2212/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4046/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1794/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/7/2013 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated2212/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 2212 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2212/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Κ., 2) Κ. Μ. του Γ., 3) Γ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Παπαδάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δροσιά Μπάκου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4046/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1794/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/7/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 24/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 713 και 714 ΑΚ προκύπτει ότι, ο εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σ' αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του κάθε τι, που υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υποθέσεως, ευθυνόμενος έναντι του εντολέα για κάθε πταίσμα. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νομίμων υποχρεώσεων αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ.
Η σύμβαση της εντολής μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς (ΑΚ 158, 713), λόγω δε του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, ο εντολοδόχος μπορεί να αναλάβει τη διεξαγωγή της υπόθεσης του εντολέα, είτε ύστερα από παράκλησή του, είτε ακόμη κι από δική του πρωτοβουλία, εφόσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει (ΑΠ 1614/1999).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, η πρόκληση βλάβης στην περιούσια ορισμένου προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσεως στους κανόνες των ως άνω διατάξεων.
Οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ανωτέρω μορφής ευθύνης απαιτούν την ύπαρξη σχέση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχομένων υπηρεσιών με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους της τράπεζας, που παρέχει τις υπηρεσίες, παραβιάζονται οι συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281, 288 ΑΚ.
Ειδικότερη μορφή παραβιάσεως των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων εκτιμήσεως των συμφερόντων του πελάτη, διαφωτίσεως, παροχής συμβουλευτικής καθοδηγήσεως και προειδοποιήσεως αυτού. Υπό την έννοια αυτή οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθετήσεως των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού τράπεζα.
Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 Ν 2251/1994, που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ 3 Ν 2251/1994, όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει, με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιοσδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθετήσεως του κεφαλαίου του.
Η διάταξη του άρθρου 8 Ν 2251/1994 περιέχει ειδικότερο κανόνα, ο οποίος εντασσόμενος στο γενικότερο σύστημα θεμελιώσεως αστικής ευθύνης, διαμορφώνει την ενοχή που καταλαμβάνεται από αυτόν κατά τρόπο, ώστε κύριο χαρακτηριστικό της να είναι η απομάκρυνση από την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης μέσω της αντιστροφής του σχετικού βάρους αποδείξεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 4 Ν 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 Ν 3587/2007, η αντιστροφή αυτή του αποδεικτικού βάρους επεκτείνεται αναγκαίως και στο μέγεθος της παρανομίας, διότι παραλλήλως των εννοιολογικών διακρίσεων μεταξύ αυτής και του πταίσματος, που δεν αμφισβητούνται και εξακολουθούν να υφίστανται, η προσέγγιση των σχετικών όρων θεμελιώσεως της ευθύνης από την οπτική της αμέλειας επιδρά στην συγκρότηση του περιεχομένου της τελευταίας κατά τρόπο ώστε, μέσω της χρήσεως της συγκεκριμένης έννοιας, να αποτυπώνεται και η εκδήλωση μιας μορφής παράνομης συμπεριφοράς.
Εξαιτίας της διαλαμβανόμενης στον προαναφερόμενο κανόνα κατανομής του βάρους αποδείξεως στην περίπτωση που η ευθύνη του υπόχρεου αποζημιώσεως θεμελιώνεται στην συγκεκριμένη ρύθμιση, ο δικαιούχος επιβάλλεται να αποδεικνύει τη ζημία, την παροχή των υπηρεσιών προς τον ίδιο και τον υφιστάμενο μεταξύ τους αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδηλώσεως παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, την έλλειψη συνδρομής αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της τελευταίας και της ζημίας ή την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσεως ή μειώσεως της ευθύνης του (ΑΠ 1227/2007).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13).
Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι από το άρθ 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 713, 914 και 8 ν.2251/94, απέρριψε, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, την κατά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα αγωγή τους για την επιδίκαση αποζημίωσης προς αποκατάσταση της προκληθείσας σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) ζημίας από την περιγραφομένη σ' αυτήν (αγωγή) αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης κατά την, από την τελευταία, διεξαγωγή, στο πλαίσιο της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης εντολής, των σχετικών με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου τους και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών υποθέσεών τους, δεχθείσα (εσφαλμένως) την ανυπαρξία αιτιώδους συναφείας μεταξύ της επικαλουμένης ζημίας και της συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία, μετ' εκτίμηση των προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε τα παρακάτω αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα "... Στις 5-1-2000 υπογράφτηκε μεταξύ της εναγομένης τραπέζης (αναιρεσίβλητης) και των εναγόντων (αναιρεσειόντων) η υπό ιδία ημερομηνία Σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών θεματοφυλακής χαρτοφυλακείου - εντολή και πληρεξουσιότης διαχείρισης χαρτοφυλακείου.
Με την σύμβαση αυτή, η εναγόμενη Τράπεζα ανέλαβε τις εξής υποχρεώσεις: (α) να φυλάσσει τα στοιχεία του χαρτοφυλακείου, ήτοι τίτλους μετοχών κλπ των αντιδίκων (παραγρ. Β. III της σύμβασης), (β) να παρέχει στους αντισυμβαλλομένους της, μετά από δικό τους αίτημα, συμβουλευτικές υπηρεσίες (παραγρ. Β. IV της σύμβασης), με την έννοια του να θέτει στην διάθεση των εναγόντων, ως Πελάτη, "...
τις εξειδικευμένες γνώσεις και πληροφορίες που αυτή διαθέτει, ως και την γνώμη της επί θεμάτων επενδύσεων καθώς και των αγορών, ελληνικών ή της αλλοδαπής, χρήματος και κεφαλαίου, που σχετίζονται με το Χαρτοφυλάκιο (εννοείται: του Πελάτη) ως και με το επενδυτικό πρόγραμμα του Πελάτη" (παρ. Β. IV. παρ. 1 της σύμβασης), χωρίς όμως να εγγυάται την ακρίβεια και αλήθεια ούτε την ορθότητα των εξειδικευμένων γνώσεων και πληροφοριών αυτών, και, τέλος, (γ) να εκτελεί εντολές και οδηγίες του Πελάτη, γραπτές ή προφορικές, σχετικά με τα στοιχεία του Χαρτοφυλακίου του.
Με τον τρόπο αυτό ενεργώντας η Τράπεζα, ήτοι μετά από εντολές του πρώτου ενάγοντος, ρητώς συμφωνήθηκε στην σύμβαση, ότι αυτή (Τράπεζα) ουδεμία αναλαμβάνει ή αποδέχεται ευθύνη, πέραν της υποχρεώσεως να εκτελεί τις εκάστοτε εντολές του Πελάτη, σχετικά με τις από αυτόν επιλεγόμενες επενδύσεις ή τοποθετήσεις (παραγρ.
B.V. υπό 6 της σύμβασης). Πέραν των ανωτέρω, υπό 2 αναφερομένων, η Τράπεζα ανέλαβε και την υποχρέωση να τηρεί, ενημερώνοντας τους πελάτες της, κατάλογο των στοιχείων του Χαρτοφυλακείου τους, κατ' είδος χρεωγράφων, μετοχών και λοιπών στοιχείων του Χαρτοφυλακίου, κατά ποσότητα αυτών, κατ' αύξοντα αριθμό και ημερομηνία ενσωματώσεως στο Χαρτοφυλάκιο, ρητώς συμφωνηθέντος, ότι ο κατάλογος αυτός θα τηρείται σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα πρακτική της Τραπέζης, η οποία δεν υποχρεούτο στην τήρηση ορισμένου τύπου (παραγρ.
Β. III 3 της σύμβασης). Τον ανωτέρω κατάλογο η εναγομένη Τράπεζα ανελλιπώς απέστελλε στον πρώτο ενάγοντα, στην διεύθυνση που είχε δηλώσει ο ίδιος σε αυτή, με συστημένη ταχυδρομική επιστολή. Για τις κατά την εν λόγω σύμβαση υπηρεσίες της, ρητά συμφωνήθηκε στην σύμβαση αυτή, ότι η Τράπεζα δικαιούται αμοιβής, καταβαλλομένης από τον Πελάτη, μηνιαίως, σύμφωνα με το τιμολόγιο προμηθειών που εφαρμοζόταν, τότε, από την Τράπεζα για "συμβουλευτικούς Επενδυτικούς Λογαριασμούς (Advisory Account)".
Με βάση την ίδια από 05.01.2000 σύμβαση η Τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση (παραγρ. Β IV 5α, σελ. 3 της σύμβασης) να αποδίδει στους Πελάτες αυτής, στο τέλος κάθε ημερολογιακού μηνός, εγγράφως, αναλυτικό λογαριασμό των κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα ... γενομένων για λογαριασμό του Πελάτη κινήσεων, της καταστάσεως του Χαρτοφυλακίου κατά την ημερομηνία εκδόσεως του εν λόγω λογαριασμού, καθώς και των σχετικών με την εκτέλεση των εντολών του Πελάτη εξόδων και δαπανών και της αμοιβής της Τραπέζης.
Τον λογαριασμό αυτό η Τράπεζα ανέλαβε την υποχρέωση, την οποία και εκπλήρωνε ανελλιπώς, να αποστέλλει ταχυδρομικά στην διεύθυνση του Πελάτη, ο οποίος, βάσει της σύμβασης αυτής, επίσης, είχε δικαίωμα να προβάλλει αντιρρήσεις ως προς το περιεχόμενο του λογαριασμού, εγγράφως προς την Τράπεζα, εντός δύο εργασίμων ημερών από της λήψεως του λογαριασμού (παραγρ.
Β. V 5β της σύμβασης, σελ. 3), ενώ σε περίπτωση μη υποβολής τέτοιων αντιρρήσεων από μέρους του Πελάτη, θεωρείται ότι αυτός αποδέχθηκε τον λογαριασμό ως προς ολόκληρο το περιεχόμενο αυτού και τον ενέκρινε χωρίς επιφύλαξη. Τέλος, κατά ρητή συμβατική πρόβλεψη (παραγρ. Β. V 6, σελ. 3 της σύμβασης), η Τράπεζα απεκδύθηκε ρητά κάθε ευθύνης έναντι του Πελάτη ή οποιουδήποτε τρίτου έλκοντος δικαιώματα από τον Πελάτη, πέραν της υποχρεώσεως της Τραπέζης να εκτελεί τις εκάστοτε εντολές του Πελάτη, και πάλι, "εφόσον τούτο είναι δυνατό κατ' εφαρμογή των κανόνων του εφαρμοστέου δικαίου ...
να πιστώνει ή να χρεώνει προσηκόντως τον λογαριασμό του Πελάτη καθώς και να προβαίνει, πάντοτε εν ονόματι, για λογαριασμό, επ' ωφελεία και επί κινδύνω του Πελάτη, σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία που διέπει τις εκάστοτε από τον Πελάτη επιλεγόμενες επενδύσεις ή τοποθετήσεις".
Πέραν των ανωτέρω συμβατικών της υποχρεώσεων, οι οποίες ρητά διατυπώθηκαν στην ανωτέρω έγγραφη σύμβαση, η εναγομένη Τράπεζα ουδεμία άλλη ανέλαβε υποχρέωση, απέναντι στους ενάγοντες και δη ουδόλως ανέλαβε να επενδύσει, κατά την κρίση της, τα χρήματά τους, όπως αυτοί εσφαλμένα υπολαμβάνουν στο δικόγραφο της από 25-7-2008 αγωγής τους.
Εκείνο που η Τράπεζα συμφώνησε να πράξει, ήταν να συμβουλεύει τους ενάγοντες πελάτες της, μετά από δικό τους αίτημα, σχετικά με τις επενδύσεις τους, να εκτελεί τις εντολές που αυτοί έδιδαν στην Τράπεζα, σχετικά με αγορές ή πωλήσεις μετοχών, ομολόγων κλπ και τις οποίες οι ίδιοι αποφάσιζαν, ή εκ των προτέρων ενέκριναν με δικό τους κίνδυνο ως προς το επωφελές για τον ίδιο των εντολών τους αυτών και να φυλάττει τα από αυτούς με τον άνω τρόπο, αγοραζόμενα στοιχεία του χαρτοφυλακίου τους (μετοχές, ομόλογα κλπ, εσωτερικού ή εξωτερικού).
Πράγματι, η εναγομένη Τράπεζα, αξιολογώντας τους ενάγοντες και δη τον πρώτο από αυτούς ως επενδυτές, πρότεινε στον πρώτο ενάγοντα, να τηρήσει διασπορά των επενδύσεων τους, σε ομόλογα, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και σε μετοχές εξωτερικού, έτσι ώστε οι τυχόν απώλειες από κάποιο είδος επένδυσης να μην συνεπάγονται και απώλεια ολόκληρου του κεφαλαίου τους.
Έτσι, το σχετικό έγγραφο, που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται φέρει τον τίτλο "προτεινόμενη διασπορά χαρτοφυλακίου", συντάχθηκε στο πλαίσιο της υποχρέωσης της Τραπέζης να παρέχει συμβουλές στους ενάγοντες και αυτοί, κατά την κρίση τους, μπορούσαν είτε να ακολουθήσουν την Πρόταση αυτή της Τραπέζης είτε όχι.
Πρέπει να τονισθεί ότι από πλευράς αποτελέσματος, η επένδυση σε αυτούσιες μετοχές ισοδυναμεί με επένδυση σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια, ήτοι σε αμοιβαία κεφάλαια των οποίων το ενεργητικό επενδύεται σε μετοχές. Τούτο διότι, σε περίπτωση πτώσης των τιμών στο χρηματιστήριο, την πτώση αυτή ακολουθούν όχι μόνο οι τιμές των μετοχών αλλά και οι τιμές των μεριδίων που εκδίδουν τα μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια, αφού μειώνεται το ενεργητικό αυτών (μετοχικών αμοιβαίων κεφαλαίων), ακριβώς λόγω της πτώσης των τιμών των μετοχών, η δε τιμή του μεριδίου αντανακλά ευθέως την αποτίμηση του ενεργητικού του αμοιβαίου κεφαλαίου.
Από κανένα έγγραφο δεν αποδείχθηκε ότι είχε συμφωνηθεί με τους ενάγοντες, ότι οι επενδύσεις σε μετοχές εξωτερικού θα γίνονταν μόνο σε μετοχές που περιλαμβάνονται σε εγκεκριμένη λίστα μετοχών της Τραπέζης και δη σε μετοχές υψηλής εμπορευσιμότητας και προοπτικών (μετοχές "Blue Chips") και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι τέτοια "εγκεκριμένη λίστα" είχε η Τράπεζα και διότι από μετοχές της κατηγορίας "Blue Chips" δεν είναι δυνατό να αναμένεται τόσο υψηλή απόδοση (25% προσδοκώμενη απόδοση από μετοχές εξωτερικού).
Τόσο υψηλές προσδοκώμενες αποδόσεις, είναι δυνατές μόνο από μετοχές υψηλού κινδύνου (ρίσκου) και όχι από μετοχές blue chips, οι οποίες, εξ ορισμού, είναι χαμηλής απόδοσης, πάντοτε, βέβαια, με την προϋπόθεση, ότι οι χρηματιστηριακές αγορές θα έχουν άνοδο, πράγμα ουδόλως εξασφαλισμένο, ως εκ της φύσεως των χρηματιστηριακών αγορών, διεθνώς, που "ανεβαίνουν" αλλά και "κατεβαίνουν".
Η σημαντικού περιεχομένου τοιαύτη συμφωνία, αν υπήρχε, θα είχε περιληφθεί στη σχετική σύμβαση και δεν θα ήταν προφορική, μη δυναμένη να αποδειχθεί με μάρτυρες. Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης ο πρώτος ενάγων, ενεργών όπως παραπάνω εκτέθηκε, κατέθεσε σε ειδικό λογαριασμό της εναγομένης το ποσό των 780.000 δολαρίων ΗΠΑ, εξουσιοδοτώντας την να το επενδύσει για λογαριασμό τους.
Με βάση τα προεκτεθέντα, οι ενάγοντες καθόρισαν τον τρόπο διάρθρωσης του Χαρτοφυλακίου τους, οι επιμέρους όμως, ενέργειες, δηλαδή ποιες μετοχές εξωτερικού θα αγοράζονταν, πόσες και πότε, καθορίζονταν απ' την εναγομένη και συγκεκριμένα απ' το εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο αυτή διέθετε. Οι ενάγοντες ελάμβαναν γνώση των κινήσεων αυτών στο τέλος κάθε μήνα οπότε και η εναγομένη τους απέστελνε έγγραφες πληροφορίες για όλες τις κινήσεις του χαρτοφυλακείου τους.
Έτσι, η εναγομένη αγόρασε για λογαριασμό των εναγόντων, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο 2000 έως τον Νοέμβριο 2000 συνολικά 9.235 μετοχές της εταιρίας "PSINET INC" στην (μέση) τιμή των $ 45,39/μετοχή, έναντι του ποσού των 96.585,77 δολαρίων ΗΠΑ και 1.700 μετοχές "STEAG HAMATECH AG" στην μέση τιμή των € 57,00/μετοχή, έναντι του ποσού των 67.905,65 ευρώ.
Στη συνέχεια, κατά τους επόμενους μήνες, μέχρι και τον Νοέμβριο 2000, οι ενάγοντες, παρ' ότι έβλεπαν από την ενημέρωση της Τραπέζης ότι οι τιμές των εν λόγω μετοχών στα αντίστοιχα χρηματιστήρια, και στις οποίες τιμές αυτοί αγόραζαν τις εν λόγω μετοχές, έπεφταν αυτοί συνέχιζαν εν τούτοις ν' αγοράζουν τις εν λόγω μετοχές, και, μάλιστα, ιδίως ως προς τις μετοχές PSINET INC σε αυξανόμενους ρυθμούς.
Ως προς τις εταιρίες αυτές πρέπει να λεχθεί ότι: Η εταιρία STEAG HAMATECH AG, της οποίας η μετοχή διαπραγματευόταν στο Χρηματιστήριο Neuer Markt της Φραγκφούρτης, κατασκευάζει μηχανήματα παραγωγής CD's και DVD, τα οποία πωλεί σε όλον τον κόσμο, από πλευράς δε κεφαλαιοποίησης κατατασσόταν, τότε (έτος 2000), μεταξύ των πρώτων 60 εταιρειών επί συνόλου 529 εταιρειών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Neuer Markt της Φραγκφούρτης (Γερμανία), η δε εταιρεία PSINET INC, η οποία τότε (έτος 2000) ήταν εισηγμένη στο Χρηματιστήριο NASDAQ της Ν.
Υόρκης, δραστηριοποιείτο παγκοσμίως στην παροχή υπηρεσιών διαδικτύου, κατατασσόταν δε, τότε (έτος 2000), μεταξύ των πρώτων 1.300 εταιρειών, επί συνόλου 4220 εταιρειών εισηγμένων στο χρηματιστήριο αυτό (NASDAQ) ήταν δε, επίσης, ο χορηγός του EURO 2000 (Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου 2000). Όμως, μετά την αγορά των ως άνω μετοχών, άρχισε η πτώση της αξίας τους.
Η πτωτική τάση της πορείας των μετοχών αυτών, μετά την αγορά τους από τους ενάγοντες, ευκρινέστατα καταγράφεται στις μηνιαίες ενημερώσεις, που αυτοί ανελλιπώς ελάμβαναν. Έτσι, καθίσταται αυταπόδεικτο ότι η τοιαύτη ζημιά των εναγόντων οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην πτώση της χρηματιστηριακής τιμής των μετοχών αυτών, στα χρηματιστήρια, όπου αυτές ετύγχαναν διαπραγμάτευσης, αλλά και στην γενικότερη, τότε, πτώση των Χρηματιστηρίων του εξωτερικού και της Ελλάδος.
Πράγματι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ Μαρτίου 2000 και Δεκεμβρίου 2000, εκείνο που συνέβη στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές όπως και η αγορά NASDAQ και η αγορά Neuer Markt, που είναι χρηματιστήρια όπου τύγχαναν, τότε (2000), διαπραγμάτευσης μετοχές νέας τεχνολογίας και επικοινωνιών, ήταν ότι οι μετοχές που ήταν εισηγμένες στα χρηματιστήρια αυτά, είχαν έντονα πτωτική τάση, την οποία ακολούθησαν ακόμα και οι μετοχές εταιρειών Blue Chips, όπως της SAP Γερμανίας, France Telecom, NOKIA VS, Deutche Telecom και Siemens.
Ειδικότερα, οι μετοχές εκδόσεως της SAP Γερμανίας την 10-3-2000 είχαν €71,58 και την 22-12-2000 είχαν €26,75, οι μετοχές εκδόσεως της France Telecom Γαλλίας την 31-3-2000 είχαν € 179 και την 8-12-2000 είχαν € 78, οι μετοχές της Nokia Φινλανδίας την 23-6-2000 είχαν € 62,50 και την 20-10-2000 είχαν €27,63, οι μετοχές της Deutsche Telecom Γερμανίας την 31-3-2000 είχαν € 104,90 και την 29-12-2000 είχαν € 31,3 και οι μετοχές της Siemens Γερμανίας την 31-3- 2000 είχαν € 130,26 και την 30-11-2000 είχαν €82,21.
Επομένως, η μεγαλύτερη πτώση που παρατηρήθηκε για τις υψηλότερου κινδύνου μετοχές μικρότερων εταιρειών, ήταν πλήρως δικαιολογημένη και νομοτελειακά αναμενόμενη. Οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι η εναγομένη τους εξηπάτησε με εικονικά στοιχεία ως προς τις τιμές κλεισίματος των μετοχών, στις οποίες είχαν αυτοί επενδύσει.
Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκαν, και έγινε δεκτό πρωτοδίκως ότι για την αξία της κάθε μετοχής "PSINET INC" κατά την τελευταία ημέρα κάθε μήνα από τον Μάρτιο 2000 έως τον Νοέμβριο 2000, η ενημέρωση που είχαν οι ενάγοντες από την εναγομένη ήταν η ακόλουθη: Μάρτιος $ 34,01 αντί του ορθού $21,28, Απρίλιος $ 23,25 δολάρια αντί του ορθού $25,25, Μάιος $36,06 αντί του ορθού $22,25, Ιούνιος $35,13 αντί του ορθού $ 21,85, Ιούλιος $27,44 αντί του ορθού $25,8, Αύγουστος $27,56 αντί του ορθού $ 17,54, Σεπτέμβριος $19,63 αντί του ορθού $9,6, Οκτώβριος $16,80 αντί του ορθού $6,66 και Νοέμβριος σε $ 0 δολάρια αντί του ορθού $1,33.
Περαιτέρω, για την αξία της κάθε μετοχής της εταιρίας "STEAG HAMATECH AG" κατά την τελευταία ημέρα κάθε μήνα, η ενημέρωση που είχαν οι ενάγοντες από την εναγομένη για τους μήνες από Μάιο 2000 έως Οκτώβριο 2000, ήταν η ακόλουθη: Μάιος 51,81 ευρώ αντί του ορθού 40 ευρώ, Ιούνιος 49,00 ευρώ αντί του ορθού 33,09, Ιούλιος 46,50 ευρώ, αντί του ορθού 28,20 ευρώ, Αύγουστος 44,70 ευρώ αντί του ορθού 24,30 ευρώ, Σεπτέμβρης 40,25 αντί του ορθού 24,20, Οκτώβρης 36,50 αντί του ορθού 15,30.
Οι ορθές τιμές είναι αυτές που προκύπτουν από τα στοιχεία της χρηματιστηριακής εταιρείας "Bloomberg" που προσκομίζουν οι ενάγοντες. Όπως όμως πειστικά κατέθεσαν οι μάρτυρες της εναγομένης και τα λεγόμενά τους επιρρωνύονται από τα προσκομισθέντα δελτία τιμών, δεν πρόκειται περί ψευδών στοιχείων, διότι οι μεν τιμές που αναφέρονται στο δελτίο του BLOOMBERG είναι τιμές spot, ίσχυαν δηλαδή σε συγκεκριμένα χρονικά σημεία μιας ημέρας συναλλαγών στο Χρηματιστήριο για μια συγκεκριμένη μετοχή (π.χ.
τιμή στο κλείσιμο μιας ημέρας συναλλαγών), ενώ οι τιμές που αναγράφονται στους λογαριασμούς, τους οποίους η Τράπεζα έστελνε στους ενάγοντες αφορούσαν μέσους όρους τιμών απόκτησης ή πώλησης μετοχών που έγιναν στο διάστημα ενός μήνα, με βάση τα συνολικά δαπανηθέντα ή εισπραχθέντα ποσά, αντιστοίχως. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση ανάμεσα στις τιμές του BLOOMBERG και στις τιμές που αναφέρονται στα ενημερωτικά έντυπα (statements), τα οποία η Τράπεζα απέστελνε για ενημέρωση στους ενάγοντες.
Εξάλλου, η υπέρβαση των ορίων που είχαν τεθεί πριν από την έναρξη ισχύος της σύμβασης, πέραν του ότι έτυχε της εγκρίσεως των εναγόντων, δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλούμενη υπ' αυτών βλάβη. Τέλος, πρέπει να λεχθεί ότι η σε πρώτο βαθμό καταδίκη του κατά την υπογραφή της σύμβασης εκ των εκπροσώπων της εναγομένης Σ.
Φ. για άλλη υπόθεση δεν μπορεί να οδηγήσει σε θεμελίωση κρίσης του Δικαστηρίου σχετικά με παράνομη δράση προστηθέντων της εναγομένης, λαμβανομένου υπόψη ότι σε άλλη περίπτωση ο ίδιος κατηγορούμενος αθωώθηκε. Άλλωστε η επί της ουσίας κρίση των ποινικών δικαστηρίων εκτιμώνται ελεύθερα και δεν δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.
Αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι η αγορά των μετοχών των συγκεκριμένων εταιριών και η πληροφόρηση την οποία είχαν οι ενάγοντες, δεν προκάλεσαν την βλάβη στην περιουσία των εναγόντων, που όντως αυτοί υπέστησαν από την κατακόρυφη πτώση όλων των δεικτών των Χρηματιστηρίων σε παγκόσμια κλίμακα κατά τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ...".
Υπό τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 713, 914 και 8 ν.2251/1994 διαλαβούσα στο σκεπτικό της πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικώς με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημίας που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες και της αποδιδομένης στην αναιρεσίβλητη αντισυμβατικής ή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς δεχθείσα ότι "καθίσταται αυταπόδεικτο ότι η ζημία των εναγόντων (αναιρεσειόντων), οι οποίοι εγνώριζαν την πτωτική τάση της πορείας των μετοχών, που αυτοί, καθ' υπόδειξή της, αγόρασαν από της μηνιαίες ενημερώσεις που ανελλιπώς ελάμβαναν οφείλεται αποκλειστικά στην πτώση της χρηματιστηριακής τιμής των μετοχών αυτών...
την οποία ακολούθησαν και μετοχές εταιρειών Blue Chips. Εξάλλου η υπέρβαση των ορίων που είχαν τεθεί από την έναρξη ισχύος της σύμβασης, πέραν του ότι έτυχε της εγκρίσεως των εναγόντων (αναιρεσειόντων), δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την επικαλουμένη βλάβη. Αποδείχθηκε συνεπώς ότι η αγορά των μετοχών των συγκεκριμένων εταιρειών και η πληροφόρηση την οποία είχαν οι ενάγοντες δεν προκάλεσαν βλάβη στην περιουσία των εναγόντων, που όντως αυτοί υπέστησαν από την κατακόρυφη πτώση όλων των δεικτών των χρηματιστηρίων σε παγκόσμια κλίμακα".
Οι παραδοχές αυτές καλύπτουν με πληρότητα το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, δεν υφίσταται αντίφαση, όπως εσφαλμένως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, μεταξύ της παραδοχής ότι στην ένδικη περίπτωση έχει εφαρμογή η διάταξη του αρθ. 8 παρ. 4 ν. 2251/94 κατά την οποία "ο παρέχων υπηρεσίες (όπως η αναιρεσίβλητη) ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη κατά την παροχή αυτών στην κατανάλωση" και της διαλαμβανομένης, στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ρήτρας, την οποία επίσης αποδέχεται η προσβαλλομένη, ότι "η τράπεζα ουδεμία ευθύνη αναλαμβάνει πέραν της υποχρεώσεως να εκτελεί τις εντολές του πελάτη", καθόσον, και ανεξάρτητα από την εγκυρότητα ή όχι της τελευταίας ως αντικειμένης στην από τα άρθρα 332, 729 και 6 παρ. 12 ν. 2251/94 προβλεπόμενη ακυρότητα "κάθε εκ των προτέρων συμφωνίας περιορισμού του παρέχοντος υπηρεσίες από την ευθύνη", αυτή στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε κατ' αποδοχή της διαλαμβανομένης στη σύμβαση εντολής ως άνω απαλλακτικής ρήτρας, η οποία, όμως, προϋπόθεση δεν συντρέχει εν προκειμένω αφού η αγωγή απορρίφθηκε λόγω της μη απόδειξης υπάρξεως αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημίας και της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης.
Απορριπτέα, επίσης, κρίνεται και η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι η αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποδίδει στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα έγγραφο αναλυτικό λογαριασμό εμφανίζοντα, πλην άλλων, την κατάσταση του χαρτοφυλακίου των αναιρεσειόντων κατά την ημερομηνία εκδόσεως του λογαριασμού και εκείνης κατά την οποία η αναιρεσίβλητη διέλαβε στους αποστελλομένους ως άνω λογαριασμούς την κατάσταση του χαρτοφυλακίου που είχε διαμορφωθεί λαμβάνοντας υπόψη τους μέσους όρους των τιμών πώλησης ή απόκτησης των μετοχών που έγιναν στο διάστημα του εν λόγω μήνα, καθόσον η τελευταία αυτή παραδοχή δεν συνιστά αιτιολογία της απορριπτικής κρίσης της προσβαλλομένης, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αλλά αποτελεί την, προκύψασα από τις προσκομισθείσες αποδείξεις, διαπίστωση της (τυπικής) παραβάσεως της από τους αναιρεσείοντες υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης προς αποστολή, μηνιαίως, εγγράφων λογαριασμών, οι οποίοι θα διαλαμβάνουν την κατάσταση του χαρτοφυλακίου τους, που προέκυπτε με βάση τις τιμές των μετοχών κατά το χρόνο έκδοσης αυτών και όχι με βάση το μέσο όρο των τιμών κατά το μήνα που αφορά ο εν λόγω λογαριασμός, η οποία όμως παράβαση (συμπεριφορά) η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων, κρίση της (ΑΠ 1018-1019/2010, ΑΠ 230/09) ότι δεν αποτέλεσε αναγκαίο όρο της προκληθείσας στους αναιρεσείοντες ζημίας (υπό την έννοια ότι η ζημία χωρίς αυτή τη συμπεριφορά δεν θα είχε επέλθει), την οποία (ζημία) αποδίδει αποκλειστικά και μόνο στη πτώση της χρηματιστηριακής τιμής των μετοχών και όχι στην πληροφόρηση που είχαν οι ενάγοντες από την αναιρεσίβλητη" δεχομένη, εμμέσως, πλην σαφώς και αναιρετικώς ανελέγκτως ότι, η παρασχεθείσα από την αναιρεσίβλητη ενημέρωση των αναιρεσειόντων με βάση το μέσο όρο των τιμών των ενδίκων μετοχών, κατά το μήνα που αφορούσε το αποστελλόμενο σημείωμα, ήταν, αν όχι πληρέστερη, τουλάχιστον εξίσου αξιόπιστη μ' αυτήν που είχε συμφωνηθεί (δηλαδή την ενημέρωση με βάση την αξία της μετοχής μόνο κατά το χρόνο έκδοσης του σημειώματος) μη αποτελούσα, σε κάθε περίπτωση, αναγκαίο όρο της προσκληθείσας ζημίας και συνακολούθως μη τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια μ' αυτήν.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά το άρθρο 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. 'Όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο ανέγνωσε σωστά, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1401/10, ΑΠ 25/11, ΑΠ 437/05). Για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 128/13, ΑΠ 1654/05, ΑΠ 1208/08, ΑΠ 1573/06).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το αρθ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των νομίμως προσκομισθέντων απ' αυτούς ενημερωτικών σημειωμάτων κατανομής των επενδύσεων του χαρτοφυλακίου που τους είχε χορηγήσει η αναιρεσίβλητη "παραλείποντας την αναφορά των διαλαμβανομένων σ' αυτά αξιών (τιμών) ανά μονάδα μετοχής των εταιρειών PSINET INC και STEAG HAMATECH AE στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα, οι οποίες παρουσιάζουν συντριπτική απόκλιση από τις πραγματικές κατά τον ίδιο χρόνο τιμές αυτού που αναφέρονται στα σχετικά δελτία του οργανισμού BLOOMBERG, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο τελείως λανθασμένο συμπέρασμα αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αντισυμβατικής αλλά και αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των προσκομιζόμενων ως άνω ενημερωτικών σημειωμάτων και της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι, στην τελευταία αναγράφονται τόσο οι ανά μήνα αξίες εκάστης των παραπάνω μετοχών, όπως ακριβώς αυτές διαλαμβάνονται στα νομίμως προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες σημειώματα όσο και οι αντίστοιχες για το ίδιο χρονικό διάστημα πραγματικές (χαμηλότερες), κατά τον οργανισμό BLOOMBERG αξίες αυτών, με την επισήμανση μάλιστα ότι "οι ορθές τιμές είναι αυτές της χρηματιστηριακής εταιρείας Bloomberg" όπως υποστηρίζουν και οι αναιρεσείοντες.
Το γεγονός όμως ότι, παρά την παραπάνω παραδοχή της προσβαλλομένης, η τελευταία συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό απ' αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό δεν μπορεί να θεμελιώσει τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο αφού υπό την επίκλησή της πλήττεται, κατά τα προεκτεθέντα, η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-7-13 και με αριθμ. κατάθ. 568/2013 αίτηση αναίρεσης της 1794/2013 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ