Legislator Case Law & Legislation
2211/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the contested judgment is final and not subject to appeal.

Case Number 2211/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible and dismissed it against numerous appellants. The appellants sought to challenge a final judgment by the Athens Court of Appeal regarding the liquidation of a company, but the Court ruled that the appealed decision was final and thus not subject to the appeal remedy. Consequently, the appeal was rejected as procedurally invalid, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Article 242 of the Code of Civil Procedure; Article 176 of the Code of Civil Procedure: A judgment rendered in the first and last instance is final and cannot be the subject of an appeal, rendering any such appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
final judgment inadmissible appeal first instance last instance appeal remedy procedural inadmissibility legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2211 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2211/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Α. του Γ., κατοίκου ... . έως και 160. Β. Ι. του Μ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μάζη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητα της ως ειδικής εκκαθαρίστριας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΙΦΙΑΣ Α Ε, - ΙΧΘΥΗΡΑ ΚΑΒΑΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα στη ... , η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε. (ΕΤΒΑ Α.Ε.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσήφ Κτενίδη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ...

που εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Α' Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Θεσσαλονίκης που εκπροσωπείται νόμιμα, 5) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Αγίου Στεφάνου Αττικής που εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο του Τελωνείου Καβάλας, που εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκαν από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 7) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (Ο.Α.Ε.Δ.) - Τοπική Υπηρεσία Καβάλας, που εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφροσύνη Σύρμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 8) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Χονδρού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 9) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε και έλαβε από τον Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι οι υπό στοιχεία 2, 3, 9, 14, 18, 24, 45, 53, 57, 58, 66, 69, 75, 93, 109, 110, 112, 124, 137, 138, 139, 140, 141, 158, αναιρεσείοντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 6/6/2011 αίτησής τους, κατά των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων για αναίρεση της 3291/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ακολούθως, δήλωσε ότι: α) ο υπό στοιχείο 12 αναιρεσείων Μ. Γ. του Ι. απεβίωσε στις 12/9/2006 και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού I) Β. χήρα Μ. Γ., το γένος Π. Κ. και II) Ι. Γ. Μ. μέσω της παραπάνω μητέρας του, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, β) ο υπό στοιχείο 55 αναιρεσείων Α. Κ. του Α. απεβίωσε στις 6/4/2009 και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού Ι) Μ. χήρα Α. Κ., το γένος Μ. Α., ΙΙ) Χ. Κ. του Α. μέσω της παραπάνω μητέρας της, ΙΙΙ) Α. Κ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις γ) ο υπό στοιχείο 97 αναιρεσείων Ι. Π. του Α. απεβίωσε στις 26/8/2007 και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του Α. χήρα Ι. Π. το γένος Γ. Θ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις δ) Το ορθό επώνυμο της υπό στοιχείο 34 αναιρεσείουσας είναι "Π." και όχι "Ι." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ε) Το ορθό επώνυμο της υπό στοιχείο 56 αναιρεσείουσας είναι "Κ." και όχι "Κ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22/8/2007, 28/8/2007, 29/8/2007, 30/8/2007, 3/9/2007 (2), 4/9/2007 και 20/92007 ανακοπές και την από 21/12/2007 πρόσθετη παρέμβαση, που κατατέθηκαν Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκε η 3291/2008 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/6/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 2/12/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν η συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).

Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην αντίθετη περίπτωση παρά την απουσία του απολειπομένου διαδίκου το δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 "για τον εκσυχρονισμό και ανάπτυξη και άλλες διατάξεις", όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε και συμπληρώθηκε αντίστοιχα με τα άρθρα 14 του Ν. 2000/1991 και 60 του Ν. 2324/1995 "επιχείρηση που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 9 και 10 του νόμου αυτού (ν. 1386/1983) εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του προαναφερόμενου άρθρου 9 του ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της ... ".

Με το άρθρο 46α του Ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του ανωτέρω ν. 2000/1991, ορίσθηκε ότι "στην παρ. 1: Μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον των κατά της επιχείρησης της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου απαιτήσεων ... το εφετείο με την απόφασή του της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου ή με μεταγενέστερη απόφασή του διατάσσει ειδική εκκαθάριση ...

στην παρ. 2: Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή περιγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση ευρίσκεται σε λειτουργία είτε όχι ... ". Ακόμη, κατά την παρ. 12 του άρθρου 56α του αυτού ως άνω ν. 1892/1993, επί εκκαθαρίσεως του παρόντος άρθρου ισχύουν κατά τα λοιπά, αναλόγως, οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 και 4 και του άρθρου 10 του ν. 1386/1983, κατά την παράγραφο δε 1 του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 του ν. 1892/1990, το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά, κατά ρητή επιταγή των άρθρων 46 παρ. 1 και 46α παρ. 12 του προρρηθέντος νόμου 1892/1990 και στη διαδικασία ειδικής εκκαθαρίσεως των προβληματικών επιχειρήσεων "σε κάθε περίπτωση ο Ο.Α.Ε.

και καθένας που έχει έννομο συμφέρον μπορεί και πριν από τη λήξη των ανωτέρω προθεσμιών να ζητήσει από το δικαστήριο την αντικατάσταση του εκκαθαριστή εκθέτοντας τους λόγους που επιβάλλουν την αντικατάσταση". Περαιτέρω, στην περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών, που επέρχεται είτε με τη σύσταση νέας εταιρίας, είτε με απορρόφηση, είτε με εξαγορά της μιας από την άλλη, ορίζει το άρθρο 75 του ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 π.

δ. 498/1987, ότι "1. Από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση ... τα ακόλουθα αποτελέσματα: α) η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφούμενων εταιριών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή ...

γ) οι απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν ... 2. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ’ αυτής, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της".

Η έννοια της, κατά τα άνω συγχώνευσης είναι, ότι με αυτή, η συγχωνευόμενη εταιρία παύει να υφίσταται χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση, εξαφανιζόμενη ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ότι η νέα εταιρία, υποκαθίσταται αυτοδικαίως και ταυτοχρόνως, χωρίς καμιά άλλη διατύπωση, σε όλα γενικά τα δικαιώματα κα τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης και ως διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες (πρβλ.

Ολ.ΑΠ 12/1999). Ωστόσο, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, καθώς και τις έννομες σχέσεις δεν περιλαμβάνεται και η απονεμηθείσα δικαστικώς, με απόφαση του αρμόδιου Εφετείου, ιδιότητα του ειδικού εκκαθαριστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1, 46α παρ, 1, 12,, 15 του ν. 1892/1990, 9 και 10 παρ. 1 του ν. 1386/ 1983, εφόσον ο εκκαθαριστής, κατά τη διάρκεια της ειδικής εκκαθαρίσεως, ασκεί τη διοίκηση, διαχείρηση και εκπροσώπηση της υπό εκκαθάρισης τεθείσης επιχειρήσεως όχι ως εταιρικό όργανο, αλλά ως δημόσια λειτουργός (ΑΠ 1504/2002), ιδιότητα που δεν μεταβιβάζεται με τα ως άνω δικαιώματα και υποχρεώσεις και έτσι η απορροφηθείσα εταιρία εμφανίζεται ως διάδικος στις υποθέσεις της ειδικής εκκαθαρίσεως, τις οποίες δεν μπορεί να συνεχίσει αυτοδικαίως, ως διάδοχός της η απορροφήσασα αυτήν εταιρεία, παρά μόνο αν μετά από αίτηση της τελευταίας, με απόφαση του αρμόδιου Εφετείου, διαταχθεί η αντικατάσταση της απορροφηθείσης εταιρείας και διορισθεί στη θέση της για τις υποθέσεις της υπό εκκαθάριση επιχείρησης, η απορροφήσασα την εκκαθαρίστρια της τελευταίας εταιρεία, που ως προς τις λοιπές υποθέσεις αυτής έχει καταστεί καθολική διάδοχός της.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν καθίσταται πλέον διάδικος ως προς τις υποθέσεις της υπό εκκαθάριση εταιρείας, αλλά η διορισθείσα με δικαστική απόφαση και ως προς αυτό καθολική διάδοχός της, κατά της οποίας και πρέπει να απευθύνεται το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, προς το οποίο και πρέπει να γίνεται η επίδοση του αναιρετηρίου με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και της κλήσης προς συζήτηση.

Εάν ωστόσο συμβαίνει το αντίθετο, η αίτηση αναιρέσεως είναι κατ'αρχήν απαράδεκτη, εφόσον απευθύνεται εναντίον νομικού προσώπου που δεν υπάρχει, και παράλληλα δεν έχει αντικατασταθεί με απόφαση του αρμόδιου Εφετείου από άλλο νομικό πρόσωπο και ως προς της υποθέσεις για τις οποίες είχε διορισθεί ως ειδικός εκκαθαριστής, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε την επελθούσα αυτή μεταβολή (βλ.

Ολ.ΑΠ 27/1987, Α.Π. 433/2005, 1755/2002), ή η απόφαση για την αντικατάσταση του ειδικού εκκαθαριστή εκκρεμούσε ενώπιον του Εφετείου για αντικατάστασή του, οπότε η αναίρεση είναι παραδεκτή και στην μεν πρώτη περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση προκειμένου να κληθεί το νέο νομικό πρόσωπο, που ορίσθηκε ως ειδικός εκκαθαριστής, στην δε δεύτερη γίνει δήλωση από τους εμφανισθέντες διαδίκους ότι εκκρεμεί αίτηση ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου για την αντικατάσταση του ειδικού εκκαθαριστή από τον καθολικό διάδοχο αυτού, οπότε αναβάλλεται η υπόθεση μέχρι να εκλείψει η υφισταμένη εκκρεμότητα και να κληθεί πλέον το νέο νομικό πρόσωπο που διορίζεται ως εκκαθαριστής.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ'αριθμ. 226/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης τέθηκε και έκτοτε τελεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, η εδρεύουσα στο δημοτικό διαμέρισμα ... του δήμου ...

του Ν. Καβάλας η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΞΥΦΙΑΣ Α.Ε.-ΙΧΘΥΡΑ ΚΑΒΑΛΑΣ", μετά από αίτηση πιστωτών της, που αντιπροσώπευαν ποσοστό μεγαλύτερο του 20% του συνόλου των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της. Με την ίδια απόφαση διορίστηκε ως εκκαθαρίστρια η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", και το διακριτικό τίτλο "ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε." (πρώτη αναιρεσίβλητη), όπως μετονομάσθηκε, μετά τροποποίηση του καταστατικού της, μεταξύ άλλων και ως προς την επωνυμία, η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ", θυγατρική της (άλλοτε) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΤΒΑ bank", που ήταν κι αυτή πιστώτρια της άνω προβληματικής επιχείρησης (ήτοι της"ΞΥΦΙΑΣ Α.Ε.-ΙΧΘΥΡΑ ΚΑΒΑΛΑΣ"), και η οποία ("ΕΤΒΑ bank) αργότερα συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." (δεύτερη αναιρεσίβλητη).

Περαιτέρω προέκυψε ότι το Δεκέμβριο του 2008 κι ενώ η διαδικασία της ειδικής εκκαθάρρισης της ως άνω προβληματικής επιχείρησης εκκρεμούσε ακόμα, η προαναφερόμενη εκκαθαρίστρια εταιρεία ("ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ") συγχωνεύθηκε με απορρόφηση στην αιτούσα μητρική της τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.".

Συγκεκριμένα, με βάση την υπ' αριθ. 10.566/30-12-2008 πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη, που καταχωρήθηκε νόμιμα στο υπ' αριθ. 14193/30-1-2008 ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ, συγχωνεύθηκαν η "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." και η ανωτέρω εκκαθαρίστρια - ανώνυμη εταιρεία ("ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ"), με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, κατ' άρθρο 68 παρ. 2 και 78 του Ν. 2190/1920, η οποία (συγχώνευση) εγκρίθηκε, δυνάμει της υπ' αριθ.

Κ2-15241/19-1-2008 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών, στις 29-12-2008 και τελικά, στις 5-1-2009, η απορροφηθείσα ανώνυμη εταιρεία "ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε." διεγράφη και από το μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, ύστερα από την ανωτέρω συγχώνευση η προρρηθείσα εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε." έπαυσε να υφίσταται, ως νομικό πρόσωπο , ενώ ταυτόχρονα η απορροφώσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." υποκαταστάθηκε αυτοδικαίως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση, ως οιονεί καθολική διάδοχος, σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, στα οποία όμως δεν συμπεριλαμβάνεται και η απονεμηθείσα σ' αυτήν (στην απορροφώμενη εταιρεία) και η προαναφερόμενη με την υπ' αριθ. 226/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ιδιότητα της ειδικής εκκαθαρίστριας.

Η κατάλυση της νομικής υπόστασης της παραπάνω εκκαθαρίστριας εταιρίας και η συνεπαγόμενη απώλεια της συγκεκριμένης ιδιότητά της (της εκκαθαρίστριας), προκάλεσε αφενός μεν την διακοπή των εργασιών της ως άνω διαδικασίας ειδικής εκκαθάρισης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΞΥΦΙΑΣ Α.Ε.-ΙΧΘΥΡΑ ΚΑΒΑΛΑΣ", η οποία δεν είχε εισέτι ολοκληρωθεί και αφετέρου την αδυναμία εκπροσώπησης της εν λόγω εταιρείας, που εκπροσωπούνταν μέχρι τότε από την ανωτέρω εκκαθαρίστριά της ("ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε."), αφού, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 9 του Ν. 1386/1983, με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, που διορίζεται ο εκκαθαριστής, παύει η εξουσία των οργάνων της διοίκησης της υπό εκκαθάριση εταιρίας.

Ενόψει των ανωτέρω, η οιονεί καθολική διάδοχος της ως άνω εκκαθαρίστριας εταιρείας, υπό την ιδιότητά της αυτής και υπό την επίκληση όλων των ανωτέρω, με την από 26-1-2011 αίτησή της ενώπιον του Εφετείου Θράκης, ζήτησε την αντικατάσταση της άνω εκκαθαρίστριας, η οποία είχε διοριστεί με την υπ' αριθ. 226/2005 απόφασή του, και τον διορισμό της ίδιας ως εκκαθαρίστριας της άνω προβληματικής επιχείρησης, η υπόθεση δε προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στις 11-10-2013.

Στο μεταξύ, επί της από 28-08-2007 ανακοπής, εκτός των άλλων, και των αναιρεσειόντων, που απευθύνετο κατά των αναιρεσίβλητων, μεταξύ των οποίων και η άνω εκκαθαρίστρια εταιρεία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", με την οποία εζητείτο να ακυρωθεί ο από 10-07-2007 πίνακας κατάταξης δανειστών που συνέταξε ως εκκαθαρίστρια της τεθείσης υπό ειδική εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία "ΞΥΦΙΑΣ Α.Ε.-ΙΧΘΥΡΑ ΚΑΒΑΛΑΣ", χωρίς να καταταγούν και αυτοί (αναιρεσείοντες) στον τελευταίο ως προνομιούχοι δανειστές για τις απαιτήσεις τους που συνίσταντο σε μισθούς, επιδόματα αποζημιώσεις κλπ, για τον αποκλειστικό λόγο ότι τα επιδοθέντα στην εκκαθαρίστρια αναγγελτήριά τους, είχαν υπογραφεί από δικηγόρους της Καβάλας και της Θεσσαλονίκης χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, εκδόθηκε, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, η υπ' αριθ. 3291/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η άνω ανακοπή των αναιρεσειόντων.

Κατά της απόφασης αυτής οι άνω ανακόπτοντες άσκησαν την κρινομένη από 06-06-2011 αίτηση αναιρέσεως, η οποία απευθύνετο κατά των καθ' ών η ανακοπή τους, μεταξύ των οποίων και η άνω εκκαθαρίστρια εταιρία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", με την επιμέλεια δε αυτών (αναιρεσειόντων) κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου κατ' άρθρο 568 ΚΠολΔ και ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής, με την από 02-05-2013 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, η 16-12-2013, ακριβές δε αντίγραφο της άνω αίτησης επιδόθηκε σε όλους τους αναιρεσίβλητους, εκτός της πρώτης εξ αυτών εκκαθαρίστριας, για τον λόγο ότι δεν είχε ορισθεί ακόμη νέος εκκαθαριστής της άνω υπό ειδική εκκαθάριση τεθείσας εταιρείας, καθόσον η αρχικώς ορισθείσα εκκαθαρίστρια είχε συγχωνευθεί με απορρόφηση από την Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ, η οποία είχε καταστεί οιονεί καθολικός διάδοχος αυτής, όχι όμως και ως προς την παραπάνω ιδιότητά της ως ειδικής εκκαθαρίστριας.

Κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 06-10-2014, μετά από αίτηση των αναιρεσειόντων, προκειμένου να κλητευθεί, μετά από αντικατάσταση της πρώτης αναιρεσίβλητης, η νομίμως διοριζομένη νέα εκκαθαρίστρια, της ανωτέρω υπό εκκαθάριση τεθείσας εταιρείας, ενόψει του ότι από την ήδη καθολική διάδοχό της "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." είχε υποβληθεί η από 26-1-2011 αίτηση ενώπιον του αρμοδίου Εφετείου Θράκης με αίτημα την αντικατάσταση αυτής και τον διορισμό της τελευταίας ως εκκαθαρίστριας, δεδομένου ότι μετά την συγχώνευσή της με απορρόφηση απ' αυτήν, αφού τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, είχε απωλέσει πλέον την νομική προσωπικότητά της, ώστε να μην καθίσταται πλέον δυνατή η συνέχιση της τεθείσης υπό εκκαθάριση εταιρείας, η οποία δεν είχε εισέτι ολοκληρωθεί.

Με την υπ' αριθ. 384/31-12-2013 απόφαση του Εφετείου Θράκης, έγινε δεκτή η ως άνω αίτηση και αντικαταστάθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη εκκαθαρίστρια εταιρεία και στην θέση της διορίστηκε η αιτούσα και ήδη καθολική διάδοχός της κατά τα λοιπά, "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.", η οποία απέκτησε πλέον και την ιδιότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως εκκαθαρίστριας, και κατέστη διάδικος με δικαίωμα συνέχισης αυτοδικαίως της δίκης που ανοίχθηκε με την προρρηθείσα ανακοπή των αναιρεσειόντων στην εκκρεμούσα ενώπιον του Αρείου Πάγου αίτηση αναιρέσεως αυτών, κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης μετ' αναβολή δικάσιμο (06-10-2014), δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε"., η οποία, ως καθολική διάδοχος δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", με την υπ' αριθ. 384/31-12-2013 απόφαση του Εφετείου Θράκης, είχε διορισθεί και ως εκκαθαρίστρια της υπό εκκαθάρισης τεθείσης εταιρείας "ΞΥΦΙΑΣ Α.Ε.-ΙΧΘΥΡΑ ΚΑΒΑΛΑΣ", σε αντικατάσταση της διορισθείσας αρχικώς ως εκκαθαρίστριας πρώτης αναιρεσίβλητης, με την υπ' αριθ. 226/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ώστε να καταστεί πλέον καθολική διάδοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της αρχικής εκκαθαρίστριας (πρώτης αναιρεσίβλητης) και υπό την ιδιότητά της αυτή, η άνω τραπεζική εταιρία, με δικαίωμα να συνεχίσει αυτοδικαίως τη δίκη που ανοίχθηκε με την αναίρεση, στη θέση της ως αναιρεσίβλητης.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 8881/10-06-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτρια στο Πρωτοδικείο Αθηνών, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 16-12-2013, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (06-10-2014), καθώς και της υπ' αριθ. 162/13-5-2014 βεβαίωσης αναβολής της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ορίζεται νέα δικάσιμος της πιο πάνω αιτήσεως αναιρέσεως η 6-10-2014, ημέρα Δευτέρα και ώρα 09.30 π.μ., επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", με την ιδιότητά της ως ειδικής εκκαθαρίστριας του ν. 1892/1990, με βάση την υπ' αριθ. 384/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, της εταιρείας "Ξιφίας Α.Ε.

ΙΧΘΥΡΑ ΚΑΒΑΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με την οποία αντικαταστάθηκε η αρχικώς διορισθείσα ειδική εκκαθαρίστρια πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ". Επομένως, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, η καταστάσα πλέον πρώτη αναιρεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", δυνάμει της άνω εφετειακής απόφασης, ειδική εκκαθαρίστρια της τεθείσης υπό ειδική εκκαθάριση εταιρείας "Ξιφίας Α.Ε.

ΙΧΘΥΡΑ ΚΑΒΑΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" σε αντικατάσταση της αρχικώς διορισθείσης ως ειδικής εκκαθαρίστριας "ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε.", της οποίας ήδη κατά τα λοιπά ήταν καθολική διάδοχος, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παραστεί στο δικαστήριο εκείνου που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνονται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων και η παραίτηση από του δικογράφου αυτών, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.

ΑΠ 13/2008). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 294, 295 και 297 του ΚΠολΔ ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς τη συναίνεση του εναγόμενου πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως και με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο, η δε παραίτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται, ότι δεν ασκήθηκε.

Κατά δε τα άρθρα 299 και 573 § 1 του ΚΠολΔ οι διατάξεις των παραπάνω άρθρων εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση. Εξάλλου, η παραίτηση από τα ένδικα μέσα και επομένως και από την αίτηση της αναίρεσης μπορεί να γίνει και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, που νομίμως έχει διοριστεί με ένα από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 96 παρ. 1 τρόπους, αρκεί δε προς τούτο η χορήγηση σ'αυτόν γενικής πληρεξουσιότητας και δεν απαιτείται ειδική τοιαύτη.

Η παραίτηση από του δικογράφου της αναίρεσης που γίνεται από δικηγόρο στο ακροατήριο πριν από την κατ' ουσίαν συζήτηση της υποθέσεως, χωρίς να έχει εφοδιαστεί με γενικό πληρεξούσιο από τον διάδικο για τον οποίο δηλώνει παραίτηση, είναι άκυρη και δεν επιφέρει το προβλεπόμενο στο άρθρο 295 παρ. 1 εδ. α' αποτέλεσμα, ότι δηλαδή η αναίρεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα.

Στην προκειμένη περίπτωση οι εκ των αναιρεσείοντων, 2η, 3η, 9η, 14η, 18ος, 24η, 45η, 53η, 57η, 58η, 66η, 69η, 75ος, 93ος, 109η, 110η, 112η, 124η, 137ος, 138ος, 139η, 140ος, 141ος και 158η, όπως ειδικότερα τα ονόματα αυτών αναφέρονται στο προεισαγωγικό της παρούσης, με δήλωση του φερομένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου τους που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της από 06-06-2011 αιτήσεώς τους περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 3291/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Όπως, όμως, προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας οι άνω διάδικοι δεν είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα κατά τον αναφερόμενο ως άνω τύπο στον παρασταθέντα και δηλώσαντα παραίτηση από του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς και επομένως η δηλωθείσα κατά τα άνω παραίτηση είναι άκυρη και δεν επέφερε τα αποτελέσματα του άρθρου 295 παρ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ, ότι δηλαδή η αναίρεση θεωρείται ως μη ασκηθείσα και η δίκη που ανοίχθηκε μ' αυτή καταργημένη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ.1 και 2, 97 παρ.1 και 104 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, καθώς και εκείνος που εκπροσωπεί το διάδικο κατά τη συζήτησή της στον Άρειο Πάγο, πρέπει να είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέχεται από τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με έγγραφο της αρχής που χορηγεί την πληρεξουσιότητα είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητος, εξεταζομένη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ως άνω πράξεων της προδικασίας και τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση (Α.Π. 273/2010). Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον απολειπόμενο διάδικο. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ’ και δ’ του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β’ του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ’αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά τη μετ’αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή δια του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεως του κατ’ αυτήν (ΑΠ 314/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 06-06-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3291/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Από τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως προκύπτει ότι η συζήτηση αυτής προσδιορίσθηκε αρχικά για να συζητηθεί με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων κατά τη δικάσιμο της 16-03-2013, κατά την οποία οι τελευταίοι (αναιρεσείοντες) φέρονται ότι παραστάθηκαν όλοι διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Μάζη, δικηγόρου Αθηνών κατά παραγγελία του οποίου και του ετέρου πληρεξουσίου τους Δημητρίου Καρανιώτη, δικηγόρου Καβάλας, επέδωσαν στους δεύτερη έως και ένατη των αναιρεσιβλήτων, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για να παραστούν κατά την άνω αρχική δικάσιμο της 16-3-2013 (βλ.

τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως εκθέσεις επιδόσεως των αναφερομένων σ' αυτές δικαστικών επιμελητών). Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 06-10-2014, κατά την οποία, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, παραστάθηκαν όλοι οι αναιρεσείοντες δια του ίδιου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Μάζη, καθώς και οι δεύτερη έως και ένατη των αναιρεσιβλήτων, μη παρασταθείσης μόνο της πρώτης εξ αυτών, για την οποία όμως, κατά τα αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη της παρούσης, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων η καθολική διάδοχός της και αντικατασταθείσα στα καθήκοντα αυτής ως ειδικής εκκαθαρίστριας με την υπ' αριθ. 385/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω στοιχεία, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε εκ του οικείου πινακίου, για τους φερόμενους ως παρασταθέντες με τον δικηγόρο Παναγιώτη Μάζη αναιρεσείοντες 2η, 3η, 9η, 14η, 18ος, 24η, 45η, 53η, 57η, 58η, 66η, 69η, 75ος, 93ος, 109η, 110η, 112η, 124η, 137ος, 138ος, 139η, 140ος, 141ος και 158η, όπως ειδικότερα τα ονόματα αυτών αναφέρονται στο προεισαγωγικό της παρούσης, δεν αποδεικνύεται η χορήγηση απ' αυτούς προς τον ως άνω δικηγόρο πληρεξουσιότητα, με ένα από τους προβλεπόμενους από το άρθρο 96 παρ. 1 εδ.

α'του ΚΠολΔ τρόπους, ώστε η χορηγηθείσα και ως προς αυτούς αναβολή να είναι άκυρη, ενώ ούτε και κατά τη συζήτηση κατά την αρχή της παρούσης δικάσιμο δεν αποδεικνύται και πάλι η χορήγηση από αυτούς στον ίδιο ως άνω παρασταθέντα δικηγόρο, ούτε τον υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρο πληρεξουσιότητα, σε τρόπον ώστε λόγο της χορηγηθείσης κατά τα άνω άκυρης αναβολής, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο να μην θεωρείται κλήτευση και ως προς αυτούς, με συνέπεια να θεωρούνται κατά την νέα μετ' αναβολή συζήτηση της υποθέσεως δικονομικώς απόντες.

Ούτε όμως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ότι οι άνω αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, διά της επιδόσεως σ'αυτούς από τους νομίμως παρασταθέντες λοιπούς αναιρεσείοντες ή τους αναιρεσίβλητους κλήση προς συζήτηση για την μετ' αναβολή δικάσιμο κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση.

Πρέπει επομένως, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους εκ των αναιρεσειόντων 2ης, 3ης, 9ης, 14ης, 18ου, 24ης, 45ης, 53ης, 57ης, 58ης, 66ης, 69ης, 75ου, 93ου, 109ης, 110ης, 112ης, 124ης, 137ου, 138ου, 139ης, 140ου, 141ου και 158ης, όπως ειδικότερα τα ονόματα αυτών αναφέρονται στο προεισαγωγικό της παρούσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. α'ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει την ικανότητα να είναι διάδικος. Επομένως, τέτοια ικανότητα έχει κατά τα άρθρα 34 και 35 του ΑΚ, το φυσικό πρόσωπο μόλις γεννηθεί ζωντανό, μέχρι το θάνατό του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εκτός των άλλων αν υπάρχει και η προϋπόθεση του άρθρου 62, κατά δε το άρθρο 556 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δικαίωμα αναιρέσεως έχει, ο διάδικος που νικήθηκε ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο καθολικός αυτού διάδοχος και ο ειδικός διάδοχος.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τα άρθρα 159 παρ. 2 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι αναίρεση που ασκείται επ’ ονόματι προσώπου που έχει αποβιώσει κατά την άσκηση αυτής σε αντίθεση με την αναίρεση που ασκείται κατά αποβιώσαντος προσώπου του οποίου το θάνατο αγνοεί ο ασκών το ένδικο μέσο νείναι απορριπτέα ως άκυρη, λόγω ελλείψεως της απαραίτητης αυτής διαδικαστικής προϋποθέσεως, η ακυρότης δε αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου (ΑΠ 230/1998, ΑΠ 1603/1991, ΑΠ 77/1985, ΑΠ 30/1981).

Ενόψει δε των ανωτέρω, αποκλείεται στην περίπτωση αυτή η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 286, 287 παρ. 2, 290 ΚΠολΔ, αφού τα τελευταία προϋποθέτουν δίκη που έχει αρχίσει νομίμως, η οποία στη συνέχεια διακόπηκε με τον μετά την έναρξη αυτής θάνατο κάποιου διαδίκου, οπότε και συνεχίζεται αυτή από τους κληρονόμους του στο όνομα των ίδιων.

Στην προκειμένη περίπτωση ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δήλωσε ότι 1) Ο με αριθμό αναιρετηρίου 12 αναιρεσείων Μ. Ι. Γ. απεβίωσε στις 12-9-2006 και την παρούσα διακοπείσα βιαίως δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήτοι α) η σύζυγός του Μ.

χήρα Μ. Γ., το γένος Π. Κ. και β) ο υιός του Ι. Γ., 2) ο υπ' αριθμ. 55 αναιρεσείων Α. Κ. του Α. απεβίωσε στις 6-4-2009 και την παρούσα διακοπείσα βιαίως δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήτοι α) η σύζυγός του Μ. χήρα Α. Κ., το γένος Μ. Α. και β) τα τέκνα του Χ. Κ. του Α. και Α. Κ. του Α., 3) ο υπ' αριθμ. 97 αναιρεσείων Ι.

Π. του Α. απεβίωσε στις 26-8-2007 και την παρούσα διακοπείσα βιαίως δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος του Α. χήρα Ι. Π., το γένος Γ. Θ.. Όπως, όμως, προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας που προσκομίζονται με επίκληση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των άνω αναιρεσειόντων προς απόδειξη του θανάτου αυτών και της ιδιότητας των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων τους, συνομολογείται άλλωστε και από τη δήλωση του άνω πληρεξουσίου δικηγόρου τους με την δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά, ο με αριθμό 12 αναιρεσείων Μ.

Γ. απεβίωσε στις 12-9-2006, δηλαδή πριν από την κατά την 26-2-2008 συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο με αριθμό 55 αναιρεσείων Α. Κ. απεβίωσε στις 6-5-2009, δηλαδή μετά την κατά την 3-5-2008 έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και ο με αριθμό 97 αναιρεσείων Ι. Π. απεβίωσε στις 26-8-2007, δηλαδή πριν από την κατά την 26-2-2008 συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η υπό κρίση δε αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 07-06-2011, ήτοι σε χρόνο που ήδη είχαν αποβιώσει οι ανωτέρω αναιρεσείοντες, και επομένως, η τελευταία είναι άκυρη και εντεύθεν απορριπτέα ως προς τους εν λόγω αναιρεσείοντες, για τον λόγο δε αυτό αποκλείεται, κατά τα προεκτεθέντα, η εφαρμογή εν προκειμένω, των διατάξεων των άρθρων 286, 287 παρ. 2, 290 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 577 παρ.1-2 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης, εάν δε η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για το παραδεκτό της ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 46Α' παρ. 1 του Ν. 1892/1990, που προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, μετά από αίτηση των πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% του συνόλου των απαιτήσεων κατά των αναφερόμενων στην παρ. 1 του άρθρου 46 του ίδιου νόμου προβληματικών και υπερχρεωμένων επιχειρήσεων, το εφετείο της έδρας της επιχείρησης διατάσσει την ειδική εκκαθάριση αυτής και διορίζει εκκαθαριστή, με απόφασή του που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1386/1993, δηλαδή με απόφαση που πρέπει να εκδοθεί μέσα σε 15 ημέρες από τη συζήτηση της αιτήσεως για τον διορισμό εκκαθαριστή και δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα.

Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άνω άρθρου 46Α ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στην λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου και κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου, το προϊόν της εκκαθάρισης επέχει θέση πλειστηριάσματος των άρθρων 1004 επ.

ΚΠολΔ, ενώ κατά την παρ. 10 του άρθρου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 53 παρ. 3 του Ν. 2224/1994, ο εκκαθαριστής συντάσσει πίνακα κατάταξης, σύμφωνα με τα άρθρα 975 έως 979 και 1007 του ΚΠολΔ, εντός δεκαπέντε ημερών από τη λήξη της προθεσμίας αναγγελίας των απαιτήσεων των δανειστών. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρ. 180, 181 και 182 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/ 2007) από την έναρξη ισχύος του, στις 16.9.2007, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι διατάξεις του άρθρ. 46α ν. 1892/1990, οι οποίες όμως εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται στις εκκρεμείς διαδικασίες, όπως είναι και η επίδικη.

Περαιτέρω με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2702/1999 προστέθηκε στην ανωτέρω παρ. 10 του άρθρου 46 Α' εδάφιο, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "αρμόδιο για την εκδίκαση ανακοπών κατά του πίνακα κατάταξης είναι το εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του ο εκκαθαριστής. Στη δίκη ενώπιον του εφετείου εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 4, 5 και 6 του άρθρου 270 του ΚΠολΔ.

Οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται και στους πίνακες κατατάξεως που συντάσσονται από τους εκκαθαριστές των επιχειρήσεων, των οποίων το καθεστώς εκκαθάρισης διέπεται από τα άρθρα 9 και 10 του Ν. 1386/1983. Αποφάσεις επί ανακοπών κατά πινάκων κατάταξης που έχουν εκδοθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (2702/1999), καθίστανται αμετάκλητες, εφόσον έχουν εκδοθεί αποφάσεις του Εφετείου επ' αυτών και δεν έχει συζητηθεί η τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατ' αυτών".

Από τη διατύπωση των άνω διατάξεων του ν. 2702/1999 προκύπτει ότι ο νομοθέτης κατ' αρχήν ρυθμίζει για το μέλλον - κατά τη γενικότερη αρχή του άρθρου 2 του Α.Κ. - την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή κατά του πίνακα (Εφετείο), την τηρητέα ενώπιον αυτού διαδικασία, καθώς και την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και επί των ανακοπών κατά πινάκων που συντάσσονται για την εκκαθάριση των επιχειρήσεων κατά τα άρθρα 9 και 10 του Ν. 1386/1983.

Εξάλλου στην Εισηγητική 'Εκθεση του πιο πάνω νόμου αναφέρεται ότι με την παρ. 3 του άρθρου 2 του νόμου αυτού προστέθηκε εδάφιο στην παρ. 10 του άρθρου 46 Α' του Ν. 1892/1990, με σκοπό την επιτάχυνση της εκκαθάρισης, στο οποίο ορίζεται ότι οι ανακοπές εκδικάζονται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το Εφετείο. Επισημαίνεται δε στην Εισηγητική Έκθεση ότι οι πιστωτές μέχρι σήμερα ασκούν πολλές φορές αβάσιμες ανακοπές κατά του πίνακα, με αποτέλεσμα και η εκκαθάριση να διαιωνίζεται και να επιβαρύνεται με έξοδα και οι πιστωτές να μη μπορούν να εισπράξουν τα ποσά για τα οποία έχουν καταταγεί και ότι με την προτεινόμενη ρύθμιση εκτιμάται ότι οι σχετικές δικαστικές διενέξεις θα τελεσιδικούν μέσα σε διάστημα 6-8 μηνών, αντί του απαιτουμένου μέχρι σήμερα 3-5 ετών.

Εν όψει της ως άνω για το μέλλον ρυθμίσεως της αρμοδιότητας του Εφετείου και της τηρητέας ενώπιον αυτού διαδικασίας, σε συνδυασμό και προς το άνω περιεχόμενο της Εισηγητικής Εκθέσεως, συνάγεται ότι σκοπός των προαναφερόμενων ρυθμίσεων είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας της ειδικής εκκαθαρίσεως και της ικανοποιήσεως των δανειστών που κατατάσσονται στον πίνακα κατατάξεως, όχι μόνο δια της εισαγωγής αρμοδιότητας του Εφετείου κατά παράλειψη του Πρωτοδικείου αλλά και δια του αποκλεισμού της αναιρέσεως κατά των αποφάσεων αυτού.

Καθ' ον δε λόγον η απευθείας αρμοδιότητα του Εφετείου εισάγεται για το μέλλον, για τον ίδιο ακριβώς λόγο και ο αποκλεισμός της αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του, που στον ίδιο σκοπό κατατείνει, ηθελήθη από το νομοθέτη και για το μέλλον.

Συνεπώς η, κατά το γράμμα προβλέπουσα την απαγόρευση της αναιρέσεως για το παρελθόν διάταξη του τελευταίου εδαφίου στο προστεθέν εδάφιο ("αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου (2702/1999) καθίστανται αμετάκλητες, εφόσον έχουν εκδοθεί αποφάσεις του Εφετείου ... "), ερμηνευόμενη τελολογικώς ως μέρος της συνολικώς προστεθείσας διατάξεως και όχι μεμονωμένως, έχει το σαφές αντικειμενικό νόημα ότι δεν επιτρέπεται γενικώς αναίρεση κατ' αποφάσεως του Εφετείου επί ανακοπής κατά του πίνακα στις παραπάνω εκκαθαρίσεις.

Είναι δε αυτονόητη η επικέντρωση της διατυπώσεως του τελευταίου αυτού υπεδαφίου στην αφορώσα το παρελθόν απαγόρευση της αναιρέσεως ακριβώς εν όψει της γενικότερης από το άρθρο 2 του Α.Κ. αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου, εάν δεν προβλέπεται σαφώς το αντίθετο. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε στο άτοπο, οι εν λόγω διατάξεις, παρότι έχουν ως σκοπό την μελλοντική (μετά την ισχύ του νόμου 2702/1999) επιτάχυνση της ειδικής εκκαθαρίσεως και της ικανοποιήσεως των πιστωτών, να θεσπίζουν το αμετάκλητο μόνο για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου (Ολ.

ΑΠ 8/2003, 606/2012, ΑΠ 1645/2011, ΑΠ 409/2010, ΑΠ 1983/2008, ΑΠ 197/2006). Σημειώνεται, τέλος, ότι η απαγόρευση του ένδικου μέσου της αναιρέσεως δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διασφαλίζουν και το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως που θα εκδοθεί, εφόσον το ένδικο μέσο δεν είχε ασκηθεί νομότυπα πριν από την απαγόρευση, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο της ασκήσεώς του διατάξεις (ΑΕΔ 48/1982, Ολ.ΑΠ 8/2003, Ολ.ΑΠ 27 - 28/2002).

Εν προκειμένω, με την κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που η συζήτηση αυτής είναι παραδεκτή και ασκείται εγκύρως από τους λοιπούς, εκτός των προαναφερόμενων αναιρεσειόντων, ζητείται από τους τελευταίους να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 3291/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 2702/1999, εκτός των άλλων, και επί της από 28-08-2007 ανακοπής των εν λόγω αναιρεσειόντων κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων και του από 10-07-2007 πίνακα κατατάξεως δανειστών της πρώτης των αναιρεσιβλήτων εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", ως εκκαθαρίστριας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΞΙΦΙΑΣ Α.Ε. - ΙΧΘΥΡΑ ΚΑΒΑΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που είχε τεθεί υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του ν. 1892/1990 με την υπ’ αριθμ. 226/2005 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησης της από 06-06-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3291/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. ως προς τους αναιρεσείοντες με αριθμούς 2, 3, 9, 14, 18, 24, 45, 53, 57, 58, 66, 69, 75, 93, 109, 110, 112, 124, 137, 138, 139, 140, 141 και 158, όπως τα ονόματα αυτών αναφέρονται με την σειρά αυτή στο προεισαγωγικό της παρούσης, να απορριφθεί η ίδια αναίρεση ως άκυρη ως προς τους με αριθμούς 12, 55 και 97 αναιρεσείοντες, ήτοι τους Μ. Ι. Γ., Α. Κ. του Α. και Ι. Π. του Α., αντιστοίχως και να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, όπως τα ονόματα αυτών αναφέρονται στο προεισαγωγικό της παρούσης. Πρέπει, επίσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες για τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και 22 του ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 06-06-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3291/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσείοντες με αριθμούς 2, 3, 9, 14, 18, 24, 45, 53, 57, 58, 66, 69, 75, 93, 109, 110, 112, 124, 137, 138, 139, 140, 141 και 158, όπως τα ονόματα αυτών αναφέρονται με την σειρά αυτή στο προεισαγωγικό της παρούσης αποφάσεως.

Απορρίπτει την ίδια από 06-06-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3291/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, όπως επίσης τα ονόματα αυτών αναφέρονται στο προεισαγωγικό της παρούσης αποφάσεως.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης, έβδομου, και ένατης των αναιρεσιβλήτων (που κατέθεσαν προτάσεις), τα οποία ορίζει για κάθε χωριστή παράσταση στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, της όγδοης (που δεν κατέθεσε προτάσεις), στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και των τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτου, που όλες εκπροσωπούνται από το Ελληνικό Δημόσιο, στο ενιαίο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ