Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to cite evidence in original appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific witness certifications regarding the employer's motive for termination. The court rejected this claim because the appellant did not cite these documents in its own appeal, and the lower court had already considered them during the trial. Consequently, the appeal was deemed inadmissible for failing to address the evidence properly.
Legislator headnote
AI generatedArticles 82, 81, 561, 568 of the Code of Civil Procedure; The failure to cite specific evidence in the appeal renders the argument regarding the lower court's evaluation of that evidence inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 220 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Διαλεχτή Κοτζαμανίδου, η οποία διόρισε και τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Βογιατζή και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σέργιο Σερμπέτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιουμένης της αίτησης αναίρεσης στην Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 255/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 477/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9-4-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας εταιρίας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Κατά το άρθρο 82 εδ. γ Κ.Πολ.Δ, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ. 3 εδ. α του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, πρέπει δε αυτός να καλείται από τον επισπεύδοντα σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη για να ενημερώνεται αυτός ως προς την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως και ν' ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι και αυτός είναι διάδικος.
Έτσι, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και με εκείνη του άρθρου 558 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατ' αρχήν κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, όμως αυτός πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης. Χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ειδική εφαρμογή της οποίας συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις, και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ.
α Κ.Πολ.Δ.), το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ. 972/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και την υπ` αριθ. 255/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπέρ του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "Ένωση Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα (Ακαδημίας αρ. 20) και εκπροσωπείται νόμιμα.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 3019Γ/21.6.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Κ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση του αναιρεσείοντος προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα, για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτή.
Η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει, παρά τη δικονομική απουσία της προσθέτως παρεμβαίνουσας (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2). 2.- Με την κρινόμενη από 9.4.2021 και με αριθ.
κατάθ. 1915/218/14.4.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "..." και με διακριτικό τίτλο "... ", προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 477/26.1.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 20.2.2014 και με αριθ. καταθ. 1151/21.2.2014 έφεσης, καθώς και τους από 22.10.2019 και με αριθμό κατ. 9958/813/2019, πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας "..." κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 255/22.1.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού συνεκδίκασε την από 11.5.2012 και με αριθμό κατ. 84806/1960/11.5.2012 αγωγή και την από 29.3.2013 ασκηθείσα άνευ προδικασίας πρόσθετη υπέρ του ενάγοντος παρέμβαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και α) αναγνώρισε την ακυρότητα της από 13.2.2012 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, β) υποχρεώθηκε η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 300 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί στη διάταξη αυτή, γ) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.504 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας, νομιμοτόκως από το τέλος εκάστου μηνός στο οποίο αφορά έκαστος μηνιαίος μισθός και δ) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην απόφαση.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) απέρριψε ως απαράδεκτη την πρόσθετη παρέμβαση του Σωματείου με την επωνυμία "Ένωση Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ)", ελλείψει προδικασίας και β) δέχθηκε τυπικά αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 14.4.2021, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 26.1.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 3.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές του λόγω της υπερημερίας του κατά τα άρθρα 648 και 656 του Α.Κ. Προφανής δε υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης, λόγω προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη.
Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 ν. 1264/1982 ορίζεται ευθέως από το νόμο ότι είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσεως εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία κατά την έννοια της διατάξεως αυτής περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, ως και οι ενέργειες που αποσκοπούν στη κήρυξή της και γενικότερα κάθε δραστηριότητα που αποσκοπεί στη διαφύλαξη και προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Για να είναι δε άκυρη, κατά το ως άνω άρθρο, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απολύσεως του μισθωτού, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στη λήψη της σχετικής απόφασης του εργοδότη για την καταγγελία, με την έννοια ότι χωρίς αυτήν ο εργοδότης δεν θα κατήγγειλε τη σύμβαση και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν από τη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου προκλήθηκε ή όχι προσωπική διένεξη μεταξύ αυτού και του εργοδότη (ΑΠ 656/2018, ΑΠ 927/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος όταν η επικαλούμενη αντίφαση ανάγεται μεταξύ της ερμηνείας της σχετικής διάταξης ουσιαστικού νόμου, όπως αυτή διαλαμβάνεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, και των ουσιαστικών παραδοχών αυτής στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 1391/2019).
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008).
4.-Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων την 1.2.2006, είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγομένη εταιρία, ως δημοσιογράφος, προσέφερε δε τις υπηρεσίες του σε αυτήν, εργαζόμενος ως συντάκτης ύλης στην εφημερίδα "...", έως τις 13.2.2012, οπότε απολύθηκε, συνεπεία συνδικαλιστικής δράσης που ανέπτυξε από το Δεκέμβριο του 2011 μέχρι την ως άνω απόλυσή του, όταν η εναγομένη αποφάσισε να μειώσει κατά ποσοστό 15% τους μισθούς των εργαζομένων της- ενώ είχε, μόλις το Μάιο του 2011, προηγηθεί και άλλη μείωση, ποσοστού 10%- καλώντας τους ατομικά, να υπογράψουν τα σχετικά συμφωνητικά, ο δε ενάγων εναντιώθηκε ευθέως στο ανωτέρω σχέδιο της εργοδότριάς του και μάλιστα επιδίωξε τη σύγκλιση της γενικής συνέλευσης των εργαζομένων, όπου συζητήθηκε το υπόψη θέμα, παρουσία και των εκπροσώπων της εναγομένης, κατόπιν δε της επιμονής αυτών να προβούν στις εν λόγω μισθολογικές περικοπές, ο ενάγων ζήτησε να διακοπεί η συνέλευση, ώστε να ενημερωθεί το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "Ένωσις Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ)" και να επαναληφθεί, παρισταμένων και των εκπροσώπων του, σε σύντομο χρόνο, όπερ και εγένετο στις 16.1.2012, κατά τη συνέλευση δε αυτή, ο ενάγων κάλεσε τους συναδέλφους του να αντιταχθούν συλλογικά στην εναγομένη, προκειμένου να αποτραπούν οι μειώσεις στις αποδοχές τους, ενώ προηγουμένως - στις 30.12.2011, που διαπίστωσε τη μονομερή περικοπή του μισθού του από το ποσό των 1.728,31 ευρώ στο ποσό των 1.469,06 ευρώ - είχε απευθυνθεί στην ΕΣΗΕΑ, ζητώντας να ληφθούν όλα τα νόμιμα μέτρα, για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ο ενάγων, με τις ως άνω πρωτοβουλίες και ενέργειές του, κατάφερε να μεταθέσει το ζήτημα των μονομερών μισθολογικών μειώσεων από το ατομικό στο συλλογικό επίπεδο και να διαμορφώσει επωφελώς για τους εργαζόμενους τους όρους αντιμετώπισής του, εξασφαλίζοντας και τη συνδρομή του παραπάνω σωματείου.
Μετά ταύτα, η εναγομένη προέβη στην από 13.2.2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, είναι δε σαφές βάσει των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών και ενόψει των νομικών παραδοχών και σκέψεων που διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης, πως πρόκειται για καταγγελία σχέσεως εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, η οποία εντεύθεν, τυγχάνει καταχρηστική και επομένως άκυρη, υποχρεουμένης κατά συνέπεια της εναγομένης να δέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, να υποχρεωθεί δε αυτή να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας, για το διάστημα από 14.2.2012 έως 14.7.2012 - όπως ζητήθηκε- συνολικού ποσού 9.504 ευρώ (1728,31 ευρώ ο τελευταίος μηνιαίος μισθός Χ 5 μήνες + 1/2 του μισθού για δώρο Πάσχα 2012).
Τέλος, κρίνεται ότι ο ενάγων, λόγω της ως ανωτέρω παράνομης καταγγελίας της σύμβασής του, λαμβάνοντας υπόψη τις προεκτεθείσες περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτή έλαβε χώρα, υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικαστεί, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο θεωρείται εύλογο, βάσει των εν γένει συνθηκών της επίδικης απόλυσης, της τρώσης της αξιοπρέπειας και της επαγγελματικής φήμης του ενάγοντος, του βαθμού υπαιτιότητας της εναγομένης, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών.
Άραγε, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει, την αγωγή του εφεσίβλητου, ως νόμω και ουσία βάσιμη, κατά τα προδιαληφθέντα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των λόγων έφεσης (και των πρόσθετων λόγων), ως αβασίμων. . .".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., αφού στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του παρατίθενται όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής.
Ειδικότερα, εκτίθεται με, έστω και συνοπτική, αλλά σαφή και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογία, ότι το πραγματικό κίνητρο που οδήγησε την εναγόμενη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν τα αισθήματα εμπάθειας των νομίμων εκπροσώπων αυτής, εξαιτίας της αναλυτικά περιγραφόμενης στην προσβαλλομένη απόφαση συνδικαλιστικής δράσης του ενάγοντος, με αποτέλεσμα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η οποία έλαβε χώρα με τον προπεριγραφέντα τρόπο, να εμπίπτει στην έννοια της καταχρηστικής ασκήσεως του εργοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αρχή της παρούσας.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος Επιπροσθέτως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο και τρίτο του σκέλος, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αντίφαση ανάγεται μεταξύ της ερμηνείας της σχετικής διάταξης του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982, όπως αυτή διαλαμβάνεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης και των ουσιαστικών παραδοχών αυτής στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, με συνέπεια να μην ιδρύεται σχετικός αναιρετικός λόγος. Επομένως, οι πρώτος, ως προς το πρώτο και τρίτο σκέλος του και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
5.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, το λόγο αναίρεσης, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτό σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ.), πρέπει, για το ορισμένο του σχετικού λόγου να αναφέρονται: α) τα "πράγματα" που, κατά τον αναιρεσείοντα λήφθηκαν υπόψη μολονότι δεν έχουν προταθεί (ΑΠ 786/2019, ΑΠ 256/2012), β) τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη υπόψη των "πραγμάτων", γ) ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 401/2019) ή αν δεν προτάθηκε, ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 § 2 και δ) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 235/2019). "Πράγματα" με την έννοια της διάταξης αυτής είναι και η βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτής και των διαφόρων αιτημάτων πραγματικά περιστατικά (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του προς θεμελίωση της ασκούμενης με αυτή αξιώσεώς του, και ειδικότερα δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου είναι καταχρηστική ένεκα της συνδικαλιστικής του δράσης, μολονότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν τα επικαλέσθηκε ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του, στην οποία αναφέρονταν ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, για παράβαση του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982, ήτοι για νόμιμη συνδικαλιστική δράση.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, διότι α) δεν διευκρινίζεται ποια (ουσιώδη) επιρροή στην έκβαση της δίκης άσκησε η εν λόγω παραδοχή και β) δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτάθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, ούτε γίνεται επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί την προβολή του ισχυρισμού αυτού, με τον οποίο δεν ασχολήθηκε η πρωτόδικη απόφαση, για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος. 6.-Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ.
προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 346 του ΚΠολΔ τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου. Προκειμένου όμως να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει είτε τα αποδεικτικά μέσα να τα έχει επικαλεσθεί και προσκομίσει στο δικαστήριο της ουσίας ο αναιρεσείων προς απόδειξη ισχυρισμού του που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είτε, σε περίπτωση προσκόμισης αυτών με επίκληση από τον αντίδικο του αναιρεσείοντος, να έχει επικαλεσθεί αυτά στη συνέχεια στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού του ο αναιρεσείων.
Εάν αντιθέτως ο αναιρεσείων δεν είχε επικαλεσθεί νομίμως τα από τον αντίδικό του προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης από τη παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του (ΑΠ 349/2021, ΑΠ 414/2018, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1967/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου έλαβε χώρα ένεκα της συνδικαλιστικής του δράσης και ως εκ τούτου τυγχάνει καταχρηστική, δεν έλαβε υπόψη της και δεν συνεκτίμησε τις υπ' αριθμ. 3218 και 3219/2013 ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τον αντίδικό της, αναιρεσίβλητο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, σχετικά με την πρόθεση της διοίκησης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσίβλητου για λόγους που αφορούσαν τη συνδικαλιστική του δράση ή για λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό του, τις οποίες εάν ελάμβανε υπόψη του θα κατέληγε σε αντίθετη κρίση.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει στο λόγο αναίρεσης ότι τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις που με επίκληση προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας ο αντίδικός της, στη συνέχεια τις επικαλέσθηκε η ίδια προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου, δεν οφείλονταν στη συνδικαλιστική δράση αυτού ή σε λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό του.
Σημειώνεται μάλιστα ότι από την επισκόπηση των προτάσεων αυτής ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε επικαλεσθεί σε αυτές τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, ούτε είχε προβεί σε μνεία του περιεχομένου τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την κατ' ουσία έρευνα της εφέσεως της αναιρεσείουσας και προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο προεκτεθέν πόρισμά του, έλαβε υπόψη του και τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις αφού κατά λέξη αναφέρει: "Από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος που περιέχεται στα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως και όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, καθώς και από τις προσκομιζόμενες, εκατέρωθεν, νομίμως ληφθείσες, ένορκες βεβαιώσεις, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά...".
Η άποψη δε της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 172/20).
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος. 7.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9.4.2021 και με αριθμό κατ. 1915/218/14.4.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 477/26.1.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ