2211/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated2211/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2211 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2211/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε -Εισηγητή και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3 και 4. Χ4, από τους οποίους οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, οι δε 3ος και 4ος παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Θεόφιλος Παπαδόπουλος.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20-6-2003 δύο αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1379/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 22-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση για την ηθική βλάβη συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις, παρέχεται δε μόνον όταν συντρέχει το στοιχείο της υπαιτιότητας το οποίο και ρητώς μνημονεύεται στο άρθρο 59 ΑΚ. Κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Επίσης, σύμφωνα με την ΠΚ 361 § 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται...", με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται...", και με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται...".
Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.
Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.
Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.
Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.
Τέλος, κατά το άρθρο 367 § 1 ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ' και δ'). Δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς μετάδοση ειδήσεων και διατύπωση σχολίων και μάλιστα δια του τύπου, στα πλαίσια της ελευθερίας του λόγου και της εκφράσεως που καθιερώνεται από τα άρθρα 14 παρ. 1 του Συντάγματος και 10 παρ. 1 περίπτ. α και β της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ν.δ. 53/1974), έχουν και τα μέλη ενός κοινωνικού συνόλου, όταν οι ειδήσεις και τα σχόλια είναι σχετικά με την συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο.
Σύμφωνα, εξάλλου με την παράγραφο 2 του άρθρου 367, η ως άνω διάταξη της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως (ΠΚ 363), ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, η από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.
Οι διατάξεις δε αυτές του άρθρου 367 ΠΚ για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζονται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται, από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 § 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες μετά τις αρχαιρεσίες της 14-10-2000, είναι εκλεγμένα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΝΑΟΥΣΑΣ", πρόεδρος του οποίου (Διοικητικού Συμβουλίου) είναι ο ενάγων της δεύτερης αγωγής, Χ4, που κατέχει τη θέση αυτή από την 5-5-1998.
Το άρθρο 7 του καταστατικού του άνω Συνεταιρισμού προβλέπει ότι η εγγραφή μέλους του Συνεταιρισμού γίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου, το οποίο αποφασίζει για την αποδοχή ή όχι της αίτησης μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της και ότι σε περίπτωση απόρριψης αυτής ή μη λήψης αιτιολογημένης απόφασης εντός ενός μηνός, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει εγγράφως στην πρώτη τακτική Γενική Συνέλευση, η οποία αποφασίζει οριστικά.
Σύμφωνα με τα άρθρα 29 παρ. 2 του καταστατικού του, δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές και εκλογής στα όργανα του συνεταιρισμού έχουν όλα τα μέλη που έχουν εγγραφεί στο Συνεταιρισμό τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την οριζόμενη εκάστοτε ημερομηνία σύγκλησης της γενικής συνέλευσης, πλην όμως είναι επιτρεπτή η αποδοχή της αίτησης εγγραφής μετά την πρόσκληση για τη σύγκληση της γενικής συνέλευσης ή μέχρι την έναρξη των εργασιών της.
Ο εναγόμενος κατάγεται από αγροτική οικογένεια της ........ και η μητέρα του είναι μέλος του Συνεταιρισμού, ενώ ο ίδιος, αν και εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος, ασχολείται και με την καλλιέργεια των αγρών της οικογένειάς του, μέρος των οποίων κατέχει με χρησιδάνειο, ενώ ασχολείται ενεργά και με το συνεταιριστικό κίνημα.
Την ......., υπέβαλε έγγραφη αίτηση προς το αρμόδιο Διοικητικό Συμβούλιο για την εγγραφή του ως μέλος του Συνεταιρισμού, προτιθέμενος στη συνέχεια να υποβάλει υποψηφιότητα για την εκλογή του στα όργανα αυτού. Το Διοικητικό Συμβούλιο απέρριψε την αίτησή του, γεγονός για το οποίο δεν ενημερώθηκε, παρά μόνο προφορικά, την 13-5-2003, από τον εκτελούντα στο συνεταιρισμό καθήκοντα Διευθυντή, κ.
Γ1. Την ίδια ημέρα, με έγγραφη αίτηση του, ζήτησε να του χορηγηθεί αντίγραφο της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, ώστε να προσφύγει στην τακτική Γενική Συνέλευση του Συνεταιρισμού, που θα συνεδρίαζε το μήνα Μάιο. Και πάλι όμως, ο εναγόμενος ουδεμία απάντηση έλαβε εμπροθέσμως, με αποτέλεσμα να στερηθεί του δικαιώματος του προσφυγής στη Γενική Συνέλευση κατά της απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου, της τυχόν αποδοχής της αίτησης του για την εγγραφή του ως μέλος του Συνεταιρισμού, καθώς και του τυχόν δικαιώματος του περί συμμετοχής του στις εκλογές της .......
για την ανάδειξη των μελών στα όργανα του Συνεταιρισμού. Με αφορμή τη συμπεριφορά αυτή των εναγόντων, μελών τους πλειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου, και κυρίως του Προέδρου του, Χ4, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 25 εδ. α' , β' και γ' του ως άνω καταστατικού, είχε την αρμοδιότητα και ευθύνη να φροντίζει για την προώθηση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτού και την καλή λειτουργία των υπηρεσιών του, ο ενάγων συνέταξε και δημοσίευσε στη σελίδα ΕΙ του φύλλου της .......
της τοπικής εφημερίδας "......", που εκδίδεται στη ........., επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: "Η πλειοψηφία της παρούσας διοίκησης του Α. Σ. Νάουσας με αυταρχικές μεθόδους και χωρίς να λογαριάζει κανέναν, ούτε ακόμη και τις δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα, διοικεί το Συνεταιρισμό και κρατάει τους αγρότες ανενημέρωτους για πάμπολα θέματα.
Η σημερινή διοίκηση το μόνο που βλέπει, είναι το Συνεταιρισμό ως επιχείρηση εξυπηρέτησης κάποιων προσωπικών συμφερόντων και φιλοδοξιών και τίποτα παραπάνω. Όταν λέμε σημερινή διοίκηση, εννοούμε τον εξής ένα, τον Πρόεδρο, άνθρωπο που το διακρίνουν τα εξής χαρακτηριστικά: 1) Αδιαφάνεια. Π.χ. ανάθεση χωρίς διαγωνισμό για τελάρα, θήκες κ.λ.π., χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν, ούτε καν στην ομάδα του, πολύ περισσότερο στην υπόλοιπη διοίκηση. 2) Η αλαζονεία.
Ότι, αυτός και μόνο είναι το Α και το Ω του Συν/σμού και ότι χωρίς αυτόν ο Συν/σμός θα είχε διαλυθεί χωρίς ποτέ να ευχαριστήσει για το έργο τους υπαλλήλους, οι οποίοι διακατέχονται μονίμως από το φόβο απόλυσης, αρκεί ν' αναφέρω την αρχική απόφαση της πλειοψηφίας του Δ.Σ. μετά τον παγετό της 7-4-2003, για αποχώρηση όσων υπαλλήλων ήθελαν με καταβολή της αποζημιώσεως τους, δηλαδή στην ουσία για αναγκαστική απόλυση τους ή για αναγκαστική άδεια άνευ αποδοχών ενός έτους.
Απόφαση της στιγμής και προς εκφοβισμό των υπαλλήλων, την οποία και ανακάλεσε σε λίγες ημέρες. Επίσης, ο εξαναγκασμός σε αναγκαστική παραίτηση του Διευθυντή, στην ουσία η απόλυση του. Και για να θυμηθούμε παλιότερες καταστάσεις, η εκδίωξη του επί 18 χρόνια νομικού συμβούλου και η αντικατάσταση του με νομικό σύμβουλο από τη .........
Η παράνομη εκδίωξη μέλους της Διοίκησης, καθώς και η παράνομη άρνηση της επαναφοράς του στο Δ. Σ., παρότι δικαιώθηκε στα δικαστήρια. 3) Αυταρχισμός. Η συμπεριφορά αυτή του αυταρχισμού για πολλούς από εμάς δηλώνει ότι κάτι έχει να κρύψει. Προσπαθεί να περιχαρακώσει τη θέση του με το να γράφει νέα μέλη ή να διαγράφει όποια αυτός θέλει και όποτε θέλει.
Στην αίτηση που κατέθεσα για εγγραφή μου στο Συνεταιρισμό στις ...... δεν έλαβα απάντηση για τη μη εγγραφή μου και γι' αυτό επανήλθα με νέα αίτηση μου ζητώντας να μάθω τους λόγους. Επειδή συμβαίνει για πρώτη φορά στη μακροχρόνια πορεία του Συν/σμού να απορρίπτεται εγγραφή νέου μέλους και επειδή δεν περιμένω πειστική και λογική απάντηση, γι' αυτό και κοινοποιώ το γεγονός προς γνώση όλων των μελών που βρίσκονται στο "έλεός" του, αφού ενεργεί με γνώμονα το προσωπικό του συμφέρον και την κενή φιλοδοξία του στη θέση του Προέδρου.
Πιστεύω ότι ο Συν/σμός αποτελεί βασικό δημοκρατικό κύτταρο της κοινωνίας και πρέπει να καλύπτει και να συσπειρώνει στις τάξεις του όλους όσους ασχολούνται με την αγροτική παραγωγή. Χρειάζεται λοιπόν, συνεχής περιφρούρηση και αγώνας για να μη γίνεται ο κάθε συνεταιρισμός "μαγαζί" του εκάστοτε προέδρου".
Στην αρχή του δημοσιεύματος και ειδικότερα στις δύο πρώτες προτάσεις του, ο συντάκτης του εκφράζει δυσμενείς κρίσεις και σχόλια, διατυπωμένα με τρόπο καυστικό, με τα οποία ασκεί οξεία κριτική για τον τρόπο διοίκησης του Συνεταιρισμού από τα μέλη της πλειοψηφίας του Δ.Σ., χωρίς όμως να συνδέει τις κρίσεις και τα σχόλια του με συγκεκριμένα γεγονότα.
Ακολούθως όμως, στην τρίτη πρόταση του δημοσιεύματος ο τελευταίος διευκρινίζει ότι, όταν αναφέρεται στη σημερινή διοίκηση, εννοεί τον εξής ένα, τον Πρόεδρο, τον οποίο διακρίνουν χαρακτηριστικά, όπως η αδιαφάνεια, η αλαζονεία και ο αυταρχισμός, τα οποία εν συνεχεία εξειδικεύει με την αναφορά συγκεκριμένων γεγονότων, που θεμελιώνουν, κατά την άποψη του συντάκτη, τους αποδιδόμενους στον Πρόεδρο χαρακτηρισμούς.
Από όλη δε τη δομή και το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, δεν καταφαίνεται πρόθεση προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων της πρώτης αγωγής και μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, καθόσον τα αναφερόμενα σε αυτό γεγονότα συγκεκριμενοποιούνται στο πρόσωπο του Προέδρου του. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, δεν υπάρχει ισχυρισμός ή διάδοση ψευδούς γεγονότος σε βάρος των ως άνω εναγόντων ή έκφραση γνώμης, κρίσης και χαρακτηρισμού, που σχετίζεται με το γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη τους και δεν καταφαίνεται πρόθεση προσβολής αυτών των εναγόντων δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του εναγομένου, κατά τα άρθρα 57, 59, 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με 362, 363 ΠΚ.
Ευθύνη του εναγομένου έναντι των ίδιων εναγόντων δεν συντρέχει, ούτε κατά τη διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, δεδομένου ότι η διάδοση δια του τύπου κρίσεων σχετικά με τους ενάγοντες μέλη του ΔΣ του Συνεταιρισμού, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις" κατά την έννοια της διάταξης αυτής. Κατ' ακολουθίαν αυτών το Δικαστήριο έκρινε ότι οι διάδικοι αυτοί δεν δικαιούνται αποζημίωση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί και ότι η αγωγή τους είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι ορισμένα από τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο εναγόμενος, τα οποία συνδέονται άμεσα με τους προαναφερόμενες αξιολογικές του κρίσεις, που αναφέρονται στην αρχή της επιστολής του και αφορούν τον ενάγοντα της δεύτερης αγωγής και Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, είναι αληθινά.
Συγκεκριμένα, είναι αληθινά τα γεγονότα που αναφέρονται: α) στον εξαναγκασμό σε παραίτηση του Διευθυντή του Συνεταιρισμού, Γ2, και στην ουσία στην αναγκαστική απόλυση του από τον ενάγοντα, β) στην εκδίωξη του επί δεκαοκτώ χρόνια νομικού συμβούλου του Συνεταιρισμού, Γεωργίου Σιούγγαρη, και στην αντικατάσταση του με νομικό σύμβουλο από τη ......, και τέλος γ) στην παράνομη εκδίωξη μέλους της Διοίκησης (Γ3) και στην παράνομη άρνηση της επαναφοράς του στο Διοικητικό Συμβούλιο, παρότι δικαιώθηκε από τα δικαστήρια.
Ειδικότερα, όσον αφορά στον εξαναγκασμό σε παραίτηση και στην ουσία αναγκαστική απόλυση του Διευθυντή του Συνεταιρισμού, οι σχέσεις του επί 25ετίας Διευθυντή με τα μέλη της πλειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου και ιδιαίτερα με τον ενάγοντα Πρόεδρο, ήταν τόσο τεταμένες και υπήρχε τέτοια σκληρή αντιπαράθεση μεταξύ τους ήδη από το έτος 2001, ώστε να δημοσιεύονται ακόμη και στον τοπικό τύπο ειδήσεις για βάσιμη απόλυση του.
Ο ενάγων Πρόεδρος σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου έθεσε βέτο για την παραμονή του Γ2 στο Συνεταιρισμό, λέγοντας "ή αυτός ή εγώ", στο οποίο ο τελευταίος ανταπαντά ότι "είχαν αποφασίσει να πάω στο σπίτι μου, το ή αυτός ή εγώ δεν είναι σύσταση. Ο Χ1 (μέλος τους πλειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου) με βαθμολογεί, με άριστα το δέκα, με τρία".
Στη συνεδρίαση της 10-4-2003 ο ενάγων επανέφερε το θέμα, λέγοντας: "Θέλω να βάλω εγώ ένα θέμα σχετικό με το Διευθυντή. Συνέβησαν κάποια πράγματα και χάθηκε η αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του... είμαστε εκτεθειμένοι με τη λειτουργία του Διευθυντή... πιστεύω ότι δεν παίζει το ρόλο του Διευθυντή, αλλά οποιοδήποτε άλλο ρόλο.
Και αυτό γιατί θεωρώ ότι δεν νοιώθει καμία ευθύνη για ό,τι συμβαίνει και δεν ξέρω αν γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα στην επιχείρηση", στο τέλος δε της συζήτησης του θέματος ο ενάγων απευθυνόμενος στο Γ2, του λέει "Είσαι ψεύτης! Ψεύδεσαι, ασυστόλως και πρέπει να ντρέπεσαι γι' αυτά που λες!". Ακολούθως, πέντε ημέρες μετά, με την υπ' αριθμ. ........
απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, αποφασίστηκε κατά πλειοψηφία η καταγγελία και λύση της σύμβασης εργασίας του Διευθυντή. Ο ενάγων Πρόεδρος, κατά τη συζήτηση, αφού έλαβε το λόγο, είπε: "Έγινε μια συζήτηση με το Διευθυντή μετά το τελευταίο Δ.Σ., παρουσία του Προέδρου της Διαχειριστικής Επιτροπής και του νομικού, στην οποία ο Διευθυντής ζήτησε να αποχωρήσει, με την προϋπόθεση να πάρει τη νόμιμη αποζημίωση με βάση τα χρόνια εργασίας του...
Εγώ και η Δ.Ε. κάνουμε αποδεκτή την πρόταση του... Πρέπει να το αποφασίσουμε για το καλό του Συνεταιρισμού και του Διευθυντή, προκειμένου να υπάρξει νέα ισορροπία που διαταράχθηκε... Να λύσουμε τη σύμβαση κοινή συναινέσει και ο Γ2 να πάρει τη σύνταξη του και αν μπορέσουμε να διατηρήσουμε και καλές σχέσεις θα είναι καλά δεν υπάρχουν προσωπικά".
Ακολούθως, το λόγο έλαβε ο Γ2 και είπε: "Ζήσατε μια κατάσταση. Το κλίμα πιεστικό, έχω προβλήματα υγείας και μ' αυτή την κατάσταση... πήρα την απόφαση βασικά για λόγους υγείας. Το κλίμα δεν ήταν καλό και μετά την κρίση που κάνανε..". Στη συνέχεια τοποθετήθηκε ο .......... λέγοντας: "Έτσι, μιλάμε για απόλυση, ο εργαζόμενος παίρνει το 100% της αποζημίωσης.
Εξαναγκάζεται ο Διευθυντής να δεχθεί την απόλυση του από πλευράς Συνεταιρισμού, θεωρώ ότι έτσι βλάπτονται τα συμφέροντα του Συνεταιρισμού και δεν συμφωνώ". Την ίδια άποψη είχαν και τα άλλα δύο μέλη της μειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου και τελικά η απόφαση για καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του Διευθυντή λήφθηκε με πλειοψηφία 4-3.
Από τα παραπάνω δε προκύπτει ότι ο τελευταίος πράγματι "αναγκάστηκε σε παραίτηση, λόγω των κακών σχέσεων που διατηρούσε με τα μέλη της πλειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου και ειδικά με τον Πρόεδρο, που έθεσε και πρώτος το θέμα, και ότι οι λόγοι υγείας που επικαλέστηκε ήταν απλώς η πρόφαση, πίσω από την οποία κρύβεται η πικρία του για τον τρόπο αντιμετώπισης του από τους τελευταίους.
Από το έτος 1983 και συνεχώς επί δεκαοχτώ έτη, νομικός σύμβουλος του Συνεταιρισμού υπήρξε ο δικηγόρος Γεώργιος Σιούγγαρης, κάτοικος ........ Την 29-1-2001, χωρίς να έχει υποβληθεί προηγούμενο παράπονο γι' αυτόν ούτε προηγούμενη ενημέρωση του, η πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου αποφάσισε τη διακοπή της συνεργασίας τους.
Σύμφωνα με σχετική εντολή του ενάγοντος Προέδρου, η απόφαση αυτή ανακοινώθηκε στον ως άνω δικηγόρο τηλεφωνικώς από τον τότε Διευθυντή Γ2, στον οποίο μάλιστα ο ενάγων δεν επέτρεψε να εκθέσει τους λόγους της αποπομπής του δικηγόρου. Ο τελευταίος, αν και υπέβαλε σχετικό αίτημα, με τις από ...... και ....... επιστολές του προς το Διοικητικό Συμβούλιο, ουδεμία έγγραφη απάντηση ή αντίγραφο της ανωτέρω απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου έλαβε μέχρι σήμερα.
Περαιτέρω το Δικαστήριο αναφορικά με το γεγονός της παράνομης εκδίωξης μέλους της διοίκησης και της παράνομης άρνησης της επαναφοράς του στο Διοικητικό Συμβούλιο, παρότι δικαιώθηκε από τα δικαστήρια, δέχθηκε τα εξής: Ο Γ3 ήταν μέλος του Συνεταιρισμού από το 1995. Σε διάφορα φύλλα τοπικών εφημερίδων δημοσίευσε επιστολές του, με τις οποίες εξέφραζε τις απόψεις του και τα παράπονα του προς τη διοίκηση του Συνεταιρισμού.
Η πλειοψηφία της διοίκησης έκρινε ότι με τα δημοσιεύματα αυτά, τούτος έβλαπτε από πρόθεση τα συμφέροντα του Συνεταιρισμού και με την υπ' αριθμ. ........ απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που επικυρώθηκε από τη Γενική Συνέλευση της ........, τον διέγραψε από τα μητρώα των μελών του. Η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης κηρύχθηκε άκυρη με την υπ' αριθμ.
Ι 68/ΤΜ/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, διότι λήφθηκε χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Ακολούθως, κατά τις αρχαιρεσίες της 15-10-2000, ο Γ3 εκλέχθηκε σύμβουλος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συνεταιρισμού. Με αφορμή δύο νεότερες επιστολές του ιδίου, η πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου επανέφερε στη Γενική Συνέλευση το θέμα και των παλιών επιστολών και ζήτησε εκ νέου τη διαγραφή του για τους ίδιους λόγους.
Η Γενική Συνέλευση με την από 9-4-2001 απόφαση της τον διέγραψε, πλην όμως η απόφαση κηρύχθηκε άκυρη με την υπ' αριθμ. 147/ΕΜ/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που εκδόθηκε ύστερα από αίτησή του. Η Πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε με την υπ' αριθμ. 1541/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ύστερα από έφεση του Συνεταιρισμού.
Το Εφετείο περαιτέρω, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία, δέχθηκε την αίτηση και ακύρωσε την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Μολονότι η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα, ο ενάγων αρνήθηκε να συμμορφωθεί με αυτήν ως προς το σκέλος της επαναφοράς του στο Διοικητικό Συμβούλιο, επανεγγράφοντάς τον μόνο ως μέλος του Συνεταιρισμού, για δε την παράλειψη του αυτή έχει ασκηθεί σε βάρος του και κατά των υπολοίπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ποινική δίωξη για παράβαση καθήκοντος.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι είναι αληθινό και το γεγονός ότι, μετά τον παγετό της 7-4-2003, τέθηκε θέμα εκ μέρους του ενάγοντος Χ4, για την αναγκαστική απόλυση ή αναγκαστική άδεια άνευ αποδοχών ενός έτους όσων υπαλλήλων θα συναινούσαν σε αυτό, για την αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης που δημιουργήθηκε εξαιτίας του παγετού, το οποίο αναφέρει ο εναγόμενος στην άνω επιστολή του μαζί με τα προαναφερόμενα αληθή επίσης περιστατικά για να θεμελιώσει την κρίση του ότι ο ενάγων επιδεικνύει αλαζονεία στην άσκηση των καθηκόντων του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου.
Συγκεκριμένα: Τα ξημερώματα της 8-4-2003, μετά τη χιονόπτωση της προηγούμενης ημέρας, επήλθε μεγάλος παγετός στο Νομό Ημαθίας. Το ίδιο βράδυ, ο ενάγων συγκάλεσε άτυπα το Διοικητικό Συμβούλιο για την αντιμετώπιση του προβλήματος της μειωμένης παραγωγής ροδάκινων και πρότεινε να ζητήσουν είτε την αποχώρηση όσων υπαλλήλων ήθελαν με καταβολή της ανάλογης με τα έτη υπηρεσίας αποζημίωσης τους, είτε τη λήψη, από όσους υπαλλήλους το επιθυμούσαν, άδειας άνευ αποδοχών για διάστημα ενός έτους.
Αυτομάτως, δημιουργήθηκε θόρυβος και ανησυχία μεταξύ των εργαζομένων που το πληροφορήθηκαν, δεδομένου ότι, πριν ακόμη επιληφθούν οι αρμόδιοι γεωπόνοι του Ε.Λ.Γ.Α. για τη διαπίστωση του βαθμού καταστροφής της αγροτικής παραγωγής και προταθούν μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης, ο Πρόεδρος συγκάλεσε το Διοικητικό Συμβούλιο με μόνο θέμα το εργασιακό μέλλον των υπαλλήλων που απασχολούνταν στο Συνεταιρισμό.
Οι προτάσεις του αυτές διατυπώθηκαν και επίσημα στην από ....... συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου, όπου συμφωνήθηκε να μεταφερθούν οι προτάσεις στους εργαζόμενους, ώστε να διατυπώσουν τις απόψεις τους. Οι εργαζόμενοι ομόφωνα απάντησαν ότι κανείς από αυτούς δεν θα δεχθεί τις προτάσεις της διοίκησης και ζήτησαν να ανασταλεί κάθε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, που να τους αφορά.
Τελικώς, οι προτάσεις του ενάγοντος δεν εφαρμόστηκαν, γιατί, προέκυψε ότι η ζημία που προκλήθηκε από τον παγετό ήταν μικρότερη από αυτήν που εκτιμήθηκε αρχικά και τη χρονιά εκείνη ο Συνεταιρισμός κατάφερε όχι μόνο να καλύψει τα λειτουργικά του έξοδα αλλά και να δημιουργήσει αποθεματικό στα ταμείο του ύψους 220.000.000 δραχμών, παρά τη δύσκολη οικονομική συγκυρία.
Ωστόσο οι υπάλληλοι του Συνεταιρισμού διακατέχονταν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την επομένη της ημέρας του παγετού μέχρι τις αρχές Μαΐου 2003 από το φόβο απόλυσης "εξαιτίας των προαναφερόμενων βιαστικών και πρόωρων επιλογών του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου", ενόψει και του ότι είχε προηγηθεί η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του Διευθυντή, Γ2.
Τη βιασύνη αυτήν θέλησε να στηλιτεύσει ο εναγόμενος, διατυπώνοντας με υπερβολικό τρόπο το σχετικό ισχυρισμό του. Όσον αφορά εξάλλου, τις αξιολογικές κρίσεις του εναγομένου ότι τον ενάγοντα διακρίνουν και τα χαρακτηριστικά: α) του αυταρχισμού, διότι, κατά τη γνώμη του, προσπαθεί να περιχαρακώσει τη θέση του, αναφέροντας ως παράδειγμα ότι γράφει νέα μέλη ή διαγράφει όποια αυτός θέλει και όποτε θέλει, και β) της αδιαφάνειας, γιατί επί παραδείγματι, αναθέτει σε τρίτους τις προμήθειες για τελάρα θήκες κ.λ.π., χωρίς διαγωνισμό και χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν, ούτε καν στην ομάδα του, πολύ περισσότερο στην υπόλοιπη διοίκηση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής:
Ο χαρακτηρισμός του αυταρχικού συνδέεται άμεσα με το γεγονός της άρνησης του Προέδρου να εγγράψει τον εναγόμενο ως μέλος του Συνεταιρισμού και μάλιστα, χωρίς να ανακοινωθεί στον τελευταίο η αιτιολογία του αποκλεισμού του το οποίο αποδείχθηκε αληθές. Μάλιστα, η αίτηση του για να εγγραφεί ως μέλος απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι αυτός δεν ήταν κατά κύριο επάγγελμα αγρότης.
Το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού του Συνεταιρισμού ορίζει ότι μέλη του μπορεί να γίνουν ενήλικα φυσικά πρόσωπα, τα οποία είναι δημότες του Δήμου Νάουσας, συμπεριλαμβανομένων και των Δημοτικών Διαμερισμάτων του Δήμου, και είναι κάτοχοι ή μισθωτές εκμεταλλεύσεων σε οποιοδήποτε κλάδο της αγροτικής οικονομίας, οπουδήποτε κι αν βρίσκονται οι εκμεταλλεύσεις τους, στις οποίες απασχολούνται κατά κύριο λόγο και ο κλάδος τους προβλέπεται από τον καταστατικό του Συνεταιρισμού.
Τα μέλη της μειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου αντέδρασαν στην απόρριψη της αίτησης του εναγομένου, καταγγέλλοντας συνάμα τον Πρόεδρο και τα μέλη της πλειοψηφίας, για την ύπαρξη σκοπιμότητας ως προς την απόρριψη, δεδομένου ότι το καταστατικό δεν ομιλεί για αγρότες κατά "κύριο επάγγελμα", αλλά για κατά "κύριο λόγο" απασχόληση με αγροτικές εκμεταλλεύσεις και ότι πρώτη φορά γίνεται τέτοια ερμηνεία του όρου αυτού, ενώ στο παρελθόν έχουν γίνει δεκτές οι αιτήσεις άλλων δημοσίων υπαλλήλων για την εγγραφή τους ως μελών, οι οποίοι παραμένουν μέχρι σήμερα στο Συνεταιρισμό, χωρίς ποτέ ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου να κινήσει τις διαδικασίες διαγραφής τους, για το λόγο ότι επήλθε στο πρόσωπο τους το σχετικό κώλυμα εγγραφής.
Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, το γεγονός που ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι διενεργήθηκαν προμήθειες υλικών χωρίς διαγωνισμό, αποδείχθηκε αναληθές, δεδομένου ότι, οι προμήθειες αυτές γίνονταν με διαγωνισμό, πλην όμως άλλαξε ο τρόπος διενέργειάς του. Ο νόμος και το καταστατικό του Συνεταιρισμού δεν ορίζουν ειδικά τον τρόπο διενέργειας των διαγωνισμών για την προμήθεια υλικών.
Λόγω όμως της αυτονόητης αναγκαιότητας για την ύπαρξη διαφάνειας στην προμήθεια των υλικών, η αξία των οποίων είναι ιδιαίτερα μεγάλη, η διαδικασία που ακολουθούνταν μέχρι το έτος 2000 είχε ως εξής: α) Οι διακηρύξεις για τις προμήθειες δημοσιεύονταν στον τύπο. β) Οι έγγραφες προσφορές ανοίγονταν ενώπιον όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και μονογράφονταν από όλα τα μέλη του και γ) Οι αποφάσεις λαμβάνονταν από το Διοικητικό Συμβούλιο και μόνον.
Ο ενάγων Πρόεδρος από το έτος 2000 έπαυσε να προβαίνει σε γραπτές και δια του τύπου διακηρύξεις - ανακοινώσεις για τις προμήθειες των υλικών και καθιέρωσε τους "περιπατητικούς" διαγωνισμούς, κατά τους οποίους αντίθετο σε μια τριμελή επιτροπή να επισκεφτεί τους εν δυνάμει προμηθευτές και να λάβει τις προσφορές τους.
Κατάργησε δε την αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου για την έρευνα και τον έλεγχο των προσφορών αυτών και την ανέθεσε σε τριμελή διαχειριστική επιτροπή, η οποία αποτελούνταν από τα άλλα τρία μέλη της πλειοψηφίας του Διοικητικού Συμβουλίου, δηλαδή τους Χ1, Χ3 και Χ2, παρά την αντίδραση των λοιπών συμβούλων του Διοικητικού Συμβουλίου, που εισηγήθηκαν ότι, για λόγους διαφάνειας, πρέπει να συμμετέχει στην επιτροπή αυτή και ένας σύμβουλος της μειοψηφίας.
Η τελική επιλογή για την προμήθεια των υλικών ανήκε στο εξής στη διαχειριστική αυτή επιτροπή, η οποία αξιολογούσε τις προσφορές, σε κάθε περίπτωση όμως, το Διοικητικό Συμβούλιο μπορούσε εκ των υστέρων να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε και αξιολόγησε τις προσφορές η εν λόγω επιτροπή". Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναληθείας του παραπάνω γεγονότος που ισχυρίστηκε και ότι είχε πρόθεση αναφέροντας το γεγονός αυτό να θίξει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος Προέδρου του Συνεταιρισμού, δεδομένου ότι η μη δημοσίευση στον τύπο των διακηρύξεων των ανωτέρω διαγωνισμών, σε συνδυασμό με προηγούμενες δημοσιεύσεις στον τοπικό τύπο καταγγελιών από μέλη του Συνεταιρισμού για τη διενέργεια προμηθειών χωρίς διαγωνισμό, ευλόγως του δημιούργησαν την πεποίθηση ότι το παραπάνω γεγονός ήταν αληθές και δεν μπορεί ν' αποδοθεί στον εναγόμενο υπαίτια (από αμέλεια) άγνοια της αλήθειας αυτού, όπως απαιτεί το άρθρο 920 ΑΚ.
Μάλιστα, μετά το επίδικο δημοσίευμα, επανήλθε, με πρωτοβουλία και εισήγηση του ενάγοντος Προέδρου, το παλαιό σύστημα διενέργειας του διαγωνισμού, με διακήρυξη μέσω του τύπου, για κάθε είδους υλικά συσκευασίας. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι ο εναγόμενος δεν ισχυρίστηκε για τον ενάγοντα ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναλήθειας, και επομένως, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η άδικη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Η αναφορά δε των περιστατικών αυτών, που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του ενάγοντος ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Αγροτικού Συνεταιρισμού Νάουσας, για τον οποίο ενδιαφέρεται ο αγροτικός κόσμος της ομώνυμης πόλης, ήταν επιτρεπτή, καθόσον ανάγεται στην πληροφόρηση, ενημέρωση του κοινού, στην οποία αποσκοπούσε και ο εναγόμενος, που προέβη στην πιο πάνω εκδήλωση από δικαιολογημένο ενδιαφέρον.
Ο ενάγων δε, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού, είναι ιδιαίτερα προβεβλημένο πρόσωπο στην πόλης της ......., καθώς ορίζει την τύχη χιλίων αγροτών της πόλης, μελών του Συνεταιρισμού και των οικογενειών τους, ο ίδιος μάλιστα επιδιώκει την προβολή του από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αφού συχνά εκθέτει τις απόψεις του για τα αγροτικά θέματα στον έγγραφο και ραδιοφωνικό τύπο τους πόλης, και ως εκ τούτου, το αξίωμα του ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο των κατοίκων της περιοχής.
Περαιτέρω δέχθηκε ότι από όλο το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, δεν μπορεί να συναχθεί σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής του, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού, αφού ανεξάρτητα από τις υπερβολές που περιέχει το δημοσίευμα η οξεία κριτική και οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος αποτελούν απλώς αξιολογικές κρίσεις, που δεν υπερέβησαν το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο για την απόδοση της σκέψης του προς πληροφόρηση του αναγνωστικού κοινού.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω παραδοχών και σκέψεων το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί ζητούσαν, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, την ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους, που επήλθε με δυσφημιστικό δημοσίευμα του αναιρεσίβλητου, δεχόμενο ότι είναι βάσιμη κατ' ουσίαν η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση του άρθρου 367 παρ. 1 γ ΠΚ.
περί άρσεως του άδικου λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος. Με την κρίση του δε αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεως των άρθρων 57-59, 330. 914, 920, 932 ΑΚ, 361-363, 367 ΠΚ, 14 παρ. 1 του Συντάγματος και 10 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης (ν.δ. 53/1974), ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους ως άνω κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου λόγοι της αναιρέσεως που αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 2- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για την ανεύρεση, επί τη βάσει αυτών, της αληθούς εννοίας κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς. Από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως προς εκείνη του άρθρου 118 αριθμ. 4 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει αφενός μεν να προσδιορίζονται τα επικαλούμενα διδάγματα, αφετέρου δε να εκτίθεται η δοθείσα από το δικαστή της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα, τα οποία είτε πλημμελώς χρησιμοποίησε, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το δικαστήριο. Τα στοιχεία όμως αυτά δεν διαλαμβάνει ο δέκατος έβδομος λόγος αναιρέσεως, στο τρίτο μέρος του οποίου (17.3) γίνεται αορίστως η επίκληση παραβιάσεως διδαγμάτων κοινής πείρας, κατά την εξειδίκευση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της έννοιας της προσωπικότητας, και επομένως πρέπει, κατά το μέρος του αυτό, να απορριφθεί ως αόριστος.
3- Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει την μη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν προταθεί οπό εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως και όχι από τον αντίδικο του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως έννομο συμφέρον. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος ο όγδοος λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, με το οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμών που πρόβαλε ο αναιρεσίβλητος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.7.2006 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της 11379/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ