Greek Supreme Court remands appeal case for new substantive trial due to procedural separation requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision and remanded the case for a new substantive trial. The parties argued for a combined hearing of the appeal and the merits, but the Court held that such a procedure violates procedural rules. Consequently, the Court ordered a fresh hearing to ensure proper examination of the case's substance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 581, 582 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must conduct a new substantive trial after a second appeal, requiring a separate hearing from the appeal proceedings to comply with procedural mandates.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2210 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2210/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Λουκία Βαρελά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1 Ά. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητέρας του Ε. χας Θ. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ και 2.Θ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητέρας του Ε. χας Θ. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αχιλλέα Μαυρομάτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Σεπτεμβρίου 2000 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33315/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1448/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1446/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την απόφαση του Εφετείου (1448/2004) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την 2595/2008 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την 18 Μαρτίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 2 Μαρτίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18.3.2009 αίτησης αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 2595/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 623 του ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ.1 του ΚΠολΔ η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο.
Είναι δε εκκαθαρισμένο το ποσό της απαίτησης και όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 653/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30 παραγρ. 1 του ν. 2789/2000, κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή από τόκους και καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών, ή, όπου δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο:
α) το τετραπλάσιο, εάν τα περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31-12-1985, β) το τριπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι την 15-4-1998. Σε κάθε περίπτωση στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού.
Κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, από της ισχύος του παρόντος νόμου δηλαδή από την 11-2-2000 τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται: α)να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β) να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι την 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2000.
Κατά την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, από 1-11-2000 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας θα προσδιορίσει το οφειλόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης.
Όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Η ρύθμιση των οφειλών χωρεί ex lege αυτοδικαίως. Η απαίτηση είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη, προσδιορίζεται δε κατ' αναπροσαρμογή, σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, με την τέλεση αριθμητικών πράξεων και αφού ληφθεί ως βάση το ποσό της οφειλής (ληφθέν κεφάλαιο προκειμένου περί συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων ή της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση του αλληλόχρεου λογαριασμού), παρέχεται δε στον οφειλέτη, όταν εκδόθηκε σε βάρος του διαταγή πληρωμής ή επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων, με ανακοπή του κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ή αντίστοιχα κατά το 933 ΚΠολΔ να ισχυριστεί και αποδείξει ότι το ποσό της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίζεται από την Τράπεζα, δεν είναι εκείνο, που προκύπτει, ως οφειλόμενο, σύμφωνα με τις εν λόγω ρυθμίσεις του νόμου και δεν οφείλεται κανένα ποσό ή οφείλεται μικρότερο εκείνου που δηλώνει η Τράπεζα.
Για το ορισμένο του σχετικού λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να αναφέρονται όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, σύμφωνα με το νόμο, μικρότερη ή και μηδενική οφειλή.
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση, με την απόφαση 1446/2005 του Δικαστηρίου τούτου της απόφασης 1448/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση 33315/2002 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που ακύρωσε την εκδοθείσα κατά των αναιρεσιβλήτων διαταγή πληρωμής 18766/2000 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου ανακοπής για μη νόμιμη χαρτοσήμανση των προσκομισθέντων για την έκδοση της διαταγής πληρωμής εγγράφων, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτός ο ένατος λόγος της ανακοπής και απορρίφθηκε εκ νέου ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση και επικυρώθηκε και πάλι η πρωτόδικη απόφαση.
Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Με βάση την υπ' αριθ. …/22.11.1977 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίσθηκε μεταξύ της καθής (αναιρεσείουσας) και της εταιρίας "…", με έδρα τη … χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 1.600.000 δραχ.
και ακολούθως με δέκα πέντε (15) ταυτάριθμες αυξητικές πράξεις της καθής, χορηγήθηκαν στην ίδια εταιρία οι παρακάτω πιστώσεις στις αντίστοιχες ημερομηνίες: 1) Με την από 22-9-1978, 5.400.000 δραχ., με την από 13-3-1979 15.000.000 δραχ., με την από 24-9-1979 12.000,000 δραχ., με την από 21-11-1979 10.000.000 δραχ., με την από 22-12-1979 5.000.000 δραχ., με την από 28-2-1980, 30.000.000 δραχ., με την από 10-10-1980 30.000.000 δραχ., με την από 3-4-1981 10.000.000 δραχ., με την από 22-7-1981 15.000.000 δραχ., με την από 23-10-1981 25.000.000 δραχ., με την από 24-11-1981 25.000.000 δραχ., με την από 17-2-1982 90.000.000 δραχ., με την από 22-4-1982 50.000.000 δραχ, με την από 23-11-1982 50.000.000 δραχ.
και με την από 23-11-1982 50.000.000 δραχ. και συνολικά 424.000.000 δραχ. Τη σύμβαση αυτή εγγυήθηκε ο δικαιοπάροχος των ανακοπτόντων Θ. Κ. του Α., ο οποίος απεβίωσε στις 8-12-1983 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ανακόπτοντες (αναιρεσιβλήτους) κατά ποσοστά 2/8 εξ αδιαιρέτου υπό της πρώτης, 3/8 εξ αδιαιρέτου υπό του δευτέρου και 3/8 εξ αδιαιρέτου, υπό του τρίτου.
Η σύμβαση αυτή λειτούργησε, μέσω των λογαριασμών 1) υπ' αριθ. … 2) …, 3) … 4) …, 5) …, 6) … και 7) … Η καθής στις 15-3-1983 κοινοποίησε στην πιστούχο εταιρία τα χρεωστικά υπόλοιπα που αυτοί (λογαριασμοί) μέχρι τότε εμφάνιζαν και τα οποία (χρεωστικά υπόλοιπα) ανερχόταν αντίστοιχα σε: 1) 12.502.141 δραχ., 2). 11.0.961.936 δραχ., 3) 26.978.490,05 δραχ., 4) 5.658311,60 δραχ., 5).161.988.865,65 δραχ., 6) 17.570.831,90 δραχ., κοινοποιήθηκαν δε σ' αυτήν και στον εγγυητή Θ.
Κ., δικαιοπάροχο των ανακοπτόντων, με έξι επιστολές υπό ημεροχρονολογία 6-4-1983. Λόγω υπερημερίας, ως προς την καταβολή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων, εκ μέρους της πιστούχου ως άνω εταιρίας, καταγγέλθηκε η σύμβαση υπό της καθής και κλείσθηκε οριστικά ο λογαριασμός εξ όλων των δανειακών συμβάσεων (βασικής και των αυξητικών που είχαν επακολουθήσει) στις 9-7-1983, όπως συνομολογείται εκατέρωθεν, αφού όλα τα ως άνω χρεωστικά υπόλοιπα είχαν μεταφερθεί υπό της καθής σε λογαριασμούς οριστικής καθυστέρησης.
Μετά το οριστικό κλείσιμο, η καθής, στις 3-11-1983 υπέβαλε εναντίον της ήδη από τότε τελούσας σε πτώχευση πιστούχου εταιρίας και των εγγυητών των παραπάνω δανειακών συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιοπαρόχου των ανακοπτόντων, αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο εκ των ως άνω κλεισθέντων οριστικά στις 8-7-1983 λογαριασμών, ποσού 346.234.954 δραχμών, με βάση την αναγνώριση αυτού (καταλοίπου), τόσο υπό της πιστούχου, όσο και υπό των εγγυητών.
Με βάση την αίτηση αυτή εκδόθηκε στις 8-1-1984 η υπ' αριθ. 11/ 1984 Διαταγή Πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε βάρος όλων των καθών (πιστούχου και εγγυητών), με την οποία υποχρεώθηκαν αλληλεγγύως και σε ολόκληρο να καταβάλουν στην καθής (τότε αιτούσα) το ποσό των 346.234.954 δραχ. νομιμοτόκως από την επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού (9-7-1983) μέχρις εξοφλήσεως.
Όμως, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την υποβολή της αίτησης αυτής μέχρι την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής (11/1984), ήτοι στις 8-12-1983, ο προαναφερθείς εγγυητής και δικαιοπάροχος των ανακοπτόντων απεβίωσε και έτσι η εν λόγω διαταγή πληρωμής κατέστη ως προς αυτόν ανύπαρκτη, εφόσον κατά το χρόνο έκδοσης της ήταν πλέον ανύπαρκτο πρόσωπο αφού είχε προαποβιώσει, κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου από τους ανακόπτοντες κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά, επ' ωφελεία απογραφής.
Μετά από το θάνατο αυτού, η καθής προκειμένου να διεκδικήσει την αξίωση της εκ της ένδικης πίστωσης και από τους κληρονόμους του εγγυητή Θ. Κ., υπέβαλε την από 7.7.2000 νέα αίτηση κατ' αυτών στο αυτό δικαστήριο προς έκδοση και σε βάρος τους, διαταγής πληρωμής υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα τους, για το ίδιο ποσό (346.234.954 δρχ.) επί συνολικού χρέους 13.824.658.195 δραχμών όπως ισχυρίστηκε ότι προαυξήθηκε η οφειλή από του οριστικού κλεισίματος των λογαριασμών, με τους συμβατικούς τόκους και επ' αυτής (αιτήσεως), εκδόθηκε η υπ αριθ. 18.766/2000 διαταγή πληρωμής (ανακοπτομένη), με την οποία υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες, να της καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας κατά το ποσοστό της κληρονομικής του μερίδας, το αιτούμενο ποσό, εντόκως με το εκάστοτε ισχύον τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας και με ανά εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων και του αναλογούντος εκάστοτε ΕΦΤΕ (τότε 3%) μέχρι την εξόφληση, πλέον δικαστικής δαπάνης, ύψους 6.530.400 δραχ.
Η οφειλή, αυτή, ως προερχόμενη από σύμβαση δανείου με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις μετέπειτα αυξητικές πράξεις, ήδη καταρτισθείσα μέχρι 31-12-1985, του δε λογαριασμού κλεισθέντος πολύ πριν την 31-12-2000, υπαγόταν στη ρύθμιση του άρθρου 30 του ν.2789/2000, δημοσιευθέντος στις 11-2-2000, οπότε άρχισε η ισχύς του δεδομένου ότι πρόκειται για δανειακές συμβάσεις με ανοικτό λογαριασμό, ο οποίος κλείσθηκε οριστικά προ της 31-12-2000 και συνεπώς η καθής όφειλε να επαναπροσδιορίσει το ύψος της οφειλής με βάση τον εν λόγω νόμο, κατά κεφάλαιο και τόκους (παραγ. 4 περ.
α' του άρθρου 30 ν. 2789/ 2000) και μετά να διεκδικήσει το τυχόν οφειλόμενο υπόλοιπο με αίτηση προς έκδοση διαταγή πληρωμής. Αντίθετα, με την αίτηση ζήτησε την καταβολή του παραπάνω ποσού των 346.234.954 δραχμών, χωρίς να προσδιορίσει εκ νέου την οφειλή με βάση τις παραπάνω διατάξεις, κατά κεφάλαιο και τόκους ώστε να προσδιοριστεί το ύψος του ήδη καταβληθέντος κεφαλαίου, με βάση το οποίο προσδιορίζεται το ανώτατο ποσό των οφειλομένων τόκων.
Πλέον τούτου, μετά την έκδοση της προηγηθείσας διαταγής πληρωμής (11/1984), μέχρι την έκδοση της ένδικης, έγιναν και άλλες καταβολές από 21.7.1983 μέχρι 17.9.1998 έναντι της επίδικης οφειλής, όπως ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες και αναφέρουν αναλυτικά στην ανακοπή, συνολικού ποσού 80.651.888 δραχ., δια των οποίων εξοφλήθηκαν οι αντίστοιχοι τόκοι.
Η καθής με τις προτάσεις της, κατ' εκτίμηση, συνομολογεί εμμέσως τις εν λόγω καταβολές έναντι της επίδικης οφειλής, χωρίς να υποστηρίζει ότι αφαιρέθηκαν αλλά με δήλωση ότι παραιτείται του ποσού αυτού (των μεταγενεστέρων καταβολών) που το διεκδίκησε αφού το συμπεριέλαβε στο συνολικό αιτηθέν και της επιδικάσθηκε με την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, αν και όφειλε να το αφαιρέσει και όχι να ζητήσει το ίδιο ποσό που ζήτησε και με την παλιά αίτηση της από τους λοιπούς υπόχρεους.
Εν όψει όλων αυτών, η απαίτηση της έναντι των ανακοπτόντων, δεν ήταν εκκαθαρισμένη όταν υπέβαλε την αίτηση προς έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, εφόσον δεν προέβη, όπως εκ του νόμου όφειλε, στη ρύθμιση αυτής με βάση τις ως άνω διατάξεις καθώς και στην αφαίρεση των μετέπειτα (μετά το οριστικό κλείσιμο και την έκδοση της προγενέστερης διαταγής πληρωμής σε βάρος των λοιπών υπόχρεων) καταβληθέντων έναντι του επιδίκου χρέους, ποσών αλλά ζήτησε και της επιδικάσθηκε το ίδιο ποσό προσαυξημένο με τους συμβατικούς τόκους και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προβλεπόμενοι εκ του νόμου (άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ) όροι προς έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής.
Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός της ανακοπής, που στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 30 του νόμου 2789/2000, καθόσον η ένδικη οφειλή υπάγεται στη ρύθμιση αυτού και η αίτηση για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, υποβλήθηκε μετά τη θέση αυτού σε ισχύ, είναι και βάσιμος και ως εκ τούτου η ανακοπή, δεκτού καθισταμένου του λόγου αυτού, μη απαιτουμένης της έρευνας των λοιπών λόγων της, που δεν ερευνήθηκαν υπό του Δικαστηρίου τούτου, ελέγχεται βάσιμη κατ ουσία, και συνακολούθως, εφόσον είναι βάσιμη η ανακοπή για άλλο λόγο, πλην εκείνου που είχε ερευνηθεί και κρίθηκε αμετακλήτως, απορριπτέος μετά την ασκηθείσα αναίρεση της καθής, πρέπει να απορριφθεί η έφεση, ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με τον επίμαχο ένατο λόγο της από 26.9.2000 ανακοπής τους, που έγινε δεκτός με την προσβαλλόμενη απόφαση, ιστορούσαν οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ότι η απαίτηση της καθής, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, ύψους 346.234.954 δραχμών, δεν επανακαθορίστηκε υπό της καθής όπως αυτή όφειλε και απεναντίας έγινε δεκτό με την διαταγή πληρωμής ότι ανερχόταν μαζί με τους τόκους μέχρι 16.12.1998, στο ποσό των 13.824.658.195 δραχμών και επιδικάσθηκε σε βάρος τους το ποσό των 346.234.954 δραχμών εντόκως με το εκάστοτε ισχύον τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας και με ανά εξάμηνο, ανατοκισμό των τόκων από 9.7.1983 πλέον του επί των τόκων αναλογούντος ποσοστού ΕΦΤΕ (3%) μέχρι την εξόφληση, ενώ η καθής, ενόψει του ότι η απαίτηση υπαγόταν στη ρύθμιση του ν. 2789/2000, όφειλε να επαναπροσδιορίσει την οφειλή κατά κεφάλαιο και τόκους, ώστε να μη ξεπερνά το τριπλάσιο του κεφαλαίου και όχι να ζητήσει την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής χωρίς να λάβει υπόψη το νόμο αυτόν και την υποχρέωση της προς ρύθμιση της ένδικης οφειλής, με βάση τα υπ' αυτού οριζόμενα.
Ο λόγος όμως αυτός της ανακοπής είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ανέφεραν απλώς ότι η επίμαχη απαίτηση υπαγόταν στη ρύθμιση του ν. 2789/2000 και έπρεπε η καθής και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα να επαναπροσδιορίσει την οφειλή κατά το κεφάλαιο και τους τόκους, ώστε να μη ξεπερνά το τριπλάσιο του κεφαλαίου, δηλαδή αμφισβήτησαν το ύψος της απαίτησης αυτής, χωρίς περαιτέρω να προσδιορίσουν οι ίδιοι, όπως όφειλαν, εφόσον, όπως προεκτέθηκε ο επανακαθαρισμός εκ μέρους της Τράπεζας της οφειλής δεν ήταν αναγκαίος για να καταστεί η επίμαχη απαίτηση βέβαιη και εκκαθαρισμένη, το κατά τους ισχυρισμούς τους οφειλόμενο ποσό, ύστερα από διενέργεια των επιβαλλόμενων από το ν. 2789/2000 αριθμητικών πράξεων, από τις οποίες προκύπτει το ποσό αυτό.
Έτσι το Εφετείο, ενόψει της αοριστίας του πιο πάνω λόγου ανακοπής, την οποία η αναιρεσείουσα προέβαλε ενώπιον του εν λόγω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όφειλε με την προσβαλλόμενη απόφαση να απορρίψει ως απαράδεκτο το λόγο αυτό ανακοπής και όχι να τον κρίνει παραδεκτό και βάσιμο και να στηρίξει σ' αυτόν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, λόγω του μη εκκαθαρισμένου της απαίτησης της αναιρεσείουσας.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτό, όπως βασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 14 (περίπτωση η οποία προσιδιάζει στην ένδικη υπόθεση και όχι των αριθμών 1 και 8 που αναφέρονται στο αναιρετήριο), του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα των υπόλοιπων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Επομένως, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, πρέπει να κρατηθεί, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 2595/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ