Legislator Case Law & Legislation
2211/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's refusal to pay for stolen goods due to alleged overinsurance.

Case Number 2211/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by BEST TOP against the Second Instance Court's decision regarding an insurance claim for stolen goods. The appellant argued that the insurance contract was void due to fraudulent overinsurance, claiming the insured value exceeded the actual worth of the stock. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient and the appellant's evidence regarding document distortion unsubstantiated and unproven. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 no. 17, 19, 20 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on violation of substantive law or distortion of documents fails if the lower court's reasoning is adequate and the appellant fails to substantiate their claims with specific evidence.

Keywords

AI generated
insurance contract validity fraudulent overinsurance appeal dismissal substantive law violation document distortion

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 no. 17, 19, 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2211 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2211/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BEST TOP Εισαγωγική-Εξαγωγική-Εμπορική Ειδών Ενδύσεως Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Χρήστο Κοσκινά και Μιλτιάδη Παπαϊωάννου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4190/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4106/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά με την από 21-11-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος, ανέγνωσε την από 1-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγεται αίτηση για αναίρεση απόφασης δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που αφορά αγωγή, με την οποία η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία ζήτησε να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, να της καταβάλει, ως ασφαλιστική αποζημίωση, χρηματικό ποσό, λόγω κλοπής στην Ιταλία εμπορευμάτων, τα οποία μεταφέρονταν οδικώς, από την Ελλάδα, και τον κίνδυνο κλοπής, είχε καλύψει συναφώς η πιο πάνω εναγόμενη.

ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν, το δικαστήριο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ'αυτόν. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με την βοήθεια των φυσικών επιστημών ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών (ΑΠ 2345/2009, ΑΠ 1097/2008).

Ακόμη οι πιο πάνω γενικές και αφηρημένες αρχές, εφ'οσον έχουν γίνει κοινό κτήμα, χρησιμοποιούνται για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας του κανόνα δικαίου, ιδίως αν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή προς εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή η όχι σ'αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 1232/2009).

Η παράβασή τους αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς και όχι για τη διαπίστωση αυτών, δηλαδή, όταν παραβιάζει το δικαστήριο τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1662/2010).

Όταν προβάλλεται συναφής παραβίαση πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει: α)ποιά συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009) και β)να προσδιορίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, ως και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, που προκύπτει απ'αυτά και το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε (ΑΠ 225/2009, ΑΠ 1207/05).

Η αναιρεσείουσα, εν προκειμένω, προβάλλει παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία όμως: α)ουδόλως τα συγκεκριμενοποιεί β)ουδόλως αναφέρει, ποιά ήταν η αληθής έννοιά τους και ποιά προσέδωσε σ'αυτά το δικαστήριο γ)δεν αναφέρει τον κανόνα δικαίου για την ερμηνεία του οποίου αυτά πλημμελώς χρησιμοποιήθηκαν.

δ)αντίθετα, συνδέει την πιο πάνω παραβίαση με την ουσία της υπόθεσης (απαράδεκτα, κατά τα προαναφερθέντα), εφ'οσον αιτιάται συναφώς την απόφαση, γιατί αρκέστηκε "σε μη αποδειχθέντα" ισχυρισμό, έκρινε "χωρίς αξιόπιστο έγγραφο ή μαρτυρία" άλλως "κατ'ανεπιτρεπτή πιθανολόγηση" παραβίασε τα οριζόμενα από την με αριθμό 4329/1998 απόφαση, τα οποία όμως δεν αναφέρει, ούτε αναφέρει πως και γιατί παραβιάστηκαν.

Ακόμη παραπονείται, πως το δικαστήριο αρκέστηκε σε "λιγότερα απ'οσα ο νόμος (αλλά και η ίδια η οικεία προδικαστική απόφαση) αξιώνει, χωρίς να προσδιορίζει, ποιός είναι ο συγκεκριμένος νόμος, ούτε τι, ακριβώς αξιώνει η πιο πάνω απόφαση, τα οποία δεν εκτελέστηκαν και πως αυτά συνδέονται με την παραπάνω παραβίαση.

Άρα, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος είναι απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Με το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, εκτός των άλλων δεν έλαβε υπ'όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" είναι μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1795/2008). "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος έφεσης, με τον οποίο, όμως εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 845/2011).......ή με επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων ή με ισχυρισμούς που ανάγονται στην κατ'ορθή ερμηνεία, έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΑΠ 430/2011).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά ήταν αυτά, που, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ'όψιν, οτι προτάθηκαν παραδεκτά και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 253/2011). Εξ άλλου, η σταθερή εκδήλωση ορισμένης συμπεριφοράς ή συγκεκριμένου τρόπου ενέργειας για μακρό χρόνο δημιουργεί συνήθεια, η οποία, αν και δεν προάγεται σε κανόνα δικαίου (έθιμο), καθ'οσον η συμμόρφωση προς αυτή δεν γίνεται με τη συνείδηση της αναγκαιότητάς της, ως τοιούτου, χρησιμεύει, ωστόσο, για την ερμηνεία ή συμπλήρωση των δικαιοπραξιών, αφού οι συναλλασσόμενοι, εντός του κύκλου, όπου η συνήθεια έχει επικρατήσει, λογίζονται ότι τη γνωρίζουν και την αποδέχονται, εκτός αν έχουν εκφραστεί σαφώς για το αντίθετο.

Το περιεχόμενο της συνήθεια μπορεί να λειτουργήσει, αν ο διάδικος την επικαλείται, ως γενεσιουργό του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, η οποία, εντεύθεν, βρίσκει έρεισμα στα άρθρα 361 και 288 ΑΚ. Τότε, η "συνήθεια" αποτελεί "πράγμα" , που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η δε παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό για ύπαρξη εμπορικής συνήθειας, στην οποία, ακριβώς, στηρίζεται η προβαλλόμενη αξίωση, δημιουργεί αναιρετικό λόγο, από το παραπάνω άρθρο (ΑΠ 1310/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα παραπονείται, πως το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψιν ισχυρισμούς της, για την πραγματική αξία του επίδικου φορτίου, όπως αυτή αποδεικνυόταν "από τα προσαχθέντα και επικληθέντα από 1-8-1996 έγγραφα της Τράπεζας BANCA COMMERCIALE ITALIANA" και ότι " η τιμολογηθείσα αξία μετά πώληση αυτών, συγκρινόμενη με την αξία αυτών κατά τον χρόνο κτήσης δεν απείχε του συνηθισμένου στις συναλλαγές περιθωρίου κέρδους 20%...".

Όμως, σύμφωνα με τα παραπάνω νομικά δεδομένα: α)καίτοι η αναιρεσείουσα αναφέρεται σε εμπορική συνήθεια, που δεν ελήφθη υπ'όψιν, όπως εκτιμάται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, ούτε προσδιορίζει, ποια ήταν αυτή η συνήθεια, ούτε πως δημιουργήθηκε, ούτε αναφέρει οιονδήποτε σύνδεσμο της, αόριστα αναφερόμενης εμπορικής συνήθειας, με την έκβαση της δίκης.

β)ουδόλως, επίσης, αναφέρει τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το συγκεκριμένο θέμα γ)αναφέρεται, αποκλειστικά, σε συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων και εκτιμά και σχολιάζει αποδεικτικά στοιχεία. Τούτο, όμως, ουδόλως σχηματοποιεί το πραγματικό της πιο πάνω παράβασης, και, άρα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται, για την από το άρθρο 559 αρ.8 πλημμέλεια προβάλλεται αβασίμως.

IV. Η από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια υπάρχει, αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Τα "πράγματα" εδώ ταυτίζονται με όσα στον προηγούμενο αναιρετικό λόγο αναφέρθηκαν (ΑΠ 1209/2010). Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο δέχτηκε τα "πράγματα" με την παραπάνω έννοιά τους, ως αποδειχθέντα, χωρίς να έχει προσκομισθεί οιαδήποτε απόδειξη, ή, όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι'αυτά (ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009).

Ακόμη, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό. Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την ίδια την απόφαση προκύπτει, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχτηκε σε αποδείξεις που προσκομίστηκαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί, ειδικά, το κάθε αποδεικτικά μέσο (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 499/2007).

Αν όμως, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και αναφέρονται στην απόφαση, κατέληξε σε πραγματική κρίση, έστω και λανθασμένη, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, γιατί η κρίση αυτή είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2002). Στην ερευνώμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρει, πως στο αποδεικτικό της πόρισμα κατέληξε "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν, με την επιμέλεια των διαδίκων, ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, όπως ορίστηκε με την 4329/1998 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στην προσκομιζόμενη με επίκληση με αριθμό 977/1999 Εισηγητική έκθεση, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έκθεση έρευνας του ιταλού ερευνητή B.

C. , τις ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις με αριθμούς 5026/1998 του πραγματογνώμονα Ι. Ζ. που προσκομίζει η ενάγουσα και INR/003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρείας "CPT J.P. ANGELAKIS CONSULTING BUREAU LTD" μετά του με αριθμό INR/003A προσαρτήματος και της από 22-12-1997 συμπληρωματικής έκθεσης που προσκομίζει η εναγομένη οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο (390 ΚΠολΔ) και όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ)" πλην της προσκομιζόμενης από την ενάγουσα με αριθμό 149471/1997 ένορκης βεβαίωσης τρίτου που λήφθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαρίας Βαγιάτη, η οποία, στην προκείμενη περίπτωση που η αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος (1.1.2002) του Ν 2915/2001, αποτελεί απαράδεκτο αποδεικτικό μέσον ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, αφού η διεξαγωγή των αποδείξεων έγινε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 341 ΚΠολΔ όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με τον ως άνω Νόμο...".

Άρα αναφέρονται εκτενώς και αναλυτικά όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία σχηματίστηκε η σχετική ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι, ως προς την κρίση του, το Εφετείο αρκέστηκε "....σε μη αποδειχθέντα ισχυρισμό, ότι τα μεταφερόμενα εμπορεύματα ήταν "stock" από προηγούμενα έτη και χωρίς κανένα αξιόπιστο έγγραφο ή μαρτυρία να συνηγορεί υπέρ αυτού, τελείως αυθαίρετα, άλλως κατά ανεπίτρεπτη πιθανολόγηση, θεώρησε αποδεδειγμένο τον σχετικό ισχυρισμό/ένσταση των αντιδίκων...".

Όμως, τα παραπάνω αναφέρονται σε εκτίμηση των αποδείξεων, και πλήττουν απαραδέκτως, την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου. Ουδόλως, άλλωστε, η αναιρεσείουσα εκθέτει: α)γιατί υπήρξε πιθανολόγηση στη σχετική ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και από πού εξάγεται αυτό β)γιατί δεν υπήρξαν αποδείξεις για το παραπάνω θέμα, εν όψει των αποδεικτικών στοιχείων που προπαρατέθηκαν γ)τι διέλαβε συναφώς η μη οριστική απόφαση και ποιος νόμος αξίωνε λιγότερα, απ'όσα το Εφετείο έκανε δεκτά.

Άρα και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 παρ.10 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

IV. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα αναφέρει ότι: α)το Εφετείο δεν έλαβε υπ'όψιν τον ισχυρισμό της, πως η πραγματική αξία του επιδίκου φορτίου, αποδεικνυόταν από έγγραφα ιταλικής Τράπεζας, όπως και άλλα θέματα, που αφορούσαν την ουσία της υπόθεσης (όρους πληρωμής εμπορευμάτων, δόλια υπερασφάλιση, προσφορά εξωδίκως 120.000.000 δρχ. για ικανοποίηση της αξίωσής της). Αυτά, όμως αναφέρονται, απαράδεκτα (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), στην εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ουδόλως συνδέονται με "πιθανολόγηση", η οποία ωσαύτος, δεν διευκρινίζεται, ούτε θεμελιώνουν το πραγματικό του από το άρθρο 559 αρ.11 ή 559 αρ.12 (κατ'εκτίμηση) ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου. Άρα, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

VI. Με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (κατ'εκτίμηση των σ'αυτόν αναφερομένων πρόκειται για το από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγο), η αναιρεσείουσα εκθέτει, πως το Εφετείο δεν έλαβε υπ'όψιν του αποδεικτικά μέσα που, προσήχθησαν με επίκληση. Ειδικότερα, αναφέρει, πως το Εφετείο, υιοθέτησε "αβασάνιστα" την κρίση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για την πραγματική αξία του επίδικου φορτίου, στηριζόμενο "επί της εσφαλμένης αυτής βάσης επαγωγικού και αυθαίρετου συμπεράσματος αυτής περί δόλιας υπερασφάλισης, μετατρέποντας την αδυναμία απόδειξης, από πλευράς της αντιδίκου της πραγματικής αξίας των ενδίκων εμπορευμάτων σε πλήρη απόδειξη....". Τούτο, όμως, αφορά, απαράδεκτη επανεκτίμηση των αποδείξεων και της ουσίας της υπόθεσης. Άλλωστε, ούτε ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη εκτίθεται ούτε γιατί η υπόθεση κρίθηκε και πως, κατά πιθανολόγηση. Άρα και ο πέμπτος από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ και, κατά περιεχόμενο, από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, είναι απαράδεκτως.

VII. Κατά τα προαναφερθέντα, το Εφετείο, δεν έλαβε υπ'όψιν την προμνημονευθείσα ένορκη βεβαίωση, εφ'οσον, η υπόθεση έχει ξεκινήσει τη δικονομική της πορεία, πριν την έναρξη ισχύος του Ν.2915/2001, εκδόθηκε δε συναφώς και μη οριστική απόφαση (αρθρ.341 ΚΠολΔ, όπως τότε ίσχυε). Επομένως, αν το δικαστήριο είχε λάβει υπ'όψιν την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, που, υπό το προϊσχύσαν δικονομικό καθεστώς, αποτελούσε απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο (βλ. ΑΠ 454/1978, ΑΠ 701/1980 Αιτιολ.έκθεση του Ν.2915/2001) αλλά και για την οποία δεν είχε διαταχθεί σχετική προσκομιδή, με την πιο πάνω μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, θα υπέπιπτε στην από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια (ΑΠ 38/2005). Άρα, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος προβάλλει τα αντίθετα, και αναφέρεται στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

VIII. Η προσβαλλόμενη, εξ άλλου, απόφαση δέχτηκε, κατά λέξιν, τα ακόλουθα: "Η εδρεύουσα στον Πειραιά ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "BEST TOP Α.Ε." που έχει ως αντικείμενο την εισαγωγή - εξαγωγή και το εμπόριο ειδών ένδυσης, το Δεκέμβριο του 1995 πώλησε στην Ιταλική Εταιρεία με την επωνυμία "…" τα εμπορεύματα γυναικείας και ανδρικής ένδυσης που αναφέρονται κατ' είδος και ποσότητα στα με αριθμούς 7379 έως και 7405/31-12-1995 τιμολόγιά της, τα οποία ήταν παραδοτέα στην έδρα της αγοράστριας εταιρείας επί της οδού .., στην πόλη BERLETTA της Ιταλίας, αντί συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος 851.947 δολαρίων ΗΠΑ (που αντιστοιχούσαν σε 200.501.285 δραχμές), μέρος του οποίου (15.000 δολ.

ΗΠΑ) καταβλήθηκε με την κατάρτιση της πωλητήριας σύμβασης ενώ το υπόλοιπο πιστώθηκε. Στις 27-12-1995 καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας....το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο με το οποίο η τελευταία ανέλαβε, έναντι καταβληθέντος ασφαλίστρου 679.265 δραχμών, την κάλυψη του κινδύνου απώλειας ή ζημίας, των με κίνδυνο της ενάγουσας, μεταφερόμενων ως άνω εμπορευμάτων (ετοίμων ενδυμάτων), ευθυνόμενη μέχρι του ποσού των 937.141,70 δολ.

ΗΠΑ....Μεταξύ των όρων του ως άνω ασφαλιστηρίου συμπεριλήφθηκε και ότι "κάθε ψευδής ή πεπλανημένη δήλωση του ασφαλισμένου ή του προσώπου που ενήργησε για λογαριασμό του και κάθε αποσιώπηση περιστατικών τα οποία αυτός γνώριζε ή από αμέλεια αγνοούσε, όπως και κάθε ασυμφωνία μεταξύ της φορτωτικής και του ασφαλιστηρίου συνεπάγεται ακυρότητα της ασφαλίσεως, εάν η δήλωση, η αποσιώπηση ή η ασυμφωνία είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να θεωρηθεί ότι η εταιρεία δεν θα δεχόταν την ασφάλιση ή δεν θα τη δεχόταν με τους ίδιους όρους, αν γνώριζε την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων.

Η ασφάλιση είναι άκυρη και αν ακόμη η δήλωση, η αποσιώπηση ή η ασυμφωνία αφορούν περιστατικά που δεν επέδρασαν πάνω στη ζημία (2° άρθρο). Η ασφαλιστική κάλυψη ισχύει μόνο για αντικείμενα που μεταφέρονται βάσει φορτωτικής ή άλλου τίτλου μεταφοράς (3° άρθρο)". Τα ως άνω πωληθέντα εμπορεύματα αφού συσκευάστηκαν από υπαλλήλους της ενάγουσας σε 1026 χαρτοκιβώτια διαφόρων διαστάσεων η τελευταία ανέθεσε στην εταιρεία οδικών μεταφορών με την επωνυμία "…"" την έναντι συμφωνηθέντος ναύλου μεταφορά τους από τις αποθήκες της, που βρίσκονταν στον Πειραιά, στην Ιταλία και εκδόθηκε η από 27-12-1995 φορτωτική στην οποία μεταξύ άλλων σημειώνεται ότι αυτή (η μεταφορά) θα πραγματοποιηθεί με το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΔΧ φορτηγό αυτοκίνητο της μεταφορικής εταιρείας. Την ίδια ημέρα (27-12-1995), το ως άνω φορτίο των 1026 χαρτοκιβωτίων στοιβάχτηκε στο προαναφερθέν φορτηγό όχημα (τράκτορας με επικαθήμενο που έφερε αριθμό κυκλοφορίας ….) και αναχώρησε με προορισμό το λιμάνι της Πάτρας. Στις 03-01-1996, φορτώθηκε στο ferry boat … της εταιρείας "VERGINA FERRIES LTD" με προορισμό το Brindisi της Ιταλίας, όπου έφτασε το απόγευμα της επόμενης ημέρας (04-01-1996).

Περί ώρα 1:30 πρωινή της 05ης -01-1996 επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, αφού ο οδηγός του φορτηγού, Γ. Μ. , έχοντας αποκοιμηθεί σε χώρο στάθμευσης βενζινάδικου της AGIP που βρισκόταν περίπου 160 χλμ. μετά το λιμάνι του Brindisi επί της οδού SS16, έπεσε θύμα ληστείας από άγνωστους, οι οποίοι, αφού έσπασαν το παράθυρο της καμπίνας του φορτηγού και τον αναισθητοποίησαν με ναρκωτικό σπρέι, τον απήγαγαν κλείνοντας τον για αρκετές ώρες σε απομονωμένο οίκημα, ακολούθως, έχοντας εν τω μεταξύ "εξαφανίσει" το φορτηγό, τον μετέφεραν και τον εγκατέλειψαν σε δευτερεύοντα δρόμο της ως άνω οδού.

Ο προαναφερθείς οδηγός προέβη άμεσα σε αναγγελία της ληστείας στην αστυνομία, κατόπιν ερευνών της οποίας εντοπίστηκε το φορτηγό σε ερημική περιοχή, όπου το είχαν εγκαταλείψει οι άγνωστοι αφού είχαν αφαιρέσει το μεταφερόμενο εμπόρευμα. Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν αμφισβητεί ότι έλαβαν χώρα τα ως άνω περιστατικά αναφορικά με τη κλοπή του μεταφερόμενου φορτίου, τα οποία, εξάλλου, περιγράφονται και στην προσκομιζόμενη από την τελευταία, σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική γλώσσα, Προκαταρτική Έκθεση του ιταλού συμβούλου ερευνών, B.

C. , την οποία απέστειλε στον πραγματογνώμονα της εναγομένης (J.P. A. ), όπως επίσης δεν αμφισβητεί, ότι, παρά τις προσπάθειες της ιταλικής αστυνομίας δεν βρέθηκαν τα εμπορεύματα, παρά μόνον το ως άνω εγκαταλειφθέν φορτηγό, το οποίο και αποδόθηκε στη μεταφορική εταιρεία. Παρά ταύτα, η εναγομένη με την από 18-3-1997 επιστολή της προς την ενάγουσα, αρνήθηκε να καταβάλει την συμφωνηθείσα ασφαλιστική αποζημίωση.

Με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποστήριξε, ότι δεν συντρέχει υποχρέωσή της για καταβολή του ασφαλίσματος, επειδή: α) δεν εκλάπησαν τα μεταφερόμενα με το ως άνω φορτηγό είδη ένδυσης, αλλά διαφορετικό -μη ασφαλισμένο εμπόρευμα και συγκεκριμένα ημιτελή είδη υποδηματοποιίας, ισχυρισμό που θεμελιώνει στην ενώπιον της ιταλικής αστυνομίας κατάθεση του μεταφορέα οδηγού του φορτηγού, σύμφωνα με την οποία, το κλαπέν εμπόρευμα αφορούσε το πιο πάνω είδος (υποδηματοποιίας), άλλως, επειδή β) δεν μεταφέρονταν η ασφαλισθείσα ποσότητα ενδυμάτων, αλλά πολύ μικρότερη αυτής, αφού δεν ήταν εφικτό να στοιβαχτεί στο συγκεκριμένο φορτηγό το φερόμενο ως συσκευασθέν σε 1026 χαρτοκιβώτια εμπόρευμα ετοίμων ενδυμάτων.

Και είναι μεν αναμφισβήτητο από τους διαδίκους γεγονός, ότι κατά τη φόρτωση των πωληθέντων εμπορευμάτων στο προαναφερθέν φορτηγό δεν ήταν παρών, κάποιος εκπρόσωπος της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας ώστε να διαπιστώσει το είδος, την ποσότητα και την αξία τους, πλην όμως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η βασιμότητα των ως άνω ισχυρισμών της εναγομένης....Περαιτέρω αποδεικνύεται η αβασιμότητα και του δεύτερου των ως άνω ισχυρισμών της εναγόμενης ασφαλιστικής, αφού....προκύπτει αφενός ότι όλα τα πωληθέντα εμπορεύματα, που αφορούν κατά το πλείστον καλοκαιρινά ενδύματα (κοστούμια, παντελόνια, βερμούδες, πουκάμισα, μπλουζάκια, γραβάτες κλπ) τοποθετήθηκαν συμπιεσμένα, ανάλογα με το μέγεθος τους, στα διαφόρων διαστάσεων 1026 χαρτοκιβώτια με τη ζελατίνα τους, χωρίς δηλαδή το κουτί συσκευασίας καθενός, αυτά δε (τα 1026 χαρτοκιβώτια) κατά τη φόρτωση τους στην έχουσα 80 κυβ.

μέτρα ωφέλιμο χώρο φόρτωσης επικαθήμενη ρυμούλκα του φορτηγού, κατέλαβαν, συνυπολογιζομένου και του παραμένοντος ανάμεσα στα χαρτοκιβώτια κενού χώρου, συνολικό όγκο 72-74 κυβικών μέτρων. Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη....ότι δηλαδή, αφενός τα 1026 χαρτοκιβώτια δεν επαρκούσαν για τη συσκευασία των πωληθέντων εμπορευμάτων και αφετέρου, ο ωφέλιμος όγκος φόρτωσης της ρυμούλκας δεν επαρκούσε για να στοιβαχτούν τα 1026 χαρτοκιβώτια και επομένως, κατά τους ισχυρισμούς της, εκλάπησαν μικρότερες ποσότητες ενδυμάτων από τις δηλωθείσες και ασφαλισθείσες, δεν κρίνονται πειστικά, αφού προεχόντως δεν προκύπτει αν η γενόμενη από τον πραγματογνώμονα της εναγομένης ογκομέτρηση των ενδυμάτων και ακολούθως των χαρτοκιβωτίων έγινε αφαιρεθείσας ή μη της ατομικής συσκευασίας καθενός.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα....προκύπτει ότι πρόκειται για ενδύματα που είχε προμηθευτεί η ενάγουσα, κυρίως από πόλεις χωρών της ΝΑ Ασίας (νέο Δελχί, Χονγκ-Κονγκ, Σεούλ, Σιγκαπούρη) και μικρές ποσότητες από Ευρωπαϊκές χώρες (Πολωνία, Ιταλία, Γερμανία) κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, ήτοι από το έτος 1986 μέχρι και το 1993, πλην επτά τιμολογίων που αφορούν προμήθειες κυρίως υφασμάτων και από ελληνικές εταιρείες που έλαβαν χώρα εντός του 1995.

Η ενάγουσα, δεν αρνείται ότι τα πωληθέντα και ασφαλισθέντα ενδύματα ταυτίζονται με αυτά που περιλαμβάνονται στα παραστατικά κτήσης που αναφέρονται στην ως άνω συμπληρωματική έκθεση του πραγματογνώμονα της εναγομένης, τα οποία (παραστατικά) η ίδια, εξάλλου, έθεσε υπόψη κατά τον διενεργήσαντα στο λογιστήριο της έλεγχο;

καθώς επίσης δεν αμφισβητεί, ότι η αξία τους, κατά το χρόνο κτήσης τους, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 160.000.000 δραχμών. Εξάλλου, από τα παραπάνω παραστατικά σε συνδυασμό και με τα προσκομιζόμενα από 31-12-1995 τιμολόγια πώλησης τους προς την ιταλική εταιρεία προκύπτει ότι τα πωληθέντα αφορούν μέρος των ως άνω "ανώνυμων" ενδυμάτων, ότι πωλήθηκαν και μεμονωμένα ενδύματα (1 τεμάχιο) συγκεκριμένου κωδικού καθώς επίσης και μικρές ποσότητες από το ίδιο είδος - κωδικό.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για πώληση ενδυμάτων stock, δηλαδή "υπόλοιπα" ενδυμάτων παρελθούσας μόδας, αφού είχαν "σπασμένους" κωδικούς και βρίσκονταν στις αποθήκες της ενάγουσας αδιάθετα από το 1986 (και εντεύθεν) που η τελευταία τα προμηθεύτηκε, με συνέπεια να έχουν απολέσει την εμπορευσιμότητα τους, η οποία πλέον περιορίζεται σε είδος stock, αντί εξαιρετικά μικρής τιμής, κατά πολύ χαμηλότερης της αξίας που είχαν κατά το χρόνο κτήσης τους, η οποία υπολογίζεται ότι ανέρχεται σε 20.000.000 δραχμές, ποσό το οποίο εξάλλου δήλωσε και ο οδηγός του φορτηγού ως αξία του κλαπέντος εμπορεύματος στην από 05-01-1996 κατάθεση του ενώπιον των αστυνομικών αρχών στο Μπάρι Ιταλίας.

Οι εκπρόσωποι της ενάγουσας εταιρείας, λόγω της πολυετούς ενασχόλησης τους με το εμπόριο ενδυμάτων, γνώριζαν ότι κατά το χρόνο πώλησης των ενδυμάτων προς την ιταλική εταιρεία είχε απαξιωθεί το συγκεκριμένο εμπόρευμα, αφού αποτελούσε είδος stock, και ότι η αξία του ανερχόταν στο ως άνω ποσό. Παρόλα αυτά, δήλωσαν ψευδώς στην εναγομένη ότι η αξία των πωληθέντων ενδυμάτων ανερχόταν σε 851.947 δολ.

ΗΠΑ (που τότε αντιστοιχούσαν σε 205.882.364 δραχμές) επιτυγχάνοντας έτσι ασφαλιστική κάλυψη ανώτερη της πραγματικής αξίας των ασφαλισμένων ενδυμάτων, με σκοπό, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, να ποριστούν κέρδος. Για να επιτύχει η ενάγουσα εταιρεία τον ως άνω σκοπό της, αποσιώπησε κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης ότι τα ασφαλιζόμενα ενδύματα αποτελούσαν εμπορεύματα stock μειωμένης αξίας, γεγονός που αν γνώριζε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν θα συναινούσε στην ασφάλιση τους, ή έστω δεν θα δεχόταν αυτήν με τους ίδιους όρους με τους οποίους καταρτίστηκε, τουλάχιστον ως προς το ύψος του ασφαλίσματος το οποίο θα συνομολογούσε στην πραγματική αξία των ασφαλισθέντων...Κατόπιν των ως άνω ουσιαστικών παραδοχών, αποδεικνύονται βάσιμοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης προεχόντως ο περί δόλιας υπερασφάλισης αφού η ενάγουσα εταιρεία κατά την κατάρτιση της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης δόλια δήλωσε ως αξία των ασφαλιζομένων εμπορευμάτων ποσό που υπερβαίνει την πραγματική τους αξία, σε κάθε περίπτωση λόγω αποσιώπησης τού ότι τα ασφαλισθέντα αποτελούν εμπορεύματα stock, γεγονός που αν είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη η τελευταία δεν θα είχε προβεί στην κατάρτισή της με τους ίδιους όρους, με συνέπεια να είναι άκυρη η ασφαλιστήρια σύμβαση.

Υπό τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση: Α) διέλαβε επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές διατάξεις και αιτιολογίες σχετικά με την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη υπερασφάλιση των ενδίκων εμπορευμάτων, οι οποίες στηρίζουν πλήρως το διατακτικό της. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι έβδομος και όγδοος αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αριθμ.17 και 19 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

X. Ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό εκτός δε των άλλων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, και μάλιστα κατά λέξη, ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχτηκε το δικαστήριο πως έχει το έγγραφο ώστε, από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, με εκείνο που φέρεται πως δέχθηκε η απόφαση, να είναι δυνατή η, από τον Άρειο Πάγο, κρίση για την ύπαρξη διαγνωστικού σφάλματος (ΑΠ 333/2011). Ακόμη, ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο που ισχυρίζεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί το περιεχόμενό του, διαφορετικό ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα εκθέτει, ότι, το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επίδικων τιμολογίων αφού, αν και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους, ούτε προσβλήθηκαν για πλαστότητα, παρά ταύτα, δεν τα δέχτηκε, ως ειλικρινή. Τούτο όμως είναι: α)εντελώς αόριστο, αφού ούτε ποια ακριβώς είναι τα τιμολόγιο που εννοεί η αναιρεσείουσα αναφέρονται, ούτε το περιεχόμενό τους, και μάλιστα κατά λέξη, παρατίθεται β)ο ισχυρισμός αυτής με την πιο πάνω διατύπωσή του, αναφέρεται στην ανέλεγκτη αναιρετικά (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) ουσιαστική κρίση του Εφετείου γ)σε κάθε περίπτωση ουδόλως προσκομίζονται τα σχετικά έγγραφα. Άρα και ο ένατος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ) η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21.11.2011 αίτηση της εταιρείς με την επωνυμία "BEST TOP ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ - ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" προς αναίρεση της 4106/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ