Legislator Case Law & Legislation
220/2020 AI generated

220/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 220/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

220/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 23ης Μαρτίου 2012 έφεση και τους από 15ης Μαρτίου 2017 προσθέτους λόγους, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη υπ' αρ. 3688/2017 απόφαση, δια της οποίας, μετά συνεκδίκαση της εφέσεως και των προσθέτων λόγων, έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν και, μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απερρίφθη η αγωγή ως μη νόμιμη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 220 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 220/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αδάμ Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA BANK Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που είχε έδρα στην … κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Μπάρλου, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 423/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3688/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/11/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, δια της υπό κρίση από 17ης Νοεμβρίου 2017 αιτήσεως διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 3688/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά της τραπεζικής εταιρίας "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας δια συγχωνεύσεως είναι η ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία "ALPHA BANK A.E.", την από 15ης Μαΐου 2010 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά, η οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν δια της υπ' αρ. 423/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά της εν λόγω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 23ης Μαρτίου 2012 έφεση και τους από 15ης Μαρτίου 2017 προσθέτους λόγους, εξεδόθη δε αντιμωλία των διαδίκων η προαναφερομένη υπ' αρ. 3688/2017 απόφαση, δια της οποίας, μετά συνεκδίκαση της εφέσεως και των προσθέτων λόγων, έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσίαν και, μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απερρίφθη η αγωγή ως μη νόμιμη.

Εν συνεχεία ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε δια ψευδούς ερμηνείας, είτε εσφαλμένης υπαγωγής.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ωρισμένο την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προβαλλομένη αιτίαση θεμελιώνει λόγον αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένως από τους περιοριστικώς οριζομένους από την διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους.

Προκειμένου να είναι ωρισμένος ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος, πρέπει το αναιρετήριο να διαλαμβάνει την συγκεκριμένη φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, την νομική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την έννοια της διατάξεως αυτής, το αποδιδόμενο συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, εάν το δικαστήριο απεφάνθη επί της ουσίας, τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ή, εάν απερρίφθη η αγωγή ή η ανακοπή ή γενικώς συγκεκριμένος ισχυρισμός ως μη νόμιμος, την οικεία ιστορική βάση, και εάν απερρίφθη ένσταση, και τον τρόπο της παραδεκτής προβολής αυτής (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 933/2018, 495/2010, 1662/2009, 524/2009).

Τα εν λόγω στοιχεία είναι αναγκαία, ώστε να εξειδικεύεται και να οριοθετείται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, καθ' όσον μάλιστα ο 'Αρειος Πάγος, κατ' αρχήν, με την εξαίρεση της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να προτείνει και να θεμελιώσει αυτεπαγγέλτως τους αναιρετικούς λόγους βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται επί της αναιρετικής διαδικασίας.

Υπό αντίθετη εκδοχή, θα είχε αναδεχθεί ο Άρειος Πάγος, όχι απλώς την κρίση περί του παραδεκτού και της βασιμότητος των λόγων αναιρέσεως, αλλά και την υποχρέωση της ανασύρσεως και διατυπώσεως αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά παράβαση της απορρεούσης από την διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ βασικής δικονομικής αρχής της διαθέσεως, κατά την οποία, το δικαστήριο ενεργεί μόνον κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων και αποφασίζει βάσει των πραγματικών ισχυρισμών και των αιτήσεων αυτών.

Αφ' ετέρου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν την άσκηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Δεν αποτελεί πράγμα η επίκληση αποδεικτικών μέσων, ως είναι οι καταθέσεις μαρτύρων, τα έγγραφα κλπ. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται πάσα αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, η οποία δημιουργεί ιδιαίτερο κεφάλαιο δίκης και εντεύθεν και εκκρεμοδικία.

Προκειμένου να θεμελιώνεται ο εν λόγω λόγος, απαιτείται να υπάρχει παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας επί αυτοτελούς αιτήσεως τόσον κατά το αιτιολογικό όσον και κατά το διατακτικό της αποφάσεως, ως εκ τούτου, εάν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας έχει απορριφθεί εν όλω, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος, έστω και εάν δεν υφίσταται αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα αυτής (ΑΠ 1035/2019, 109/2019).

Ωσαύτως, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν.

Εάν από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νομίμως επίκληση και κατά περίπτωση και προσαγωγή, αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον.

Ο εν λόγω λόγος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και επομένως δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη (ΑΠ 598/2019, 538/2018, 403/2017). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης.

Τούτο συμβαίνει όταν η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν περιέχει παντελώς πραγματικά περιστατικά ή τα περιεχόμενα δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος αφορά αποκλειστικώς τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του κανόνος του ουσιαστικού δικαίου, επομένως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη.

Κατά πάσα περίπτωση, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται περαιτέρω ότι λόγοι αναιρέσεως αντιφάσκοντες μεταξύ τους είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Οι προαναφερόμενοι λόγοι, εκ των αριθμών 9 εδ. β' και 1 εδ. α' ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σωρευτικώς ασκούμενοι, αντιφάσκουν μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως, αφού η πλημμέλεια να αφεθεί αίτηση αδίκαστη δεν είναι συμβατή προς την πλημμέλεια να παραβιασθούν επί της αυτής αιτήσεως διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ή να στερείται η απόφαση νομίμου βάσεως και αντιστρόφως.

Εν προκειμένω, με τους λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται, κατ' επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών των αριθμών 1 εδ. α', 8 εδ. β', 9 εδ. β', 11 εδ. γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αιτιάσεις, ότι το Μονομελες Εφετείο: άφησε αίτηση αδίκαστη, καθ' όσον απέρριψε την έφεση, τους προσθέτους λόγους και την αγωγή του αναιρεσείοντος (πρώτος λόγος), άφησε αίτηση αδίκαστη, παρεβίασε τις αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθ' όσον απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους (δεύτερος λόγος), δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα νομίμως προταθέντα και δη τους προσθέτους λόγους του αναιρεσείοντος, τους οποίους απέρριψε (τρίτος λόγος), δεν έλαβε υπ' όψιν τα αναφερόμενα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (τέταρτος, έκτος και έβδομος λόγοι), δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα νομίμως προταθέντα και δη τις αναφερόμενες προσκομισθείσες από τον αναιρεσείοντα ένορκες βεβαιώσεις (πέμπτος λόγος), άφησε αίτηση αδίκαστη και παρεβίασε τις αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθ' όσον απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους (όγδοος και ένατος λόγοι) και παρεβίασε τις αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως (δέκατος και τελευταίος λόγος).

Όμως, οι ως άνω λόγοι είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο πρώτος λόγος, διότι η αιτίαση, ότι το δικαστήριο απέρριψε και άφησε αδίκαστη την έφεση, τους προσθέτους λόγους και την αγωγή του αναιρεσείοντος, αντιφάσκει προς εαυτήν. Ο δεύτερος λόγος, διότι οι αιτιάσεις, ότι το δικαστήριο άφησε αδίκαστη την έφεση και τους προσθέτους λόγους αφ' ενός και παρεβίασε τις αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθ' όσον απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους, αφ' ετέρου, είναι συμφώνως προς τα ανωτέρω αντιφατικές, εκτός τούτου δε, η μεν αιτίαση της παραβιάσεως διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου δεν είναι παραδεκτή και εκ του λόγου ότι το αναιρετήριο δεν διαλαμβάνει ούτε την νομική κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ούτε το αποδιδόμενο συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αυτής, η δε αιτίαση της ελλείψεως νομίμου βάσεως δεν είναι παραδεκτή και εκ του λόγου ότι δεν ιδρύεται η σχετική αναιρετική πλημμέλεια, αφού το Μονομελές Εφετείο δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Ο τρίτος λόγος, διότι η αιτίαση, ότι το δικαστήριο απέρριψε και δεν έλαβε υπ' όψιν τους προσθέτους λόγους, αντιφάσκει προς εαυτήν. Οι τέταρτος, έκτος και έβδομος λόγοι, διότι η αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψεως υπ' όψιν από το δικαστήριο προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύεται, αφού, όπως προανεφέρθη, το Μονομελές Εφετείο δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση.

Ο πέμπτος λόγος, διότι συμφώνως προς τα ανωτέρω η επίκληση ενόρκου βεβαιώσεως ως αποδεικτικού μέσου δεν αποτελεί πράγμα και συνεπώς η μη λήψη υπ' όψιν αυτής από το δικαστήριο δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψεως υπ' όψιν πραγμάτων προταθέντων, εκτός τούτου δε, η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια δεν ιδρύεται και εκ του λόγου ότι η αγωγή απερρίφθη ως μη νόμιμη και συνεπώς δεν υφίστατο στάδιο λήψεως υπ' όψιν και αξιολογήσεως αποδεικτικών μέσων.

Οι όγδοος και ένατος λόγοι, διότι, ως προανεφέρθη, οι αιτιάσεις, ότι το δικαστήριο άφησε αδίκαστη την έφεση και τους προσθέτους λόγους αφ' ενός και παρεβίασε τις αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθ' όσον απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους, αφ' ετέρου, είναι συμφώνως προς τα προαναφερθέντα αντιφατικές, εκτός τούτου δε, η αιτίαση της παραβιάσεως διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου δεν είναι παραδεκτή και εκ του λόγου ότι το αναιρετήριο δεν διαλαμβάνει κατά τα ανωτέρω πάντα τα απαραίτητα στοιχεία (νομική κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως - αποδιδόμενο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αυτής).

Ο δέκατος λόγος, διότι οι αιτιάσεις, ότι το δικαστήριο παρεβίασε τις αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και εστέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθ' όσον απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους, αντιφάσκουν συμφώνως προς τα ανωτέρω, προς τις αιτιάσεις του πρώτου και του δευτέρου λόγων ότι το Μονομελές Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτηση, εκτός τούτου δε, η μεν αιτίαση της παραβιάσεως διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου δεν είναι παραδεκτή και εκ του λόγου ότι το αναιρετήριο κατά τα προαναφερθέντα δεν διαλαμβάνει πάντα τα απαραίτητα στοιχεία (νομική κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως - αποδιδόμενο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αυτής).

η δε αιτίαση της ελλείψεως νομίμου βάσεως δεν είναι παραδεκτή και εκ του λόγου ότι δεν ιδρύεται η σχετική αναιρετική πλημμέλεια, αφού το Μονομελές Εφετείο δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17ης Νοεμβρίου 2017 αίτηση κατά της υπ' αριθμόν 3688/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2020.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ