2216/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2216/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Ειδικότερα, ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Full text
Απόφαση 2216 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2216/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ............., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ........., που ασκεί την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της ........., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αθανάσιος Χατζηαναγνώστου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από12.11.2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 222/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 635/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29.9.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 22.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ........ έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λάρισας ......... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Αθανασίου Χατζηαναγνώστου, που επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης 10529-9-2006 αίτησης αναιρέσεως κατά της 635/27-6-2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις κάτω από πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (5-11-2007), νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα. Επομένως και αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου κατ την εν λόγω δικάσιμο (5-11-2007), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη 105/29-9-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 635/27-6-2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, καάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 615/17-11-2003 αγωγή ο ενάγων, παριστάμενος, λόγω της ανηλικότητάς του, με την ασκούσα την γονική μέριμνα μητέρα του, εδίωκε την αναγνώριση της πατρότητας του εναγομένου πατέρα του, ως γεννηθέντος χωρίς γάμο αυτού και της μητέρας του, μετά της οποίας είχε σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεώς του. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 222/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 1302/16-11-2004 έφεση του εναγομένου, η 635/2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση. Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια.
Ι. Ειδικότερα, ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Τότε μόνον η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου όταν στηρίχθηκε μόνο σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1479 παρ. 1 εδ. 1 και 2 ΑΚ, η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο του. Το κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δικαίωμα της μητέρας να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από το αντίστοιχο δικαίωμα του τέκνου.
Η μητέρα δεν ασκεί την αγωγή ως αντιπρόσωπος του τέκνου της ή ως μή δικαιούχος διάδικος, αλλ' εξ ιδίου δικαίου. Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από τη γραμματική διατύπωση (ΑΚ 1479 παρ. 1 εδ. 2 "το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο") και επιπροσθέτως και από το άρθρο 1483 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου τα δύο όμοια, πλην αυτοτελή, με ανεξάρτητους φορείς, δικαιώματα της μητέρας και του τέκνου υπόκεινται σε διάφορη αποσβεστική προθεσμία.
Η αυτοτέλεια του δικαιώματος της μητέρας από εκείνο του τέκνου έχει ως δικονομική συνέπεια ότι η απόφαση που εκδίδεται μετά από αγωγή της μητέρας κατά του πατέρα δεν παράγει, αφού γίνει αμετάκλητη (ΚΠολΔ 618), δεδικασμένο για το τέκνο, το οποίο δύναται, και μετά από μία απορριπτική τέτοια απόφαση, να εγείρει και εκείνο αγωγή για την αναγνώριση της πατρότητάς του κατά του πατέρα του, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 618 εδ. 2 ΚΠολΔ, κατά την διατύπωση της οποίας "Το δεδικασμένο δεν ισχύει για τον τρίτο που δεν έλαβε μέρος στην δίκη και που επικαλείται για τον εαυτό του σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα".
Τέτοιος τρίτος, ο οποίος δεν έχει λάβει μέρος στην δίκη και που επικαλείται για τον εαυτό του τη σχέση τέκνου προς τον πατέρα του είναι ακριβώς το τέκνο στην περίπτωση κατά την οποία η αγωγή για την αναγνώριση της πατρότητάς του έχει ασκηθεί από την μητέρα του. Το τέκνο, επομένως, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απορριπτικής αποφάσεως που εκδίδεται εις εκείνη τη δίκη και μπορεί να ζητήσει και το ίδιο από τον πατέρα του την αναγνώριση της πατρότητάς με μεταγενέστερη αγωγή, η οποία μπορεί να ασκηθεί είτε από το ίδιο αυτοπροσώπως, μετά την ενηλικίωσή του (ΑΚ 1483 παρ. 1 εδ. 2), είτε και πάλι από την μητέρα του, πριν από την ενηλικίωσή του, πλην όμως ως νόμιμη αυτού αντιπρόσωπος, ως ασκούσα τη γονική του μέριμνα (ΑΚ 1515 παρ. 1 εδ.
α, ΚΠολΔ 64 παρ. 1). Γενικότερα η έκδοση από τον τρίτο, που δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της προηγούμενης αποφάσεως, νέας αποφάσεως για την ύπαρξη σχέσεως γονέως ή τέκνου ή γονικής μέριμνας, καταλύει την προγενέστερη απόφαση, η οποία τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της μη εκδόσεως μελλοντικώς, άλλης, διαφόρου περιεχομένου, αποφάσεως.
Καλύπτεται από το δεδικασμένο το τέκνο, που είχε προσεπικληθεί ως αναγκαίος ομόδικος στην δίκη της μητέρας του, κατά την έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας ότι δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους (ΚΠολΔ 76 παρ. 1 εδ. 1 περ. γ', 86). Αναγκαστική ομοδικία κατά την έννοια ότι οι ομόδικοι μόνο από κοινού δύνανται να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν (ΚΠολΔ 76 παρ. 1 εδ. 1 περ.
α') προβλέπεται στις περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 619 παρ. 3 ΚΠολΔ, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται και η αγωγή δικαστικής αναγνωρίσεως της πατρότητας τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, από τις οποίες διακρίνεται, και διαστέλλεται στα άρθρα 614 παρ. 1, 618 και 620 ΚΠολΔ. Η εν λόγω αγωγή διέπεται αποκλειστικά ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση από το άρθρο 1479 παρ. 1 ΑΚ και ως προς την παθητική από το άρθρο 1480 ΑΚ ("Η αγωγή της μητέρας ασκείται κατά του πατέρα ή των κληρονόμων του.
Η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα που δεν έχει προβεί στη αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση ή κατά των κληρονόμων του. Η αγωγή του πατέρα ή των γονέων του ασκείται κατά της μητέρας ή των κληρονόμων της"). Επομένως ο πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την αμετάκλητη ήδη 151/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία όμοιου περιεχομένου αγωγή, την οποία είχε ασκήσει εξ ιδίου δικαίου η μητέρα του τέκνου, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς να προσδιορίζεται το αμετάκλητο της εν λόγω αποφάσεως, τελεσίδικης κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ελέγχεται, σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, προεχόντως ως αόριστος και άρα απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος του απονέμει, όπως τέτοια πλήρους αποδείξεως με ή χωρίς δυνατότητα ανταποδείξεως. Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποιά είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας καθώς και που έγκειται, ως προς το αποδεικτικό μέσο, το σφάλμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Τέλος ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως αναφέρονται στα κατά τα άρθρα 339, 432 επ. ΚΠολΔ έγγραφα προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και με την έννοια αυτή δεν υπόκεινται στις εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις τα διαδικαστικά έγγραφα.
Κατά τις ενδιαφέρουσες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Το πρωτοδίκως δικάσαν την κρινομένη υπόθεση Δικαστήριον διέταξε διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κατά την δημοσία συνεδρίαση της 27-4-2004 όπου παρέστη δια του πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου ο εναγόμενος και όρισε πραγματογνώμονα (υπ' αριθμ. 13/2004 πρακτικά συνεδριάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης) προκειμένου διά αιμοληψίας δείγματος αίματος από τον εναγόμενο, την μητέρα και το ανήλικον να γνωμοδοτήσει εάν διαπιστώθηκαν γονιδιακές μορφές εις το τέκνον οι οποίες δυνατόν να αποδοθούν στον εναγόμενον.
Ο εναγόμενος όμως, χωρίς να έχει (αλλ' ούτε να επικαλείται) ειδικούς λόγους υγείας, κληθείς νομοτύπως από την ενάγουσα να εμφανισθεί την 11-8-2004 ώρα 9η πρωϊνή εις το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, δυνάμει της από 29-7-2004 εξωδίκου προσκλήσεως της εναγούσης (υπ' αριθμ. ..... και ...... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Λαρίσης ..........) αρνήθηκε να υποβληθεί εις τις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με τη γενικώς αναγνωρισμένη επιστημονικήν μέθοδον, επιβληθείσα από το Δικαστήριο ως αποδεικτικόν μέσον δια την διαπίστωση της πατρότητας του τέκνου της εναγούσης και λογίζονται αποδεδειγμένοι οι ισχυρισμοί της τελευταίας όχι δια την πατρότητα του εναγομένου αλλά δια την ύπαρξη εις το αίμα του στοιχείων τα οποία κατά την επιστήμη καθιστούν σφόδρα πιθανή την πατρότητά του από το ως άνω στοιχείο....".
Με τον επόμενο αριθμητικώς και τελευταίο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα ότι η κλήτευσή του για την αιμοληψία δεν ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο εκείνο και ειδικότερα από 20-7 έως 15-8-2004 απουσίαζε σε διακοπές και ουδέποτε έλαβε γνώση της γενομένης προσκλήσεως, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 11 και 12 ΚΠολΔ, την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη τις παραπάνω σημειούμενες εκθέσεις επιδόσεως, που δεν είχαν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους, και παράλληλα παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών αυτών μέσων.
Η αντιφατικότητα των παράλληλα διατυπουμένων λόγων αυτών αναιρέσεως, με τους οποίους εμμέσως, πλην σαφώς, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, καθιστά τούτους απαράδεκτους, λόγο για τον οποίο και πρέπει προεχόντως να απορριφθούν. Επιπρόσθετα, σε κάθε περίπτωση αξιολογούνται ως αόριστοι εφόσον δεν προσδιορίζεται ο λόγος της ακυρότητας των εκθέσεων επιδόσεως και το σφάλμα της αποφάσεως ως προς την αποδεικτική δύναμή τους.
Η ακυρότητα της επιδόσεως θα δικαιολογούσε την αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 105/29-9-2006 αίτηση αναιρέσεως κατά της 635/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ