Legislator Case Law & Legislation
220/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appeal court's rejection of lawsuit as illegal due to lack of evidence.

Case Number 220/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company in liquidation against the appeal court's decision to reject their lawsuit as illegal. The appellants argued that the lower court failed to examine the merits of the competition law claim regarding OPA P's network. The court ruled the appeal inadmissible because the appeal court had already rejected the lawsuit on procedural grounds, making the substantive competition law argument irrelevant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision rejecting a lawsuit as illegal is inadmissible if the appeal court did not examine the merits of the case.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural rejection competition law liquidation company civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 220 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Αρχοντάκη Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Μυτιλήνη Λέσβου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Δ. του Α. , 3) Δ. Δ. του Ε. , 4) Μ. Π. του Α. , 5) Ι. - Β. Π. του Μ. , κατοίκων ... , 6) Μ. Σ. του Κ. , κατοίκου ... , 7) Β. Σ. του Σ. , κατοίκου ... , 8) Φ. Σ. του Γ. , κατοίκου ... , 9) Κ. Χ. του Ε. , κατοίκου ... , 10) Ε. Κ. του Β. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Αυγητίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2519/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2365/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/3/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Για την πιστοποίηση των παραπάνω συντάχθηκε αυτό το πρακτικό.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28.3.2022 (αριθ. κατάθ. 231/29.3.2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 2365/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της με αριθ. 2519/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσιβλήτου ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Ι.Α. Στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική μ' αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2 (14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης (ΑΠ 159/2018, ΑΠ 539/2012).

Κατά την έννοια αυτή η σύμβαση πρακτορείας, ούσα απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους που καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 159/2018), προσλαμβάνει τον χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ, κατά το άρθρο 90 ΕμπΝ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου.

Συνεπώς η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και, εφόσον η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ' αυτήν οι διατάξεις, κατ' αρχήν, του ΑΚ για την εντολή (άρθρα 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς την σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρο 91 ΕμπΝ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΕισΝΑΚ (ΑΠ 697/2012, 734/2011), ενώ αναλογικά εφαρμόζονται με βάση ήδη και την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις και του π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαμεσολαβητική δραστηριότητα του πράκτορα προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας ή και ταυτίζεται μ' αυτήν κατά τα ουσιώδη στοιχεία της (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 1728/2014), πράγμα που συμβαίνει όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (άρθρο 4 παρ. 1 π.δ. 219/1991) και, ειδικότερα, α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά την διάρκεια, αλλά και μετά την λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στην συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους.

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 191/2016).

Πάντως, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρα 4 παρ. 1 του Σ, 288 ΑΚ), γίνεται δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν τον χαρακτήρα αυτό.

Η καταγγελία αποτελεί έναν από τους λόγους τερματισμού και λύσης διαρκών ενοχικών σχέσεων, ορισμένου ή αορίστου χρόνου και είναι δυνατόν να προβλέπεται στον νόμο ή στη σύμβαση μεταξύ των μερών των σχέσεων αυτών.

Εξάλλου, η καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βούλησης, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας. Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθ' ου, απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σ' αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον.

Ανεξάρτητα από την συμφωνηθείσα διάρκεια κάθε διαρκούς ενοχικής σχέσης, ήτοι, εάν πρόκειται για σύμβαση με ορισμένη ή αόριστη διάρκεια, γίνεται δεκτό, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 386, 585, 588, 594, 612, 613, 672, 725, 766 ΑΚ (βλ. και 8 παρ. 8 π.δ. 219/1991), ότι επιτρέπεται να καταγγελθεί αυτή σε κάθε περίπτωση για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συντρέχει, όταν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η συνέχιση της διαρκούς ενοχικής σχέσης γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για ένα μόνο από αυτά (ΑΠ 165/2015, ΑΠ 346/2014, ΑΠ 1326/2013).

Η έκτακτη καταγγελία άλλοτε είναι απρόθεσμη (π.χ. 594, 588, 672, 766 ΑΚ) και άλλοτε ισχύει μετά από προθεσμία (612, 612Α, 613 ΑΚ). Από το δικαίωμα αυτό (έκτακτης) καταγγελίας δεν επιτρέπεται παραίτηση εκ των προτέρων, δεδομένου ότι η σχετική συμβατική ρήτρα θα αντιβαίνει, ενόψει της έννοιας του σπουδαίου λόγου, στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, αλλά είναι επιτρεπτή, στο πλαίσιο της συμβατικής αυτονομίας (361 ΑΚ), η συμφωνία των μερών ότι η άσκησή του θα υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς, όπως π.χ.

την τήρηση ορισμένης διαδικασίας ή την ενέργεια της καταγγελίας μετά από ορισμένο χρόνο (βλ. Καρακατσάνη σε Ερμηνεία Αστικού Κώδικα Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, Εισαγωγικές Παρατηρήσεις, άρθρα 416 - 454, αριθ. 23, Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, σ. 1221, αριθ. 136).

Περαιτέρω, στις διαρκείς ενοχές αορίστου χρόνου είναι δυνατή η λύση τους και με τακτική καταγγελία από οποιοδήποτε μέρος, ήτοι χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, εφόσον ο νόμος ή τα μέρη δεν έχουν προβλέψει διαφορετικά. Επιτρέπεται, δηλαδή, ο περιορισμός ή η παραίτηση ενός ή αμφοτέρων των μερών από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση ο περιορισμός ή η παραίτηση δεν αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη, κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ.

Τούτο προκύπτει από τα εξής: α) την αρχή της συμβατικής ελευθερίας (361 ΑΚ), σύμφωνα με την οποία τα μέρη είναι καταρχήν ελεύθερα να διαμορφώσουν το περιεχόμενο των αναλαμβανόμενων από τα ίδια συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων και ως προς τον τρόπο και τους όρους λύσης της μεταξύ τους σχέσης, β) το γεγονός ότι η ίδια η συνομολόγηση σύμβασης ορισμένου χρόνου συνιστά επιτρεπτό αποκλεισμό από τα μέρη του δικαιώματος τακτικής καταγγελίας για την καθορισθείσα ορισμένη διάρκεια της σύμβασης, γ) τον ενδοτικό χαρακτήρα επιμέρους νομοθετικών διατάξεων που προβλέπουν το δικαίωμα λύσης άνευ της συνδρομής σπουδαίου λόγου επιμέρους διαρκών ενοχών αορίστου χρόνου, ιδίως αυτών στις οποίες το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών έχει αυξημένη σημασία, όπως του άρθρου 218 ΑΚ για το δικαίωμα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας (εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά και το συμφέρον του αντιπροσώπου), του άρθρου 669 εδ.

β'ΑΚ για το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, του άρθρου 676 ΑΚ για την καταγγελία της σύμβασης εμπιστευτικών εργασιών, του άρθρου 724 ΑΚ για το δικαίωμα ανάκλησης της εντολής (η οποία μπορεί να αποκλεισθεί εάν αφορά αποκλειστικά ή και το συμφέρον του εντολοδόχου - ΑΠ 1401/2019, 392/2006, με συνέπεια να είναι καταρχήν άκυρη η τυχόν γενομένη ανάκληση και να επιτρέπεται αυτή μόνο για σπουδαίο λόγο, είτε με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 725 παρ. 2 ΑΚ για τον εντολοδόχο, είτε βάσει της γενικής αρχής της καλής πίστης του άρθρου 288 ΑΚ - ΑΠ 1663/2003).

Εξάλλου, η καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη (ΑΠ 984/2019).

Περαιτέρω, ναι μεν δεν επιδέχεται αίρεση, γιατί η προσθήκη αυτής δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη μεταβολή της νομικής κατάστασης και την κατάργηση της έννομης σχέσης και δεν συμβιβάζεται με τον χαρακτήρα αυτής ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας, στην περίπτωση όμως που η προσθήκη αίρεσης δεν προκαλεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, δεν υπάρχει λόγος απαγόρευσης τέτοιας αίρεσης, όπως όταν η αίρεση είναι εξουσιαστική και εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του αντισυμβαλλόμενου και επομένως είναι έγκυρη η καταγγελία υπό τη διαλυτική αίρεση ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα εγκρίνει πρόταση του καταγγέλλοντος για τροποποίηση των όρων της σύμβασης (ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 217/2017), ενώ αποτελεί και θεμιτό τόπο επιδίωξης σύναψης νέας σύμβασης, στο μέτρο που ο καταγγέλλων έχει ούτως ή άλλως το δικαίωμα να καταγγείλει και να λύσει κατ' αυτόν τον τρόπο τη σύμβαση και αυτό δεν ασκείται καταχρηστικά (ΑΠ 72/2019).

Μεταξύ των εφαρμοστέων διατάξεων του π.δ. 219/1991 στις συμβάσεις πρακτορείας είναι και αυτή του άρθρου 8 παρ. 3 και 4, που προβλέπει σχετικά με το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας τα εξής: "...3. Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4.

Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες με συμφωνία των συμβαλλομένων", ενώ, στην παρ. 8 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι "η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία, ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην εμπορική αντιπροσωπεία προβλέπεται τακτική και έκτακτη καταγγελία, δηλαδή η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του παραπάνω διατάγματος, όταν μεν είναι αόριστης διάρκειας λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση όμως της προθεσμίας, που αναφέρθηκε (τακτική καταγγελία), όταν δε είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδο του ορισμένου χρόνου ή με καταγγελία, αλλά μόνο αν συντρέχει σπουδαίος λόγος προς τούτο (έκτακτη καταγγελία).

Στην ορισμένου χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος, δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (καταγγελίας). Πάντως, τόσο η σύμβαση ορισμένου χρόνου, όσο και η σύμβαση αορίστου χρόνου μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των πιο πάνω προθεσμιών, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων (λ.χ.

μη εκπλήρωση των εμπορικών στόχων, ΑΠ 1441/2015, ΑΠ 823/2015, ΑΠ 636/2015), καθώς και σε περίπτωση συνδρομής έκτακτων περιστάσεων (λ.χ. σπουδαίος λόγος καταγγελίας, ΑΠ 964/2015). Η έννοια επομένως της διάταξης είναι ότι, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις, επιτρέπεται η καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και χωρίς την τήρηση των ως άνω προθεσμιών (ΑΠ 984/2019).

Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες της τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, διαβάθμισε την προθεσμία αυτή, ανάλογα με τη διάρκεια της σύμβασης, αξιολογώντας ότι η κατ' ανώτατο όριο προθεσμία των έξι (6) μηνών είναι ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα του εμπορικού αντιπροσώπου.

Με την έννοια δε αυτή δεν καταλείπονται περιθώρια παρέκκλισης από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση με την επίκληση παραβίασης διατάξεων άλλων νόμων, όπως του ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού", καθώς και των άρθρων 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 1441/2015).

Στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας εξάλλου εφαρμόζονται, κατ' αναλογία, και οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 ΑΚ περί εντολής, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 725 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας, καθώς και αυτή του άρθρου 724 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 881/2010).

Η ανάκληση της εντολής αποτελεί καταγγελία που ενεργεί για το μέλλον, ο δε νομοθέτης χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο αντί του όρου καταγγελία λόγω του ατελούς αμφοτεροβαρούς χαρακτήρα της σύμβασης εντολής. Το δικαίωμα πάντως προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης που συνδέει τους συμβαλλομένους, ασκείται μεν ελεύθερα, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ.

Λόγω όμως της φύσης της σύμβασης εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 390/2004, ΑΠ 849/2002).

Η καταγγελία πάντως δεν είναι καταχρηστική, ούτε αντίθετη στα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 ΑΚ) καλόπιστης από αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12 και 13/2004, 1370/2019, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1519/2013).

Β. Περαιτέρω, κατά την απολύτως κρατούσα γνώμη (ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 984/2014, ΑΠ 1864/2014, ΑΠ 1519/2013, ΑΠ 697/2012), γίνεται δεκτό ότι στις συμβατικές σχέσεις διαρκούς εμπορικής συνεργασίας, με έντονο το στοιχείο εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και, συμπληρωματικά, περί εντολής (λ.χ.

σύμβαση περί αποκλειστικής διανομής), η καταγγελία, λόγω της διάρρηξης της σχέσης εμπιστοσύνης που επιφέρει μεταξύ των μερών, είναι έγκυρη και επιφέρει τη λύση της σύμβασης ακόμη και αν ασκείται αντίθετα με τις συμφωνίες των μερών (ήτοι, μεταξύ άλλων, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί η παραίτηση του ενός μέρους από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας ή αν έχει συμφωνηθεί αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας), καθώς, επίσης, και αν ασκείται άκαιρα (ήτοι άνευ σπουδαίου λόγου, σε χρόνο που η διατήρηση της συμβατικής σχέσης έχει ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα του αντισυμβαλλομένου και ως εκ τούτου η λύση της συνεπάγεται γι' αυτόν την πρόκληση ζημίας, με συνέπεια την αντίθεση της καταγγελίας στην καλή πίστη, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1630/2013), ή, ακόμη και καταχρηστικά κατά το άρθρο 281 ΑΚ.

Η ως άνω ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων του άρθρου 8 π.δ. 219/1991 περί καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και των άρθρων του Αστικού Κώδικα περί ανάκλησης και καταγγελίας της σύμβασης εντολής (724 -725 ΑΚ), τα οποία εφαρμόζονται αναλογικά στη σύμβαση πρακτορείας, κατά τα προλεχθέντα, στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο εντολέας - αντιπροσωπευόμενος έχει δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης της εντολής, ενόψει της φύσης της εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η οποία, όταν εκλείψει, επιβάλλεται να οδηγεί στη λύση της (ΑΠ 419/2018, ΑΠ 697/2012), δημιουργούμενης μόνον αποζημιωτικής ευθύνης του καταγγέλλοντος για την παράβαση διατάξεων του νόμου ή των όρων της σύμβασης με την καταγγελία.

Η εν λόγω νομολογιακή θέση δεν διακρίνει εάν η εντολή αφορά και στο συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου (ή τρίτου), σύμφωνα με το άρθρο 724 εδ. β' ΑΚ. Ωστόσο, δεδομένου ότι σε κάθε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λόγω του αμφοτεροβαρούς της χαρακτήρα, η διαχείριση τον υποθέσεων του αντιπροσωπευομένου αφορά και στο συμφέρον του αντιπροσώπου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι καταλαμβάνει προδήλως και την περίπτωση αυτή.

Συνεπώς, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί εγκύρως παραίτηση του εντολέα - αντιπροσωπευομένου από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (που αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου), δεν προκαλείται ακυρότητα της τυχόν ασκηθησόμενης από τον αντιπροσωπευόμενο τακτικής καταγγελίας, αλλά μόνον ενδοσυμβατική του ευθύνη, λόγω παράβασης συμβατικής του υποχρέωσης. Τα παραπάνω γίνονται δεκτά, αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 724 - 725 ΑΚ, και στην περίπτωση που η καταγγελία έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης του εντολοδόχου από τον εντολέα και, επομένως, δεν γεννάται δικαίωμα για τον εντολοδόχο να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης και η καταγγελία επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης (ΑΠ 698/2020, ΑΠ 419/2018 για όλα τα προαναφερθέντα).

Γ. Όπου αφορά τη ρύθμιση του καθεστώτος των πρακτορείων ΟΠΑΠ, εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 περ. γ' του ν. 2557/1997 η ...1999 απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Πολιτισμού (Β' 2004/11.11.1999) με τίτλο "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων, Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ". Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας ως άνω διάταξης, εκδόθηκε η ....2003 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού (Β' 124 και διόρθωση σφαλμάτων Β' 185), με την οποία εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας πρακτορείων της "ΟΠΑΠ ΑΕ".

Τα άρθρα 1, 2 και 3 της προαναφερθείσας Υπουργικής Απόφασης προέβλεπαν τα εξής: "ΑΡΘΡΟ 1 ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ 1. Ο ΟΠΑΠ χορηγεί ενιαία άδεια πρακτόρευσης των παιχνιδιών του ή οποιουδήποτε άλλου παιγνιδιού θα διοργανώνει ή εποπτεύει ή διαχειρίζεται στο μέλλον, κατά την κρίση του, σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τη μορφή εταιρείας εφόσον πληρούνται οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις που θέτει ο Οργανισμός για το κάθε παιγνίδι χωριστά.

Η χορήγηση γίνεται σε συνάρτηση με: την απόσταση του υπό ίδρυση πρακτορείου από το ήδη υπάρχοντα πρακτορεία της περιοχής, τη δημογραφική και πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής, την εμπορικότητα της περιοχής, τη βιωσιμότητα των λειτουργούντων πρακτορείων στην περιοχή σε σχέση με την κίνησή τους, την εξυπηρέτηση των διαγωνιζομένων, τα επιχειρησιακά σχέδια του Οργανισμού και τους στόχους που θέτει για κάθε παιγνίδι. 2.

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ. Ο ενδιαφερόμενος είναι υποχρεωμένος : α) Να υπογράφει την σύμβαση "χορήγησης άδειας" με τους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται σ' αυτή, β) να είναι ενήλικας, γ) να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, δ) να είναι απόφοιτος 3ης Γυμνασίου ή ισότιμης αναγνωρισμένης σχολής, ε) να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή να έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές, στ) να μην έχει οφειλές στο Δημόσιο, ΙΚΑ κ.λ.π, ζ) να μην έχει καταδικαστεί με ποινή στέρησης της ελευθερίας του για ατιμωτικά αδικήματα ή και για αδικήματα που βάσιμα δημιουργούν την υπόνοια αφερεγγυότητας, ή εκκρεμεί εις βάρος του δικαστική δίωξη για τα πιο πάνω αδικήματα, η) να αποτελεί η πρακτόρευση των παιγνιδιών την κύρια απασχόλησή του, ι) να κρίνεται ικανός και κατάλληλος, μετά την εκπαίδευση που θα παρακολουθήσει, για να εκτελέσει την εργασία που θα του ανατεθεί, ια) να διαθέτει κατάστημα ισόγειο εμβαδού ικανής χωρητικότητας, ώστε να εξυπηρετούνται λειτουργικά, εμπορικά και παραγωγικά τα παιχνίδια του Οργανισμού. 3.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΔΕΙΑΣ Δεν χορηγείται άδεια πρακτορείου : α) Στους μαθητές, στρατευμένους, δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, εργαζόμενους με σταθερή σχέση εργασίας, ελεύθερους επαγγελματίες καθώς και συνταξιούχους, β) στους εν ενεργεία ποδοσφαιριστές, προπονητές και διαιτητές των επαγγελματικών κατηγοριών, πλην των περιπτώσεων που προβλέπονται από Νόμο, γ) στις ή στους συζύγους ή τους συγγενείς Α' βαθμού με τους αναφερόμενους στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, δ) στους πρώην πράκτορες ΟΠΑΠ που τους αφαιρέθηκε η άδεια για οικονομικές ατασθαλίες και άλλα παραπτώματα που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, καθώς επίσης και στους ή στις συζύγους αυτών, ε) σε υπαλλήλους ή συμβούλους αθλητικών σωματείων, ενώσεων και ομοσπονδιών που έχουν σχέση με την διεξαγωγή των επαγγελματικών ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων, στις/στους συζύγους και στους συγγενείς τους μέχρι Α' βαθμού, στ) στις δε περιπτώσεις χορήγησης αδείας σε νομικά πρόσωπα, τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 παρ. 2 και 13, καθώς και κάθε άλλη διάταξη του παρόντος Κανονισμού, αφορούν το νόμιμο εκπρόσωπο".

Περαιτέρω, στο άρθρο 8 καθορίζονταν περιοριστικά οι λόγοι, για τους οποίους ήταν δυνατόν να αφαιρεθεί η άδεια πρακτόρευσης από έναν πράκτορα και, ειδικότερα, προβλέπονταν τα εξής:

"1) Η άδεια αφαιρείται στις περιπτώσεις που παραβιάζονται από τον παρόντα κανονισμό τα παρακάτω:

α. Εάν μετά την έναρξη της λειτουργίας του πρακτορείου ο πράκτορας εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 1 παράγραφος 3 εδάφια α', β' και στ'.

β. Άρθρο 3 παρ. 3, 14, 20, 21 α', β' και γ', παρ. 30, παρ. 33 εδάφια α', β' και γ'. γ. Άρθρο 5 παρ. 2.

2) α. Η άδεια αφαιρείται άμεσα και δεν επαναχορηγείται όταν μετά από συλλογή στοιχείων από την Αρμόδια Υπηρεσία του Οργανισμού προκύπτουν αποδείξεις για διεξαγωγή παράνομου στοιχήματος.

β. Η άδεια αναστέλλεται σε περίπτωση παραπομπής σε δίκη του πράκτορα ή του νόμιμου εκπροσώπου ή διαχειριστή ή εταίρου της εταιρίας, για παράνομο στοίχημα και αφαιρείται οριστικά με Απόφαση του Δ.Σ. του ΟΠΑΠ και δεν επαναχορηγείται μετά την έκδοση οριστικής καταδικαστικής απόφασης. Σε κάθε περίπτωση αίρεται η αναστολή και επαναχορηγείται η άδεια αμέσως μετά την έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος από το Αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο ή αθωωτικής απόφασης με Απόφαση του Δ.Σ. του ΟΠΑΠ.

3) Επίσης, η άδεια αφαιρείται όταν ο πράκτορας :

α. Ενεργεί με δόλο κατά του Οργανισμού και των παικτών.

β. Δεν εφαρμόζει καθ' υποτροπή τις οδηγίες, εγκυκλίους και ανακοινώσεις του Οργανισμού, που αφορούν στη σωστή λειτουργία του πρακτορείου και στην εν γένει εξυπηρέτηση των διαγωνιζομένων.

γ. Δεν παρακολουθεί καθ' υποτροπή τα εκπαιδευτικά σεμινάρια που διοργανώνονται από τον Οργανισμό και η απουσία του δεν αιτιολογείται με δημόσια έγγραφα.

δ. Υποπίπτει σε διαπιστωμένη αξιόποινη πράξη.

4) α. Το Δ.Σ. του Οργανισμού δύναται να αποφασίσει την αφαίρεση άδειας πράκτορα εάν οι εισπράξεις του δεν καλύπτουν τα λειτουργικά έξοδα του Οργανισμού.

β. Μεταφορά του πρακτορείου σε άλλο Κατάστημα χωρίς την έγκριση του Δ.Σ. του Οργανισμού δύναται να επιφέρει ακόμη και την ποινή της αφαίρεσης".

Από το περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων δεν προέκυπτε:

Α) Ο αναγκαστικός χαρακτήρας της σύμβασης ως προς την ΟΠΑΠ ΑΕ, δεδομένου ότι για τη χορήγηση άδειας πρακτόρευσης (και συνακόλουθα την σύναψη σύμβασης πρακτορείας) προβλεπόταν η λήψη υπόψη περισσότερων κριτηρίων, μεταξύ των οποίων και της εμπορικής στρατηγικής της, η οποία ανάγεται στους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς της.

Β) Ότι απαγορεύθηκε με αυτές η συνομολόγηση από τον πράκτορα και ΟΠΑΠ ΑΕ, κατά τη σύναψη της μεταξύ τους σύμβασης πρακτορείας, οποιουδήποτε άλλου λόγου καταγγελίας, πέραν των προβλεπομένων στην ως άνω Υπουργική Απόφαση λόγων αφαίρεσης της άδειας του πράκτορα, δηλαδή δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας για οποιονδήποτε σπουδαίο λόγο, ούτε ότι δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί με τη σύμβαση (πολύ περισσότερο με νεότερο νόμο) δικαίωμα τακτικής καταγγελίας με προθεσμία προειδοποίησης, χωρίς συνδρομή σπουδαίου λόγου.

Περαιτέρω, για την εν λόγω υπουργική απόφαση πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Αυτή εκδόθηκε, όπως προαναφέρθηκε, κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 24 περιπτ. γ' του ν. 2557/1997 (Β' 2004/11.11.1999) και στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση της ίδιας ως άνω διάταξης, εκδόθηκε η ....2003 υπουργική απόφαση, με την οποία εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας πρακτορείων της "ΟΠΑΠ Α.Ε.".

Η τελευταία αυτή απόφαση, ωστόσο, ακυρώθηκε με την 1776/2007 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ με το σκεπτικό ότι η παρασχεθείσα με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου 7 παρ. 24 περιπτ. γ' του ν. 2557/1997 εξουσιοδότηση ήταν αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Σ. Κατόπιν τούτου με το άρθρο 47 παρ. 2 του ν. 3905/2010 ορίστηκε ότι: "Η διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 24 στοιχείο γ' του νόμου 2557/1997 (ΦΕΚ Α' 271) και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτής καταργούνται.

Οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ Α.Ε. και των πρακτόρων που υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ Α.Ε. , που εκδόθηκαν επί τη βάσει των ίδιων αποφάσεων έως το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές". Στην αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου ορίζονται σχετικά τα εξής: "Με την παράγραφο 3 καταργείται η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 24, στοιχείο γ' του ν. 2557/1997 (ΦΕΚ A' 271), η οποία έχει ήδη κριθεί αντισυνταγματική από το Συμβούλιο της Επικράτειας, καθώς επίσης και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αυτής, διασφαλίζοντας όμως για λόγους ασφάλειας των συναλλαγών και προστασίας της οικονομικής ελευθερίας και της ιδιοκτησίας ότι οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ ΑΕ και των πρακτόρων που ήδη υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές".

Επομένως, η ως άνω ...1999 απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Πολιτισμού που είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 24 περιπτ. γ' του ν. 2557/1997 καταργήθηκε με τον παραπάνω νόμο και απέβαλε την ισχύ της, όπως άλλωστε ορίζεται στο άρθρο 2 ΑΚ.

Περαιτέρω, με το άρθρο 24 παρ. 60 του ν. 4141/2013 καταργήθηκε και ρητά η προαναφερθείσα ...1999 απόφαση του Υπουργού και Υφυπουργού Πολιτισμού (βλ. και την παρ. 63 του ίδιου άρθρου). Η οικεία αιτιολογική έκθεση αναφέρει επί των διατάξεων των παρ. 15 έως 62 του εν λόγω άρθρου 24, με τις οποίες καταργούνται διάφορες προϋφιστάμενες ρυθμίσεις, τα εξής: "Στο παρελθόν, κατά τη ρύθμιση λειτουργίας της ΟΠΑΠ και της διεξαγωγής των παιγνίων της, είχε υιοθετηθεί η πρακτική διάφορες διατάξεις να καταργούνται σιωπηρά με την έκδοση νεότερων, και όχι ρητά. Αυτή η πρακτική έχει δημιουργήσει τον κίνδυνο να προκύπτουν ερμηνευτικές δυσχέρειες σε σχέση με το εάν οι συγκεκριμένες διατάξεις έχουν καταργηθεί ή όχι. Για λόγους σαφήνειας, λοιπόν, του νομικού πλαισίου, καταργούνται ρητά οι προτεινόμενες διατάξεις και/ή ολόκληρα νομοθετήματα" (ΣτΕ 1601/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μετά την κατάργηση της ως άνω υπουργικής απόφασης η σχέση ΟΠΑΠ ΑΕ και πρακτόρων παρέμεινε νομοθετικά αρρύθμιστη, χωρίς κανονιστικό πλαίσιο, και διεπόταν μόνο από τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων μέχρι την έκδοση της 229/2/18.11.2016 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ" (ΦΕΚ Β' 3923/7.12.2017), όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) 242/2/17.1.2017, η οποία εκδόθηκε εγκύρως (βλ. ΣτΕ 1601/2019 ό.π.).

Δ. Σύμφωνα με το άρθρο 101 παρ. 1 και 2 της Συνθήκης για την Λειτουργεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο τυγχάνει άμεσης εφαρμογής από τον εθνικό δικαστή καθώς γεννά απευθείας δικαιώματα υπέρ των υποκειμένων δικαίου, τα οποία τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα οφείλουν να προστατεύουν (ΔΕΕ C- 453/99 ... σκ 22, 23, ΔΕΕ C-282/95 ....

κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σκ 39, ΔΕΕ C-127/73 .... και .... σκ 14, 16), είναι αυτοδικαίως άκυρες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες που συνίστανται:

α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσόμενων με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή εκ μέρους των συναλλασσόμενων προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών".

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003, οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 81 παρ. 1 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ), οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οφείλουν να εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 81 παρ. 1 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ) στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές.

Κατά συνέπεια, για την παράλληλη εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, όταν μία υπόθεση κρίνεται από τα εθνικά δικαστήρια, πρέπει να συντρέχει το κριτήριο του επηρεασμού του ενδοκοινοτικού (νυν ενδοενωσιακού) εμπορίου. Κρίσιμη πάντως σε κάθε περίπτωση είναι η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία είναι δεσμευτική για το σύνολο των εθνικών δικαστηρίων και αρχών των κρατών μελών (ΔΕΕ C-8/08 -...

κ.ά. κατά ....., σκ. 50). Για την κατάφαση της ύπαρξης συμφωνίας κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ απαιτείται η σύμπτωση βούλησης μεταξύ ανεξάρτητων οικονομικών οντοτήτων (ΔΕΕ C- 74/2004 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά .... σκ 37). Μονομερείς συμπεριφορές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρου άρθρου. Συμφωνία, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, κρίθηκε από το ΔΕΕ ότι δεν μπορεί να βασίζεται σε εκδήλωση μιας μονομερούς πολιτικής ενός εκ των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς τη συνδρομή ετέρου, αλλά προκειμένου να θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί δια σιωπηρής αποδοχής, απαιτείται η σκοπούσα σε αποτέλεσμα στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού δήλωση βούλησης του ενός εκ των συμβαλλομένων να συνιστά πρόσκληση, ρητή ή έμμεση, στον έτερο συμβαλλόμενο προς πραγμάτωση από κοινού του σκοπού αυτού (ΔΕΕ C-2 και C-3/2001 ......

και Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά ..... σκ 101 και 102). Μάλιστα, το γεγονός και μόνο ότι μία φαινομενικά μονομερής συμπεριφορά μιας επιχείρησης, όπως ένα μέτρο που λαμβάνεται από τον παραγωγό, το οποίο έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, εντάσσεται σε ένα πλέγμα διαρκών εμπορικών συμβατικών σχέσεων με τα πρόσωπα, προς τα οποία απευθύνεται (μεταπωλητές, διανομείς κ.α.), δεν αποδεικνύει ότι υφίσταται τέτοια συμφωνία (ΔΕΕ C-2 και C- 3/2001 σκ. 141).

Επομένως, για να θεωρηθεί ότι μία φαινομενικά μονομερής συμπεριφορά, η οποία υιοθετήθηκε στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, συνεπάγεται στην πραγματικότητα συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 81 παρ. 1 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ), απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ρητής ή σιωπηρής συναίνεσης εκ μέρους των λοιπών εταίρων έναντι της υιοθετηθείσας μονομερούς συμπεριφοράς (ΔΕΕ C-450/2005 ......

κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ 174 επ). Επιπλέον σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής "Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς" (2010/C 130/01), μεταξύ των κάθετων συμφωνιών που δεν εμπίπτουν κατά κανόνα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, είναι οι συμφωνίες εμπορικής αντιπροσωπείας.

Καθοριστικό δε κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μιας συμφωνίας ως συμφωνίας εμπορικής αντιπροσωπείας κατά την εφαρμογή του άρθρου 101 παρ. 1 (και αντίστοιχα του άρθρου 1 του ν. 3959/2011) είναι ο χρηματοοικονομικός ή εμπορικός κίνδυνος που φέρει ο αντιπρόσωπος ως προς τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει διοριστεί ως αντιπρόσωπος από τον αντιπροσωπευόμενο (ΓενΔΕΕ Τ-325/01 ......

κατά Επιτροπής, ΔΕΕ C-217/05 ..... κατά ...., ΔΕΕ C-279/06 ..... . κατά ....SL). Υπάρχουν τρεις μορφές χρηματοοικονομικού ή εμπορικού κινδύνου που είναι κρίσιμες για να ορισθεί μια συμφωνία ως συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ.

Πιο συγκεκριμένα, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1, η συμφωνία χαρακτηρίζεται ως γνήσια συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας, εάν ο αντιπρόσωπος δεν φέρει κανέναν ή ασήμαντο μόνο κίνδυνο ως προς τις συμβάσεις που συνάπτει ή/ και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ως προς τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά γι' αυτό το είδος της δραστηριότητας και ως προς άλλες δραστηριότητες που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος να αναληφθούν στην ίδια αγορά προϊόντος.

Οι κίνδυνοι που απορρέουν από τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών εμπορικής αντιπροσωπείας γενικά, όπως ο κίνδυνος να εξαρτάται το εισόδημα του αντιπροσώπου από την επιτυχία του ως αντιπροσώπου ή από γενικές επενδύσεις σε εγκαταστάσεις ή προσωπικό για παράδειγμα, δεν είναι ουσιώδεις για την εκτίμηση αυτή (Κατευθυντήριες Γραμμές, αρ. 12-15).

Μια συμφωνία χαρακτηρίζεται συνεπώς κατά κανόνα ως συμφωνία αντιπροσωπείας, εφόσον ο αντιπρόσωπος δεν αποκτά κυριότητα επί των συμβατικών προϊόντων που αγοράζονται ή πωλούνται ή δεν παρέχει ο ίδιος τις υπηρεσίες που αφορά η σύμβαση και εφόσον ο αντιπρόσωπος: α) δεν συμβάλλει στις δαπάνες για την προμήθεια/αγορά των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά ή σύμβαση, συμπεριλαμβανομένου του κόστους μεταφοράς των αγαθών, β) δεν διατηρεί με δικό του κόστος ή κίνδυνο αποθέματα των αγαθών, γ) δεν αναλαμβάνει ευθύνη έναντι τρίτων για ζημίες που προκαλούνται από το πωλούμενο προϊόν (ευθύνη για το προϊόν), εκτός αν, ως αντιπρόσωπος, υπέχει ευθύνη για σχετικό ελάττωμα, δ) δεν αναλαμβάνει ευθύνη για την μη εκτέλεση της σύμβασης από τον εκάστοτε πελάτη, με εξαίρεση την απώλεια της προμήθειας του αντιπροσώπου, εκτός αν υπάρχει υπαιτιότητα (π.χ.

παράλειψη λήψης μέτρων ασφάλειας), ε) δεν έχει, άμεσα ή έμμεσα, υποχρέωση να επενδύσει στην προώθηση των πωλήσεων, στ) δεν πραγματοποιεί ειδικές για την αγορά επενδύσεις σε εξοπλισμό, εγκαταστάσεις ή εκπαίδευση του προσωπικού, ζ) δεν ασκεί άλλες δραστηριότητες εντός της ίδιας αγοράς προϊόντος που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος (Κατευθυντήριες γραμμές, αρ. 16).

Συνοπτικά, για να κριθεί η έκταση του χρηματοοικονομικού και επιχειρηματικού κινδύνου που αναλαμβάνει ο αντιπρόσωπος, κρίσιμοι είναι, ιδίως, οι κίνδυνοι που συνδέονται άμεσα με τις συμβάσεις που συνάπτει ο αντιπρόσωπος, όπως η χρηματοδότηση αποθεμάτων, και οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τις (κατά κανόνα μη ανακτήσιμες) επενδύσεις που απαιτούνται για την συγκεκριμένη μορφή δραστηριότητας, καθώς και οι συναφείς κίνδυνοι από την απαξίωση, φθορά ή καταστροφή των πιο πάνω στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης.

Αντίθετα, δεν φέρει κατ' αρχήν αξιόλογο επιχειρηματικό κίνδυνο, αν ο ρόλος του περιορίζεται στην προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων του αντιπροσωπευομένου με προμήθεια γιατί, στην περίπτωση αυτή, ο εμπορικός του κίνδυνος περιορίζεται στον κίνδυνο απώλειας της προμήθειας, αν δεν πραγματοποιηθεί πώληση, χωρίς να διακινδυνεύει ίδιο κεφάλαιο.

Αν τους κινδύνους από την οικεία δραστηριότητα δεν τους φέρει ο ίδιος, αλλά ο εντολέας του, ο αντιπρόσωπος, ως μεσάζων, παρά την από νομικής άποψης αυτοτέλειά του, δεν λειτουργεί σ' αυτήν την σχετική αγορά ως ανεξάρτητη και αυτοτελής οικονομική οντότητα, αλλά ως ενιαία οικονομική μονάδα με τον αντιπροσωπευόμενο, υπό την έννοια δε αυτή "ενσωματώνεται" στην επιχειρηματική δομή του τελευταίου, ως εάν ήταν βοηθός εκπλήρωσης ή υπάλληλός του, υποχρεούμενος να ενεργεί σύμφωνα με τις εντολές, τις οδηγίες, και τις υποδείξεις του (ΓενΔΕΕ Τ 325/01, DaimlerChrysler σκέψεις 81-116 επ, ΔΕΕ C-217/05, CEEES σκέψεις 34-66 επ.

και ΣΤΕ 2341/2018 ΤΝΠ Νόμος). Στην περίπτωση συμφωνιών εμπορικής αντιπροσωπείας, καμία από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αντιπρόσωπο σχετικά με τις συμβάσεις που συνάπτει ή/και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, οι δε ακόλουθες υποχρεώσεις από την πλευρά του εμπορικού αντιπροσώπου θεωρούνται ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας:

α) περιορισμοί όσον αφορά την εδαφική περιοχή εντός της οποίας μπορεί να πωλήσει τα εκάστοτε αγαθά ή τις υπηρεσίες ο αντιπρόσωπος, β) περιορισμοί σχετικά με τους πελάτες προς τους οποίους μπορεί να πωλεί τα εκάστοτε αγαθά ή τις υπηρεσίες ο αντιπρόσωπος, γ) τιμές και όροι πώλησης ή αγοράς των εκάστοτε αγαθών ή υπηρεσιών από τον αντιπρόσωπο (Κατευθυντήριες Γραμμές, αρ. 18).

Όμως αν, εκτός από τη ρύθμιση των όρων πώλησης ή αγοράς των συμβατικών αγαθών ή υπηρεσιών από τον αντιπρόσωπο για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, οι συμφωνίες εμπορικής αντιπροσωπείας περιέχουν διατάξεις με τις οποίες απαγορεύεται στον αντιπρόσωπο να ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή διανομέας επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται τον αντιπροσωπευόμενο (διατάξεις προώθησης ενός μόνου σήματος) ή με τις οποίες απαγορεύεται στον αντιπρόσωπο να ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή διανομέας επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται τον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λήξη της σύμβασης, οι οποίες αφορούν τον διασηματικό ανταγωνισμό, οι διατάξεις αυτές, στην περίπτωση που ο αντιπρόσωπος συνιστά χωριστή επιχείρηση από τον αντιπροσωπευόμενο, μπορεί να συνιστούν παραβίαση του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, αν οδηγούν ή συντελούν σε (σωρευτικό) αποκλεισμό της σχετικής αγοράς στην οποία πωλούνται ή αγοράζονται τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που αφορά η σύμβαση.

Οι εν λόγω διατάξεις μπορεί να τύχουν απαλλαγής κατά κατηγορία, ιδίως εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 5 του σχετικού Κανονισμού ΕΕ 330/2010. Μπορούν επίσης να δικαιολογηθούν σε μεμονωμένες περιπτώσεις για λόγους βελτίωσης της αποτελεσματικότητας βάσει του άρθρου 101 παρ. 3, κατά τα αναφερόμενα στις παρ. 144-148 των Κατευθυντηρίων Γραμμών (Κατευθυντήριες Γραμμές, αρ. 19).

Παρόμοια διατύπωση με το άρθρο 101 ΣΛΕΕ έχει το άρθρο 1 του ν. 3959/2011 (για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού στην Ελληνική Επικράτεια), που προβλέπει στην παρ. 3 αυτού την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμφωνιών και των αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων, οι οποίες εμπίπτουν στην παρ 1. (αυτού), ήτοι έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στην Ελληνική Επικράτεια και ως προς τις οποίες δεν εφαρμόζεται η παρ. 3, δηλαδή δεν πληρούν αθροιστικά τις αναφερόμενες στην παρ. 3 προϋποθέσεις.

Πάντως, για να απαγορευθεί βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μία συμφωνία ή μεμονωμένος όρος αυτής, θα πρέπει να ελέγχεται, αν πράγματι ο ανταγωνισμός είτε παρεμποδίστηκε είτε περιορίστηκε είτε νοθεύτηκε αισθητά (ΔΕΕ C-- 8/2008 .... σκ 28 και 30, ΔΕΕ C- 501, 513, 515, 519 /2006 .... κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ 55) και να λαμβάνεται υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή αναπτύσσει τις συνέπειές της και, ειδικότερα, το οικονομικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσουν τη δράση τους οι οικείες επιχειρήσεις, τη φύση των υπηρεσιών τις οποίες αφορά η συμφωνία, καθώς και τους πραγματικούς όρους λειτουργίας και τη διάρθρωση της αγοράς (ΔΕΕ C- 234/1989 .......

AG σκ 14), αλλά και τα δυνητικά αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού (ΔΕΕ C- 238/2005 ..... ....σκ 50). Αξιολογείται, ειδικότερα, αν, σε περίπτωση μη εφαρμογής της επίμαχης συμφωνίας, θα υφίσταντο πραγματικές και συγκεκριμένες δυνατότητες διείσδυσης στην αγορά ενός ανταγωνιστή και μάλιστα η είσοδος του δυνητικού ανταγωνιστή (ορισμός του οποίου προβλέπεται στον Κανονισμό 330/2010 στην παρ. 1 γ του άρθρου 1 ως "οι επιχειρήσεις οι οποίες, αν δεν υπήρχε η κάθετη συμφωνία, κατά πάσα πιθανότητα θα αναλάμβαναν, με ρεαλιστικό σχεδίασμα και όχι ως θεωρητικό ενδεχόμενο, σε περίπτωση μικρής αλλά μόνιμης αύξησης των σχετικών τιμών, εντός σύντομης χρονικής περιόδου, τις απαραίτητες συμπληρωματικές επενδύσεις ή άλλο απαραίτητο κόστος μετατροπής προκειμένου να εισέλθουν στη σχετική αγορά") θα πρέπει να μπορεί να γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα (ΓενΔΕΕ Τ 461/2007 ....

Ltd και ..... κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ 166, 167, 169). Επιπροσθέτως, με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (από το πεδίο εφαρμογής του οποίου δεν προκύπτει ότι αποκλείονται οι σχέσεις μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου στο πλαίσιο σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη και αν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 ν. 3959/2011, κατά τα παραπάνω - Επ.

Αντ 237/ΙΙΙ/2003, ΦΕΚ Β' 653/2003) απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της, η κατάχρηση δε αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως:

α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης με ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, έναντι των εμπορικά συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, και δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.

Η διαφοροποίηση ως προς το ζήτημα της ακυρότητας για την παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ είναι κατανοητή, δεδομένου ότι η καταχρηστική συμπεριφορά δεν υλοποιείται μόνο μέσω της δικαιοπρακτικής οδού, αλλά και με άλλους τρόπους (Αθανασίου, σε Δίκαιο Ελεύθερου Ανταγωνισμού, έκδοση 2020, παρ. 24 σελ. 1280). Πανομοιότυπη διατύπωση έχει και το άρθρο 2 του ν. 3959/2011, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας, χωρίς όμως να προβλέπει ακυρότητα των σχετικών δικαιοπραξιών.

Η απουσία αστικής φύσης κύρωσης περί ακυρότητας των σχετικών πράξεων που συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, τόσο στη διάταξη του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, όσο και στη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3959/2011, δεν αποτελεί ακούσιο κενό στο δίκαιο που να οδηγεί σε δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3959/2011 και του άρθρου 101 παρ. 2 ΣΛΕΕ.

Συνεπώς, αφού το άρθρο 102 ΣΛΕΕ δεν περιέχει διάταξη παρόμοια με εκείνη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η ακυρότητα βάσει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ δεν επέρχεται αυτοδίκαια από το κοινοτικό δίκαιο (ipso jure communitatis), αλλά πρέπει να προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, είτε γενικά ως ακυρότητα της απαγορευμένης από το νόμο δικαιοπραξίας ή ειδικά ως ακυρότητα της δικαιοπραξίας που στοιχειοθετεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης (Βασ. Σκουρής, Συνθήκη της Λισσαβώνας, Ερμηνεία κατ' άρθρον, άρθρο 102 αριθ. 19).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 ΑΚ η ακυρότητα δικαιοπραξίας (της καταγγελίας περιλαμβανομένης - ΑΠ 98/2004, ΑΠ 1431/2002), που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, χωρεί μόνο όταν δεν συνάγεται ρητά ή σιωπηρά άλλη συνέπεια για την παράβαση, όπως αποζημίωση ή ποινή, διότι ενδεχομένως τότε η απαγόρευση έχει άλλο στόχο (Νικολόπουλος σε ΣΕΑΚ Απόστ. Γεωργιάδη, άρθρο 174, αριθ. 5). Στην περίπτωση δε δικαιοπρακτικών μέτρων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, δεν επέρχεται ως αστική συνέπεια η ακυρότητα, κατ' άρθρο 174 ΑΚ, καθώς το άρθρο 2 του ν. 3959/2011 δεν αποδοκιμάζει την ανταγωνιστική δικαιοπραξία καθ' εαυτήν, αλλά τις συνθήκες σύναψής της και την εν γένει συμπεριφορά της δεσπόζουσας επιχείρησης, την οποία τυποποιεί ως αξιόποινη πράξη επισύρουσα χρηματική ποινή, ύψους 30.000 έως 300.000 ευρώ, στο άρθρο 44 του ίδιου νόμου (Κοτσίρης, Δίκαιο Ανταγωνισμού, σ. 561-562), όμως θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του θιγομένου υπό τους όρους του άρθρου 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 387/2016, ΑΠ 1864/2014, ΑΠ 1286/2011). Συμπληρωματικά, όσον αφορά στην παράβαση του άρθρου 102, το άρθρο 103 ΣΛΕΕ ορίζει ότι με τη θέσπιση των αναγκαίων κανονισμών και οδηγιών σκοπείται η εξασφάλιση της τήρησης των απαγορεύσεων που εισάγονται με αυτή με την πρόβλεψη προστίμων και χρηματικών ποινών.

II. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΟλΑΠ 2/2011).

III. Κατά τη διάταξη του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων και οπωσδήποτε οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί ή περιστατικά, εκτιθέμενα εκ περισσού ή επουσιώδη ή προκύπτοντα από τις αποδείξεις. Συντρέχει δε ο ανωτέρω λόγος, επίσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη (ΑΠ 116/2018).

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 798/2010, ΑΠ 22/2005).

Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους λόγους αναίρεσης πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έβδομο, όγδοο και ένατο αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (αληθώς κατά το νοηματικό περιεχόμενο των λόγων), αιτιώμενοι ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παρακάτω διατάξεων απέρριψε την έφεσή τους, κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή τους, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που την απέρριψε για το λόγο αυτό, ενώ, εάν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις διατάξεις αυτές, θα έκρινε νόμιμη την αγωγή τους μετά από παραδοχή της έφεσής τους.

Πιο συγκεκριμένα, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων το Εφετείο έκρινε, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, ότι 1) η καταγγελία των συμβάσεών τους από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη είναι έγκυρη, ερμηνεύοντας το άρθρο 23 των συμβάσεών τους εσφαλμένα, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 724 εδ.

β' ΑΚ, καθώς θεώρησε ότι κατά το άρθρο τούτο (23) η εναγομένη είχε το δικαίωμα να προβεί σε τακτική καταγγελία υπό προθεσμία και χωρίς σπουδαίο λόγο, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, έχοντας παραιτηθεί από αυτό και, ως εκ τούτου, η καταγγελία στην οποία προέβη είναι άκυρη, επιπλέον δε έπρεπε να δεχθεί ότι η εναγομένη, παραιτούμενη από το δικαίωμα της καταγγελίας, ανέλαβε υποχρέωση προς παροχή, συνιστάμενη σε παράλειψη της άσκησης του διαπλαστικού δικαιώματος τακτικής καταγγελίας, ασκώντας δε το διαπλαστικό τούτο δικαίωμα περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτη, επομένως, έπρεπε να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 343 ΑΚ, που προβλέπει το δικαίωμα του δανειστή να απαιτήσει παροχή, ήτοι, στην υπό κρίση υπόθεση τη συνέχιση εκτέλεσης των επιδίκων συμβάσεων (λόγοι πρώτος και έβδομος), 2) η έκτακτη καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων είναι έγκυρη και λύει τις συμβάσεις ακόμη και στην περίπτωση που δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή αν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179, 281 του ΑΚ, συνεπαγόμενη μόνο αποζημιωτικές αξιώσεις, με την αιτιολογία και για τις δύο κρίσεις ότι οι επίδικες έννομες σχέσεις πρακτορείας αποτελούσαν σχέσεις ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, η διάρρηξη της οποίας (εμπιστοσύνης) επέφερε τη λύση των σχετικών συμβάσεων, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι δεν πρόκειται για έννομες σχέσεις ιδιαίτερης εμπιστοσύνης και ότι, ως εκ τούτου, η καταγγελία τους είναι άκυρη (λόγοι όγδοος και ένατος), 3) οι επιχειρήσεις πρακτορείας των εναγόντων δεν συνιστούσαν ανεξάρτητες επιχειρήσεις, αλλά επιχειρήσεις εμπορικής αντιπροσωπείας στις οποίες δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ και 1 παρ. 1 ν. 3959/2011 περί νόθευσης ή περιορισμού ευρωενωσιακού ανταγωνισμού, καθώς επρόκειτο για διαρκείς συμβάσεις στις οποίες υπερίσχυε το στοιχείο της εμπιστοσύνης, αλλά και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι επιχειρήσεις αυτές συνιστούσαν χωριστές επιχειρήσεις, οι επίδικες καταγγελίες των συμβάσεων αποτελούν μονομερείς δικαιοπραξίες και όχι συμφωνίες με αντιανταγωνιστικές ρήτρες (κατά τη διάρκεια και για ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης), ώστε να δύνανται να έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις, και υφίσταται μόνον αξίωση αποζημίωσης, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 101 παρ. 2 ΣΛΕΕ και 1 παρ. 2 ν. 3959/2011, που προβλέπουν ρητά την αυτοδίκαιη και απόλυτη ακυρότητα των δικαιοπραξιών που αντιβαίνουν στα άνω άρθρα, ενώ έπρεπε (το Εφετείο) να δεχθεί τα αντίθετα και δη ότι οι επιχειρήσεις πρακτορείας των εναγόντων αποτελούσαν ανεξάρτητες επιχειρήσεις, οι δε επίδικες καταγγελίες δεν συνιστούν μονομερές μέτρο, αλλά παράνομη συμπραξιακή συμπεριφορά, που εμπίπτει στα άνω άρθρα και γι' αυτό είναι άκυρη κατ' εφαρμογή των άρθρων 101 παρ. 2 ΣΛΕΕ και 1 ν. 3959/2011 (λόγοι τέταρτος, τρίτος, δεύτερος) και 4) η καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων είναι έγκυρη, αν και αντίκειται στα άρθρα 102 ΣΛΕΕ και 2 ν. 3959/2011, ήτοι, (έκρινε ότι) η καταγγελία που συνιστά καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και αντίκειται στα άνω άρθρα δεν είναι άκυρη κατ' εφαρμογή του άρθρου 174 ΑΚ, αφενός διότι στις διαρκείς συμβάσεις με έντονο τον προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα το στοιχείο της εμπιστοσύνης υπερισχύει των κανόνων του ανταγωνισμού και, αφετέρου, διότι η ακυρότητα επέρχεται εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο από την απαγορευτική διάταξη, οι δε άνω διατάξεις (των άρθρων 102 ΣΛΕΕ και 2 ν. 3959/2011) δεν βάλλουν κατ' αυτής της ίδιας δικαιοπραξίας, με την οποία εκδηλώνεται η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης, αλλά κατά των συνθηκών σύναψής της και της εν γένει συμπεριφοράς της δεσπόζουσας επιχείρησης, ενώ όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες έπρεπε να δεχθεί ότι είναι άκυρη η καταγγελία αυτή, διότι, αφενός δεν συντρέχει συνθήκη διάρρηξης σχέσης εμπιστοσύνης στην υπό κρίση υπόθεση και, αφετέρου, οι διατάξεις των άρθρων 102 ΣΛΕΕ και 2 ν. 3959/2011 βάλλουν κατ' αυτής της ίδιας δικαιοπραξίας με την οποία εκδηλώνεται η κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης (πέμπτος λόγος).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, εξέθεταν στην ένδικη αγωγή ότι την 1.9.2015 η πρώτη, στις 28.9.2009 οι δεύτερη, τρίτος, τέταρτος, έκτη, ένατη και δέκατη, στις 12.3.2012 η πέμπτη και στις 31.10.2011 η έβδομη από αυτούς προέβησαν στη σύναψη εγγράφων συμβάσεων αορίστου χρόνου με την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, εταιρεία ΟΠΑΠ ΑΕ, η οποία διατηρεί το αποκλειστικό δικαίωμα οργάνωσης, λειτουργίας, διαχείρισης και διεξαγωγής τυχερών παιγνίων και στοιχημάτων στην Ελλάδα για λογαριασμό του Δημοσίου έως το έτος 2030, δυνάμει νόμου, της από 15.12.2000 σύμβασης μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου και της από 12.12.2011 πρόσθετης πράξης στην ως άνω σύμβαση, με τις οποίες αυτή (εναγομένη) τους παραχώρησε άδεια πρακτόρευσης για κάθε τυχερό παίγνιο που διοργανώνει στην Ελλάδα.

Ότι στο πλαίσιο των ανωτέρω συμβάσεων λειτούργησαν επιχειρήσεις πρακτορείων της εναγομένης στην Μυτιλήνη και στις λοιπές αναφερόμενες περιοχές της νήσου Λέσβου, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι οι συμβάσεις αυτές είχαν πανομοιότυπους όρους (Σύμβαση 2009), που εκτίθενται ειδικότερα στην αγωγή, και οι οποίοι προέβλεπαν, μεταξύ άλλων:

α) Ότι με την σύμβαση παρέχεται άδεια πρακτόρευσης όλων των παιγνίων που διεξάγει η ΟΠΑΠ ΑΕ και οι θυγατρικές εταιρείες αυτής στην Ελλάδα (άρθρο 1 παρ. 1), ότι η σύμβαση δεν παρέχει στα μέρη το δικαίωμα αντιπροσώπευσης του άλλου (ενδεικτικά σύναψη συμβάσεων μίσθωσης, παροχή εγγυήσεων, διενέργεια ανακοινώσεων επ' ονόματι ή για λογαριασμό ο ένας για τον άλλο ή εμφάνισής τους ότι έχουν τέτοιες εξουσίες), εκτός από την σχέση πρακτόρευσης, ως προς την οποία, ρητά αναφερόταν ότι ο πράκτορας δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τις ανατεθείσες από την ΟΠΑΠ ΑΕ δραστηριότητες (άρθρο 1 τελευταία παράγραφος), ότι η ΟΠΑΠ ΑΕ έχει τη δυνατότητα, σύμφωνα με την επιχειρηματική της πολιτική και το ισχύον θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο, να αποφασίζει την διακοπή, την τροποποίηση, την μεταβολή ή την αναστολή της διεξαγωγής ή λειτουργίας των παιγνίων και στοιχημάτων ή την οργάνωση νέων (άρθρο 1 παρ. 3), ότι η μεταξύ τους σχέση έχει, λόγω της φύσης και του αντικειμένου της, έντονο προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, είναι σχέση αποκλειστική, υπό την έννοια ότι απαγορεύεται στον πράκτορα να παραχωρεί, να εκμισθώνει ή να μεταβιβάζει αυτή (σχέση πρακτόρευσης) ή δικαιώματα εξ αυτής σε οποιονδήποτε τρίτο και με οποιονδήποτε τρόπο και νομική μορφή, χωρίς προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση της ΟΠΑΠ ΑΕ, καθώς και να συνεργάζεται με ανταγωνιστικές της ΟΠΑΠ ΑΕ επιχειρήσεις, αντίθετα η ΟΠΑΠ ΑΕ έχει πάντοτε τη δυνατότητα να συνεργάζεται με περισσότερους πράκτορες (άρθρο 2 παρ. 3), η δε ΟΠΑΠ ΑΕ δεν αναλαμβάνει ευθύνη για την αποδοτικότητα του καταστήματος του πράκτορα (άρθρο 2 παρ. 4).

β) Ότι ο πράκτορας υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές, προδιαγραφές και βασικούς κανόνες που ορίζει η ΟΠΑΠ ΑΕ για τη λειτουργία του δικτύου πρακτόρων αυτής και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο μέγεθος, στη διαρρύθμιση, στη διακόσμηση, στον εξοπλισμό του καταστήματος, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών όψεων και επιγραφών του καταστήματος, της σύνθεσης των χρωμάτων, στο μέτρο που αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δικτύου και της εμφάνισης του προσωπικού στις ώρες λειτουργίας του, στην οικονομική, λογιστική και εμπορική του οργάνωση, την τιμολογιακή πολιτική και στην αντιμετώπιση του παράνομου στοιχηματισμού, η δε ΟΠΑΠ ΑΕ διαβιβάζει τις κατευθυντήριες γραμμές με τη μορφή εγχειριδίων, εγκυκλίων υποδείξεων γραπτών ή οπτικοακουστικών μηνυμάτων, σεμιναρίων και άλλων μέσων (άρθρο 5), ενώ ο πράκτορας υποχρεούται να παρακολουθεί ο ίδιος, και αν το κρίνει σκόπιμο, και το τυχόν προσωπικό της επιχείρησής του τα επιμορφωτικά προγράμματα που πραγματοποιούνται από την ΟΠΑΠ ΑΕ για την αρχική εκπαίδευση και τη μετεκπαίδευσή του (πράκτορα) (άρθρο 9).

γ) Ότι η ΟΠΑΠ ΑΕ παρέχει στον πράκτορα για τις ανάγκες λειτουργίας του καταστήματός του τον αναγκαίο για τη διεξαγωγή των παιγνίων τεχνολογικό εξοπλισμό, η παροχή γίνεται δωρεάν, καταρτιζομένης σύμβασης χρησιδανείου, συντηρεί με δαπάνες της τον εξοπλισμό και δικαιούται να προσδιορίζει και να εγκαθιστά στο πρακτορείο με δικά της έξοδα εξοπλισμό της επιλογής της που δεν συνδέεται άμεσα με τη λειτουργία των παιγνίων, όπως έπιπλα, επιγραφές και κατασκευές προβολής των σημάτων και προϊόντων της, ενώ ο πράκτορας επιβαρύνεται μόνο με μέρος του κόστους χρήσης του εξοπλισμού που αφορά στον πάροχο τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης (άρθρο 19 παρ. 1 και 2, Παράρτημα IV παρ. 8).

δ) Ότι ο πράκτορας υποχρεούται προσωπικά να διευθύνει και να ελέγχει το κατάστημα αδιάλειπτα κατά πάντα χρόνο, τόσο από άποψη οικονομική και λειτουργική, όσο και σε σχέση με την πιστή τήρηση των ειδικότερων όρων της σύμβασης, ότι προσλαμβάνει προσωπικό με δικές του δαπάνες και ουδεμία συμβατική σχέση δημιουργείται μεταξύ του προσωπικού αυτού και της ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 7 παρ. 1 και 2).

ε) Ότι ο πράκτορας υποχρεούται σε εχεμύθεια για τις πληροφορίες που παρέχονται σε αυτόν και σχετίζονται με τη σύμβαση (άρθρο 10). στ) Ότι η ΟΠΑΠ ΑΕ δικαιούται να προβαίνει σε έλεγχο των νομικών, φορολογικών και λοιπών στοιχείων της επιχείρησης του πράκτορα (άρθρο 12). ζ) Ότι ο πράκτορας υποχρεούται να συνεργάζεται αποκλειστικά με την ΟΠΑΠ ΑΕ και δεν επιτρέπεται να δέχεται την πρακτόρευση ή την με οποιονδήποτε τρόπο δραστηριοποίηση ή προβολή στο κατάστημά του άλλων εταιρειών και επιχειρήσεων ή διεξαγωγή άλλων παιγνίων εκτός από τα κρατικά λαχεία και τον ΟΔΙΕ, δύναται δε να ασκεί δραστηριότητα είσπραξης για λογαριασμό εταιρειών ηλεκτρισμού, τηλεπικοινωνιών και ύδρευσης, η οποία δεν αναπτύσσεται σε περισσότερο από το 30% της επιφάνειας του καταστήματος, ενώ για οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα απαιτείται γραπτή έγκριση της ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 13).

η) Ότι ο πράκτορας απαγορεύεται να προβαίνει σε ανταγωνιστικές πράξεις προς την ΟΠΑΠ ΑΕ, ως προς την οποία υπέχει υποχρέωση πίστης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση (άρθρο 14). θ) Ότι η ΟΠΑΠ ΑΕ προβαίνει με δικές της δαπάνες σε έκδοση ενημερωτικού και προωθητικού υλικού, το οποίο ο πράκτορας το χρησιμοποιεί κατά τις οδηγίες της και πρέπει να έχει στη διάθεση των ενδιαφερομένων στο πρακτορείο, ενώ κάθε προωθητική προβολή με πρωτοβουλία του πράκτορα απαιτεί έγκριση της ΟΠΑΠ ΑΕ, απαγορεύεται δε στον πράκτορα η διάθεση διαφημιστικού, προωθητικού ή άλλου ενημερωτικού υλικού ανταγωνιστικών της ΟΠΑΠ ΑΕ εταιρειών (άρθρο 15).

ι) Ότι ο πράκτορας υποχρεούται να παρέχει στους παίκτες πληροφορίες και ενημέρωση για τη διεξαγωγή των παιγνίων που προσφέρει η ΟΠΑΠ ΑΕ, να χορηγεί σε αυτούς δελτία συμμετοχής, να καταβάλει σε αυτούς τα κέρδη από τα παίγνια, εφόσον το επιτρέπει η ταμειακή του ρευστότητα και να δέχεται παράπονα πελατείας (άρθρο 16, Παράρτημα IV παρ. 6).

ια) Ότι κατά την είσπραξη των χρημάτων από τους παίκτες ο πράκτορας ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 17 εδάφιο β'). ιβ) Ότι ο πράκτορας λαμβάνει ως προμήθεια τα ποσοστά επί της παραγωγής του, όπως καθορίζονται από ειδικότερες κανονιστικές πράξεις και ειδικότερα Υπουργικές Αποφάσεις που αναφέρονται αναλυτικά στη σύμβαση, τα οποία παρακρατούνται από αυτόν άμεσα κατά τη διεξαγωγή κάθε παιγνίου και δεν δικαιούται προμήθειας σε περίπτωση ακύρωσης ή ματαίωσης διαγωνισμού για την οποία δεν είναι υπαίτια η ΟΠΑΠ ΑΕ, ενώ δικαιούται αυτής αν η ακύρωση γίνεται με υπαιτιότητα της ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 18).

ιγ) Ότι η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, κάθε μέρος μπορεί να την καταγγείλει για σπουδαίο λόγο χωρίς προθεσμία, ως τέτοιου νοουμένου για την ΟΠΑΠ ΑΕ της μη συμμόρφωσης του πράκτορα με τις υποχρεώσεις του, για τον δε πράκτορα η παύση των δραστηριοτήτων της ΟΠΑΠ ΑΕ στα τυχερά παίγνια, η χορήγηση αδειών για τη συγκεκριμένη περιοχή του καταστήματος, κατά παράβαση των όρων της σύμβασης και η αδικαιολόγητη αποσύνδεση του πρακτορείου από το μηχανογραφικό σύστημα της ΟΠΑΠ ΑΕ για χρονικό διάστημα άνω των δέκα ημερών, το δε δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο δύναται να ασκηθεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο μηνών από την επέλευση του γεγονότος που αποτελεί τον λόγο καταγγελίας.

Επίσης, ότι ο πράκτορας μπορεί να την καταγγείλει χωρίς σπουδαίο λόγο εντός προθεσμίας που ορίζεται ειδικότερα στη σύμβαση (άρθρο 23). ιδ) Ότι, μετά τη λύση της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο, ο πράκτορας απαγορεύεται να διενεργεί πράξεις ανταγωνισμού στο νομό, όπου βρίσκεται το κατάστημά του, για χρονικό διάστημα ενός έτους (άρθρο 26 παρ. 1), καθώς και να παραχωρήσει, να εκμισθώσει ή να υπεκμισθώσει τους χώρους του καταστήματος για χρήση ίδια ή παρεμφερή, άνευ γραπτής συναίνεσης της ΟΠΑΠ ΑΕ, για τρία έτη (άρθρο 26 παρ. 2).

Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στις 7.12.2016 δημοσιεύθηκε στο Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως η 229/2016 απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (Ε.Ε.Ε.Π.) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ", η οποία έχει ήδη προσβληθεί με αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικράτειας από 11 σωματεία πρακτόρων.

Ότι, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση τον κανονισμό αυτό, η εναγομένη κοινοποίησε σε όλους τους πράκτορες (περίπου 4.500 χιλιάδες), μεταξύ των οποίων και στους ενάγοντες, την 1η.3.2017, καταγγελία των συμβάσεών τους πρακτόρευσης, με χρόνο έναρξης ισχύος αυτής την πάροδο προθεσμίας 12 μηνών από την κοινοποίηση. Ότι τους δήλωσε με την ως άνω καταγγελία ότι, αν υπέγραφαν την συγκοινοποιηθείσα νέα έγγραφη σύμβαση πρακτόρευσης έτους 2017 (Σύμβαση 2017), η οποία εναρμονιζόταν, κατά τους ισχυρισμούς της, με τον νέο Κανονισμό Πρακτόρων και της την απέστελναν μέχρι τις 24.3.2017, η μεταξύ τους συνεργασία θα συνεχιζόταν και θα ρυθμιζόταν πλέον αποκλειστικά από τους όρους της νέας σύμβασης πρακτόρευσης.

Ότι η Σύμβαση 2017 προέβλεπε: α) στο άρθρο 13 παρ. 1 αυτής απαγόρευση ανταγωνισμού κατά τη διάρκειά της και δεδομένου ότι ήταν αορίστου χρόνου, η απαγόρευση αυτή θα εξακολουθούσε να ισχύει ακόμα και μετά την παύση του de jure μονοπωλίου της εναγόμενης ΟΠΑΠ ΑΕ στα τυχερά παίγνια, β) στο άρθρο 13 παρ. 2 αυτής την απαγόρευση ανταγωνισμού του πράκτορα προς την ΟΠΑΠ ΑΕ ή προς τις συνδεδεμένες με την ΟΠΑΠ ΑΕ εταιρείες ή προς τρίτα πρόσωπα, τις υπηρεσίες των οποίων έχει επιλέξει η ΟΠΑΠ ΑΕ για την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το αντικείμενο της σύμβασης, είτε στο δικό του όνομα, είτε ως μέτοχος ή εταίρος άλλων εταιρειών, είτε ως μέλος διοικητικού συμβουλίου ή ως καθ' οιονδήποτε τρόπο ασκών τη διοίκηση ή διαχείριση, ή ως υπάλληλος ή συνεργάτης άλλων εταιρειών, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης (το δε αντικείμενο της σύμβασης, με βάση τον νέο Κανονισμό Πρακτόρων, αφορούσε σε διαμεσολαβητικές υπηρεσίες, ήτοι ταχυδρομικές, κινητής τηλεφωνίας, συνδρομητικής τηλεόρασης, πακέτων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, δικτύου ιδρυμάτων πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος, εξόφλησης λογαριασμών και παροχής υπηρεσιών εστίασης), γ) στο άρθρο 13 παρ. 3 αυτής την απαγόρευση ανταγωνισμού για ένα έτος μετά το πέρας της σύμβασης και, τέλος, δ) στο άρθρο 13 παρ. 4 αυτής την απαγόρευση άσκησης έστω και μη ανταγωνιστικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της σύμβασης.

Ότι οι ως άνω καταγγελίες από την εναγομένη των συμβάσεών της με τους ενάγοντες είναι άκυρες: 1) Λόγω παράβασης των διατάξεων των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ και 1 και 2 του ν. 3959/2011 περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά και των άρθρων 174 και 179 ΑΚ. Ειδικότερα, αναφέρονται στην ένδικη αγωγή ότι στην προκείμενη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 του ν. 3959/2011, διότι στο πλαίσιο των καταγγελθεισών συμβάσεων με την εναγομένη οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες αποτελούσαν ανεξάρτητες επιχειρήσεις και, συγκεκριμένα:

α) Η προμήθειά τους ήταν ανεξάρτητη των εσόδων της εναγομένης, διότι υπολογιζόταν επί του αντιτίμου που κατέβαλε ο παίκτης για κάθε παίγνιο, ανεξάρτητα από την έκβασή του, ήτοι ακόμη και αν υπήρχε κέρδος για τον παίκτη και ζημία για την εναγομένη, β) η προμήθειά τους, καθώς και τα έσοδα της εναγομένης από τυχερά παίγνια, απαλλασσόταν από το νόμο από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, γ) είχαν αναλάβει σημαντικό οικονομικό κίνδυνο που αφορούσε: i) στην απόδοση των εισπράξεων στην εναγομένη, ακόμη και στην περίπτωση απώλειάς τους λόγω κλοπής ή ληστείας, ii) στην υποχρέωση χορήγησης εγγυητικής επιστολής στην εναγομένη για την διενέργεια συναλλαγών πάνω από ορισμένα όρια, μονομερώς καθοριζόμενα από αυτήν, καθώς και για την εξασφάλισή της για την εκ μέρους του παίκτη καταβολή του αντιτίμου του παιγνίου, iii) στην καθημερινή διαβίβαση από την εναγομένη στην τράπεζα, όπου τηρείτο ο λογαριασμός κάθε πράκτορα, των ποσών που έπρεπε να χρεωθεί ή να πιστωθεί ο λογαριασμός του (πωλήσεις μείον προμήθεια μείον τα πληρωθέντα κέρδη σε παίκτες), iν) στην αδυναμία ακύρωσης των συμμετοχών στο παίγνιο "Στοιχηματισμός επί γεγονότων σε εξέλιξη - Πάμε Στοίχημα Live", με συνέπεια, σε περίπτωση εσφαλμένου χειρισμού ή εμπλοκής του μηχανογραφικού συστήματος, η άρνηση του παίκτη να καταβάλει την αξία συμμετοχής, επειδή διαπίστωσε διαφορά στην απόδειξη συμμετοχής από την προφορική του εντολή, να επιβαρύνει τον πράκτορα, v) στην ανάληψη από τους πράκτορες του κινδύνου των αδιάθετων αποθεμάτων για την περίπτωση της μη διάθεσης του συνόλου των λαχνών πέντε μερίδων του Λαϊκού Λαχείου, το κόστος των οποίων χρεώνεται ο πράκτορας από την εταιρία "Ελληνικά Λαχεία Α.Ε.", θυγατρική της εναγομένης, vi) στην οικονομική επιβάρυνση του πράκτορα από πρωτοβουλίες του για την προώθηση των παιγνίων, όπως στην περίπτωση της προώθησης ομαδικών συστημάτων (δελτίων υψηλής αξίας συμμετοχής, επιμεριζόμενων σε περισσότερες μερίδες), των οποίων οι μερίδες μένουν αδιάθετες, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, νii) στην συμμετοχή του πράκτορα στα έξοδα μεταφοράς των δελτίων συμμετοχής στα παίγνια με την μεταφορά τους με ίδια μέσα από τα κεντρικά σημεία κάθε νομού, στα οποία αποστέλλονταν από την εναγομένη για το πρακτορείο, σημειουμένου ότι η απόσταση του πρακτορείου της πρώτης, του δεύτερου, της τρίτης και του τετάρτου των εναγόντων από το κεντρικό πρακτορείο (από όπου παραλάμβαναν τα δελτία) είναι 13 χλμ., 6 χλμ, 2 χλμ.

και 700 μ. αντίστοιχα, νiii) στο κόστος εκτύπωσης από το διαδίκτυο των μεταβαλλομένων από την εναγομένη αποδόσεων κέρδους των προσφερόμενων στοιχημάτων για αθλητικά γεγονότα, προκειμένου να καταστούν προσιτά στο κοινό, με συνέπεια να είναι άχρηστες οι έντυπες εκδόσεις που χορηγούσε η εναγομένη, ix) στην συμμετοχή του πράκτορα στο 65% του κόστους τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης με το Κεντρικό Μηχανογραφικό Σύστημα της εναγομένης, x) στην συμμετοχή του πράκτορα στην διαφημιστική δαπάνη μέσω της υποχρέωσής του να ενημερώνει προφορικά τους παίκτες άλλων παιγνίων για το παιχνίδι ΚΙΝΟ και να προμηθεύεται, με δαπάνες του ίδιου, εξοπλισμό, ήτοι οθόνες προβολής περιεχομένου, καλωδιώσεις, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δρομολογητές, δορυφορικά πιάτα κ.α., για τη διεξαγωγή του παιγνίου τούτου (ΚΙΝΟ), στο πλαίσιο της οποίας διαφημιζόταν περαιτέρω το εν λόγω παίγνιο, xi) στην υποχρέωση του πράκτορα να συνάπτει συνδρομές στις πλατφόρμες ΟΤΕ TV & NOVA μέσω της αντίστοιχης κεντρικής συμφωνίας της εναγομένης με τις εταιρείες αυτές, επιβαρυνόμενος με την σχετική δαπάνη, δ) στην προταθείσα από την εναγομένη Σύμβαση 2017 προβλεπόταν ρητά ότι ο πράκτορας ασκεί ανεξάρτητη επιχείρηση, φέρει τους κινδύνους από την λειτουργία του πρακτορείου και βαρύνεται με το σύνολο των δαπανών λειτουργίας και ανακαίνισής του, καθώς και το κόστος χρήσης του εξοπλισμού που χορηγεί η εναγομένη, όπως και το κόστος μετεγκατάστασης σε περίπτωση σχετικής απαίτησης της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Ακολούθως, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι με την από 1.3.2017 καταγγελία η εναγομένη επεδίωξε να αντικαταστήσει την ισχύουσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση (σύμβαση 2009) με την προδιατυπωμένη, από την ίδια, σύμβαση πρακτόρευσης 2017, αορίστου χρόνου, η οποία εμπεριέχει περιοριστικές του ανταγωνισμού ρήτρες, ήτοι:

α) την απαγόρευση ανταγωνισμού κατά την διάρκεια της σύμβασης (άρθρο 13 παρ. 1 Σύμβασης 2017), δηλαδή ακόμη και μετά την παύση του μονοπωλίου της (ΟΠΑΠ ΑΕ) στα τυχερά παίγνια, και την απαγόρευση συμμετοχής του πράκτορα ως μετόχου σε ανταγωνιστική εταιρία (άρθρο 13 παρ. 2), τόσο έναντι της εναγομένης και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιριών όσο και έναντι των τρίτων προσώπων, τις υπηρεσίες των οποίων επιλέγει η εναγομένη για την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με το αντικείμενο της σύμβασης, β) την απαγόρευση ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης για ένα έτος στο νομό, όπου βρίσκεται το κατάστημα του πράκτορα (άρθρο 13 παρ. 2), γ) την απαγόρευση άσκησης μη ανταγωνιστικής δραστηριότητας κατά την διάρκεια της σύμβασης χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια της εναγομένης (άρθρο 13 παρ. 4), ρήτρες που είναι αντίθετες στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ και στο άρθρο 1 του ν. 3959/2011 και αποτελούν ταυτόχρονα κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης εκ μέρους της εναγομένης, (η οποία Σύμβαση 2017 εμπεριέχει) καθώς και τις παρακάτω, επίσης κατά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, ρήτρες που περιλαμβάνουν:

δ) την υποχρέωση συνεργασίας με τρίτα πρόσωπα, επιλογής της εναγομένης για την παροχή υπηρεσιών, οι οποίες δεν έχουν σχέση με τα τυχερά παίγνια (λ.χ. για υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, ταχυδρομικών υπηρεσιών), προς το κοινό, τόσο κατά την διάρκεια της σύμβασης όσο και μετά το τέλος αυτής (άρθρο 1 παρ. 1 περ.

α και β), ε) την δυνατότητα της εναγομένης να μην διοργανώνει ούτε ένα παίγνιο (άρθρο 1 παρ. 3), στ) την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις πολιτικές της εναγομένης που καθορίζονται μονομερώς από αυτήν με κύρωση μη συμμόρφωσης την καταγγελία της σύμβασης για σπουδαίο λόγο (άρθρο 3), ζ) την αφαίρεση των παιγνιομηχανημάτων από τα πρακτορεία τύπου ΣΤ στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί ο τιθέμενος από την εναγομένη στόχος (άρθρο 4 παρ. 3), η) την υποχρέωση του πράκτορα να διαφημίζει τα παίγνια της εναγομένης, ακόμη και αν δεν τα παρέχει αυτός (άρθρο 4 παρ. 8), θ) τον υπολογισμό της προμήθειας των πρακτόρων (άρθρο 10 και Παράρτημα) κατά τρόπο που θα οδηγήσει σε μείωση του ετήσιου ποσοστού αποζημίωσης, με βάση τις προβλέψεις για τις προμήθειες των ετών 2017 - 2021, όπως αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή, από τις οποίες προκύπτει ότι για να διατηρήσουν οι πράκτορες την αποζημίωση στο ύψος που θα ανερχόταν, με βάση την καταγγελθείσα σύμβαση (Σύμβαση 2009), θα πρέπει να κατορθώσουν για το διάστημα αυτό αύξηση πωλήσεων κατά 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ, ι) την απαγόρευση μίσθωσης από τον πράκτορα του καταστήματος σε τρίτο για την άσκηση της ίδιας η παρεμφερούς δραστηριότητας χωρίς την άδεια της εναγομένης (άρθρο 13 παρ. 2), για δύο έτη μετά τη λύση της σύμβασης.

Ότι, ενόψει των ανωτέρω, η επίδικη καταγγελία, η οποία αφορά και καταλαμβάνει το σύνολο της Ελληνικής Επικράτειας και επηρεάζει το ενδοενωσιακό εμπόριο, ασκήθηκε προκειμένου να υπογράψουν οι πράκτορες, ήτοι και οι ενάγοντες, την Σύμβαση Πρακτόρευσης 2017, η οποία περιέχει τους ανωτέρω όρους που αντίκεινται στα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ και 1 και 2 του ν. 3959/2011 και 174 και 179 ΑΚ. 2) Διότι η Υπουργική Απόφαση 25148/1999 που ίσχυε κατά το χρόνο σύναψης των συμβάσεων των εναγόντων και η οποία εξακολουθούσε να τις διέπει κατά την καταγγελία τους από την εναγομένη, δεν επέτρεπε τη λύση της σύμβασης και την αφαίρεση από την εναγομένη της, συνδεόμενης άρρηκτα με την ισχύ της σύμβασης, Ενιαίας Άδειας Πρακτόρευσης των εναγόντων με τακτική καταγγελία, ενώ η αντίδικος δεν επικαλέστηκε ως σπουδαίο λόγο έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 8 της Υπουργικής Απόφασης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. 3) Λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, θεωρούμενης ως τακτικής, διότι η εναγομένη είχε παραιτηθεί ρητά από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης και ανάκλησης της εντολής, η οποία αφορούσε και στο συμφέρον των εντολοδόχων - πρακτόρων αλλά και των παικτών, με το άρθρο 23 της ισχύουσας σύμβασης πρακτόρευσης (Σύμβασης 2009), ενόψει του περιεχομένου του όρου αυτού και της πραγματικής βούλησης των μερών, δεδομένου και του ιστορικού των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν της συνομολόγησης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου από τα μέρη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή και λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή η παραίτηση είναι έγκυρη, αφού η σύμβαση πρακτορείας εξυπηρετεί και το δικό τους συμφέρον, αλλά και αυτό των παικτών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 724 εδ.

β' ΑΚ. 4) Σε περίπτωση που η καταγγελία ήθελε θεωρηθεί ως έκτακτη, λόγω ακυρότητας αυτής, οφειλόμενης στην έλλειψη σπουδαίου λόγου, άλλως λόγω απόσβεσης του δικαιώματος καταγγελίας, διότι δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας δύο μηνών από την επέλευση του γεγονότος που συνιστούσε τον λόγο καταγγελίας, σύμφωνα με το άρθρο 23 των καταγγελθεισών συμβάσεων. 5) Λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας από την εναγομένη, διότι:

α) η καταγγελία είχε ως σκοπό να εξαναγκάσει τους πράκτορες σε προσχώρηση στη Σύμβαση Πρακτόρευσης 2017 που είχε διατυπωθεί μονομερώς από την εναγομένη, β) η εν λόγω νέα σύμβαση προέβλεπε για πρώτη φορά μετά από 60 έτη νέο τρόπο υπολογισμού των προμηθειών των πρακτόρων, ο οποίος δεν προβλέπεται στον Κανονισμό Πρακτόρων του 2016, αλλά διατυπώθηκε από την εναγομένη και με τον οποίο οι προμήθειες υπολογίζονταν όχι πλέον επί του χρηματικού ποσού που καταβάλει κάθε παίκτης κάθε τυχερού παιγνίου, αλλά επί του υπολοίπου που απομένει μετά την αφαίρεση από τον κύκλο εργασιών της εναγομένης του ποσού που αντιστοιχεί στο ποσοστό απόδοσης κερδών των νικητών ανά παιχνίδι και του ποσού συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα καθαρά έσοδα της εναγομένης, γ) στη νέα σύμβαση προβλέπεται εγγυημένη μείωση της προμήθειας των πρακτόρων μέχρι το 2021 και δυνατότητα περαιτέρω μείωσης μετά το 2021, δ) στην ίδια σύμβαση προβλέπεται η υποχρέωση του πράκτορα να μετεγκαταστήσει το πρακτορείο, εφόσον η εναγομένη το απαιτήσει, χωρίς να αναλάβει αυτή το κόστος μετεγκατάστασης και χωρίς αποζημίωση για το κόστος της υφιστάμενης υποδομής και την απώλεια πελατείας, ε) στη σύμβαση προβλέπεται υποχρέωση του πράκτορα να ανακαινίζει το πρακτορείο ή να μεταβάλει τον τύπο του πρακτορείου με δικά του έξοδα, στ) στη σύμβαση προβλέπεται ότι η εναγομένη δικαιούται να μοιράζει σε κάθε πρακτορείο όποια και όσα παιχνίδια επιθυμεί, ζ) στη σύμβαση προβλέπεται υποχρέωση του πράκτορα να καλύψει το κόστος τηλεπικοινωνιακής υποδομής, να εκπαιδεύει τους πελάτες για την ανταγωνιστική ως προς τον ίδιο διαδικτυακή διεξαγωγή καταγγελίας της σύμβασης από την εναγομένη χωρίς αποζημίωση του πράκτορα, θ) στη σύμβαση προβλέπεται ότι ο πράκτορας συμφωνεί με οποιαδήποτε μεταβολή σε αυτή (σύμβαση) επιφέρει μονομερώς η εναγομένη, ι) με τη σύμβαση καταργείται η πρόβλεψη ότι οι πράκτορες αποτελούν το μοναδικό φυσικό δίκτυο της εναγομένης και η υποχρέωση της εναγομένης περί ισότιμης μεταχείρισης των πρακτόρων, ια) η νέα σύμβαση εμπεριέχει όρους άκυρους κατ' άρθρο 174 και 179 ΑΚ, κατά τα προαναφερθέντα για τον πρώτο λόγο ακυρότητας των καταγγελιών, ιβ) το συνδικαλιστικό όργανο των πρακτόρων (ΠΟΕΠΠΠ) είχε προτείνει στην εναγομένη την προσθήκη στις ισχύουσες συμβάσεις ενός τροποποιητικού παραρτήματος για την προσαρμογή της στον Κανονισμό Πρακτόρων 2016 δύο φορές, το οποίο απέρριψε η εναγομένη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, ιγ) η εναγομένη μεθόδευσε τις καταγγελίες χωρίς προηγουμένως να δοθεί η δυνατότητα διαβούλευσης με τους πράκτορες, ιδ) το δικαίωμα καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης, τακτικής ή έκτακτης, είχε αποδυναμωθεί μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος 8 ετών από το 2009 έως το 2017, χωρίς να προβεί σε καταγγελία για λόγο διαφορετικό από τους προβλεπόμενους στη σύμβαση και την ΥΑ 25148/1999, με συνέπεια να δημιουργηθεί δικαιολογημένη πεποίθηση στους πράκτορες ότι οι συμβάσεις τους δύνανται να καταγγελθούν μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους σπουδαίους λόγους.

Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά οι ενάγοντες ζήτησαν: α) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων πρακτόρευσης μεταξύ αυτών και της εναγομένης. β) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις από τις καταγγελθείσες συμβάσεις έναντι εκάστου ενάγοντος και, ειδικότερα, ενδεικτικά, να υποχρεωθεί στα ακόλουθα: 1) Να διατηρήσει το πρακτορείο εκάστου σε πλήρη λειτουργία κατά το ρυθμιστικό πλαίσιο των καταγγελθεισών συμβάσεων, 2) να τους αντιμετωπίζει ισότιμα, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 3 των συμβάσεων αυτών και συγκεκριμένα να προσδιορίσει ισότιμα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο καθαρών οικονομικών τους συναλλαγών (που προκύπτει με βάση τις πωλήσεις του πρακτορείου, αφαιρουμένων των κερδών που αποδίδονται στους παίκτες), και να τους εντάσσει ισότιμα με τους λοιπούς πράκτορες σε κάθε νέο πρόγραμμα τηλεπικοινωνιακών συνδέσεων και τηλεοπτικών μεταδόσεων, όπως έπραττε μέχρι τις καταγγελίες, 3) να προβαίνει στη συντήρηση του υφιστάμενου εξοπλισμού του πρακτορείου και την παροχή των απαραίτητων αναλωσίμων γι' αυτό, κατά τους όρους των καταγγελθεισών συμβάσεων που μνημονεύονται ειδικότερα στην αγωγή, 4) να τους χορηγεί όλα τα παίγνια που διαχειρίζεται, σύμφωνα με τις υφιστάμενες κανονιστικές προβλέψεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 1.2 των καταγγελθεισών συμβάσεων και 5) να προβαίνει σε υπολογισμό της αποζημίωσής τους κατά το άρθρο 18 και το Παράρτημα IV παρ. 7 των συμβάσεων αυτών.

γ) Να καταδικασθεί η εναγομένη σε χρηματική ποινή ποσού 50.000 ευρώ για κάθε ημέρα λειτουργίας του πρακτορείου, κατά την οποία παραβιάζει τις υποχρεώσεις της από τις καταγγελθείσες συμβάσεις. δ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους αντιμετωπίζει ισότιμα με τους λοιπούς πράκτορες, με βάση την εκάστοτε πολιτική δικτύου της και συγκεκριμένα να ανεχθεί τη συμμετοχή τους στα υφιστάμενα προγράμματα τηλεπικοινωνιακών συνδέσεων και τηλεοπτικών μεταδόσεων.

ε) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να διατηρήσει τον εξοπλισμό των πρακτορείων για τη διεξαγωγή των παιγνίων κατ' άρθρο 6.1. των καταγγελθεισών συμβάσεων. στ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να μην επιτρέψει τη λειτουργία νέου πρακτορείου περιμετρικά του πρακτορείου τους σε ακτίνα μικρότερη των 200 μέτρων ή καθ' υπέρβαση της αναλογίας 1 πρακτορείο προς 3.500 κατοίκους, όπως ορίζεται στα άρθρα 4.2 και 2.2.

αντίστοιχα των μεταξύ τους συμβάσεων. ζ) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να ανέχεται την από αυτούς επιλογή του προσωπικού του πρακτορείου κατά τα άρθρα 7.2. και 3.2. των μεταξύ τους συμβάσεων.

Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή είναι μη νόμιμη στο σύνολό της, διότι, και αληθών θεωρουμένων των ισχυρισμών των εναγόντων - αναιρεσειόντων, δεν θεμελιώνονται στο νόμο τα αγωγικά αιτήματα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων πρακτορείας και την καταδίκη της εναγομένης-αναιρεσίβλητης στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τις συμβάσεις αυτές.

Τούτο δε διότι: Οι καταγγελθείσες επίδικες συμβάσεις πρακτορείας διέπονται, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή για το περιεχόμενό τους, από τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις του π.δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων και του Αστικού Κώδικα περί εντολής, σύμφωνα με την υπό στοιχείο Ι.1 προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον η διαμεσολαβητική δραστηριότητα των εναγόντων ως πρακτόρων προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με την λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας παροχής υπηρεσιών και ταυτίζεται με αυτήν κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, λαμβανομένου υπόψη ότι με τις καταγγελθείσες συμβάσεις οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες είχαν αναλάβει υποχρεώσεις ανάλογες με εκείνες του εμπορικού αντιπροσώπου, ήτοι, σύναψη συμβάσεων σχετικά με την διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης - αναιρεσίβλητης κατ' αποκλειστικότητα, παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων κατά την διάρκεια και μετά την λήξη της σύμβασης, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, εκτεταμένο δικαίωμα ελέγχου εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, η δε επιχείρησή τους, ακόμη και αν συστηνόταν ως επιχείρηση ξεχωριστή έναντι της εναγομένης - αναιρεσίβλητης ως προς τις φορολογικές αρχές, δεν ήταν αυτόνομη και ανεξάρτητη από αυτήν της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, αλλά επρόκειτο για αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της τελευταίας, στο οποίο όλοι οι εντασσόμενοι πράκτορες ακολουθούσαν την ίδια, δική της, εμπορική πολιτική.

Τούτο, άλλωστε, αναφερόταν ρητά στις συμβάσεις τους (Σύμβαση 2009), στις οποίες προβλεπόταν ότι ο πράκτορας δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τις δραστηριότητες που του έχουν ανατεθεί από την ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 1).

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της Σύμβασης 2009 που ενσωματώνεται στην αγωγή, προκύπτει ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι πράκτορες, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες, αποτελούσαν βοηθητικά όργανα για την προώθηση των υπηρεσιών παροχής τυχερών παιγνίων που διοργανώνει η εναγομένη-αναιρεσίβλητη, ενσωματωμένα στην επιχείρησή της ως μέλη του πανελληνίου δικτύου που έχει αναπτύξει με τη χορήγηση από την ίδια των σχετικών αδειών λειτουργίας πρακτορείων, μετά από έλεγχο των προϋποθέσεών τους και έγκρισή τους, έχοντας (οι πράκτορες) την υποχρέωση να συμμορφώνονται με την εμπορική πολιτική της, χωρίς τη δυνατότητα να ασκήσουν αυτόνομη και ανεξάρτητη εμπορική πολιτική και χωρίς να έχουν αναλάβει σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους, συνδεόμενους με την εκπλήρωση των παρεχόμενων στους πελάτες - παίκτες υπηρεσιών της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, με τη διενέργεια επενδύσεων ή με άλλες δραστηριότητες που είχε η εναγoμένη - αναιρεσίβλητη στην ίδια αγορά, άπαντες δε τους βασικούς επιχειρηματικούς κινδύνους τους έφερε η τελευταία.

Συγκεκριμένα, από το περιεχόμενο των συμβάσεών τους (Σύμβαση 2009 που ενσωματώνεται στην αγωγή) προκύπτουν, πέραν του ότι οι πράκτορες δεν αποκτούν κυριότητα σε κάποιο από τα προϊόντα που τους μεταβιβάζονται από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη και ότι ο τεχνολογικός εξοπλισμός, τα έπιπλα, οι επιγραφές και οι κατασκευές προβολής των σημάτων και προϊόντων της εγκαθίσταται στο πρακτορείο με δαπάνες της εναγομένης - αναιρεσίβλητης και με κατάρτιση σύμβασης χρησιδανείου, διάρκειας όσης και της σύμβασης πρακτορείας (άρθρο 6 της Σύμβασης 2009), και τα παρακάτω ουσιώδη στοιχεία:

α) η εκπαίδευση των ίδιων και του προσωπικού των πρακτορείων παρεχόταν και βάρυνε την ΟΠΑΠ ΑΕ (άρθρο 9 παρ 2 και 19 παρ. 1 της Σύμβασης 2009), β) η απαιτούμενη τεχνική υποστήριξη και συντήρηση του αναγκαίου για τη διεξαγωγή των τυχερών παιγνίων και των υπηρεσιών τεχνολογικός εξοπλισμός, οι αναγκαίες συμβουλές για την προώθηση των παιγνίων και την ανάπτυξη των πρακτορείων και ακόμη και τα δελτία των παιγνίων παρέχονταν από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη (άρθρα 6, 15, 19 της Σύμβασης 2009), γ) οι διαφημιστικές δαπάνες, το ενημερωτικό και προωθητικό υλικό για τα τυχερά παίγνια βάρυναν την εναγομένη - αναιρεσίβλητη (άρθρο 15 της Σύμβασης 2009), δ) η αμοιβή των πρακτόρων, ως προμήθεια επί του καταβαλλόμενου από τους παίχτες αντιτίμου, δεν εξαρτιόταν από την εκπλήρωση της παροχής της εναγομένης - αναιρεσίβλητης αλλά παρακρατούνταν άμεσα κατά τη διεξαγωγή του κάθε παιγνίου (άρθρο 18 της σύμβασης 2009), ε) οι πράκτορες ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με τις κατευθυντήριες γραμμές που όριζε η εναγομένη - αναιρεσίβλητη για τη λειτουργία του δικτύου, μεταξύ άλλων και ως προς την τιμολογιακή πολιτική (άρθρο 5 της Σύμβασης 2009), στ) η εναγομένη - αναιρεσίβλητη είχε το δικαίωμα ελέγχου των νομικών, φορολογικών και λοιπών στοιχείων της επιχείρησής του, των ασφαλιστικών και λοιπών εργοδοτικών υποχρεώσεών του, καθώς και το δικαίωμα απεύθυνσης συστάσεων και κατάπτωσης ποινικής ρήτρας σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων του πράκτορα (άρθρα 12 και 22 της Σύμβασης 2009), ζ) κατά την είσπραξη των χρημάτων από τους παίκτες, ήτοι του αντιτίμου για την παροχή των υπηρεσιών της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, κάθε πράκτορας ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος αυτής (άρθρο 17 της Σύμβασης 2009).

Τα ανωτέρω ισχύουν και αληθών θεωρουμένων των αγωγικών ισχυρισμών για τις συμβατικές υποχρεώσεις που φέρονται να είχαν αναλάβει οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες, καθώς με αυτές δεν ανέλαβαν κάποιον ουσιώδη επιχειρηματικό κίνδυνο ή ουσιώδη δαπάνη. Ειδικότερα: α) Η ανεξαρτησία των προμηθειών που δικαιούνταν οι πράκτορες από το ύψος των κερδών της εναγομένης - αναιρεσίβλητης δεν συνεπάγεται την ανάληψη ουσιώδους οικονομικού κινδύνου από αυτούς, το δε γεγονός ότι οι προμήθειές τους εισπράττονταν στην πηγή, δηλαδή παρακρατούνταν από τους πράκτορες όταν πλήρωνε ο παίκτης δεν είναι νομικά κρίσιμο στοιχείο, αφού αφορά μόνον τον τρόπο είσπραξης των προμηθειών.

β) Τυχόν προνομιακή φορολογική μεταχείριση της προμήθειας των πρακτόρων, και δη η απαλλαγή της από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, όχι μόνο δεν στηρίζει τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί ανεξαρτησίας της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνει την οικονομική τους ταύτιση με την επιχείρηση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, η οποία απολαμβάνει εκ του νόμου το ίδιο προνόμιο, σύμφωνα με την αγωγή.

γ) Δεν προκύπτει η ανάληψη ουσιώδους ή σημαντικού οικονομικού κινδύνου από τους ενάγοντες- αναιρεσείοντες, με την έννοια που αναφέρεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη υπό στοιχ. Ι.1. , ήτοι κινδύνου που απορρέει γα) από τις συμβάσεις, στις οποίες μεσολαβεί ο μεσάζων, γβ) από τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά γι' αυτό το είδος της δραστηριότητας και γγ) από άλλες δραστηριότητες που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος να αναληφθούν στην ίδια αγορά προϊόντος, λαμβανομένου υπόψη ότι οι συναφείς αγωγικοί ισχυρισμοί είτε αφορούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή περιπτώσεις αναγόμενες σε πταίσμα του πράκτορα (όπως, απώλεια εισπράξεων, διενέργεια συναλλαγών πάνω από ορισμένα όρια και μη καταβολή αντιτίμου από παίκτες για τα επιπλέον ποσά, εσφαλμένος χειρισμός ή εμπλοκή συστήματος στα παίγνια "Στοιχηματισμός επί γεγονότων σε εξέλιξη - Πάμε στοίχημα Live", επιβάρυνση με κόστος αδιάθετων μερίδων Ομαδικού Συστήματος), είτε δεν οδηγούν σε ουσιώδη οικονομική επιβάρυνση του πράκτορα ή ανάληψη ουσιώδους οικονομικού κινδύνου, συνδεόμενου άμεσα με την παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, ενόψει της συνολικής διάρθρωσης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη Σύμβαση Πρακτόρευσης 2009 (ήτοι, συμμετοχή σε έξοδα μεταφοράς δελτίων συμμετοχής, εκτύπωση αποδόσεων κέρδους, προμήθεια εξοπλισμού διαφημιστικής προβολής του τυχερού παιγνίου "ΚΙΝΟ", διαβίβαση εντολών για ποσά χρεοπιστώσεων από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη σε τράπεζα, επιβάρυνση με κόστος αδιάθετων λαχνών Λαϊκού Λαχείου έναντι τρίτης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Λαχεία Α.Ε.", συμμετοχή σε κόστος τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης).

Με βάση τ' ανωτέρω στοιχεία, η εναγομένη - αναιρεσίβλητη ήταν εκείνη που καθόριζε τους βασικούς όρους διεξαγωγής της επιχειρηματικής δραστηριότητας των πρακτόρων, είχε δικαιώματα ελέγχου και εξέτασης της συμμόρφωσης καθενός από αυτούς, είχαν δε, εναγομένη - αναιρεσίβλητη και πράκτορες, κοινό επιχειρηματικό προσανατολισμό στην επιτυχία της επιχειρηματικής δράσης.

Συνεπώς πληρούνται τα δύο καθοριστικά κριτήρια, δηλαδή, η απουσία αυτόνομης επιχειρηματικής δράσης των πρακτόρων και η ανάληψη από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη των ουσιωδών επιχειρηματικών κινδύνων, ώστε να χαρακτηρισθεί η σχέση που τους συνδέει εμπορική αντιπροσωπεία. Κατόπιν τούτου, ενόψει της φύσης της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, όπως προκύπτει από το κείμενο των καταγγελθεισών συμβάσεων, αορίστου χρόνου και της εφαρμογής των διατάξεων περί εμπορικής αντιπροσωπείας και εντολής, μεταξύ των οποίων και του άρθρου 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991, η καταγγελία των επίδικων συμβάσεων, είτε θεωρηθεί ως τακτική (χωρίς συνδρομή σπουδαίου λόγου), με ενιαύσια προθεσμία επέλευσης των αποτελεσμάτων της (ήτοι, κατ' αποτέλεσμα, υπερβαίνουσα την ανώτατη προθεσμία προειδοποίησης των έξι μηνών του άρθρου 8 παρ. 4 του π.δ. 219/1991), είτε ως έκτακτη (με συνδρομή σπουδαίου λόγου και χωρίς την τήρηση προθεσμίας), ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ασκήθηκε, είτε αντίθετα με τη συμφωνία των μερών περί παραίτησης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας χωρίς σπουδαίο λόγο με τήρηση προθεσμίας (παραίτηση, ωστόσο, που δεν προβλέπεται στο άρθρο 23 της Σύμβασης 2009, καθόσον δεν αναφέρεται στη διατύπωσή του ότι η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της ΟΠΑΠ ΑΕ μπορεί να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο, χωρίς την τήρηση προθεσμίας, με συνέπεια η εναγομένη - αναιρεσίβλητη, εφόσον δεν δεσμεύεται από σχετική συμβατική δέσμευση, να μπορεί να την καταγγείλει οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς σπουδαίο λόγο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 724 εδάφ.

α' ΑΚ, με τήρηση πάντως των προθεσμιών του άρθρου 8 παρ. 3 του π.δ. 219/1991, που εφαρμόζεται ανάλογα), είτε άκαιρα, δηλαδή, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, μετά την παρέλευση της συμβατικής δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας μετά την επέλευση του γεγονότος που συνιστά το λόγο αυτόν, είτε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, δηλαδή, καταχρηστικά κατά το άρθρο 281 ΑΚ ή αντίθετα στα χρηστά ήθη, κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, επέφερε σε κάθε περίπτωση τη λύση των συμβάσεων πρακτορείας, δεν είναι άκυρη και μπορεί να δημιουργήσει, στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί η αντίθεσή της στη σύμβαση ή το νόμο), μόνον αποζημιωτική ευθύνη της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, με βάση όσα αναπτύχθηκαν στην υπό στοιχείο I.2 προηγηθείσα νομική σκέψη για την κρατούσα νομολογιακή προσέγγιση των επιπτώσεων της καταγγελίας στις διαρκείς συμβάσεις με έντονο τον προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, οι οποίες, όπως οι επίδικες, διέπονται από τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και εντολής.

Το ίδιο γίνεται δεκτό και υπό την εκδοχή ότι η καταγγελία έγινε είτε κατά παράβαση του άρθρου 1 του ν. 3959/2011 (που προβλέπει ως συνέπεια την ακυρότητα), είτε κατά παράβαση του άρθρου 2 του ν. 3959/2011 (που δεν προβλέπει ως συνέπεια την ακυρότητα), διότι υπερτερεί το στοιχείο της εμπιστοσύνης στην υπό κρίση έννομη σχέση και στοιχειοθετείται μόνον αποζημιωτική ευθύνη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις υπό στοιχεία I.1 και I.2 προηγηθείσες νομικές σκέψεις, είτε τέλος κατά παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ (που δεν προβλέπει ως συνέπεια την ακυρότητα), διότι ούτε το εθνικό δίκαιο έχει προβλέψει αυτή τη συνέπεια για την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, αλλά μόνο ποινικές κυρώσεις και αποζημιωτική ευθύνη, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στις υπό στοιχεία I.1, I.2 και 1.4 προηγηθείσες νομικές σκέψεις.

Περαιτέρω, είναι μη νόμιμη η θεμελίωση του αγωγικού αιτήματος στον, κατά τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες, νόμιμο περιορισμό του δικαιώματος τακτικής καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσείουσας με την Υπουργική Απόφαση 25148/1999, διότι, πέραν του ότι δεν προκύπτει τέτοιος περιορισμός από το περιεχόμενό της, έχει ούτως ή άλλως ήδη καταργηθεί από το έτος 2010 και, κατά το χρόνο της καταγγελίας, οι σχέσεις των διαδίκων μεταξύ τους ρυθμίζονταν μόνο συμβατικά, χωρίς εφαρμογή του ανωτέρω κανονιστικού πλαισίου, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην υπό στοιχείο I.3 προηγηθείσα νομική σκέψη.

Τέλος, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν προκύπτει, με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ότι με την ένδικη καταγγελία επιδιώχθηκε, επήλθε ή ήταν δυνατόν να επέλθει η νόθευση ή ο περιορισμός του ενδοενωσιακού ανταγωνισμού σε βάρος του γενικού συμφέροντος των επιμέρους επιχειρήσεων και των καταναλωτών και συνεπώς ότι είναι άκυρη αυτή, σύμφωνα με τον άμεσης εφαρμογής από τον εθνικό δικαστή κανόνα του άρθρου 101 παρ. 2 ΣΛΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα:

α) Ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι επιχειρήσεις των εναγόντων - αναιρεσειόντων συνιστούσαν χωριστή επιχείρηση από αυτήν της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, η ένδικη καταγγελία ήταν μία μονομερής δικαιοπραξία από τη φύση της, η οποία τελούσε υπό την εξουσιαστική (με την έννοια ότι εξαρτιόταν αποκλειστικά από τη βούλησή τους) διαλυτική αίρεση ότι οι αντισυμβαλλόμενοι της εναγομένης - αναιρεσίβλητης ενάγοντες - αναιρεσείοντες θα ενέκριναν την πρόταση αυτής (καταγγέλλουσας εναγομένης - αναιρεσίβλητης) για τροποποίηση των όρων της σύμβασής τους (Σύμβαση 2009) και ισχύος αυτών της νέας σύμβασης (Σύμβαση 2017), η οποία περιείχε τις αναφερόμενες στην αγωγή (αντιανταγωνιστικές) ρήτρες προώθησης ενός σήματος και μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού.

Επομένως, η καταγγελία αυτή είχε τον χαρακτήρα τροποποιητικής καταγγελίας, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο I.2 προηγηθείσα νομική σκέψη και μόνον στην υποτιθέμενη περίπτωση της αποδοχής της πρότασης της εναγομένης - αναιρεσίβλητης από τους ενάγοντες - αναιρεσείοντες, ήτοι, σύμπτωσης των βουλήσεών τους, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντιανταγωνιστική συμφωνία που να συνιστά παραβίαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, λόγω της ύπαρξης των περιεχομένων στη νέα σύμβαση (Σύμβαση 2017) ρητρών, εφόσον βέβαια δεν συνέτρεχαν οι λόγοι απαλλαγής που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Κανονισμού 330/2010 ή δικαιολόγησης αυτών, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις Κατευθυντήριες Γραμμές (αρ. 19) στην υπό στοιχείο I.4 προηγηθείσα νομική σκέψη.

Τέτοια όμως συναίνεση των εναγόντων - αναιρεσειόντων στην τροποποίηση των συμβάσεων πρακτόρευσης και ισχύος της Σύμβασης 2017, σύμφωνα με τον αγωγικό ισχυρισμό, δεν υπάρχει, αντίθετα μάλιστα αυτοί εκδήλωσαν έμπρακτα, με την άσκηση της ένδικης αγωγής, την πλήρη εναντίωσή τους στην τροποποιητική καταγγελία και την προτεινόμενη τροποποίηση των όρων της σύμβασής τους με την εναγομένη - αναιρεσίβλητη.

β) Για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης, που προβλέπεται στο άρθρο 13 παρ. 1 της Σύμβασης 2017, αλλά και για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού για ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης για το νομό στον οποίο είναι εγκατεστημένο το κατάστημα του πράκτορα, που προβλέπεται στο άρθρο 13 παρ. 2 της Σύμβασης 2017, οι ενδιαφερόμενοι που μπορούν να δραστηριοποιηθούν στην αγορά των επίγειων τυχερών παιγνίων τρίτοι πάροχοι δεν εμπίπτουν στην έννοια του δυνητικού ανταγωνιστή, σύμφωνα με την υπό στοιχείο I.4 προηγηθείσα νομική σκέψη, καθώς η είσοδός τους δεν είναι λογικά και ρεαλιστικά αναμενόμενη εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, δηλαδή ανταγωνισμός δεν υφίσταται και δεν μπορεί να υφίσταται έως τουλάχιστον το έτος 2030, αφού η εναγομένη - αναιρεσίβλητη έχει αποκτήσει, βάσει του ν. 2843/2000 (άρθρο 27 παρ. 2 α), της από 15.12.2000 Σύμβασης με το Ελληνικό Δημόσιο και της πρόσθετης πράξης αυτής, το αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσής τους μέχρι τότε, το οποίο δικαίωμα έχει κριθεί συμβατό με το ενωσιακό δίκαιο (ΟλΣΤΕ 3167/2014, ΔΕΕ C- 186/2011 και C- 209/11 ...

Ltd σκ 24).

Άλλωστε, είναι υποθετικό το ενδεχόμενο ότι, έστω και το έτος 2030, θα ανοίξει με νομοθετική πρωτοβουλία η αγορά σε τρίτους παρόχους επίγειων τυχερών παιγνίων αντίστοιχων με εκείνα της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, καθώς τέτοιο ενδεχόμενο προϋποθέτει την ριζική αλλαγή προσέγγισης στην κρατική πολιτική ελέγχου της αγοράς τυχερών παιγνίων που σήμερα παρέχει η εναγομένη - αναιρεσίβλητη, πολιτική που διαχρονικά βασίζεται στην άποψη ότι η προστασία από τους συνυφασμένους με τα τυχερά παίγνια κινδύνους στη χώρα παρέχεται αποτελεσματικότερα με το σύστημα χορήγησης αποκλειστικών δικαιωμάτων διεξαγωγής σε έναν πάροχο, υποκείμενο σε εξαιρετικά αυστηρό κανονιστικό έλεγχο.

γ) Για την ρήτρα μη ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αλλά και για την ρήτρα μη ανταγωνισμού για ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης για το νομό στον οποίο είναι εγκατεστημένο το κατάστημα του πράκτορα, που προβλέπονται στο άρθρο 13 παρ. 2 της Σύμβασης 2017, και εκτείνονται, πέραν των τυχερών παιγνίων, και σε υπηρεσίες τρίτων παρόχων ή θυγατρικής της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, τις οποίες η τελευταία θα επιλέξει να διαθέτει μέσω του δικτύου της και αφορούν σε ταχυδρομικές υπηρεσίες, υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, συνδρομητικής τηλεόρασης, πακέτων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, δικτύου ιδρυμάτων πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος, εξόφλησης λογαριασμών και παροχής υπηρεσιών εστίασης, αυτές αφορούν σε υπηρεσίες που παρέχονται και προωθούνται με εκτενή πρόσβαση από τους εκάστοτε παρόχους τους είτε με δικό τους δίκτυο (επίγεια δίκτυα, τηλεφωνικά κέντρα, μέσω ιστοσελίδων τους on) είτε με επίγεια, on κλπ δίκτυα τρίτων (π.χ.

τράπεζες, συνεργαζόμενες αλυσίδες λιανικού εμπορίου κλπ), δηλαδή με ύπαρξη εναλλακτικών καναλιών διανομής τους, γεγονός από το οποίο δεν μπορεί να συναχθεί ότι το δίκτυο των καταστημάτων των πρακτόρων της εναγομένης - αναιρεσίβλητης αποτελεί βασική υποδομή για την άσκηση της δραστηριότητας των τρίτων παρόχων, επομένως ότι παρεμποδίζεται, περιορίζεται ή νοθεύεται ο ανταγωνισμός.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες στην προηγηθείσα υπό στοιχ. Ι νομική σκέψη διατάξεις. Ως εκ τούτου, οι αναιρετικοί λόγοι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έβδομος, όγδοος και ένατος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση και δη τις τέσσερις τροποποιητικές προτάσεις για τη σύναψη της Σύμβασης 2009 με την αναιρεσίβλητη και την με αριθ. .../2018 ενώπιον συμβολαιογράφου ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ.

Κ. , από τα οποία (αποδεικτικά μέσα) προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη είχε παραιτηθεί του δικαιώματος της τακτικής καταγγελίας της Σύμβασης 2009 και ότι, αν είχαν ληφθεί υπόψη, θα αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός τους αυτός. Ο υπό κρίση λόγος είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν εξέτασε κατ' ουσίαν την υπόθεση ώστε να ερευνήσει την αλήθεια του ισχυρισμού τούτου με τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, εφόσον έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή και την απέρριψε για τούτο.

Με τον δέκατο λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και δη ότι: "Γ) Για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αλλά και για τη ρήτρα μη ανταγωνισμού για ένα έτος μετά τη λήξη της σύμβασης για το νομό στον οποίο είναι εγκατεστημένο το κατάστημα του πράκτορα, που προβλέπονται αμφότερες στο άρθρο 13 παρ. 2 της Σύμβασης 2017, και εκτείνονται, πέραν των τυχερών παιγνίων, και σε υπηρεσίες τρίτων παρόχων ή θυγατρικής της ΟΠΑΠ ΑΕ εταιρείας, τις οποίες η ΟΠΑΠ ΑΕ θα επιλέξει να διαθέτει μέσω του δικτύου της και αφορούν σε ταχυδρομικές υπηρεσίες, υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, συνδρομητικής τηλεόρασης, πακέτων παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, δικτύου ιδρυμάτων πληρωμών και ηλεκτρονικού χρήματος, εξόφλησης λογαριασμών και παροχής υπηρεσιών εστίασης, αυτές αφορούν υπηρεσίες που παρέχονται και προωθούνται με εκτενή πρόσβαση από τους εκάστοτε παρόχους τους είτε με δικό τους δίκτυο (επίγεια δίκτυα, τηλεφωνικά κέντρα, μέσω ιστοσελίδων τους online) είτε με επίγεια, online κλπ δίκτυα τρίτων (πχ τράπεζες, συνεργαζόμενες αλυσίδες λιανικού εμπορίου κλπ), δηλαδή με ύπαρξη εναλλακτικών καναλιών διανομής τους, γεγονός εκ του οποίου δεν μπορεί να συναχθεί ότι το δίκτυο των καταστημάτων των πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ αποτελεί βασική υποδομή για την άσκηση της δραστηριότητας των τρίτων παρόχων, επομένως ότι παρεμποδίζεται ή νοθεύεται ο ανταγωνισμός", για τις οποίες παραδοχές δεν προσκομίστηκε καμιά απόδειξη και σε κάθε περίπτωση στην προσβαλλομένη δεν εκτίθεται ούτε καν γενικά από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή.

Ωστόσο, το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, εφόσον απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, η δε ως άνω επιμέρους Γ σκέψη αφορά στο μη νόμιμο της επιχειρηθείσας θεμελίωσης της αγωγής στην βάση που αφορά στην παραβίαση του άρθρου 101 παρ. 1 και 2 ΣΛΕΕ, ήτοι την νόθευση ή τον περιορισμό του ενδοενωσιακού ανταγωνισμού σε βάρος του γενικού συμφέροντος, των επιμέρους επιχειρήσεων και των καταναλωτών, η οποία κρίθηκε μη νόμιμη, λαμβάνοντας υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς ως προς τις ρήτρες που προβλέπονται στο άρθρο 13 παρ. 2 της Σύμβασης 2017 και με βάση τούτους κατέληξε ότι πρόκειται για γεγονός εκ του οποίου δεν μπορεί να συναχθεί ότι το δίκτυο των καταστημάτων των πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ αποτελεί βασική υποδομή για την άσκηση της δραστηριότητας των τρίτων παρόχων, επομένως ότι παρεμποδίζεται ή νοθεύεται ο ανταγωνισμός.

Επομένως, ο υπό κρίση λόγος είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση αυτής, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.3.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 2365/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ