Legislator Case Law & Legislation
2212/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of unjust enrichment claim based on identical facts as tort and contract claims.

Case Number 2212/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a claim for unjust enrichment. The appellant argued that the defendant should be liable for unjust enrichment because they became wealthier without cause, causing damage to the company. However, the court found this claim legally baseless because the underlying facts were identical to those supporting the primary tort and contract claims. Consequently, the court ruled that the appeal regarding unjust enrichment was unfounded and remanded the case for further proceedings on the original claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914 and 904 of the Civil Code; Unjust enrichment claims are accessory and inadmissible if the facts are identical to those supporting primary claims for tort or contract.

Keywords

AI generated
unjust enrichment accessory claim tort liability contractual obligation identical facts legal basis remand for trial

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 904 of the Civil Code
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580 number 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
All. A.P. 22/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2212 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2212/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CFS Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" (πρώην "Κονταλέξης Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Μικρουλέα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Παπακωνσταντίνου, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3054/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4565/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 17-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι οι εξής : 1 ) ανθρώπινη συμπεριφορά που μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ( πράξη ) ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, 2 ) η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, 3 ) υπαιτιότητα ( πταίσμα ) του δράστη, που εκδηλώνεται είτε με τη μορφή ου δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας, 4 ) επέλευση ζημίας και 5 ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας.

Παράνομη, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου. Αδικοπραξία μπορεί να τελεσθεί και με τη μορφή της απάτης, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί ή ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, εξ αιτίας της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη.

Η συμπεριφορά αυτή συνίσταται είτε σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων. Παράσταση ψευδούς γεγονότος μπορεί να γίνει και με συμπερασματικά (έμμεσα) συναγόμενη δήλωση. Για τη θεμελίωση του αιτιώδους συνδέσμου είναι αδιάφορο, αν οι παραπλανητικές ενέργειες ήταν η μοναδική αιτία πλάνης και δεν αποκλείει τον αιτιώδη σύνδεσμο η ελαφρότητα, η αμέλεια ή το ευεπίφορο του παθόντος στη δημιουργία της πλάνης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η αναιρεσείουσα εκθέτει σ' αυτή ότι μεταξύ της ίδιας και του εναγομένου καταρτίσθηκε την 23-10-1998 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελεί τις επί μέρους παραγγελίες (εντολές ) του εναγομένου για αγορά ή πώληση μετοχών.

Ότι την 14-6-1999, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου, μετέφερε στο λογαριασμό του στην εταιρία " Ωμέγα Χρηματιστηριακή ΑΕ " 180 μετοχές της Τράπεζας Πίστεως, οι οποίες ήταν οι μόνες που φυλάσσονταν στα γραφεία της για λογαριασμό του εναγομένου, για τη μεταφορά δε αυτή ενημέρωσε αυθημερόν τον εναγόμενο. Ότι, από παραδρομή των αρμοδίων υπαλλήλων της, η μεταφορά αυτή δεν ενεγράφη στον λογαριασμό τίτλων του εναγόμενου, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται σ' αυτόν ότι η αναιρεσείουσα εξακολουθούσε να φυλάσσει για λογαριασμό του εναγομένου τις 180 ως άνω μετοχές.

Ότι την 13-9-1999 ο εναγόμενος, ενώ γνώριζε ότι οι ως άνω μετοχές του είχαν μεταφερθεί στον λογαριασμό του στην Ωμέγα Χρηματιστηριακή, έδωσε εντολή στην αναιρεσείουσα να πωλήσει τις εν λόγω μετοχές, η εντολή του δε αυτή εκτελέσθηκε αυθημερόν και πιστώθηκε στον επενδυτικό του λογαριασμό το ποσό των 4.775.025 δρχ.

και έτσι το χρεωστικό του υπόλοιπο, που ανερχόταν μέχρι τότε σε 1.678.832 δρχ., μετατράπηκε σε πιστωτικό ύψους 3.096.193 δρχ., το οποίο και πάλι μετατράπηκε σε χρεωστικό, όταν στις 15-9-1999 καλύφθηκε το τίμημα της αγοράς, μετά από εντολή του εναγόμενου, 500 μετοχών της ΜΑΡΦΙΝ, αντί του συνολικού ποσού των 3.166.213 δρχ. Ότι, επειδή η αναιρεσείουσα αδυνατούσε να μεταβιβάσει στον αγοραστή μετοχές της Τράπεζας Πίστεως, αφού απεκαλύφθη ότι τέτοιες μετοχές δεν διέθετε σ' αυτήν ο εναγόμενος κατά το χρόνο της πώλησης, αναγκάσθηκε να καλύψει το άνοιγμα αυτό με ισάριθμες μετοχές δικές της, που φυλάσσονταν στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, συμμορφούμενη με τον Κανονισμό του τελευταίου.

Ότι, συνεπεία της δόλιας και παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εναγόμενου, που αποδοκιμάζεται από το γενικότερο πνεύμα του δικαίου και τις επιταγές της καλής πίστεως, απώλεσε τις ως άνω μετοχές της και έτσι ζημιώθηκε, μεταξύ δε της συμπεριφοράς του εναγόμενου και της ζημίας υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, διότι, αν ο εναγόμενος δεν έδινε εντολή πώλησης των 180 μετοχών του που δήθεν υπήρχαν στο χαρτοφυλάκιό του, ενώ δεν υπήρχαν, δεν θα έχανε η αναιρεσείουσα αντίστοιχες δικές της μετοχές.

Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ενάγουσα- αναιρεσείουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις να της αποκαταστήσει τη ζημία, με τη μεταβίβαση αντίστοιχου αριθμoύ μετοχών της ίδιας τράπεζας, μετά των πολιτικών καρπών τους εκ δρχ. 162.700, άλλως με την καταβολή της κατά τον χρόνο της διάθεσης αξίας των μετοχών εκ δρχ. 4.775.025.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η αγωγή ήταν αρκούντως ορισμένη, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, αφού η ενάγουσα, για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου, επικαλείται όλα τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, αναγκαία για τη θεμελίωση αξίωσης από το άρθρο 914 ΑΚ, στοιχεία και ειδικότερα επικαλείται παράνομη και υπαίτια (απατηλή) συμπεριφορά του ( άρθρο 386 ΠΚ ), η οποία συνίσταται στην εκ μέρους του δοθείσα εντολή πώλησης μετοχών, ενώ γνώριζε ότι αυτές είχαν προ πολλού μεταφερθεί κατ' εντολή του σε άλλη χρηματιστηριακή εταιρία, εντολή που προφανώς ενέχει, συμπερασματικώς συναγόμενη (έμμεση), ψευδή παράσταση (δήλωση) στα αρμόδια για την εκτέλεση των εντολών όργανα της ενάγουσας, ότι ο εντολέας της είναι δικαιούχος των μετοχών, ότι αυτές φυλάσσονταν στην ενάγουσα για λογαριασμό του και ότι, συνεπώς, είχε δικαίωμα διάθεσής των.

Επίσης, από το όλο περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι γίνεται σ' αυτήν επίκληση πως από την ψευδή παράσταση του εναγομένου η ενάγουσα, παραπλανηθείσα, πίστεψε ότι ο πρώτος διέθετε στο χαρτοφυλάκιό του τις μετοχές και εκτέλεσε την εντολή πώλησης, ενώ αν γνώριζε την αλήθεια δεν θα εκτελούσε την εντολή.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή είναι αόριστη κατά τη βάση της από αδικοπραξία, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτήν ποια περιστατικά παρέστησε ψευδώς ο εναγόμενος στην ενάγουσα, η οποία αναφέρει μόνο ότι αυτός ενήργησε δολίως, επειδή έδωσε εντολή πώλησης των 180 μετοχών, εκμεταλλευόμενος το λάθος των υπαλλήλων της που δεν ενημέρωσαν την καρτέλα του, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ορισμένη και βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή, απέρριψε την τελευταία ως αόριστη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση ( επικουρικώς ) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία ( Ολ.

Α.Π. 22/2003). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής της ζήτησε, σε περίπτωση που απορριφθεί η κύρια ως άνω από την αδικοπραξία βάση της αγωγής και η πρώτη επικουρική βάση από την αναγνώριση χρέους, να καταδικασθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει αντίστοιχο αριθμό μετοχών με εκείνες που αναγκάσθηκε εξ αιτίας της ανωτέρω αδικοπραξίας του να μεταβιβάσει σε τρίτον, άλλως να της καταβάλει την κατά τον χρόνο της διάθεσης των μετοχών εκ δρχ. 4.775.025 ευρώ αξία τους κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Ως προς τη βάση αυτή, η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, διότι τα αναφερόμενα για τη θεμελίωσή της περιστατικά ταυτίζονται απόλυτα με εκείνα που στηρίζουν τις αγωγικές βάσεις από την αδικοπραξία και από τη σύμβαση αναγνώρισης χρέους. Η ενάγουσα δεν επικαλείται συναφώς στοιχεία διαφορετικά, εν όλω ή εν μέρει (περισσότερα ή λιγότερα ), από εκείνα της κυρίας βάσης για την αδικοπραξία και της πρώτης επικουρικής βάσης για την αναγνώριση χρέους, όπως έλλειψη υπαιτιότητας ως στοιχείο της αδικοπραξίας ή ακυρότητα της σύμβασης αναγνώρισης χρέους, επικαλούμενη μόνο ότι " διαφορετικά και εντελώς επικουρικά ο εναγόμενος ευθύνεται απέναντι στην εταιρία μας, επειδή κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία της περιουσίας μας ".

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι η αγωγή από το άρθρο 904 Α.Κ. είναι επιβοηθητικής φύσεως και την απέρριψε κατά τούτο ως νόμω αβάσιμη με την αιτιολογία ότι αυτή στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που στηρίζουν τις δύο άλλες βάσεις (κύρια και πρώτη επικουρική), δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ., και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος (τελευταίος) λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακουλουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη η εκ της αδικοπραξίας βάση της αγωγής ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 αριθ. 3 ΚΠολΔ ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του ( άρθρα 179, 183, 191 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4565/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ