Legislator Case Law & Legislation
2211/2018 AI generated

2211/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2211/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μαρία Χυτήρολγου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.

Legislator headnote

AI generated

2211/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά βουλεύματος μη υποκειμένου σε αναίρεση και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2211 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2211/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μαρία Χυτήρολγου, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Α. του Σ., κατοίκου Πειραιά, που δεν παραστάθηκε, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.105/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.

Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10-9-2018 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1219/18.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ισίδωρος Ντογιάνος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντώνιου Λιόγα με αριθμό 272/21-11-2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω, στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476, 485 τταρ.1 εδάφιο α' και 513 του Κ.Π.Δ την υπ' αριθμ. 1/10-9- 2018 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Α. του Σ., κατοίκου ..., οδός ..., κατά του υπ' αριθμ. 105/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα ακόλουθα: Με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ ορίζεται ότι : "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκηση του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από αυτό, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί, και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που το άσκησε.".

Περαιτέρω, με την διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου - όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το Ν. 3160/2003 - ορίζεται ότι : "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δεν είναι πλέον επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης από τους διαδίκους σε περίπτωση, κατά την οποία η απόρριψη του ενδίκου μέσου, ως απαραδέκτου, γίνεται με βούλευμα. (Α.Π.346/2015, Α Π.860/2013, Α.Π. 53/2011).

Τέλος με την διάταξη του άρθρου 34 περίπτωση γ' του Ν 3904/2010 (Φ.Ε.Κ Α' 218/23-12-2010), καταργήθηκε το άρθρο 482 του Κ.Π.Δ, το οποίο χορηγούσε στον κατηγορούμενο δικαίωμα αναιρέσεως κατά βουλευμάτων που τον παρέπεμπαν στο ακροατήριο για κακούργημα.

Συνεπώς από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του Ν. 3904/2010 (23-12- 2010), δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση αναίρεσης στον κατηγορούμενο, ακόμη και εναντίον παραπεμπτικών βουλευμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 105/2018 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 11/7-5-2018 έφεση που είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος Γ. Α. του Σ., κάτοικος ..., κατά του υπ' αριθμ. 206/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο αυτός είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Πειραιώς, προκειμένου να δικαστεί για απάτη από την οποία η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών, άσκησε ο ανωτέρω κατηγορούμενος την κρινόμενη υπ' αριθμ.1/2018 αίτηση αναίρεσης, με δήλωση του ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς. Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, κατά του βουλεύματος που απορρίπτει το ασκηθέν ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο, δεν επιτρέπεται στον κατηγορούμενο άσκηση αναίρεσης.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά βουλεύματος μη υποκειμένου σε αναίρεση και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ).

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ' αριθμ.1/2018 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Α. του Σ., κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 105/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και β) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Λιόγας."

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 463 του ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά το δικαίωμα, κατά δε το άρθρο 476 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, εκτός των άλλων περιπτώσεων, που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και όταν ασκήθηκε εναντίον βουλεύματος για το οποίο δεν προβλέπεται ή από πρόσωπο που δεν έχει το δικαίωμα.

Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 38 του Ν. 3160/2003, ορίζεται ότι "κατά της απόφασης που απορρίπτει το ένδικο μέσο ως απαράδεκτο επιτρέπεται μόνο αναίρεσης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, δεν είναι πλέον επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης από τους διαδίκους σε περίπτωση κατά την οποία η απόρριψη του ενδίκου μέσου, ως απαραδέκτου, γίνεται με βούλευμα.

Εξάλλου, το άρθρο 482 του ΚΠΔ, το οποίο καθόριζε τις περιπτώσεις ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά βουλευμάτων από τον κατηγορούμενο, καταργήθηκε από το άρθρο 34 Ν. 3904/2010. Έτσι με τη ρύθμιση αυτή από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του ανωτέρω Ν. 3904/2010 (23-12-2010) απαγορεύεται πλέον στον κατηγορούμενο η άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως εναντίον οποιουδήποτε βουλεύματος Συμβουλίου Εφετών ή Πλημμελειοδικών (ΑΠ 81/2017).

Τέτοια αναίρεση μπορεί να ασκήσει μόνον ο Εισαγγελέας, κατά τις διακρίσεις του άρθρου 483 ΚΠΔ. Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι ο περιορισμός του δικαιώματος ασκήσεως αναιρέσεως εναντίον βουλεύματος από τον κατηγορούμενο, συμπορεύεται με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού ούτε άνιση ρύθμιση περιέχει, που να συνεπάγεται δυσμενή μεταχείριση ορισμένων διαδίκων, ούτε στερεί τον διάδικο από το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, δοθέντος μάλιστα και του ότι ο κοινός νομοθέτης δεν υποχρεούται από το Σύνταγμα να θεσπίζει ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων και ως εκ τούτου ο διάδικος μπορεί και οφείλει να υπολογίζει, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως του, ότι είναι ενδεχόμενο η μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση (ή βούλευμα) να μην υπόκειται σε ένδικα μέσα, παρά το γεγονός ότι αυτά επιτρέπονταν κατά την έναρξη και κατά τη διάρκεια της δίκης (ή της ποινικής διώξεως).

Όπου κρίθηκε αναγκαία η καθιέρωση ενδίκου μέσου, υπήρξε ρητή αποτύπωση της βουλήσεως του συνταγματικού νομοθέτη με τις ειδικές προβλέψεις των άρθρων 95 παρ. 1 β' (αναίρεση τελεσιδίκων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων) και 96 παρ. 2 Συντάγματος (έφεση στο αρμόδιο Τακτικό δικαστήριο κατά των αποφάσεων αστυνομικών αρχών και αρχών αγροτικής ασφάλειας).

Δεν είναι δε αντίθετες οι ανωτέρω διατάξεις ούτε και προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, από την οποία δεν συνάγεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη για καθιέρωση ενδίκων μέσων, αλλά ούτε και στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών (ΑΠ 1238/12, ΑΠ 1486/2005).

Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 476 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από μη δικαιούμενο πρόσωπο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο (σε Συμβούλιο), που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που τυχόν θα εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο µέσο και διατάσσει την εκτέλεση του βουλεύματος ή της απόφασης που έχει προσβληθεί και την καταδίκη του αναιρεσείοντα στα έξοδα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, αν υπάρχει περίπτωση απαραδέκτου κατά το άρθρο 476, το δικαστήριο του Αρείου Πάγου απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 105/2018 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, κηρύχθηκε απαράδεκτη η υπ' αριθμ. 11/07-05-2018 έφεση του κατηγορουμένου Γ. Α. του Σ. κατά του υπ' αριθμ. 206/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος της πράξεως της απάτης από την οποία η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς ο ανωτέρω κατηγορούμενος άσκησε την κρινόμενη υπ' αριθμ. 1/2018 αίτηση αναίρεσης με δήλωση του ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς. Κατά του εν λόγω όμως βουλεύματος δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως.

Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται φανερό ότι ο αναιρεσείων άσκησε αναίρεση κατά βουλεύματος, εναντίον του οποίου δεν επιτρέπεται να ασκηθεί τέτοιο ένδικο μέσο, δηλαδή άσκησε μη επιτρεπτό σ' αυτόν ένδικο μέσο. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, για τη συζήτηση της οποίας ειδοποιήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ.1 ΚΠΔ, ο ορισθείς με αυτήν αντίκλητος δικηγόρος του αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την από 22-11-2018 επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στο φάκελο της δικογραφίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 476 παρ. 1,513 παρ. 1 εδ.α' και 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 1/2018 αίτηση αναίρεσης του Γ. Α. του Σ., κατοίκου ... (οδός ...) κατά του υπ' αριθμ. 105/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2018. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2018

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ