Legislator Case Law & Legislation
2215/2014 AI generated

2215/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2215/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1280/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση να δικασθεί στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

2215/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικά αποτελέσματα.

Keywords

AI generated
security clearance health impairment in military insurance protection of personal data right to remain gender identity safety regulations violation
AI generated
2100/2009
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Απριλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 611/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1884/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή της.
1606/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
1507/2018
Υπόκειται προς κρίση η από 3-5-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 1882/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας έφεσης της εναγομένης και εδώ αναιρεσείουσας κατά της 201/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 6-4-2010 αγωγή του ενάγοντος και εδώ αναιρεσίβλητου για καταβολή επικουρικής σύνταξης και εφ' άπαξ παροχής, σύμφωνα με την επικληθείσα σύμβαση ειδικής ασφαλιστικής κάλυψης προσωπικού. Επί της έφεσης αυτής, αρχικά, είχε εκδοθεί η 6888/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε κατ' ουσίαν. Επί αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε κατ' αυτής, εκδόθηκε η 22/ 2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης στο δικαστήριο της παραπομπής εκδόθηκε η εδώ προσβαλλόμενη απόφαση με την ένδικη, δεύτερη αίτηση αναίρεσης.
1159/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
145/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2215 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2215/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Λουκαΐτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1280/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση να δικασθεί στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2776/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4247/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/8/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 16/4/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αριστείδη Πελεκάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης 4247/2012 του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 του Ν.2472/1997, που εκδόθηκε ενόψει και σε συμμόρφωση προς την οδηγία 95/46/εκ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης -10-1995, ορίζεται, ότι: "Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής" και στο άρθρο 2, με τον τίτλο "Ορισμοί", ότι: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:

α)"Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα", κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων....β)"Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική ......και στην ερωτική ζωή....γ)"Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή η μπορεί να εξακριβωθεί.....δ)"Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" (επεξεργασία), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η συντήρηση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση ή συσχέτιση ή ο συνδυασμός ή διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή ε)....ια) "Συγκατάθεση" του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, και με την οποία, το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του. Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικά αποτελέσματα.

Περαιτέρω, ο ίδιος νόμος ορίζει στο άρθρο 4 παρ.1 τα εξής: "Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α)Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. 1) Να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας....γ)....δ)...", στο άρθρο 5 ότι: "Ι.

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2) Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α)Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο, .....ε)Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. (ΑΠ 2100/2009, 353/2009).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 3. Ν.2496/1997 ορίζεται ότι "κατά την σύναψη της συμβάσεως ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνο τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου". Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή και η ενημέρωση διαφω.... πληροφόρηση του τελευταίου για κάθε στοιχείο ή περιστατικό, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου.

Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, τουτέστιν αντικειμενικά. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό όταν συμβάλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα στο οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 830/2004).

Τέλος κατά το άρθρο 361 ΑΚ ορίζεται ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Όμως αναγκαία προϋπόθεση της ομαλής εκπληρώσεως των ενοχικών αξιώσεων που απορρέουν από ασφαλιστική σύμβαση, είναι η αδιατάρακτη λειτουργία σχέσεως αμοιβαίας εμπιστοσύνης των συμβαλλόμενων μερών.

Η σχέση αυτή εμπιστοσύνης, ιδρύεται (αρθ.3, 32 Ν.2496/1994) ήδη κατά το στάδιο συνάψεως της ασφαλιστικής συμβάσεως. Ο ενδιαφερόμενος λήπτης της ασφαλίσεως (ασφαλιζόμενος), υποχρεούται κατά τ'ανωτέρω, να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, ο δε ασφαλιστής, με βάση τις δηλώσεις αυτές την ακρίβεια των οποίων έχει δικαίωμα να ελέγξει δικαιούται να αρνηθεί την κατάρτιση της συμβάσεως ασφαλίσεως ή ένα προβεί στην κατάρτιση να ικανοποιήσει τον ασφαλιζόμενο, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση που συμφωνείται.

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κ.λπ), απορρίφθηκαν ορθά ως μη νόμιμα, ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κ.λπ.

έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν. (Ολ.ΑΠ 27, 28/1998). Εξ άλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής, ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 3/97 και 13/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2001, ο ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος, σε συνεργασία με γνωστό του ασφαλιστικό πράκτορα Γ. Π., και ενώ είχε ήδη συνάψει με την εναγομένη συμβάσεις ασφάλειας πυρός και κλοπής, αποφάσισε να συνάψει μαζί της και ασφάλεια ζωής.

Για το σκοπό αυτό κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό των 50.000 δρχ. ως προκαταβολή, ενώ συμπλήρωσε την υπ'αριθμ. 1505.Ζ/8-8-2001 "αίτηση ασφάλισης ζωής" και απάντησε σε ένα τυποποιημένο ερωτηματολόγιο με ερωτήσεις γενικού περιεχομένου, μία εκ των οποίων αφορούσε την εκπλήρωση της στρατιωτικής του θητείας. Συγκεκριμένα στην ερώτηση που αφορούσε για το αν έχει τύχει απαλλαγής ή αναβολής από την στρατιωτική υπηρεσία ή αν κρίθηκε "βοηθητικός" για λόγους υγείας, ο ενάγων απάντησε αρχικά καταφατικά, σημειώνοντας δίπλα στην απάντηση το διακριτικό "Ι5", στη συνέχεια όμως κάλυψε την απάντηση με διορθωτικό υγρό και απάντησε αρνητικά.

Όταν η υπάλληλος της εναγομένης παρέλαβε την ανωτέρω αίτηση του ενάγοντος, απόξεσε το διορθωτικό και είδε τη σημείωση "Ι5", η οποία σήμαινε ότι ο ενάγων είχε απαλλαγεί από την υποχρέωση στράτευσης, λαμβάνοντας απολυτήριο ακαταλληλότητας, με το οποίο είχε κριθεί ικανός Κατηγορίας Ι5. Τότε ζήτησε από τον ενάγοντα να προσκομίσει πιστοποιητικό τύπου Α' από το στρατό, ήτοι το απολυτήριο του στρατού, πράγμα που έπραξε, αποστέλλοντας το ο ίδιος στην εναγομένη με τηλεομοιοτυπία (φαξ), από τη Μύκονο, όπου και κατοικούσε.

Πρόκειται δε για το υπ' αριθμ. 45206/1997 "προσωρινό απολυτήριο ακαταλλήλων - τυχόντων αναβολής", στο οποίο αναγράφεται ότι ο ενάγων κρίθηκε ακατάλληλος προς στράτευση "ως πάσχων από αναφερόμενη διαταραχή της σεξουαλικής ταυτότητος σε άτομο με χαρακτηρολογική εκτροπή (οιστριονικός)". Ακολούθως η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι το αίτημα του για αποδοχή της αίτησης ασφάλισης δεν έγινε αποδεκτό, χωρίς όμως να επεξηγεί τους λόγους απόρριψης.

Κατόπιν αυτού, ο ενάγων, με την από 1-11-2001 επιστολή, υπέβαλε αίτημα στην εναγομένη, μέσω του ασφαλιστικού του πράκτορα Γ. Π., προκειμένου να τον πληροφορήσει εγγράφως για τους λόγους που την οδήγησαν στην απόρριψη της πρότασής του για σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης. Σε απάντηση του αιτήματος αυτού, η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα την από 12-11-2001 επιστολή, με την οποία του επαναλάμβανε ότι αδυνατεί να προβεί στη σύναψη της ασφάλισης μαζί του και τον πληροφορούσε, ότι: "η απόφαση της αυτή στηρίζεται σε ιατρικά και στατιστικά δεδομένα καθώς και στην πάγια τακτική που ακολουθεί η εταιρεία σε ανάλογες περιπτώσεις".

Περαιτέρω το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι έγινε αθέμιτη συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τον ενάγοντα και ειδικότερα δεδομένων που αφορούν την ερωτική του ζωή κατά παραβίαση των διατάξεων του Ν.2472/1997 και απέρριψε τους ισχυρισμούς της εναγομένης ότι η λήψη και γνώση του περιεχομένου του απολυτηρίου στράτευσης ήταν σύμφωνη τόσο με τη διάταξη του άρθρ.3 παρ.1 Ν.2496/1997, όσο και με την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που καθιερώνονται μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ).

Με βάση τις παραδοχές αυτές κρίνοντας το Εφετείο ότι η ήδη αναιρεσείουσα παραβίασε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τις διατάξεις του Νόμου 2472/1997 περί προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, έσφαλε, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια καθώς και σ'αυτήν του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, αφού δέχεται ότι έγινε παράνομη λήψη και επεξεργασία του στρατολογικού εγγράφου και εκτίμηση αυτού ως προς την υγεία του αναιρεσείοντος, παρά το γεγονός ότι δέχεται κατά τα προαναφερθέντα το εφετείο ότι αυτός είχε δώσει ρητή εξουσιοδότηση, δηλ.

υπήρχε συγκεκριμένη και ειδική συγκατάθεση του προς επεξεργασία του επίμαχου δεδομένου, διατυπωθείσα ρητώς στο έντυπο της αιτήσεως ασφαλίσεως, που αφορούσε την κατάσταση της υγείας του, με το να ζητήσει πληροφορίες για την κατάσταση της υγείας του από οποιοδήποτε ιατρό ή νοσοκομείο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έγινε αιτιολογημένη εκτίμηση της ως άνω συγκαταθέσεως και περιορίσθηκε το δικαστήριο στην αναφορά ότι αυτή δεν πληροί τους όρους του άρθρου 2 Ν.2472/1997 περί απαιτούμενης, "ελεύθερης, ρητής και ειδικής δήλωσης βουλήσεως" παρότι υπήρχε συγκεκριμένη και ειδική συγκατάθεση του προς επεξεργασία του επίμαχου δεδομένου, διατυπωθείσα ρητώς στο έντυπο της αιτήσεως ασφαλίσεως.

Επίσης, με το να κρίνει το Δικαστήριο ότι δεν ήταν αναγκαία η αξιολόγηση του εγγράφου (Ι5) για την κατάρτιση της σύμβασης ασφαλίσεως ως αφορούσα μόνο την στρατολογική του ικανότητα και όχι και την εν γένει κατάσταση της υγείας του, περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι: ο αναιρεσείων είχε δώσει συγκατάθεση ειδική περί ερεύνης των θεμάτων υγείας που απορρέουν από την οικειοθελή εκ μέρους του αποστολή του πιστοποιητικού στρατολογικής κατάστασης, που γνώριζε σαφώς ότι για την υγεία του ενδιαφερόταν η ασφαλιστική εταιρεία και όχι την στρατολογική του ικανότητα, στοιχείο που ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου που θα αναλάμβανε με την κατάρτιση της συμβάσεως.

Επίσης, το Δικαστήριο με ελλιπείς αιτιολογίες εξετίμησε τον προταθέντα ισχυρισμό ότι κατά το αρθρ.3 Ν.2496/1997, (που αποτελεί ένσταση) είχε ασαφώς απαίτηση αρχικώς επί του εντύπου ερωτήματος που αφορούσε την απαλλαγή του από το στράτευμα, σε συνδυασμό με τη διάταξη του αρθρ.5 παρ.2 Ν.2472/97 κατά την οποία επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση της συμβάσεως, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο, ούτε διέλαβε σαφή αιτιολογία εάν απαιτείται ή όχι άδεια της αρχής για τη λήψη πληροφοριών για την εκτίμηση του κινδύνου κατ'άρθρον 3 Ν.2496/97, διάταξη που ψηφίστηκε μετά το νόμο 2472/1997.

Ούτε βεβαίως υπάρχει σαφής αιτιολογία για το αναφερόμενο στην απαντητική επιστολή ότι η άρνηση κατάρτισης της ασφαλίσεως ζωής "στηρίζεται σε ιατρικά και στατικά δεδομένα καθώς και στην πάγια τακτική που ακολουθεί σε ανάλογες περιπτώσεις, καθόσον συνήγαγε εξ αυτού και μόνο ότι η αναιρεσείουσα διατηρεί αρχείο δεδομένων, πράγμα που δεν αποδείχθηκε ότι διατηρεί, αλλά αποτελεί αιτιολογία και μόνο στην άρνησή της για την κατάρτιση της σύμβασης που απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων.

Συνεπώς και κατά παραδοχή της ένδικης αίτησης, με την οποία αποδίδονται από την αναιρεσείουσα πλημμέλειες αναιρετικές στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (αρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσειούσης, κατά το διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ.4247/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και Διατάζει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ