220/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated220/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικά με την επίδικη έκταση ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ''ότι τάχα το επίδικο αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 1200 στρεμμάτων που χρησιδέσποζαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου'', χωρίς απόδειξη.
Full text
Απόφαση 220 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 220/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 23η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Στελιανή Κουστουμπάρδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Ανδρέου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 21/2017 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ., αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος περί της βασιμότητας του ισχυρισμού του ότι το επίδικο συνιστά δασική έκταση ως τμήμα ευρύτερης δασικής βλάστησης που ανέκαθεν του ανήκε, τα προσκομισθέντα απ' αυτό μετ' επικλήσεως έγγραφα, ήτοι αποσπάσματα αεροφωτογραφιών των ετών 1945 έως και 1998, που εμφανίζουν τη επίδικη έκταση διαχρονικά ως τμήμα της ευρύτερης δασικής βλάστησης εκτός ορίων οικισμού με ποσοστό πυκνότητας άνω του 60 % από σχίνα και πουρνάρια χωρίς ίχνη καλλιέργειας και την υπ' αριθμ. 11/9-4-2009 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.
Λακωνίας, που χαρακτηρίζει την επίδικη ως δασική έκταση χωρίς ίχνη καλλιέργειας, δηλαδή ζήτημα το οποίο τείνει στη θεμελίωση του συμπεράσματος περί μη κυριότητας των δικαιοπαρόχων του αναιρεσίβλητου σ' αυτό. Όμως, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων μερών ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής αλλά και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για τον αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, τα οποία μνημόνευσε ειδικά (βλ. 2η σελίδα του 14ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης) και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τον ως άνω κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, και για να συναχθεί αυτό (πόρισμα), όπως τα άρθρα 349, 340 εδ.
α' και 346 ΚΠολΔ., συνδυαζόμενα, επέβαλαν, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση και καθενός εγγράφου, η δε αντίθετη ως προς την εκτίμηση αυτών κρίση του δικαστηρίου, ότι δηλαδή η επίδικη έκταση δεν αποτελούσε δασικό τμήμα ευρύτερης δασικής βλάστησης, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 ΚΠολΔ., ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (Ολ.Α.Π.25/2003, Ολ.Α.Π.25/1994).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία, προς στήριξη της καταφατικής του κρίσης για την αγωγική αξίωση, ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, που δεν ήταν δασική έκταση ή δάσος, ούτε αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο, τόσο παραγώγως, με τη σύνταξη και μεταγραφή των αναφερόμενων πωλητήριων συμβολαίων και πράξεων αποδοχής κληρονομίας, που στήριζε την κύρια βάση της αγωγής, όσο και πρωτοτύπως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, και ειδικότερα, αφενός με την προσμέτρηση στο χρόνο νομής του και εκείνου (χρόνου χρησικτησίας) των δικαιοπαρόχων του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος τότε βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου (νομή των δικαιοπαρόχων με καλή πίστη αναδρομικά για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τριακονταετίας και μέχρι τις 11-9-2015 και, στη συνέχεια, μέχρι μεν τις 23-2-1946, καλόπιστα, έκτοτε δε ανεξάρτητα από καλή πίστη και ο ενάγων από την αγορά του επιδίκου μέχρι την άσκηση της αγωγής) και, αφετέρου με την ειδική χρησικτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν.3127/2003, που στήριζαν τις επικουρικές βάσεις αυτής και ότι αντίθετα το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο δεν αποδείχθηκε ότι κατέλυσε την κυριότητα επ' αυτού των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και του ίδιου με έκτακτη χρησικτησία.
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, στις οποίες υπέπεσε το Εφετείο σε σχέση με την παραδοχή περί της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα με την ειδική χρησικτησία, που στηρίζει τη δεύτερη επικουρική αγωγική βάση, την ερειδόμενη στο ως άνω άρθρο, το οποίο εφάρμοσε, παρότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ως προς αυτό, αφού αποδείχθηκε ότι το επίδικο δεν βρίσκεται εντός ορίων του οικισμού Γυθείου, που προϋφίστατο του έτους 1923, και από τον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου, ότι δέχθηκε πράγματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ''ότι τάχα το επίδικο ήταν ενταγμένο στα όρια του πιο πάνω οικισμού'', χωρίς απόδειξη.
Οι λόγοι, όμως, αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες με λόγους αναίρεσης επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, περί του ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου παρά αληθούς κυρίου με παράγωγο τρόπο αλλά και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος τότε βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, στηρίζουν, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελώς το διατακτικό της.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για αυτά.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του σχετικά με την επίδικη έκταση ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ''ότι τάχα το επίδικο αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης 1200 στρεμμάτων που χρησιδέσποζαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσίβλητου'', χωρίς απόδειξη.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ένορκων καταθέσεων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και όλων των εγγράφων, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι' αυτό ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Παρεκτός του ότι είναι και απαράδεκτος, αφού η διαλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση, υπό το πρόσχημα της προαναφερόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττει την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί.
Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ