μετά την εξόφληση του τιμήματος (29-5-1992) οι δύο πρώτοι εναγόμενοι εγκαταστάθηκαν στο αγορασθέν διαμέρισμα με την οικογένεια τους. Ο ενάγων με την από 10-7-1992 εξώδικη δήλωση, που κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο διαμαρτύρονταν για την γενόμενη μεταβίβαση και του δήλωνε ότι θα ζητήσει την ανάκληση αυτής, λόγω σοβαρού προβλήματος, χωρίς όμως να αναφέρει ποιο είναι το πρόβλημα αυτό και για ποιο λόγο θα ζητήσει την ανάκληση της γενόμενης μεταβίβασης, αφού δεν ήταν αυτός ο πωλητής.
Στο εξώδικο αυτό απάντησε ο πρώτος εναγόμενος, με την από 14-7-1992 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία, την οποία κοινοποίησε στον ενάγοντα στις 20-7-1992 (βλ, την με αριθμό ..... ....... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ........), διαμαρτύρονταν για την αποστολή του εξωδίκου και του δήλωνε ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο θα ζητήσει την ανάκληση της μεταβίβασης, αφού δεν ήταν ο πωλητής και ποιο είναι το σοβαρό πρόβλημα, αφού με των πωλητή (γιο του ενάγοντος) δεν είχαν κανένα πρόβλημα, ούτε και ο τελευταίος διατύπωσε κάποιο παράπονο εναντίον τους.
Μετά την αποστολή του εξωδίκου δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη σε κάποια ενέργεια εναντίον των δύο πρώτων εναγομένων ή τουλάχιστον να τους γνωρίζει ποιο ήταν το σοβαρό αυτό πρόβλημα. Έτσι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι διέμεναν στο αγορασθέν διαμέρισμα μέχρι 16-10-1997, οπότε, λόγω και της αύξησης της οικογένειας τους, αποφάσισαν να αγοράσουν άλλο διαμέρισμα μεγαλύτερο.
Με το με αριθμό .......... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ζαμβίας ή Ζάμπιας Μπιτούνη- Κουδουνάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (τόμο ..., αριθμός ...),μεταβίβασαν το εν λόγω διαμέρισμα του Α' ορόφου στον τρίτο και τέταρτη των εναγομένων Ψ3 και, Ψ4, με αναγραφόμενο τίμημα 17.051.334 δρχ, που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική του αξία, χωρίς να προκύπτει ποιο ήταν το πραγματικό τίμημα.
Οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι (τρίτος και τέταρτη), που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, αφού η συζήτηση της κρινόμενης έφεσης ως προς αυτούς, κηρύχθηκε απαράδεκτη, με την με αριθμό 113/2006 παρεμπίπτουσα απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, διότι η με αριθμό 5555/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δεν αναιρέθηκε ως προς αυτούς, κατοικούσαν στο επίδικο διαμέρισμα, χωρίς καμία εναντίωση εκ μέρους του ενάγοντος, τους οποίους προφανώς και θεωρούσε ως συνιδιοκτήτες (βλ.
από 29-10-1999 και 16-11-1999 εξώδικα αυτού). Μετά τους σεισμούς της 7-9-1999 το ισόγειο διαμέρισμα του ενάγοντος, στο οποίο και διέμενε, παρουσίαζε ρηγματώσεις στον φέροντα οργανισμό και τις τοιχοποιίες. Για το λόγο αυτό κρίθηκε κίτρινο (προσωρινά ακατάλληλο), από την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια επιτροπή του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ ο Α' όροφος (επίδικο) πράσινος.
Τότε ανέκυψαν διαφωνίες μεταξύ του ενάγοντος και των δύο τελευταίων εναγομένων ως προς τον τρόπο επισκευής της οικοδομής και μάλιστα υπήρξε και ανταλλαγή εξώδικων μεταξύ αυτών. Παρά τις διαφωνίες μεταξύ αυτών, ο ενάγων με την από ..... αίτηση του προς τη Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Αθηνών Πειραιώς (Νομαρχία Ανατ.
Αττικής - Δνση Πολεοδομίας) ζήτησε την έκδοση οικοδομικής αδείας, για την προσθήκη του Β' μελλοντικού ορόφου. Έτσι εκδόθηκε η με αριθμό ..... οικοδομική άδεια. Στην έκδοση της οικοδομικής άδειας αντέδρασαν οι δύο τελευταίοι εναγόμενοι με την με αρ. πρωτ. ...... ένσταση τους προς την πιο πάνω πολεοδομία, στην οποία κατήγγειλαν την ύπαρξη των ρηγματώσεων.
Μετά από αυτό η πολεοδομία με το με αρ. πρωτ. ........ έγγραφο της, διέταξε τη διακοπή των εργασιών και υποχρέωσε τον ενάγοντα μέσα σε προθεσμία 2 μηνών να προβεί σε αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας. Μετά από αυτό ο ενάγων θύμωσε πάρα πολύ και άσκησε εναντίον των εναγομένων την κρινόμενη από 2-1-2001 αγωγή του.
Με την αγωγή αυτή ζητεί την ακύρωση του συμβολαίου γονικής παροχής προς το γιο του, του πωλητηρίου συμβολαίου αυτού προς τους δύο πρώτους εναγόμενους και του πωλητηρίου συμβολαίου των τελευταίων προς τους δύο τελευταίους εναγόμενους, διότι ο γιος του, κατά τη σύναψη του συμβολαίου γονικής παροχής και του πρώτου πωλητηρίου συμβολαίου, έπασχε από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου.
Εξάλλου είναι γεγονός ότι ο τελευταίος έπασχε και πάσχει ακόμη και σήμερα από σχιζοφρενική ψύχωση παρανοϊκού τύπου. Μάλιστα στις 11-11-1986 σκότωσε το θεράποντα ιατρό του μέσα το επίδικο διαμέρισμα. Για την πράξη του αυτή, λόγω της κατάστασης της υγείας του, κρίθηκε ακαταλόγιστος και διατάχθηκε η φύλαξη του σε δημόσιο Θεραπευτικό Ίδρυμα (βλ. 4.640/1987 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών).
Έτσι παρέμεινε νοσηλευόμενος στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής από 14-11-1987 μέχρι 31-5-1989, οπότε και εξήλθε με βάση την με αριθμό 29.634/1989 απόφαση του Αυτοφώρου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, διότι βρισκόταν σε ύφεση και χωρίς ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις (βλ. από ...... εξιτήριο του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής).
Η έξοδος του έγινε με τον όρο να διαμένει στο σπίτι των γονέων του ή της αδελφής του υπό ιατρική παρακολούθηση. Όμως η έξοδος του από το ψυχιατρείο δεν έγινε λόγω του ότι αποθεραπεύθηκε, λόγω της ασθένειας από την οποία έπασχε, αλλά διότι η ασθένεια του βρισκόταν σε ύφεση και δεν ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Άλλωστε την πάθηση από την οποία έπασχε ο γιος του ενάγοντος διαπίστωσε στις 12-9-1990 και η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή της Νομαρχίας Αττικής (βλ. με αριθμ. γνωμ. ......... απόφαση αυτής). Επίσης αποδείχθηκε ότι αυτός μπορεί να αναγνωρίζει τα νομίσματα, να κάνει πολύπλοκες πράξεις, να αντιλαμβάνεται τι γίνεται γύρω του, με ένα δικό του σύστημα αξιών χωρίς να είναι εμφανής η κατάσταση της υγείας του, πλην όμως δεν μπόρεσε ποτέ να ενταχθεί στην κοινωνία και σήμερα ζει μόνος του και απομονωμένος σ' ένα σπίτι των γονέων του.
Έτσι αυτός (γιος του ενάγοντος) κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου γονικής παροχής (......) και του άνω συμβολαίου, με το οποίο μεταβίβασε ο τελευταίος στους δύο πρώτους εναγόμενους το επίδικο διαμέρισμα (8-4-1992), έπασχε από ψυχωσική συνδρομή παρανοϊκού τύπου, με αποτέλεσμα να μην έχει καθόλου συνείδηση των πράξεων του και τη χρήση του λογικού.
Περαιτέρω από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων επικαλείται εικονικότητα της γονικής παροχής προς το γιο του, λόγω κρυψιβουλίας, διότι, αν και γνώριζε την κατάσταση της υγείας του γιου του, την οποία αγνοούσαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, αυτός προέβη στην κατάρτιση του εν λόγω συμβολαίου, χωρίς να φροντίσει για την εξασφάλιση του διαμερίσματος με την παρακράτηση της ψιλής κυριότητας ή τουλάχιστον της επικαρπίας.
Επίσης ο ενάγων, αν και γνώριζε την πρόθεση του γιου του να μεταβιβάσει το διαμέρισμα, αφού είχε τοποθετήσει πωλητήριο στην εξώπορτα της οικίας, δεν φρόντισε να ενημερώσει τους υποψηφίους αγοραστές για την εικονικότητα του συμβολαίου, ούτε μετά την αγορά αυτού από τους δύο πρώτους εναγόμενους, τους ενημέρωσε για την εικονικότητα, αφού και στο από 10-7-1992 εξώδικο του προς τον πρώτο εναγόμενο μιλά για ανάκλιση του πωλητηρίου προς αυτούς συμβολαίου, για σοβαρό λόγο, δεν αναφέρει ποιος είναι ο σοβαρός λόγος, αλλά και τους άφησε να παραμείνουν στο διαμέρισμα μέχρι το 1997, οπότε το μεταβίβασαν στους δύο τελευταίους εναγόμενους, τους οποίους και δεν ενημέρωσε για την εικονικότητα.
Τελικά και μετά την διατάραξη των σχέσεων μεταξύ του ενάγοντος και των δύο τελευταίων εναγομένων, λόγω της καταγγελίας των τελευταίων στην πολεοδομία και την ανάκληση της οικοδομικής άδειας, για την προσθήκη του Β' μελλοντικού ορόφου, άσκησε την κρινόμενη από 2-1-2001 αγωγή του, για την ακυρότητα του συμβολαίου γονικής παροχής και του πρώτου πωλητηρίου συμβολαίου, δηλαδή μετά την πάροδο ένδεκα ετών περίπου.
Επομένως υπό τα ως άνω αναφερθέντα πραγματικά περιστατικά η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός του δικαιώματος και πρέπει η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των δύο πρώτων εναγομένων να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία και να απορριφθεί η αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία".
Από το περιεχόμενο των διαφευγόντων τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικών αυτών παραδοχών της προσβαλλόμενης, 7116/2006 αποφάσεως του Εφετείου προκύπτει ότι με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληρούν το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ και συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, κατά τον επιτρεπόμενο περί τούτου αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως ο υπό την αυτή ρύθμιση λόγος αναιρέσεως, με το δεύτερο σκέλος του οποίου αποδίδεται, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ ελέγχεται ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Από τα άρθρα 579 παρ. 1 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία φορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεώς της.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 β ΚΠολΔ προκύπτει ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως συγχωρείται μόνο κατά οριστικής αποφάσεως που περατώνει όλη τη δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Απλώς θεωρείται ότι έχουν συμπροσβληθεί μαζί με την προσβαλλόμενη οριστική (και τελεσίδικη) απόφαση, ακόμη και αν η αναιρετική αίτηση δεν στρέφεται ρητώς εναντίον της (ΚΠολΔ 553 παρ. 2). Αν η οριστική (και τελεσίδικη) απόφαση δεν επαναλαμβάνει πανηγυρικά το σφάλμα της μη οριστικής, πλην στηρίζεται το διατακτικό εκείνης, τότε με την αναίρεση προσβάλλεται η οριστική (και τελεσίδικη) απόφαση, για τον λόγο ότι από την παράλειψή της να ανακαλέσει τη μη οριστική απόφαση (ΚΠολΔ 309), σιωπηρά επανέλαβε τα σφάλματα εκείνης, στα οποία και στηρίχθηκε.
Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 75, 76, 54 και 54 και 558 εδ. β ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, κατά την οποία η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη έναντι των λοιπών, η οριστική απόφαση που εκδίδεται για κάποιον από τους ομοδίκους, περατώνει την δίκη ως προς αυτόν και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί κατά το μέρος τούτο με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων 12,522,525 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι, και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής, για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, δικαστικής προστασίας με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.
Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης αλλ' αποτελεί, αναλόγως του εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής η ευνοϊκή για όποιον ζήτησε δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικονομικής αξιώσεως δια της υποβολής της σε νέα, δευτεροβάθμια κρίση. Η οριστικότητα δε της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κρίνεται αναφορικά με τη δικονομική αυτή αξίωση και όχι με το αίτημα του εφετήριου εγγράφου για παραδοχή της εφέσεως (ΚΠολΔ 309 εδ.
α, 553 παρ. 1 εδαφ. 1 στοιχ. α', 553 παρ. 1 εδ. 1 στοιχ. β'). Με την έννοια αυτή οριστική είναι η απόφαση που αποφαίνεται τελειωτικώς για το επίδικο δικαίωμα και το δέχεται ή το απορρίπτει, έστω και για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεις, είτε εν όλω είτε εν μέρει. Με βάση τις νομικές αυτές παραδοχές η 113/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά την διάταξή της με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου και τετάρτης των εφεσιβλήτων, με την αιτιολογία ότι η 5555/2002 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου δεν αναιρέθηκε κατά τούτο με την 18/2005 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου και επομένως δεν παραπέμφθηκε ως προς αυτούς η υπόθεση προς νέα εκδίκασή της, είναι κατά τούτο οριστική, αφού δέχεται ότι η προβληθείσα με την αναίρεση 5555/2002 απόφαση αποφαίνεται τελειωτικώς, μετά την απόρριψη της αναιρετικής αιτήσεως ως προς τους εν λόγω εφεσιβλήτους, για το δικαίωμα του εκκαλούντος - ενάγοντος για ακύρωση της διατυπούμενης στο .......
συμβόλαιο της συμ/φου Κρωπίας Ευαγγελίας Βαβουράκη συμβάσεως γονικής παροχής και στο ........ συμβόλαιο, της συμ/φου Αθηνών Χριστοδούλου - Οικονόμου συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου.
Επομένως δεν μπορούσε να ανακληθεί κατά την εν λόγω διάταξη της, ως οριστική, από την επακολουθήσασα 7716/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επιτρεπτώς όμως προσβάλλεται αυτοτελώς με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, κατά δε το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. β' αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο κατά το σημείο που στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Τέλος ορίζεται, στο άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ ότι οι αποφάσεις της Ολομελείας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο, της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας υποχρεούται να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση αναφορικά με το νομικό ζήτημα που έλυσε ο 'Αρειος Πάγος, δεχόμενος το σχετικό λόγο αναιρέσεως. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της 18/2005 αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, σε συνέπεια με τη νομική της παραδοχή ότι, αν κατά τη σύναψη συμβάσεως ενοχικού - εμπράγματου ή άλλου χαρακτήρα, στον ένα των συμβαλλομένων έλλειπε η συνείδηση των πραττομένων ή το λογικό, η σύμβαση είναι αυτοδικαίως άκυρη και, άρα, λογιζομένη ως μη γενομένη, την αντίστοιχη δε ακυρότητα δύναται να επικαλεστεί οποιοσδήποτε και να την προτείνει έναντι οποιουδήποτε και, συνεπώς, δύναται να την επικαλεστεί ο αντισυμβαλλόμενος εκείνου και να την προτείνει έναντι εκείνου ή έναντι του ειδικού διαδόχου εκείνου ή έναντι του ειδικού διαδόχου του ως άνω ειδικού διαδόχου εκείνου, έκρινε ότι η προσβαλλόμενη 5555/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά παράβαση των άρθρων 131, 180 ΑΚ.
απέρριψε την αγωγή, με την οποία εδιώκετο η αναγνώριση της ακυρότητας των παραπάνω μνημονευομένων συμβάσεων έναντι όλων των εναγομένων, ως "νόμω αβάσιμη" και εντεύθεν "ενεργητική ανομιμοποίητη", αναίρεσε κατά τούτο την εν λόγω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το εν λόγω κεφάλαιο προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών.
Από το περιεχόμενο αυτό της αναιρετικής αποφάσεως αβίαστα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε κατά το εν λόγω κεφάλαιο της αγωγής απευθυνομένης κατά πάντων των εναγομένων, έναντι των οποίων, όπως σημειώνεται στις αιτιολογίες της, εδιώκετο η αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως γονικής παροχής και πωλήσεως και μεταβιβάσεως της αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου.
Επομένως κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της η 113/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δέχθηκε ότι η αναίρεση απορρίφθηκε κατά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης 5552/2002 αποφάσεως που αφορά την έφεση του ενάγοντος κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου και τέταρτης των εφεσιβλήτων - εναγομένων και σε συνέπεια με την παραδοχή της αυτή παρά το νόμο κήρυξε, με οριστική κατά τούτο διάταξή της, απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως κατά την κατεύθυνσή της κατά των εν λόγω εφεσιβλήτων, αξιολογώντας αρνητικά κατά τούτο την δια της εφέσεως αιτουμένη παροχή έννομης προστασίας έναντι των τρίτου και τετάρτης των εφεσιβλήτων - εναγομένων, κατά τον βάσιμο περί τούτου τρίτο λόγο αναιρέσεως, με εσφαλμένη αναφορά στις αναιρετικές αιτιάσεις του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ', 14, αντί εκείνης του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση κατά το μέρος που αναίρεσε την 5552/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και έκρινε νόμιμες τις με στοιχ. Α (β) και Α (γαα) αγωγές κατά την απεύθυνσή τους κατά των τρίτου και τετάρτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει : Α. Να απορριφθεί η 204/16-2-2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της 7716/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, στερουμένης κατά τούτο μόνο κατά του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, Β. να απορριφθεί η αυτή 204/2007, αίτηση αναιρέσως κατά της 113/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και Γ.
κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως να γίνει δεκτή η αυτή, 204/2007, αίτηση αναιρέσεως κατά της 113/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων και αναιρεθεί κατά το κεφάλαιο αυτής και την οριστική της διάταξη, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της 9300/19-10-2001 εφέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, με παράλληλη παραπομπή της υποθέσεως για περαιτέρω κατά τούτο εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ. 3).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ και ο τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ομοίως κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α.
Απορρίπτει την 204/16-2-2007 αίτηση αναιρέσεως κατά της 7716/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Β.
Απορρίπτει την αυτή, 204/2007, αίτηση αναιρέσεως κατά της 113/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά την απεύθυνσή της κατά του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Γ. Δέχεται την αυτή, 204/2007, αίτηση αναιρέσεως κατά της 113/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου και τετάρτης των αναιρεσιβλήτων και αναιρεί την εν λόγω απόφαση κατά το κεφάλαιο και την οριστική της διάταξη, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της 9300/19-10-2001 εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά την απεύθυνσή της κατά του τρίτου και τέταρτης των εφεσιβλήτων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω κατά τούτο εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ