Legislator Case Law & Legislation
220/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor accident case, rejecting lack of causal link argument.

Case Number 220/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by five individuals against a lower court ruling classifying a fatal traffic accident as a work-related injury. The appellants argued that the employer's assignment of driving duties to an unlicensed relative violated common sense and lacked causal connection to the accident. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient to establish that the employer's negligence in assigning driving to an unlicensed person was the sole cause of the fatal accident.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 330, 914, 922, 932 of the Civil Code and Articles 1, 2, 16 of Law 551/1915; The court held that an employer's assignment of driving duties to an unlicensed relative constitutes the sole cause of a fatal accident, thereby establishing the causal link required for a work-related injury classification.

Keywords

AI generated
work-related accident employer liability causal connection unlicensed driver labor law negligence work injury

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330, 914, 922, 932 of the Civil Code
Articles 1, 2, 16 of Law 551/1915
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 beta and 9 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 220 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)O. S. του B., 2)S. S. συζ. O. S., 3)R. S. του O., 4)G. S. του O., και 5)J. S. του O., όλων κατοίκων …. Οι 3ος και 4ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Λιάγκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Δ.Α.Ε.", που εδρεύει στην Λευκάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Δ. Γ. του Ι., κατοίκου …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρύδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 186/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 63/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/11/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2-4-2012 (άρθρο 113 αυτού) και η οποία συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αυτή ίσχυσε πριν την 1-1-2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663 (εργατικές διαφορές), 677 (διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 681Β (διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης από 7-11-2017 αίτησης αναίρεσης κατά της 63/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην επισύναψη του υπ'αριθ.

… … …. …. - παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της υποχρέωσης καταβολής από τον αναιρεσείοντα παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το παραπάνω παράβολο, πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 2/2015, ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 791/2017).

Κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠΟΛΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ. 3, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, κατά δε το άρθρο 104 ΚΠΟΛΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 165/2020, 1053/2018,).

Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας των φερομένων ως ασκησάντων την αναίρεση διαδίκων, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1053/2018, ΑΠ 243/2014, ΑΠ 1852/2007).

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση, από 7-11-2017 αίτηση αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 63/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, ως προς τον πρώτο O. S., δεύτερη S. K. S. και πέμπτο J. S. των αναιρεσειόντων, που συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με το δεσμό της απλής ομοδικίας.

Τούτο γιατί η αναίρεση φέρεται προς συζήτηση με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων, ενώ δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως προς τον υπογράφοντα αυτήν δικηγόρο Αθηνών Ανδρόνικο Χονδρόπουλο, των, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας δικασίμου, παραπάνω μη εμφανισθέντων πρώτου, δεύτερης και πέμπτου των αναιρεσειόντων, αν και νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθέντων από τους επισπεύδοντες αυτή (συζήτηση) αναιρεσίβλητους (βλ.

τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 3943Γ/13-6-2Θ18, 3947Γ/13-6-2018 και 3944Γ/13-6-2018 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λευκάδας Ε. Μ.). Μεταξύ των τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων και των αναιρεσιβλήτων, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την 9-11-2017 νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 499, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1, 144, 145 ΚΠολΔ) Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς αυτούς, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφοι 1 και 3 ΚΠολΔ).

Με την από 7-11-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ’ αριθ.63/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 8-9-2015 και με αριθ. κατάθ. 38/9-9-2015 έφεση των εναγόντων κατά της υπ' αριθ. 186/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 4-3-2014 με αριθ. κατάθ. 30/2014 αγωγή αυτών κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αφορώσα επιδίκαση στους ενάγοντες, συγγενείς του θανόντος, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης εξ αιτίας εργατικού ατυχήματος καθώς και τα έξοδα κηδείας στον τέταρτο ενάγοντα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 38 εδ. α' ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρ. 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), στις οποίες περιλαμβάνονται και τα λατομεία, για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη, περιλαμβανομένου και του θανάτου, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή θα πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ΟλΑΠ 1287/1986).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ως άνω νόμου σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν ο παθών ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ.

Ειδικότερος η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ως άνω κωδικοποιηθέντος Νόμου 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ' αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 938/2013).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 ( ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 412/2008).

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας.

Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.

Τέτοια υποχρέωση είναι και αυτή που απορρέει από το άρθρο 662 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την παροχή της εργασίας και το χώρο αυτής έτσι, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου ("υποχρέωση πρόνοιας"). Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288).

Και αντίθετα, παράβαση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη δεν μπορεί να νοηθεί, όταν οι σ' αυτόν αποδιδόμενες παραλείψεις ούτε από το νόμο ή τη σύμβαση επιβάλλονται ως θετικές ενέργειες, ούτε από την καλή πίστη υπαγορεύονται ως συνήθεις ή ευλόγως αναμενόμενες συμπεριφορές στο πλαίσιο της αποδοχής συγκεκριμένης εργασίας.

Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος συνίσταται στο ότι η πράξη ή η παράλειψη είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αυτή που πράγματι την επέφερε.

Το πρώτο ζήτημα είναι νομικό, ενώ το δεύτερο πραγματικό. (959/2018).Δηλαδή αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε (ΑΠ 518/2017, ΑΠ 81/2013).

Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει την ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος εφ’ όσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν, τα περιστατικά που το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 1320/1988, ΑΠ 1801/2017). Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό χρηματικής ικανοποιήσεως, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ( ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 1068/2019, ΑΠ 1893/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1801/2017).

Επίσης η παραβίαση διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αποτελεί μεν παράνομη πράξη, που δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επεύλεση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του ζημιογόνου αποτελέσματος (450/2018, 1167/2017,474/2017).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1α του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014).

Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του(ΑΠ 199/2018).

Από δε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, κατά την οποία, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλονότι τις συναγόμενες επαγωγικώς από την εμπειρική πραγματικότητα γενικές αρχές περί την εξέλιξη των πραγμάτων, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνος δικαίου ή να υπαγάγει ή μη σε κανόνα δικαίου τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όχι δε και όταν παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικούς, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (365/2020). Πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου που χαρακτηρίζεται εσφαλμένα και η, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ959/2018, ΑΠ457/2016, ΑΠ 1662/2010).

Ωσαύτως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Δεν υφίσταται όμως έλλειψη νομίμου βάσεως, όταν οι προβαλλόμενες ελλείψεις και αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφ' όσον τούτο διατυπώνεται σαφώς, οπότε, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, ως πλήττων την μη αναιρετικώς ελεγκτή κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος. (ΑΠ 809/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 4-3-2014 αγωγή τούτοι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, εξέθεταν ότι ο A. S., υιός του πρώτου και της δεύτερης και αδελφός των λοιπών εναγόντων, την 1-3-2013 είχε προσληφθεί από τον δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης , η οποία είχε ως αντικείμενο την ενοικίαση αυτοκινήτων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει σ' αυτή διάφορες βοηθητικές εργασίες (πλύσιμο και καθαρισμό αυτοκινήτων) με καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Ότι στις 8-10-2013 ο ανωτέρω συγγενής των εναγόντων, οδηγώντας το … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και κατά την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας του, ενεπλάκη στο τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα κάτω από τις αναφερόμενες συνθήκες, κατά το οποίο τραυματίσθηκε θανάσιμα. Ότι ο θανών , στον οποίο ο δεύτερος εναγόμενος είχε αναθέσει καθήκοντα επιμέλειας, τακτοποίησης και μετακίνησης πολλών αυτοκινήτων της πρώτης εναγομένης δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης.

Ότι οι εναγόμενοι - η πρώτη εναγομένη μέσω του οργάνου διοίκησης της, δεύτερου εναγόμενου, έχοντας παραδώσει στον θανόντα τα κλειδιά των αυτοκινήτων και επιτρέποντας τη μετακίνηση του παραπάνω οχήματος, αν και ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε ότι αυτός δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης, είχαν περιάγει αυτόν σε θέση κινδύνου, ενώ επιπλέον το προαναφερόμενο όχημα παρουσίαζε ελλείψεις και δυσλειτουργίες, οι οποίες αποτελούν παραλείψεις των εναγομένων σχετικά με τη συντήρησή του, οι οποίες συνετέλεσαν στην επέλευση του θανάτου του παραπάνω οδηγού του καθώς και ότι το θανατηφόρο ατύχημα τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παραπάνω αμελή συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί από το πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο.

Ότι εξαιτίας του θανάτου του παραπάνω συγγενούς τους οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη, ενώ ο τέταρτος αυτών κατέβαλε το ποσό των 2.000 ευρώ ως έξοδα ταφής του αδελφού του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι , ο δε δεύτερος αυτών και με προσωπική του κράτηση, να καταβάλουν , εις ολόκληρον ο καθένας, σε κάθε ενάγοντα τα ειδικότερα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης, στον δε τέταρτο ενάγοντα και το ποσό των 2.000 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία (έξοδα κηδείας) που υπέστη από το θάνατο του αδελφού του, με το νόμιμο τόκο τα παραπάνω ποσά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 186/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας η οποία την απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Μετά από έφεση που άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 63/2017 απόφαση ,η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απορριπτική απόφαση.

Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο δεύτερος εναγόμενος, η οποία είχε αντικείμενο την εκμίσθωση αυτοκινήτων σε τρίτους και διατηρούσε για το σκοπό αυτό γραφεία στο …, στην πόλη της … και στο …, την 1-3-2013 είχε προσλάβει τον A.

S., υπήκοο Ινδίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να παρέχει βοηθητικές εργασίες στην ανωτέρω επιχείρησή της και συγκεκριμένα το πλύσιμο και τον καθαρισμό των αυτοκινήτων της, ενώ παράλληλα αυτός παρείχε εργασίες στην επιχείρηση ενοικιαζόμενων δωματίων της συζύγου του δεύτερου εναγομένου, Φ.

Μ., καθώς και στο ξενοδοχείο "ΑΙΓΛΗ". Στις 8-10-2013 και ώρα 20.55 περίπου ο ανωτέρω A. S.,υιός των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων και αδελφός των λοιπών εναγόντων, οδηγώντας το …ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, εκινείτο στην επαρχιαχή οδό Νυδρίου - Λευκάδας με κατεύθυνση από Νυδρί προς Λευκάδα προσεγγίζοντας στο 3ο χλμ της οδού αυτής (περιοχή Καλλιγόνι).

Στο εν λόγω σημείο η παραπάνω οδός ήταν διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, οι οποίες χωρίζονταν με διπλή διαχωριστική γραμμή, είχε συνολικό πλάτος 8,20 μ., με έρεισμα πλάτους, 70μ.,η κατάσταση της οδού ήταν γενικά καλή χωρίς φωτισμό, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, είχε βροχόπτωση, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν αρκετά συχνή και το όριο ταχύτητας ανερχόταν στα 70 χλμ / ώρα (βλ.

την από 8-10-2013 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του ΤΤ Λευκάδας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει). Όταν ο οδηγός A. S. , έφθασε στο παραπάνω σημείο της οδού, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου, εξετράπη προς τα δεξιά της πορείας του και πλαγιολισθαίνοντας διέσχισε διαγωνίως το παραπλεύρως του ρεύματος πορείας του έρεισμα, εξήλθε αυτού, διαγράφοντας διαγώνια πορεία, και προσέκρουσε με το οπίσθιο αριστερό μέρος του σε υπάρχον δέντρο, αφού διέγραψε ίχνη εκτροπής δεξιά, μήκους 16, 40 μ.

και 20, 50 μ. και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 4 ,70 μ. από το δέντρο αυτό, στραμμένο προς την παραπάνω οδό και με τον κινητήρα και τα φώτα του σε λειτουργία. Στο σημείο του ατυχήματος δεν υπήρχαν ίχνη πέδησης, πλάγιας ολίσθησης, νερού ή λαδιών, υπήρχαν μόνο θραύσματα πλαστικών εξαρτημάτων πλησίον του σημείου πρόσκρουσης (βλ.

την παραπάνω έκθεση αυτοψίας). Αποτέλεσμα της πρόσκρουσης αυτής ήταν να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός του αυτοκινήτου, ο οποίος υπέστη κακώσεις κεφαλής και θώρακος εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε αμέσως ο θάνατος του (βλ. την από 21-10-2013 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του Νοσοκομείου Λευκάδας και την …/…-11-2013 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας νεκροτομής της ιατροδικαστή Α.

Τ.) ενώ κατά την άφιξη των οργάνων της Τροχαίας Λευκάδας βρέθηκε εκτός του αυτοκινήτου σε στάση εμβρύου. Με βάση τα παραπάνω το ένδικο ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται, εφόσον, σύμφωνα με την παραπάνω έκθεση αυτοψίας, δεν διαπιστώθηκε η ευθύνη άλλου μη εμπλακέντος στο ατύχημα οχήματος, σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού του αυτοκινήτου.

Ειδικότερα η αμέλεια αυτού συνίσταται στο ότι κατά την οδήγηση του οχήματος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο κάθε μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες συνθήκες (330 εδ. β ΑΚ). Συγκεκριμένα αυτός, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1,5,19 παρ.1 και 2 του ν. 2696/99,δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να προβαίνει στους απαραίτητους χειρισμούς και δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες της οδού και συγκεκριμένα ότι έβρεχε και το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 70 χλμ/ώρα.

Αντίθετα οδηγούσε με μεγάλη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν διακριβώθηκε μεν ακριβώς, όμως από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και τα αποτελέσματά της, προκύπτει ότι ήταν πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης 70 χλμ / ώρα, καθώς επίσης δεν ήταν δεμένος με τη ζώνη ασφαλείας, όπως τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι κατά την πρόσκρουση πετάχθηκε έξω από το όχημα, με αποτέλεσμα, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε και να συμβεί το ένδικο ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του, έτσι όπως περιγράφηκε παραπάνω.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, που γεννήθηκε στην … και ήταν … υπήκοος, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν κάτοχος Ινδικής άδειας οδήγησης Β' κατηγορίας που είχε εκδοθεί στην Ινδία, ισχύουσα από 21-2-2011 μέχρι 17-2-2030 (βλ. την …/…-… άδεια που προσκομίζεται από τους ενάγοντες συνταγμένη στην Αγγλική γλώσσα και σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική) .

Επομένως αυτός είχε την ικανότητα να οδηγεί το ανωτέρω όχημα. Μόνο το στοιχείο της μη κατοχής ελληνικής άδειας οδήγησης κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επέδρασε εν προκειμένω αιτιωδώς στο ζημιογόνο γεγονός. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η έλλειψη σχετικής ελληνικής άδειας οδήγησης του θανόντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα, το οποίο (ατύχημα) θα επέρχονταν λόγω της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του, είτε ήταν σε ισχύ είτε όχι η άδεια οδήγησής του.

Επομένως, το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη, δια του νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου εναγομένου, κατά την κρίση του δικαστηρίου, είχε αναθέσει στον θανόντα την οδήγηση του παραπάνω αυτοκινήτου κατά τον προαναφερόμενο χρόνο, χωρίς αυτός να έχει ελληνική άδεια οδήγησης, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το προπεριγραφόμενο ατύχημα και τον εξ αυτού θάνατο του οδηγού του, κατ' αναλογία με όσα αναλυτικά διαλαμβάνονται στη σχετική μείζονα σκέψη, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να μην ευθύνονται για τον θάνατο του ανωτέρω για την παραπάνω αιτία.

Εξάλλου όπως αποδεικνύεται από την από 14-10-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Ε. Κ. και Χ. Ξ., που διορίστηκαν με την …/…/….-…/…-10-2013 έκθεση διορισμού πραγματογνώμονα του Τμήματος Τροχαίας Λευκάδας, τα ελαστικά του παραπάνω αυτοκινήτου ήταν σε καλή κατάσταση, το σύστημα διεύθυνσης και πέδησης λειτουργούσαν κανονικά και γενικά το όχημα ήταν σε καλή κατάσταση.

Συνεπώς ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του συγγενούς τους οφείλεται σε πλημμελή συντήρηση του αυτοκινήτου και συγκεκριμένα στο ότι αυτό δεν έφερε ζώνες ασφαλείας είναι αβάσιμος, αφενός διότι αν αυτό συνέβαινε, δοθέντος και του ότι ο θανών βρέθηκε εκτός του αυτοκινήτου, θα αναφερόταν στην πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ενώ σύμφωνα με την τελευταία δεν εντοπίστηκε τέτοια έλλειψη, αλλά αντίθετα το όχημα ήταν σε καλή κατάσταση και αφετέρου από τις προσκομιζόμενες από τους εναγόμενους φωτογραφίες του εν λόγω αυτοκινήτου μετά το ατύχημα, που δεν αμφισβητήθηκαν από τους ενάγοντες, προκύπτει ότι αυτό έφερε ζώνες ασφαλείας.

Απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι σύμφωνα με το … Δελτίο Τεχνικού Ελέγχου Οχήματος, στον έλεγχο που έγινε στις 23-6-2012 στο παραπάνω όχημα είχαν διαπιστωθεί ελλείψεις στην πέδη πορείας, ήτοι μονόπλευρη πέδηση στον εμπρόσθιο άξονα από 15% μέχρι 30%και διακύμανση των δυνάμεων πέδησης μεγαλύτερη του 10% και μέχρι 20%και πλευρική σύγκλιση-απόκλιση του διευθυντηρίου άξονα μεταξύ 3m/Km και 10m/km, που αν δεν διορθώθηκαν καθιστούσαν το όχημα επικίνδυνο, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης το σύστημα διεύθυνσης και πέδησης λειτουργούσαν κανονικά.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το ως άνω ατύχημα ήταν εργατικό ως προκληθέν από αιφνίδιο βίαιο συμβάν κατά την εργασία, κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν. 551/1915, ωστόσο, εφόσον αφενός ελλείπει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του προκληθέντος ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού του παραπάνω συγγενούς των εναγόντων και της έλλειψης νόμιμης άδειας οδήγησης αυτού εκδοθείσας από την αρμόδια Ελληνική Αρχή και αφετέρου δεν υπάρχει καμιά παράλειψη των εναγομένων ως προς τη συντήρηση του παραπάνω αυτοκινήτου, δεν υποχρεούνται αυτοί στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων από το θάνατο του παραπάνω συγγενούς τους, ούτε στην καταβολή αποζημίωσης στου τέταρτο ενάγοντα για τα έξοδα ταφής του θανόντος αδελφού του και επομένως η ένδικη αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. "Περαιτέρω η προσβαλλόμενη αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επίσης είχε απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η εκ του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠΟΛΔ αιτίαση ότι αφενός παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 τουν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ.),όπως ισχύει με τις τροποποιήσεις των νόμων 3534 και 3542/2007, καθ' όσον το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι ο θανών, … υπήκοος, ήταν ικανός να οδηγεί στην Ελλάδα, αν και δεν κατείχε ισχύουσα Ελληνική άδεια οδήγησης, αλλά ήταν κάτοχος Ινδικής άδειας οδήγησης, που δεν είχε αναγνωρισθεί στην Ελλάδα και δεν υπαγόταν σε κάποια από τις εξαιρετικές περίπτωσης της παρ.4 του ανωτέρω νόμου ,αφετέρου ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 6α και 6β του ν. 3557/2007, ο οποίος τροποποίησε το π.δ.237/1986 με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που αφορούν περιπτώσεις εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος .0 λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, διότι αφενός η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι ο θανών γνώριζε να οδηγεί αν και δεν ήταν κάτοχος Ελληνικής άδειας ικανότητας οδήγησης και όχι ότι είχε δικαίωμα να οδηγεί καθώς και ότι δεν απαγορεύεται σε αυτόν η οδήγηση, ούτε στηρίχθηκε το αποδεικτικό της πόρισμα αποκλειστικά σε αυτήν, αφετέρου η αναφορά της προσβαλλόμενης στη μείζονα πρότασή της στις διατάξεις των άρθρων 6α και 6β του ν. 3557/2007, που αφορούν περιπτώσεις εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη σε περίπτωση πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος αποτελεί εκ περισσού επιχείρημα του Δικαστηρίου εκ του νόμου, χωρίς όμως να εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές, εφόσον δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε αυτές, διότι αντικείμενο της παρούσας δίκης δεν είναι η σύμβασης ασφάλισης και οι σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου.

Με τον πρώτο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος και με το δεύτερο λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1β και 19 ΚΠΟΛΔ επικαλούμενοι ότι 1)το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 914 , 922, 932 Α.Κ., 1, 2 και 16 του ν. 551/1915 κρίνοντας ότι δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο εργατικό-τροχαίο ατύχημα η ανάθεση στον θανόντα από το δεύτερο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης εργοδότριας, της οδήγησης του αυτοκινήτου γνωρίζοντας ότι ο θανών δεν κατείχε νόμιμη Ελληνική άδεια οδήγησης αν και η έλλειψη αυτή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα και 2)η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ως προς την αμέλεια (ή μη) του εργοδότη καθώς και τον αιτιώδη σύνδεσμο της εν λόγω αμέλειας αυτού με το ένδικο εργατικό- τροχαίο ατύχημα.

Με τις άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο εργατικό-τροχαίο ατύχημα είναι ο θανών συγγενής των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, διότι η εκ μέρους του δεύτερου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εργοδότριας, ανάθεση της οδήγησης του παραπάνω αυτοκινήτου στον συγγενή των εναγόντων, παρά την γνώση της μη κατοχής από αυτόν ελληνικής άδειας οδήγησης, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα.

Τούτο επειδή ο θανών γνώριζε να οδηγεί, στο ατύχημα δεν ενεπλάκη άλλο πρόσωπο, η έλλειψη ελληνικής άδειας ικανότητας οδήγησης δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, καθόσον δεν προκλήθηκε το ατύχημα από την εν λόγω έλλειψη, αλλά από αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού- συγγενούς των εναγόντων, ο οποίος κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1,5,19 παρ.1 και 2 του ν. 2696/99,δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να προβαίνει στους απαραίτητους χειρισμούς και δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητα του οχήματος του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες της οδού και συγκεκριμένα ότι έβρεχε και το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 70 χλμ/ώρα.

Αντίθετα οδηγούσε με μεγάλη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν διακριβώθηκε μεν ακριβώς, όμως από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και τα αποτελέσματά της, προκύπτει ότι ήταν πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης 70 χλμ / ώρα, καθώς επίσης δεν ήταν δεμένος με τη ζώνη ασφαλείας, όπως τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι κατά την πρόσκρουση πετάχθηκε έξω από το όχημα, με αποτέλεσμα, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε και να συμβεί το ένδικο ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του και τέλος το ατύχημα θα επέρχονταν λόγω της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του, είτε ήταν σε ισχύ είτε όχι η Ελληνική άδεια οδήγησής του.

Περαιτέρω, η αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας από την παραδοχή της προσβαλλόμενης για έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ανάθεσης της οδήγησης στο συγγενή των εναγόντων παρά την έλλειψη από αυτόν Ελληνικής άδειας ικανότητας οδήγησης και του θανάσιμου τραυματισμού του είναι προεχόντως απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν αναφέρουν στο αναιρετήριό τους, ποια ήταν τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (επιστήμης, φυσικής και μηχανικής ορθής ), που κατά τους ισχυρισμούς τους, παραβίασε, και σύνδεση αυτών με την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Κατά τα λοιπά η προβαλλομένη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται απαράδεκτα στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου. Με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που το Εφετείο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις του άρθρων 298, 299, 330, 914 , 922, 932 Α.Κ.

και 1, 2 και 16 του ν. 551/1915 , καταλήγοντας ακολούθως στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το προαναφερθέν βίαιο συμβάν αποτελεί εργατικό ατύχημα και διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (του νομίμου λόγου ευθύνης), δηλαδή της πράξης του δεύτερου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, να αναθέσει στον συγγενή των εναγόντων την οδήγηση του αυτοκινήτου αν και γνώριζε ότι αυτός δεν ήταν κάτοχος Ελληνικής άδειας οδήγησης και της επελθούσας ζημίας, δηλαδή του αποτελέσματος της πρόκλησης του ατυχήματος, οφειλομένου του τελευταίου σε αποκλειστική υπαιτιότητα του συγγενούς των εναγόντων.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 β και 9 ΚΠολΔ πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.11.2017 αίτηση για αναίρεση της 63/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρήσας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ