Legislator Case Law & Legislation
2214/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on forgery conviction, upholding lower court's finding of fraudulent document use.

Case Number 2214/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against his conviction for using a forged document to halt a property auction. The appellant argued that the court erred in finding him guilty, but the court confirmed he knowingly sent fake court orders to the bank to deceive the auctioneer and the bank. Consequently, the court rejected the appeal as baseless and ordered the appellant to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216(2) of the Penal Code; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: The use of forged judicial documents to obstruct legal proceedings constitutes forgery, and an appeal based on factual errors regarding the defendant's intent is inadmissible if the lower court's findings are supported by evidence.

Keywords

AI generated
forgery of judicial documents fraudulent document use obstruction of auction criminal appeal dismissal bank deception property seizure prevention legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 216(2) of the Penal Code
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2214 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2214/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ.Δ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ιωαννίδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 377/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ.πρωτ. 11.200/27.11.2017 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1661/2017.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 26 Νοεμβρίου 2017 και υπ' αριθμ. πρωτ. 11.200/27-11-2017 δήλωση-αίτηση του Χ. Δ. του Α., που επιδόθηκε στις 27-11-2017 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 377/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, που καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο (άρθρ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 6-11-2017, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της χρήσεως πλαστού εγγράφου και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ., "όποιος καταρτίζει ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο".

Σύμφωνα με το ανωτέρω πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 216 Π.Κ., το έγκλημα της πλαστογραφίας τελείται είτε με την κατάρτιση πλαστού εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' Π.Κ.) είτε με τη νόθευση γνησίου. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου υπάρχει, όταν εξυπαρχής ο αυτουργός συνθέτει (κατασκευάζει) έγγραφο, που φαίνεται ότι καταρτίστηκε από άλλον είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με την θέση της υπογραφής του φερόμενου ως εκδότη (συντάκτη), ενώ νόθευση γνήσιου εγγράφου υπάρχει, όταν από τον αυτουργό αλλοιώνεται η έννοια αυτού με μεταβολή του αρχικού περιεχομένου του, δια της προσθήκης εξαλείψεως, λέξεων, αριθμών, σημείων κλπ, ώστε να εμφανίζεται ως από την αρχή δήλωση του εκδότη του εγγράφου.

Έτσι, η αντικειμενική υπόσταση αμφοτέρων των πιο πάνω μορφών του εγκλήματος τούτου - κάθε μία από τις οποίες είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του ότι αφορούν και οι δύο έγγραφο- δεν ταυτίζεται αλλά διακρίνεται, αφού "κατάρτιση" πλαστού εγγράφου υπάρχει επί εξυπαρχής δημιουργίας τούτου από το δράστη, η δε "νόθευση" τελείται δι' επεμβάσεως από αυτόν σε ήδη υφιστάμενο γνήσιο έγγραφο.

Δεν αποτελεί, όμως κατάρτιση πλαστού εγγράφου, όταν στο έγγραφο, που υπογράφεται από τον εκδότη του και με το όνομα του, διαλαμβάνεται οποιοδήποτε μη αληθές (ψευδές) περιεχόμενο. Περαιτέρω, από την παραπάνω δεύτερη παράγραφο του άρθρου 216 Π.Κ. προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσεως πλαστού εγγράφου από τρίτον απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και η χρήση αυτού από τον τρίτο, υποκειμενικώς δε δόλος, που ενέχει τη γνώση του δράστη για την πλαστότητα του εγγράφου και το σκοπό να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Προϋπόθεση, δηλαδή, της τελέσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως αποτελεί η πλαστότητα ή νόθευση, κατά την προεκτεθείσα έννοια, του χρησιμοποιηθέντος εγγράφου. Η χρήση δε συνίσταται σε κάθε ενέργεια, που περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση του εγγράφου σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό και τείνει σε παραπλάνηση τρίτου, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη της παραπλανήσεως αυτής (ΑΠ 1098/2017).

Περαιτέρω, η Καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε; η, κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς, κατά το είδος τους, και δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει χωριστά από τσ καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα (Ολ.Α.Π. 7/2005, Α.Π. 53/2017, Α.Π. 1315/2016).

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κυρία αιτιολογία για την ενοχή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου πραγματικού περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Άλλωστε, ο άμεσος δόλος πρέπει να προσδιορίζεται με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν την ύπαρξη του στοιχείου της γνώσεως, διότι η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, κατά τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της αξιόποινης πράξεώς του ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του. Υπάρχει όμως αιτιολογία του δόλου όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως ο σχετικός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση, χωρίς να απαιτείται η παράθεση άλλων, σχετικών, με την γνώση αυτή, περιστατικών (Α.Π. 53/2017).

Η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όμως, από το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, καθόσον, στην περίπτωση αυτή, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.Α.Π. 1/2005, Α.Π. 1315/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 327/2017 αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Σε βάρος της Μ.Δ. (τρίτης κατηγορούμενης που, καταδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για πλαστογραφία σε φυλάκιση δύο (2) ετών και δεν άσκησε έφεση), είχε επιδικασθεί τελεσίδικα, με δικαστική απόφαση, απαίτηση ποσού 66.000,00 ευρώ περίπου, κατόπιν σχετικής αγωγής (από σύμβαση εργασίας) του Π.Κ..

Προκειμένου δε να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ο τελευταίος, δυνάμει της υπ' αριθ. 449/2011 Α' επαναληπτικής περίληψης της με αριθμό … κατασχετήριας έκθεσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά, Μαρίας Φακίνου, επέσπευσε αναγκαστικό πλειστηριασμό σε ακίνητο της Μ.Δ. με ορισθείσα ημερομηνία διενέργειάς του την 16-3-2011, ημέρα Τετάρτη.

Στο πλειστηριαζόμενο ακίνητο η πιστούχος "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης ποσού 200.000 ευρώ για απαιτήσεις που είχε κατά της ήδη τρίτης κατηγορούμενης. Το απόγευμα της 15-3-2011 τηλεφώνησε στη δικαστική επιμελήτρια του Πρωτοδικείου Πειραιά, Μαρία Φακίνου, που είχε αναλάβει την σχετική διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης για λογαριασμό του επισπεύδοντος, ο Κ.Σ.

υπάλληλος της Τράπεζας Πειραιά, στην αρμοδιότητα του οποίου ήταν να παρακολουθεί όλους του πλειστηριασμούς που επισπεύδουν τρίτοι σε ακίνητα, στα οποία η ως πάνω Τράπεζα διέθετε εμπράγματα η μη εξασφάλιση και της ανέφερε ότι, όπως πληροφορήθηκε από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον δεύτερο των κατηγορουμένων και υιό της τρίτης αυτών, η τελευταία, ως καθ' ης η εκτέλεση, είχε λάβει από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά προσωρινή διαταγή που απαγόρευε τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε ακίνητα αυτής.

Την επόμενη ημέρα (16-3-2011), δηλαδή την ημέρα του πλειστηριασμού, και περί ώρα 9-49 πρωινή απεστάλη ηλεκτρονικά (με e mail) από το δεύτερο κατηγορούμενο στον ως άνω υπάλληλο της Τράπεζας η εν λόγω προσωρινή διαταγή (σε δύο σελίδες), φερόμενη ως εκδοθείσα την 28-2-2011 από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, ενώ απεστάλησαν ηλεκτρονικά και η πρώτη και τελευταία σελίδα της με αναγραφόμενη ημερομηνία 7-2-2011 σχετικής αίτησης της Μ.Δ., ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, στο πλαίσιο αίτησής της για υπαγωγή της στη διαδικασία συνδιαλλαγής του άρθρου 99 του Ν. 3588/2007, και για έκδοση προσωρινής διαταγής.

Ειδικότερα στην ανωτέρω απόφαση περί λήψης προσωρινής διαταγής, που φέρεται ως εκδοθείσα από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αφού αναγράφεται (στην πρώτη σελίδα) ο τίτλος "ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ-ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΥΝΔIΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΙ ΛΗΨΕΩΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ", αναγράφεται (ομοίως στην ίδια σελίδα) ότι το Δικαστήριο αυτό, αποτελούμενο από τους Κορνηλία Πανούτσου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αλκιβιάδη Φερεσίδη, Πρωτοδίκη, Σοφία Καβαρινού, Πρωτοδίκη, και την Γραμματέα Μαρία Πατριανάκου, αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της από 7-2-2011 αίτησης της Μ.Δ., επιχειρηματία, κάτοικο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Νικόλαο Καραντώνη, κάτοικο Αθηνών, "αποφάσισε ότι χορηγεί προσωρινή διαταγή για διάστημα 2 μηνών και ι) απαγορεύει τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αιτούσας ...", ενώ η δεύτερη σελίδα της ίδιας απόφασης φέρει τη σφραγίδα του Πρωτοδικείου Πειραιά με ημερομηνία 28-2-2011 και αναγράφεται ως Πρόεδρος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η Κορνηλία Πανούτσου.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι στην ανωτέρω "απόφαση προσωρινής διαταγής" καθώς και στη αποσταλείσα "αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και έκδοσης προσωρινής διαταγής", στο επάνω μέρος εκάστης από τις συνολικά τέσσερις (4) σελίδες των εγγράφων αυτών, αναγράφεται ως ΦΑΞ αποστολής (προς τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος, σημειωτέον, το απέστειλε ηλεκτρονικά στον υπάλληλο της πιστούχου Τράπεζας Πειραιώς κατά τα προαναφερόμενα), το τηλέφωνο … ως ημερομηνία αποστολής η 11η Μαρτίου 2002 και, τέλος, η ένδειξη του δικηγορικού γραφείου "Karantonis Law office".

Ακολούθως, το ίδιο πρωί της 16-3-2011 ο ως άνω υπάλληλος της τράπεζας Πειραιώς τηλεφώνησε εκ νέου στην δικαστική επιμελήτρια, Μαρία Φακίνου, και την ρώτησε εάν θα διενεργηθεί ο πλειστηριασμός. Η τελευταία, η οποία στο μεταξύ διαπίστωσε ότι η σχετική δικαστική απόφαση δεν έχει κοινοποιηθεί ούτε στην αρμόδια υπάλληλο του πλειστηριασμού, Συμβολαιογράφο Πειραιώς Μαγδαληνή Σεφεριάδου - Βογιατζή, ούτε στον πληρεξούσιο δικηγόρο του επισπεύδοντος Ι.Σ. (ήδη μηνυτή), αλλά ούτε και στον ίδιο τον επισπεύδοντα Π.Κ., ζήτησε από τον υπάλληλο της τράπεζας να αποστείλει τα σχετικά έγγραφα στον τελευταίο (δικηγόρο του επισπεύδοντος), προκειμένου να ελέγξει το περιεχόμενο αυτών (και ειδικότερα το περιεχόμενο της προσωρινής διαταγής), ώστε να διαμορφώσει άποψη σχετικά με την διενέργεια ή μη του πλειστηριασμού.

Πράγματι, στο φαξ του πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος, Ι.Σ., με αριθμό … απεστάλησαν τα ανωτέρω έγγραφα, δηλαδή οι προαναφερόμενες 4 σελίδες και ειδικότερα η πρώτη και η τελευταία σελίδα της από 7-2-2011 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και για έκδοση προσωρινής διαταγής, της Μ.Δ., απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και η ως άνω προσωρινή διαταγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κατόπιν τούτου, ο ήδη μηνυτής, Ι.Σ., μετέβη αυθημερόν στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, προκειμένου να λάβει αντίγραφο της εν λόγω προσωρινής διαταγής. Εκεί, του γνωστοποιήθηκε προφορικώς από την αρμόδια υπάλληλο ότι δεν υπάρχει κατατεθειμένη αίτηση της Μ.Δ. περί υπαγωγής της στη διαδικασία συνδιαλλαγής του άρθρου 99 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα) και, επίσης, ότι, δεν έχει κατατεθεί αίτηση της ιδίας περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων ή περί έκδοσης προσωρινής διαταγής.

Ακόμη, η αρμόδια δικαστική υπάλληλος τον ενημέρωσε ότι η Πρόεδρος Πρωτοδικών Κορνηλία Πανούτσου, η οποία φέρεται να μετέχει στην σύνθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έκανε δεκτό το αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής, δεν υπηρετούσε καν κατά το διάστημα εκείνο (Φεβρουάριος 2011) στο Πρωτοδικείο Πειραιά, λόγω προαγωγής της στο βαθμό της Εφέτου.

Κατόπιν αυτών, ο προαναφερόμενος μηνυτής ζήτησε, με έγγραφη αίτησή του, από την Πρόεδρο της Τριμελούς Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Πειραιώς να του χορηγηθούν ακριβή αντίγραφα των ανωτέρω εγγράφων, ήτοι: α) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και έκδοσης προσωρινής διαταγής, της Μ.Δ. και β) της απόφασης περί χορήγησης προσωρινής διαταγής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την προαναφερόμενη σύνθεση και με ημερομηνία δημοσίευσης 28.2.2011.

Στη συνέχεια, με το αναγνωσθέν υπ' αριθ. πρωτ. 1516/22-3-2011 έγγραφο της Προϊσταμένης της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Πειραιά, του γνωστοποιήθηκε ότι από 1-1-2011 μέχρι 18-3-2011 δεν έχει κατατεθεί α) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αιτούσα την Μ. συζ. Α.Δ., που να απευθύνεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς ή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, β) αίτηση της ανωτέρω για την υπαγωγή της στη διαδικασία συνδιαλλαγής, που απευθύνεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και, επίσης, ότι δεν έχει εκδοθεί απόφαση περί χορήγησης προσωρινής διαταγής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την προαναφερόμενη σύνθεση και με ημερομηνία δημοσίευσης 28-2-2011.

Επομένως, με βάση το έγγραφο αυτό του Πρωτοδικείου Πειραιώς, αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω επίμαχο έγγραφο (προσωρινή διαταγή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά) που εστάλη στον μηνυτή Ι.Σ., πληρεξούσιο δικηγόρο του επισπεύδοντος Π.Κ., ήταν πλαστό. Σημειώνεται, ότι την συγκεκριμένη ημέρα, ο ορισθείς πλειστηριασμός ματαιώθηκε λόγω έλλειψης πλειοδοτών και όχι για άλλο λόγο, αφού στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο δεν προσκομίστηκε ουδεμία προσωρινή διαταγή δικαστηρίου (ή άλλη δικαστική απόφαση) περί αναστολής του πλειστηριασμού.

Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η τρίτη κατηγορούμενη, Μ.Δ., ως έχουσα άμεσο έννομο συμφέρον να κερδίσει χρόνο για την μη διενέργεια του πλειστηριασμού κατά την ως άνω ημεροχρονολογία (16-3-2011), όπως περί τούτου ανέφερε σαφώς στην απολογία του και ο πρώτος κατηγορούμενος, στον Πειραιά την 15-3-2011, με πρόθεση προέβη στην εξ υπαρχής κατάρτιση του ανωτέρω πλαστού κατά το περιεχόμενο, την ημερομηνία και την υπογραφή εκδότη, σημειώματος προσωρινής διαταγής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στο οποίο έθεσε, μεταξύ άλλων, ως ημερομηνία σύνταξης την 28-2-2011, ως στοιχεία των μελών της σύνθεσης του συνεδριάζοντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Εκούσια Δικαιοδοσία) αυτά της Προέδρου Πρωτοδικών Κορνηλίας Πανούτσου και των Πρωτοδικών Αλκιβιάδη Φερεσίδη και Σοφίας Καβαρινού, καθώς και της γραμματέως Μαρίας Πατριανάκου, στη συνέχεια δε καταχώρησε στο σώμα του ανωτέρω πλαστού εγγράφου το ακόλουθο κείμενο "ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ... Αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της από 7-2-2011 αίτησης της Μ.Δ., επιχειρηματία, κάτοικο.., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραντώνη, κάτοικο Αθηνών, οδός Ακαδημίας αριθμός 34.

Αφού άκουσε αυτά, που ο πληρεξούσιος δικηγόρος προφορικά ανέπτυξε, και έλαβε υπόψη και τα σχετικά έγγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος αποφάσισε ότι χορηγεί προσωρινή διαταγή για διάστημα 2 μηνών και: ι) Απαγορεύει τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αιτούσας ...

Πειραιάς, 28-2-2011", ενώ στην οικεία θέση και κάτω από την ένδειξη "Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ", έθεσε τη σφραγίδα του Πρωτοδικείου Πειραιώς και το ονοματεπώνυμο της Κορνηλίας Πανούτσου, χωρίς να έχει τη συναίνεση αυτής, με τον επιπρόσθετο σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου (η οποία έγινε από τον δεύτερο των κατηγορουμένων, υιό της, στον οποίο παρέδωσε το έγγραφο αυτό) τόσο τον δανειστή της, Π.Κ.

του Ν., όσο και την Τράπεζα με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", η οποία ετύγχανε πιστούχος της και για τις απαιτήσεις της έναντι αυτής ήταν εξοπλισμένη με προσημείωση υποθήκης ποσού 200.000 σε ακίνητο αυτής (κατηγορουμένης), ότι δήθεν, κατόπιν σχετικής αίτησής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της χορηγήθηκε προσωρινή διαταγή, με βάση την οποία απαγορευόταν η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε ακίνητά της, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να ματαιώσει την διενέργεια του ορισθέντος για την 16-3-2011 πλειστηριασμού σε ακίνητο της, ο οποίος επισπευδόταν από τον προαναφερόμενο δανειστή της Π.Κ., ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε καλά ήταν ότι από 1-1-2011 έως 18-32-2011 δεν είχε κατατεθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από την ίδια, ούτε είχε χορηγηθεί σ' αυτήν προσωρινή διαταγή την 28-2-2011 από την προαναφερόμενη σύνθεση, δεδομένου ότι και η Πρόεδρος Πρωτοδικών Κορνηλία Πανούτσου δεν υπηρετούσε πλέον στο ως άνω Πρωτοδικείο λόγω προαγωγής της στο βαθμό της Εφέτου.

Τέλος, και σε συνέχεια των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών δεύτερος κατηγορούμενος, στον Πειραιά στις 16-3-2011, αφού έλαβε στην κατοχή το ανωτέρω πλαστό (που καταρτίσθηκε εξ υπαρχής από την τρίτη των κατηγορουμένων, μητέρα του, γεγονός που το γνώριζε) κατά το περιεχόμενο, την ημερομηνία και την υπογραφή εκδότη, σημείωμα προσωρινής διαταγής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στο οποίο είχαν τεθεί, μεταξύ άλλων, ως ημερομηνία σύνταξης η 28-2-2011 με πρόθεση έκανε χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου, το απέστειλε ηλεκτρονικά (με email) στο Τμήμα Ειδικών Πιστώσεων της Τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", η οποία ετύγχανε πιστούχος της τρίτης κατηγορουμένης, Μ.Δ., και για τις απαιτήσεις της έναντι αυτής ήταν εξοπλισμένη με προσημείωση υποθήκης ποσού 200.000 σε ακίνητο της τελευταίας, ο πλειστηριασμός του οποίου είχε ορισθεί για την 16-3-2011 με επίσπευση από έτερο δανειστή, τον Π.Κ.

του Ν., με τον επιπρόσθετο σκοπό να παραπλανήσει με την εκ μέρους του χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου τόσο τον ανωτέρω δανειστή της τρίτης κατηγορουμένης, Π.Κ. (δεδομένου ότι ο υπάλληλος της Τράπεζας θα ενημέρωνε άμεσα τη δικαστική επιμελήτρια του επισπεύδοντος, όπως και πράγματι έπραξε, και τούτο το γνώριζε ο κατηγορούμενος), όσο και την "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", η οποία ετύγχανε πιστούχος της μητέρας του Μ.Δ., ότι δήθεν, κατόπιν σχετικής αίτησης της τελευταίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, χορηγήθηκε σ' αυτήν προσωρινή διαταγή, με βάση την οποία απαγορευόταν η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε ακίνητά της, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να ματαιωθεί η διενέργεια του ορισθέντος για την 16-3-2011 πλειστηριασμού σε ακίνητο αυτής, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε καλά ήταν ότι από 1-1-2011 έως 18-3-2011 δεν είχε κατατεθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από την τρίτη κατηγορουμένη (μητέρα του), ούτε είχε χορηγηθεί σ' αυτήν προσωρινή διαταγή την 28-2-2011 από την προαναφερόμενη σύνθεση, δεδομένου ότι και η Πρόεδρος Πρωτοδικών Κορνηλία Πανούτσου δεν υπηρετούσε πλέον στο ως άνω Πρωτοδικείο".

Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων και αφού αποδείχθηκε ότι η τρίτη κατηγορουμένη Μ.Δ. έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη ης πλαστογραφίας (άρθρο 216 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ), που στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, κατ' επιτρεπτή (κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια νομική σκέψη) μεταβολή της κατηγορίας από την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση, όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και καταδικάστηκε απ' αυτό.

Περαιτέρω, αφού αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών δεύτερος κατηγορούμενος Χ.Δ. έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου (άρθρο 216 παρ. 2 ΠΚ), που στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, όπως και πρωτοδίκως, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".

Στη συνέχεια το παραπάνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξεως της χρήσεως πλαστού εγγράφου για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δεκαοκτώ (18) μηνών ανασταλείσα επί τριετία με το ακόλουθο διατακτικό: "Στον Πειραιά, στις 16-3-2011, αφού έλαβε στην κατοχή του το κατωτέρω πλαστό (που καταρτίστηκε εξ υπαρχής από την Μ.Δ., μητέρα του, γεγονός που το γνώριζε) κατά το περιεχόμενο, την ημερομηνία και την υπογραφή εκδότη, σημείωμα προσωρινής διαταγής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, στο οποίο είχαν τεθεί, μεταξύ άλλων, ως ημερομηνία σύνταξης η 28-2-2011, ως στοιχεία των μελών της σύνθεσης του συνεδριάζοντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (Εκούσα Δικαιοδοσία) αυτά της Προέδρου Πρωτοδικών Κορνηλίας Πανούτσου και των Πρωτοδικών Αλκιβιάδη Φερεσίδη και Σοφίας Καβαρινού, καθώς και της γραμματέως Μαρίας Πατριανάκου και, στη συνέχεια είχε καταχωρηθεί στο σώμα του ανωτέρω πλαστού εγγράφου το ακόλουθο κείμενο "ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ... Αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο της από 7-2-2011 αίτησης της Μ.Δ., επιχειρηματία, κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Νικόλαο Καραντώνη, κάτοικο Αθηνών, οδός Ακαδημίας αριθμός 34.

Αφού άκουσε αυτά, που ο πληρεξούσιος δικηγόρος προφορικά ανέπτυξε και έλαβε υπόψη και τα σχετικά έγγραφα, που κατέθεσε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος, αποφάσισε ότι, χορηγεί προσωρινή διαταγή για διάστημα 2 μηνών και: 1) Απαγορεύει τη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αιτούσας, 2) Απαγορεύει την κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης και 3) Απαγορεύει την καταγγελία των συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων 4) Απαγορεύει την καταγγελία των συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων με πιστούχο την αιτούσα, Πειραιάς, 28-2-2011", ενώ στην οικεία θέση και κάτω από την ένδειξη "Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ" είχε τεθεί η σφραγίδα του Πρωτοδικείου Πειραιώς και το ονοματεπώνυμο της Κορνηλίας Πανούτσου, χωρίς να υπάρχει η συναίνεση αυτής, αυτός (κατηγορούμενος) με πρόθεση έκανε χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου, όταν το απέστειλε ηλεκτρονικά (με e-mail) στο Τμήμα Ειδικών Πιστώσεων της Τράπεζας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", η οποία ετύγχανε πιστούχος της Μ.Δ.

και για τις απαιτήσεις της έναντι αυτής ήταν εξοπλισμένη με προσημείωση υποθήκης, ποσού 200.000, σε ακίνητο της τελευταίας, ο πλειστηριασμός του οποίου είχε ορισθεί για την 16-3-2011, με επίσπευση από έτερο δανειστή, τον Π.Κ. του Ν., με τον επιπρόσθετο σκοπό να παραπλανήσει με την εκ μέρους του χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου, τόσο τον ανωτέρω δανειστή της Μ.Δ., Π.Κ., όσο και την τράπεζα με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", η οποία ετύγχανε πιστούχος αυτής, ότι δήθεν, κατόπιν σχετικής αίτησης της Μ.Δ.

ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, χορηγήθηκε σ' αυτήν προσωρινή διαταγή, με βάση την οποία απαγορευόταν η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε ακίνητά της, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να ματαιωθεί η διενέργεια του ορισθέντος για την 16-3-2011 πλειστηριασμού σε ακίνητο αυτής, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε καλά, ήταν ότι από 1-1-2011 έως 18-3-2011 δεν είχε κατατεθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς από την Μ.Δ., ούτε είχε χορηγηθεί σ' αυτήν προσωρινή διαταγή την 28-2-2011 από την προαναφερόμενη σύνθεση, δεδομένου ότι και η Πρόεδρος Πρωτοδικών Κορνηλία Πανούτσου δεν υπηρετούσε πλέον στο ως άνω Πρωτοδικείο.

Με αυτές τις παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση έχει, την, κατά ανωτέρω έννοια, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιοποίνου πράξεως, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Δικαστήριο πείσθηκε για την ύπαρξη τους και τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. γ, 26 παρ. 1 α, 27, 51, 53, 79 και 216 παρ. 2 ΠΚ.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων γνωρίζοντας ότι επισπεύδεται από τον Π.Κ. για απαίτηση του 66.000 ευρώ σε βάρος ακινήτου της οφελέτριας μητέρας του Μ.Δ., πλειστηριασμός με πιστούχο την Τράπεζα Πειραιώς η οποία είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης ποσού 200.000 ευρώ για αντίστοιχη απαίτησή της κατά της μητέρας του, τηλεφώνησε την παραμονή του πλειστηριασμού στον αρμόδιο για τους πλειστηριασμούς υπάλληλο της άνω Τραπέζης Κ.Σ., ότι η μητέρα του είχε λάβει από το Πολυμελές Πρωτ.

Πειραιώς, προσωρινή διαταγή για απαγόρευση της λήψεως μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως στα ακίνητα της, την εν λόγω δε πληροφορία ο Κ.Σ. μετέφερε άμεσα στην δικαστική επιμελήτρια Μ. Φακίνου, η οποία είχε αναλάβει την διενέργεια του πλειστηριασμού, την επομένη δε, ημέρα του πλειστηριασμού ώρα 9.49 έστειλε στον άνω υπάλληλο ηλεκτρονικά την προσωρινή διαταγή και την πρώτη και τελευταία σελίδα της αιτήσεως της μητέρας του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο και επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω προσωρινή διαταγή, τα εν λόγω δε έγγραφα απέστειλε ο Κ.Σ.

άμεσα στην άνω δικαστική επιμελήτρια γνωρίζοντας (ο αναιρεσείων) ότι τα έγγραφα αυτά είναι πλαστά, για την πλαστογραφία των οποίων η μητέρα του κηρύχθηκε ένοχη με την εκκαλουμένη επί της οποίας κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, μόνον από τον αναιρεσείοντα, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την ηλεκτρονική αποστολή αυτών στο Τμήμα Ειδικών Πιστώσεων της Τράπεζας Πειραιώς προκειμένου να παραπλανήσει τόσο τον επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό, όσο και την πιστούχο Τράπεζα ότι χορηγήθηκε στην καθώς η εκτέλεση μητέρα του προσωρινή διαταγή για την απαγόρευση μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως στα ακίνητά της, και έτσι να ματαιωθεί η διενέργεια του πλειστηριασμού.

Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ που περιέχονται στον μοναδικό λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμες και εκ του λόγου αυτού ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ακολούθως αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στο δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-11-2017 και υπ' αριθμ.πρωτ. 11200/27-11-2017 δήλωση-αίτηση του Χ.Δ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 377/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) €.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ