2215/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2215/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 534 ΑΚ όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3043/2002, και έτσι διαχρονικώς έχει εφαρμογή στην ερευνώμενη υπόθεση, ο πωλητής ευθύνεται αν το πωληθέν, κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, έχει πραγματικά ελαττώματα, τα οποία αναιρούν ή ουσιωδώς μειώνουν την αξία ή την χρησιμότητά του.
Full text
Απόφαση 2215 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2215/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Γεώργιο Χρυσικό και Νικόλαο Λεοντή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DACIA ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΧΟΦΟΡΩΝ ΠΑΝΤΟΣ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της Ιωάννης Ξαφέλης με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανδρουλάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειτσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9.4.1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1284/1997 του ίδιου Δικαστηρίου, 7203/1999, μη οριστική, και 6307/2004, οριστική, του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των παραπάνω εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30.12.2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 9.11.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1622/30-12-2004 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται οι 6307/2004 οριστική και 7203/1999 μη οριστική αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την 3540/10-4-1996 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου από την αναστροφή της συνομολογηθείσης στις 14-11-1995 με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα συμβάσεως πωλήσεως του περιγραφομένου καινουργούς αυτοκινήτου λόγω πραγματικών αυτού ελαττωμάτων, κατά παραδοχή της οποίας εκδόθηκε, ερήμην της εναγομένης, η 1284/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την εν λόγω πρωτοβάθμια απόφαση προσέβαλε η εναγομένη με την 6753/10-7-1997, έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας και μετά από εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκδόθηκε η 7203/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος των διαδίκων θέμα αποδείξεως, μετά την νομότυπη διεξαγωγή των οποίων επανήλθε η υπόθεση προς συζήτηση, της οποίας επακολούθησε, κατά μερική αποδοχή της αγωγής η 6307/2004 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά των αποφάσεων αυτών του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, οριστικής και μη οριστικής, εναντιώνεται η ηττηθείσα εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα :
Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή α εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 534 ΑΚ όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3043/2002, και έτσι διαχρονικώς έχει εφαρμογή στην ερευνώμενη υπόθεση, ο πωλητής ευθύνεται αν το πωληθέν, κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, έχει πραγματικά ελαττώματα, τα οποία αναιρούν ή ουσιωδώς μειώνουν την αξία ή την χρησιμότητά του.
Από την διαζευκτική διατύπωση της διατάξεως προκύπτει ότι το πραγματικό ελάττωμα αρκεί να αναιρεί (εκμηδενίζει) ή να μειώνει ουσιωδώς την αξία ή την χρησιμότητα αυτού. Τέλος, η αθέτηση της συμβάσεως, καθεαυτή, δεν συνιστά αδικοπραξία. Βέβαια αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (αδυναμία παροχής υπερημερίας του οφειλέτη, πλημμελής εκπλήρωση).
Πλην όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αθετήσεως της συμβάσεως όσο και της αδικοπραξίας. 'Ετσι, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιους υπαιτίως άλλον.
Ειδικότερα, σε περίπτωση πωλήσεως πράγματος, το οποίο κατά τον χρόνο που παραδίδεται στον αγοραστή, έχει ελάττωμα το οποίο ο πωλητής απέκρυψε με δόλο, ο αγοραστής, την αξίωση για τη ζημία του που συνδέεται αιτιωδώς με την ύπαρξη του ελαττώματος αυτού, μπορεί να θεμελιώσει τόσο στο άρθρο 534 ΑΚ όσο καις το άρθρο 314 του ιδίου Κώδικα.
Κατά τις διαφεύγουσες τον αναιρετικό έλεγχο ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως "Α) Στην Αθήνα, στις 14-11-1995 μεταξύ του ενάγοντος - φυσικού προσώπου ως αγοραστή και της εναγομένης ΑΕΒΕ ως πωλήτριας συνήφθη σύμβαση αγοραπωλησίας καινούργιου αυτοκινήτου μάρκας DACIA μοντέλο ........, αριθμό πλαισίου ..............., αριθμό κυκλοφορίας .........
ΙΧΕ και κινητήρα ........., έναντι συνομολογηθέντος τιμήματος 2.100.000 δρχ. Β) Προς εξόφληση του ανωτέρω τιμήματος, ο ενάγων κατέβαλε σε μετρητά 300.000 δρχ. και απεδέχθη τριάντα έξι (36) συναλλαγματικές εκδόσεως της εναγομένης και εις δ/γή αυτής, πληρωτέες την 14.11.1995, λήγουσες την 15η ημέρα κάθε επόμενου από την ανωτέρω ημερομηνία μηνός για ποσό 79.471 δρχ.
η κάθε μία, καθόλο το από 15.12.1995 και μετά μέχρι συμπληρώσεως του αντιστοίχου με τις συναλλαγματικές αυτές χρονικού διαστήματος των τριών (3) ετών, (15.12.1995-15.12.1998). Από τις προαναφερόμενες συναλλαγματικές ο ενάγων έχει εξοφλήσει τις με ημερομηνία λήξεως 15.12.1995 και 15.1.1996 συμποσούμενες 158.942 δρχ. Επομένως, μέχρι και τις 15.1.1996, ο ενάγων είχε καταβάλει έναντι της οφειλής αυτού προς την εναγομένη εκ τιμήματος αγοραπωλησίας του προαναφερόμενου οχήματος συνολικώς το ποσό των 458.942 δρχ.
Γ) Το ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκίνητο, από τη στιγμή κατά την οποία παρεδόθη από την εναγομένη άνω πωλήτρια αυτού στον ενάγοντα αγοραστή τούτου, και πριν ακόμη συμπληρωθεί εβδομάδα κατοχής και χρήσεως αυτού από τον τελευταίο, άρχισε να εμφανίζει ελαττώματα μειωτικά ουσιωδώς της χρησιμότητάς του ως ευχρήστου και ασφαλούς μεταφορικού μέσου προσώπων και πραγμάτων από τόπου εις τόπον, και ειδικότερα η μηχανή αυτού δεν λειτουργούσε σε ρυθμό ρελαντί όπου τούτο ήταν αναγκαίο κυρίως και σε περιπτώσεις ημιστάθμευσης προσωρινού χαρακτήρα λόγω διακοπής της κυκλοφοριακής ροής των οχημάτων εξατίας των ρυθμιζόντων την κίνηση αυτών εναλλαγών των φωτεινών σηματοδοτών, με αποτέλεσμα να "σβήνει" η μηχανή, και να μη λειτουργεί το σύστημα πεδήσεως, το αμορτισέρ του ιδίου αυτού οχήματος ήταν ξεβιδωμένο και λόγω κακής εφαρμογής αυτού εξέπεμπε διαρκώς ισχυρούς θορύβους και όταν εκινείτο κατά τη διάρκεια της κίνησής του "έσπαζε" η εξάτμισή του από'την "πολλαπλή" με συνέπεια την αιώρησή της και την εκπομπή υπερβολικών θορύβων.
Ο ενάγων, προ αυτής της καταστάσεως ευρισκόμενος, απευθύνθηκε σ' εξουσιοδοτημένα, δηλαδή ειδικευμένα συνεργεία επισκευής αυτοκινήτων μάρκας DACIA, και εφοδιασμένα με άδεια ελέγχου και μέσα αποκατάστασης των πάσης φύσεως τεχνικών ελαττωμάτων των περί ων πρόκειται οχημάτων. Το ως άνω όχημα εισήχθη προς έλεγχο, επισκευή και παρατήρηση εις ένα από τα ανωτέρω συνεργεία κατά σύσταση και υπόδειξη της ανωτέρω εναγομένης, η οποία είναι και αποκλειστική αντιπρόσωπος της προαναφερόμενης αλλοδαπής επιχείρησης παραγωγής αυτοκινήτων και ανταλλακτικών στην ημεδαπή.
Η εισαγωγή αυτή στο προαναφερόμενο συνεργείο, παρά τους γενόμενους ελέγχους και τις επιχειρηθείσες επισκευές του ανωτέρω οχήματος, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Μετά την πάροδο μίας εβδομάδας από την έξοδο του ελεγχθέντος και επισκευασθέντος κατά τα προεκτεθέντα οχήματος, άρχισε τούτο εκ νέου να παρουσιάζει προβλήματα λειτουργίας και ειδικότερα:
α) ανέλεγκτο - απροσδόκητο "σβήσιμο" της μηχανής, β) αδράνεια της ντίζας του ρυθμιστικού της θερμότητας ή της ψυχρότητας του αέρος καλοριφέρ, γ) διακοπές λειτουργίας της μηχανής του εμπρόσθιου υαλοκαθαριστήρα, ε) αδράνεια του συστήματος πλεύσεως του οπίσθιου παραθύρου, στ) έλλειψη στεγανότητας η οποία επιτρέπει την εις το εσωτερικό του οχήματος από τις πόρτες αυτού ανεπιθύμητη εισροή βρόχινων υδάτων ή τοιούτων πλύσεως αυτού, ζ) στρεβλή τοποθέτηση του καπό της μηχανής, η) συχνές διακοπές της λειτουργίας του κινητήρα, θ) κόλλημα της μίζας για την αποκόλληση της οποίας απαιτούνται πολλά και πολλαπλά μαρκαρίσματα κ.ά.
Τα ελαττώματα αυτά είναι κατασκευαστικά, δηλαδή αφενός δεν μπορούν να αποδοθούν εις κακή χρήση του οχήματος αυτού από τον ενάγοντα και αφετέρου είναι φανερό ότι η ύπαρξη αυτών ήταν γνωστή στους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης καθώς και στον εκπροσωπούντα αυτήν νομίμως, οι οποίοι και παρεσιώπησαν την ελαττωματικότητα του ως άνω οχήματος, αποκρύψαντες αυτά από τον ενάγοντα αποβλέποντες να παραπεισθεί αυτός στην κατάρτιση της ζημιογόνου δι' αυτόν ως αγοραστή σύμβασης αγοραπωλησίας του προαναφερόμενου ελαττωματικού μεταφορικού μέσου προσώπων και πραγμάτων καταβάλλων μέρος του συμφωνημένου τιμήματος σε μετρητά και αναλαμβάνων για το υπόλοιπο αυτού που επιστώθη επιβλαβείς δι' αυτόν δεσμεύσεις προς απόκτησή του του έχοντος ουσιωδώς υποδεέστερη από τη συμφωνηθείσα πραγματική αξία και χρησιμότητα σχεδόν μηδενική, με αντίστοιχη ωφέλεια της εναγομένης.
Δ) Είναι φανερό ότι α) τα προαναφερόμενα ελαττώματα είναι ουσιώδη και εκμηδενίζουν την αξία και τη χρησιμότητα του ως άνω αυτοκινήτου ως μεταφορικού μέσου προσώπων και πραγμάτων, β) τα αμέσως ανωτέρω πραγματικά ελαττώματα του διαληφθέντος οχήματος υφίσταντο κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία (14.11.1995) κατάρτισης της περί ης πρόκειται αγοραπωλησίας και παράδοσης του οχήματος αυτού στον ενάγοντα.
Γ) Επομένως, ορθά και νόμιμα ο ως άνω ενάγων με την κατά την 3.4.1996 κοινοποιηθείσα στην εναγομένη εξώδικη δήλωσή του, άσκησε το εις αυτόν παρεχόμενο δικαίωμα αναστροφής της επίδικης αγοραπωλησίας του ως άνω οχήματος. Δ) Συνακολούθως, είναι κατ' ουσίαν βάσιμες οι αξιώσεις του ίδιου ενάγοντος, αα) περί αποδόσεως εις αυτόν του ποσού των 458.942 δρχ.
ή 1.346,86 ευρώ. ββ) Περί επιστροφής εις αυτόν τριάντα τεσσάρων (34) συναλλαγματικών εκδόσεως της εναγομένης και αποδοχής αυτού από ημερομηνία 14.11.1995, και διαδοχικών λήξεων από 15.2.1996 της πρώτης μέχρι 15.12.1998 της τελευταίας και δια ποσό 79.471 δρχ. κάθε μία από αυτές. Ε) Εξαιτίας των προαναφερομένων και δολίως αποκρυβέντων ελαττωμάτων του προαναφερόμενου οχήματος και της αθέμιτης συμπεριφοράς του νομίμου εκπροσώπου και των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, παραπεισθείς κατά τα προεκτεθέντα ο ως άνω ενάγων υπέβληθη σε δαπάνες αναγκαίες γτια τη χρησιμοποίηση του εις αυτόν πωληθέντος ως άνω οχήματος, καταβάλλων 110.000 δρχ.
για πινακίδες, "σήμα" - τέλη κυκλοφορίας - και ασφάλιστρα, οι οποίες, λόγω αδυναμίας χρησιμοποιήσεως τούτου ως ασφαλώς και ευρρύθμως λειτουργούντος μέσου μεταφοράς από τόπου εις τόπον, απέβησαν ανωφελείς και μάταιες, δηλαδή επιζήμιες για τον ενάγοντα, συνιστούν δε ισόποση ζημία αυτού ύψους 322,82 ευρώ αποκαταστατέα κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.
Στ) Από την ίδια ως άνω αιτία, ο ίδιος ως άνω ενάγων, εστερήθη της χρήσεως του ως άνω ελαττωματικού ΙΧΕ αυτοκινήτου, από της 20ης Νοεμβρίου 1995 μέχρι και της 20ης Μαρτίου 1996, αδυνατών να χρησιμοποιήσει τούτο για τους προεκτεθέντες λόγους προς εξυπηρέτησή του κυρίως για τις επαγγελματικές αυτού ανάγκες ως υδραυλικού απασχολούμενου υπεργολαβικώς σε διάφορες οικοδομές δι' εγκαταστάσεις καινούργιων και αποκαταστάσεις βλαβών συστημάτων καθώς και ως υπαλλήλου τεχνίτου/ συντηρητού καθώς και ως υπαλλήλου τεχνίτου/ συντηρητού εγκαταστάσεων της Εκδοτικής Επιχείρησης ".........." ηναγκάσθη να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες ΔΧΕ αυτοκινήτων (ΤΑΧΙ) υποβληθείς εις πρόσθετες δαπάνες ύψους 130.000 δρχ., στις οποίες δεν θα υποβάλλετο εάν ηδύνατο να χρησιμοποιεί το ως άνω από αυτόν αγορασθέν και (ανωφελώς) κατεχόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, το κόστος κινήσεως του οποίου δεν θα ήτο για το ίδιο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 120.000 δρχ., ενώ, το κόστος των παρασχεθεισών κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, δεν δύναται να είναι μικρότερο των 250.000 δρχ.
Επομένως, η εκ της ανωτέρω αιτίας ζημία του ως άνω ενάγοντος ανέρχεται εις (250.000 - 120.000) 130.000 δρχ. ή 381,51 ευρώ. ζ) Ο ίδιος ως άνω ενάγων εξαιτίας της εις βάρος αυτού διαπραχθείσης κατά τα προεκτεθέντα αδικοπραξίας εδοκίμασε ψυχικό άλγος. Επομένως, υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάστασιν της οποίας, εκτιμωμένων των συνθηκών και των συνεπειών του αδικήματος καθώς και της κοινωνικοοικονομικής θέσεως καθενός από τα διάδικα μέρη, πρέπει να επιδικασθεί εις αυτό εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 800 ευρώ.
Ε) Δεν προκύπτει, ότι ο ενάγων κατά το από 14.11.1995 μέχρι 16.1.1997 χρονικό διάστημα ηδύνατο να χρησιμοποιεί και εχρησιμοποίησε το επίδικο ΙΧΕ αυτοκίνητο ως μέσο μεταφοράς προσώπων και πραγμάτων από τόπου εις τόπον. Επομένως, η συμψηφιστικώς προβαλλομένη ανταξίωση της εναγομένης προϋποθέτουσα αληθινή χρήση του ως άνω οχήματος σύμφωνα με τον προορισμό αυτού, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη ουσιαστικά".
Με τις παραδοχές αυτές του δικαστηρίου της ουσίας, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 513, 514, 540, 914, 932 ΑΚ, στις οποίες θεμελιώθηκαν από νομική άποψη και έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν οι επιδικασθείσες στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο αξιώσεις του.
Και ειδικότερα (α) ότι η σύμβαση πωλήσεως καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, χωρίς η ουσιαστική αυτή παραδοχή να αντιφάσκει προς την διηγηματική αναφορά της ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα είναι και αποκλειστική αντιπρόσωπος της αλλοδαπής επιχειρήσεως παραγωγής αυτοκινήτων και ανταλλακτικών στην ημεδαπή και με την έννοια αυτή δεν ήταν αναγκαίος ο προσδιορισμός της αλλοδαπής εταιρείας παραγωγής του πωληθέντος αυτοκινήτων DACIA, (β) προσδιορίζονται με πληρότητα τα πραγματικά αυτού ελαττώματα κατά τον χρόνο παραδόσεώς του, που κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του εκμηδενίζουν την αξία και την χρησιμότητά του ως μεταφορικού μέσου προσώπων και πραγμάτων, χωρίς να απαιτείται για την επάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, η αναφορά του συγκεκριμένου συνεργείου, στο οποίο, κατά τις παραδοχές της, κατόπιν υποδείξεως της εναγομένης, πραγματοποιήθηκαν οι ανεπιτυχείς επισκευαστικές των ελαττωμάτων του εργασίες και ο προσδιορισμός αυτών, εφόσον κατά τον χρόνο παραδόσεως του αυτοκινήτου τα υπάρχοντα πραγματικά αυτού ελαττώματα αναιρούσαν την αξία και την χρησιμότητα αυτού και (γ) ότι η ύπαρξη των πραγματικών αυτών ελαττωμάτων ήταν γνωστή στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας και στους προστηθέντες υπαλλήλους της, οι οποίοι δολίως τα απέκρυψαν προκειμένου να πεισθεί ο ενάγων και καταρτίσει τη σύμβαση πωλήσεως προς αυτόν του ελαττωματικού αυτοκινήτου έναντι του συνομολογηθέντος τιμήματος, άδικη και υπαίτια πράξη προς την οποία αιτιωδώς συνδέονται οι διαλαμβανόμενες ως αιτιολογίες της αποφάσεως θετικές ζημίες του και αξίωσή του χρηματικής ικανοποιήσεως.
Επομένως οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και ένατος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στον άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ ευθεία κα εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων που εφάρμοσε και εκείνης του άρθρου 211 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ, ελέγχονται ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική όταν, η προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και η εξ αυτής δημιουργηθείσα κατάσταση, δεν δικαιολογεί και καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσω κοινωνικού ανθρώπου, ιδίως εφόσον εκ τούτων δημιουργήθηκε εύλογα στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, του οποίου η άσκηση επιφέρει εις αυτόν επαχθείς συνέπειες, δημιουργώντας του εύλογα αίσθημα αδικίας.
Τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερόμενη έννοια. Εξάλλου, ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον έκτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη την κατά το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας, προς θεμελίωση της οποίας είχε παραδεκτώς επικαλεσθεί ως εκκαλούσα ότι ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσίβλητος, καίτοι υπήρχε εγγυητική κάλυψη ενός (1) έτους για ελαττώματα του αυτοκινήτου, δεν προσκόμισε τούτο προς επισκευή του, αλλά επικαλέσθηκε τα προαναφερθέντα ελαττώματα αυτού προς άσκηση της ένδικης αγωγής, και ότι το αυτοκίνητο κυκλοφορούσε μέχρι τέλος του έτους 2000.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να προκαλέσουν την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας της εν λόγω ενστάσεως της ήδη αναιρεσείουσας δεν στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, εφόσον πρόκειται για μη νόμιμο ισχυρισμό, που δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος εν λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.
Με τον έβδομο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη (1) την .......δήλωση του αναιρεσίβλητου προς την ΔΟΥ Κορωπίου περί ακινητοποιήσεως του αυτοκινήτου, (2) το από ........ έγγραφο της Ενώσεως Ασφαλιστικών Εταιρειών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών περί ασφαλίσεως του αυτοκινήτου μέχρι την 15-11-2000, (3) το από .......
έγγραφο περί εμπλοκής του αυτοκινήτου σε ατύχημα και (4) τιμολόγια της ......... ΕΠΕ περί αγοράς από τον αναιρεσίβλητο αναλωσίμων, έγγραφα που υποστηρίζει ότι είχε επικαλεσθεί με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος, δοθέντος ότι την διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα κατά τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως για τα γενόμενα δεκτά από εκείνο πραγματικά περιστατικά.
IV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την απόφαση και γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους και γι' αυτό ακριβώς νέοι ισχυρισμοί, έστω και επιγενόμενοι, δεν μπορούν να προταθούν, ούτε για την θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, ούτε για την απόκρουσή τους, αν δε συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις.
Τέτοιο ισχυρισμό που δεν αφορά την δημόσια τάξη αποτελεί και η προβλεπόμενη από το άρθρο 534 ΑΚ παραγραφή της αξιώσεως προς αναστροφή της πωλήσεως, που αφορά την εγγυητική ευθύνη του πωλητή για ελαττώματα του πωληθέντος, την οποία καθιερώνουν τα άρθρα 534-537 και 540-561 ΑΚ, όπως αυτά είχαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 του ν. 3043/2002, έστω και αν υποστηριχθεί ότι πρόκειται για αποσβεστική προθεσμία, οπότε λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 277, 280), δοθέντος ότι η από την παράλειψη αυτή αναστροφή της συμβάσεως πωλήσεως δεν επάγεται έννομη συνέπεια μη ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη.
Επομένως ο απομένων προς έρευνα όγδοος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, που αφορά όμως ακυρότητες, δικαιώματα και αποφάσεις από το δικονομικό δίκαιο, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου λόγω παρελεύσεως της οριζόμενης στο άρθρο 534 ΑΚ αποσβεστικής προθεσμίας εν επιδικία, την οποία όφειλε να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως, αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον παράλληλα δεν επικαλείται ότι προεβλήθη η εν λόγω ένσταση με την έφεση, ούτε τούτο προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 1622/30-12-2004 αίτηση για αναίρεση των 6307/2004 οριστικής και 7208/1999 μη οριστικής αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ