Legislator Case Law & Legislation
220/2018 AI generated

220/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 220/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

220/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Keywords

AI generated
immediate termination for fraud waiver of wage claims expatriation allowance undeclared gainful employment misappropriation of salary deductions expired residence permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 220 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....Α.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σακκά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2362/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-12-2013 αίτησή της, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση με την από 13-6-2016 κλήση της μετά τη ματαίωση αυτής κατά τη νομίμως ορισθείσα δικάσιμο της 18-11-2014.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 25-4-2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης καθώς και του δευτέρου λόγου αυτής κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος του. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. Α.Π. 17/2013). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 2-12-2013 αίτηση για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσης 2362/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, όπως εκτίθεται στο δικόγραφό της αίτησης και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, είχε επιδοθεί στην ήδη αναιρεσείουσα στις 11-10-2013, χωρίς να ασκηθεί από αυτήν έφεση μέσα στη νόμιμη τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση, η οποία ασκήθηκε με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 3-12-2013 (βλ. την .../3-12-2013 πράξη κατάθεσης της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών), δηλαδή μετά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας για την άσκηση έφεσης, στρέφεται κατά τελεσίδικης απόφασης και είναι παραδεκτή.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.

Αντίθετα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του (Ολ.

Α.Π. 28/2005, Α.Π. 677/2017). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Μεταξύ των λόγων αυτών δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς και για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 επ.

Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 593/2014). Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Περί τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου 2009 ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] μετέβη στη νήσο Μύκονο προκειμένου να διαπραγματευθεί με το δεύτερο εναγόμενο Γ. Κ. τη σύναψη συμφωνίας παροχής υπηρεσιών.

Ο Γ. Κ. ήταν διευθύνων σύμβουλος της εβδόμης εναγομένης [ήδη αναιρεσείουσας] ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία ασκούσε την εμπορική της δραστηριότητα διαχειριζόμενη το ξενοδοχείο "..." στον ... Μυκόνου. Υπό την ιδιότητά του αυτή διαπραγματεύθηκε ο Γ. Κ. και η διαπραγμάτευση ολοκληρώθηκε με τη σύναψη της σύμβασης.

Με βάση τη σύμβαση ο μεν ενάγων, ειδικευμένος μισθωτός στην παροχή υπηρεσιών στον τομέα του τουρισμού, ανέλαβε την υποχρέωση παρουσίασης σε επαγγελματίες του τουρισμού, όπως ταξιδιωτικά γραφεία, τουριστικούς οργανισμούς, μεμονωμένα άτομα και όλες τις συναφείς επιχειρήσεις, των τιμών, προσφορών και εν γένει υπηρεσιών του ξενοδοχείου "..." αλλά και των ξενοδοχείων "P.", "P. B.", "P." και "Ν.", τα οποία διαχειρίζονταν οι εναγόμενες εταιρείες "...

Ανώνυμη Εταιρεία" (τα ξενοδοχεία "P." και "P. B."), "... Α.Ε." (το ξενοδοχείο "P.") και ο εναγόμενος Ι. Κ. το ξενοδοχείο "Ν.". Τις σχετικές συμβάσεις σε περίπτωση επιτυχούς κατάληξης της παρουσίασης των προϊόντων και υπηρεσιών από τον ενάγοντα θα κατήρτιζαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιρειών που διαχειρίζονταν τα ξενοδοχεία.

Οι εταιρείες "... Ανώνυμη Εταιρεία", "... Α.Ε." και η πρώτη εναγόμενη εταιρεία υπό την επωνυμία "... Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Κατασκευαστική Εταιρεία" ήταν όλες οικογενειακές επιχειρήσεις χωρίς συμμετοχή τρίτων στη μετοχική τους βάση, ανήκαν μάλιστα στην οικογένεια του εναγομένου Ι. Κ., ο οποίος ήταν ο διαχειριστής ατομικά του ξενοδοχείου "Ν.", είναι δε χαρακτηριστικό ότι οι εταιρείες "...

Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Κατασκευαστική Εταιρεία" και "... Α.Ε." εδρεύουν αμφότερες στην Αθήνα σε κτήριο της οδού ..., σε διαφορετικό όροφο ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Έτσι δικαιολογείται η απαίτηση του Ι. Κ. για την προώθηση των προϊόντων όλων των ξενοδοχείων της οικογένειας Κ., στην οποία και αυτός ανήκε, όντας γαμβρός του Ι.

Κ.. Σε εκτέλεση της σύμβασης ο ενάγων άρχισε πράγματι να κάνει ό,τι είχε συμφωνήσει. Από τα έγγραφα προκύπτει ότι επικοινωνούσε με διάφορα πρόσωπα, κυρίως με τη βοήθεια e mail μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Αυτό το έκανε από υπολογιστή που βρισκόταν στα γραφεία του κτηρίου της οδού ..., όπου η έδρα των πρώτης και εβδόμης των εναγομένων.

Παρά ταύτα δεν προκύπτει ότι τηρούσε ωράριο, ότι εργαζόταν σε καθημερινή βάση και ότι τελούσε υπό την εποπτεία του Γ. Κ. ή άλλου εναγομένου φυσικού προσώπου. Ο Γ. Κ., δηλαδή η εταιρεία "... Α.Ε.", απέβλεψε στο αποτέλεσμα της εργασίας του ενάγοντος, στην αύξηση δηλαδή της πελατείας του ξενοδοχείου "..." και της πελατείας των άλλων ξενοδοχείων στην κατά το δυνατόν καλύτερη προετοιμασία από απόψεως κρατήσεων ενόψει της τουριστικής περιόδου από την άνοιξη του έτους 2010 με αφετηρία το Πάσχα του έτους εκείνου.

Δεν συμφωνήθηκε μηνιαίος μισθός και είναι χαρακτηριστικό ότι ο ενάγων δεν προσκομίζει ούτε μία βεβαίωση καταβολής μηνιαίου μισθού. Η συμφωνία και η εργασία που παρείχε ο ενάγων από τα μέσα Οκτωβρίου 2009 δεν φέρει τα χαρακτηριστικά εξαρτημένης εργασίας. Σε ό,τι αφορά στη διάρκεια της εργασίας, αυτή συμφωνήθηκε ετήσια μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 2010, η δε αμοιβή του ενάγοντος από την εταιρεία "...

Α.Ε." ορίσθηκε στο ποσό των 17.500 ευρώ... Περί τις αρχές Μαρτίου 2010 ο εναγόμενος Α. Κ., διευθύνων σύμβουλος των εταιρειών "... Ανώνυμη Ξενοδοχειακή Τουριστική Κατασκευαστική Εταιρεία" και "... Ανώνυμη Εταιρεία" ζήτησε από τον ενάγοντα να μεταβεί στη Μύκονο και να εργασθεί στα ξενοδοχεία της εταιρείας "... Ανώνυμη Εταιρεία" "P." και "P. B.".

Ο ενάγων δέχθηκε και στις 23 Μαρτίου 2010 ήταν στη Μύκονο. Εκεί εγκαταστάθηκε στο ξενοδοχείο "P. B." και άρχισε αυθημερόν να παρέχει την εργασία που είχε συμφωνήσει με τον Α. Κ., ο οποίος είχε συμβληθεί ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας "... Ανώνυμη Εταιρεία". Σε σχέση με το είδος των καθηκόντων που είχε αναλάβει και εκτελούσε ο ενάγων...

πρόκειται για εργασία υπαλλήλου ξενοδοχείου διευθυντικών καθηκόντων, όχι βέβαια διευθυντικού στελέχους κατά την έννοια της εργατικής νομοθεσίας, όπως τον χαρακτηρίζουν, χωρίς ιδιαίτερη ένταση στον ισχυρισμό τους οι εναγόμενοι. Ο ενάγων, παράλληλα με τα καθήκοντα που είχε αναλάβει με τη σύμβαση του Οκτωβρίου και συνέχισε να εκτελεί, εκτελούσε από τις 23 Μαρτίου 2010 και τα καθήκοντα ξενοδοχοϋπαλλήλου στα ξενοδοχεία "P. B." και "P.", τα οποία βρίσκονται αμφότερα στον ...

Μυκόνου, στην ίδια τοποθεσία. Αναφορικά με τη διάρκεια παροχής της εξαρτημένης εργασίας, είχε και αυτή συμφωνηθεί για ορισμένο χρόνο, για τον ίδιο χρόνο με την άλλη ανεξάρτητη εργασία, μέχρι το τέλος του μηνός Οκτωβρίου 2010. Ισχυρίζονται τώρα οι εναγόμενοι, μεταξύ αυτών και ο Α. Κ., ότι ο ενάγων παρείχε και στην εταιρεία "...

Ξενοδοχειακή, Τουριστική, Κατασκευαστική Ανώνυμη Εταιρεία" από το Φεβρουάριο έως τον Απρίλιο του 2010 υπηρεσίες προώθησης των προϊόντων της, δηλαδή παρουσίασης στους επαγγελματίες του χώρου των προσφορών, τιμών και διευκολύνσεων με σκοπό την προσέλκυση πελατείας στα ξενοδοχεία "P." και "P. B." που διαχειριζόταν και ότι για την εργασία του αυτή των πλήρωσαν με το ποσό των 4.500 ευρώ, που οι ίδιοι διαιρούν σε 1.500 ευρώ ανά μήνα, αρχής γενομένης από το Φεβρουάριο 2010.

Είναι αλήθεια ότι ο ενάγων προωθούσε και τα προϊόντα της εταιρείας "... Ανώνυμη Εταιρεία", καθώς το είχε αναλάβει ως υποχρέωση με τη σύμβαση που είχε υπογράψει τον Οκτώβριο του 2009 με την εταιρεία "... Α.Ε." δια του Γ. Κ.. Ο μισθός του όμως για την εξαρτημένη εργασία καθορίσθηκε κατά τη σύναψη της σύμβασης στο ποσό των 2.250 ευρώ.

Αποδεικνύεται αυτό από το γεγονός ότι στις 21 Απριλίου 2010 ο Α. Κ. παρέδωσε στον ενάγοντα μία επιταγή εκδόσεώς του ποσού 4.500 ευρώ, μεταχρονολογημένη, με αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 30η Απριλίου 2010. Σε συνδυασμό με την έλλειψη άλλης απόδειξης καταβολής χρημάτων από την εταιρεία "... Ανώνυμη Εταιρεία" στον ενάγοντα, η καταβολή δια της επιταγής του ποσού των 4.500 ευρώ αποτελεί απόδειξη του ύψους του μηναίου μισθού και της εξόφλησης των δεδουλευμένων του για την εξαρτημένη εργασία των μηνών Μαρτίου και Απριλίου.

Την 21η Απριλίου 2010 οι εναγόμενες εταιρείες "... Α.Ε." και "... Ανώνυμη Εταιρεία" κατήγγειλαν δια των εκπροσώπων τους Γ. Κ. και Α. Κ., αντίστοιχα, τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν με τον ενάγοντα σε συνάντηση που είχαν μαζί του στο ξενοδοχείο "...", παρόντος και του Ι. Κ.. Τότε είναι που ο Α. Κ. παρέδωσε την επιταγή των 4.500 ευρώ στον ενάγοντα σε εξόφληση των δεδουλευμένων του.

Η καταγγελία έγινε προφορικά... Η προφορική καταγγελία αμφοτέρων των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ήταν άκυρη διότι δεν αποδεικνύεται η συνδρομή συγκεκριμένου σπουδαίου λόγου. Επ' αυτού υποστηρίζουν οι εναγόμενοι ότι η εταιρεία "... Α.Ε." εμφάνισε στο ξενοδοχείο της μειωμένη πληρότητα κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο 2010 σε σχέση με τους αντίστοιχους του περασμένου έτους (1,89% και 25,83% έναντι 14,03% και 25,89% αντίστοιχα).

Ο ενάγων όμως είχε αναλάβει την προώθηση των προϊόντων όλων των εταιρειών της οικογένειας Κ., που σημαίνει ότι μπορεί άλλα ξενοδοχεία να είχαν καλύτερη πορεία τους ίδιους μήνες, η δε τουριστική περίοδος βρισκόταν στην αρχή της. Υποστηρίζουν και ότι ο ενάγων δεν ήταν τυπικός, ότι δηλαδή μολονότι εισέπραττε σε άτακτα χρονικά διαστήματα από την έβδομη εναγομένη εταιρεία, ουδέποτε είχε εκδώσει τα αντίστοιχα νόμιμα παραστατικά.

Αποτελεί πρόσχημα. Οι εναγόμενοι ποτέ δεν ζήτησαν την έκδοση παραστατικών θεωρημένων από τις φορολογικές αρχές, επωφελούμενοι έτσι και της αξίας του Φ.Π.Α. που αναλογούσε... Σε σχέση δε με την παροχή της εξαρτημένης εργασίας αυτή δεν είχε δηλωθεί στις αρμόδιες για την εποπτεία της εργασίας αρχές του κράτους, ο ενάγων δεν είχε δηλωθεί ως μισθωτός και μόνο μετά την καταγγελία έλαβε γνώση η επιθεώρηση εργασίας και το Ι.Κ.Α.

Δεν είναι βάσιμα τα επιχειρήματα που επικαλούνται οι εναγόμενοι για τη συνδρομή σπουδαίου λόγου. Με αυτά αποδεδειγμένα δικαιούται ο ενάγων: 1) το υπόλοιπο της αμοιβής του ποσού 7.891 ευρώ... δοθέντος ότι εισέπραξε μέχρι την καταγγελία το ποσό των 9.606 ευρώ για τις μέχρι τότε υπηρεσίες του... 2) τους μισθούς των μηνών Μαΐου έως Οκτωβρίου 2010, ποσού 2.250 ευρώ έκαστο... 3) μέρος του επιδόματος Πάσχα 2010 (από τις 23 Μαρτίου) ποσού 438,75 ευρώ ... 4) το επίδομα αδείας ποσού 1.125 ευρώ και 5) τις αποδοχές αδείας ποσού 1.260 ευρώ... 6) μέρος του επιδόματος Χριστουγέννων 2010, ποσού 1.742,40 ευρώ.. 7) το ποσό των 2.200 ευρώ, που ...

δαπάνησε στη Μύκονο μετά την άκυρη καταγγελία για τη διαμονή του στην προσπάθεια εύρεσης άλλης εργασίας ... την αποζημίωση δικαιούται λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των νομίμων εκπροσώπων των αντισυμβαλλομένων εταιρειών, Γ. Κ. και Α. Κ., που αποτελεί αντισυμβατική συμπεριφορά των εταιρειών... δικαιούται δε ισομερώς από κάθε εταιρεία...

και εις ολόκληρον από κάθε υπαίτιο εκπρόσωπο...". Με βάση αυτές τις παραδοχές (και άλλες, οι οποίες αφορούν: α) την απόρριψη της ένστασης των εναγομένων ότι η αγωγή ασκήθηκε μετά την εκπνοή της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 και για τις οποίες θα γίνει λόγος στην επόμενη σκέψη, β) την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της ως προς τους πρώτη, πέμπτη, έκτη και όγδοο εναγομένους που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και γ) την απόρριψη των αναφερόμενων επί μέρους αγωγικών κονδυλίων ως προς τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτο και έβδομη εναγομένους), το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως προς τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτο και έβδομη εναγομένους.

Ειδικότερα όσον αφορά τους τελευταίους το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης έχει κατά λέξη ως εξής: "- Δέχεται την αγωγή εν μέρει έναντι των δευτέρου, τρίτης, τέταρτου και έβδομης των εναγομένων. - Αναγνωρίζει: 1) την ακυρότητα της από 21 Απριλίου 2010 καταγγελίας, 2) την υποχρέωση της τρίτης εναγομένης να πληρώσει στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 1.100 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, 3) την υποχρέωση του τέταρτου εναγομένου να πληρώσει εις ολόκληρον με την τρίτη εναγομένη την αποζημίωση των 1.100 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, 4) την υποχρέωση της έβδομης εναγομένης να πληρώσει στον ενάγοντα:

α) μέρος 391 ευρώ του μισθού μηνός Ιουνίου και τους μισθούς ποσού 2.250 ευρώ εκάστου των μηνών Ιουλίου έως Οκτωβρίου 2010, με τόκο υπερημερίας από την 1η του μηνός που ακολουθεί τον μήνα παροχής της εργασίας, β) μέρος του επιδόματος Πάσχα 2010 ποσού 438,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, γ) το επίδομα αδείας ποσού 1.125 ευρώ και τις αποδοχές αδείας ποσού 1.260 ευρώ, με τόκο υπερημερίας από την 1η Νοεμβρίου 2010 για αμφότερες τις οφειλές, δ) μέρος του επιδόματος Χριστουγέννων 2010 ποσού 1.742,4 ευρώ, με τόκο υπερημερίας από τις 22 Δεκεμβρίου 2010, ε) ως αποζημίωση το ποσό των 1.100 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. 5) την υποχρέωση του δευτέρου εναγομένου να πληρώσει εις ολόκληρον με την έβδομη εναγομένη την αποζημίωση των 1.100 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. -

Καταδικάζει: 1) την τρίτη εναγόμενη να πληρώσει στον ενάγοντα α) το υπόλοιπο της αμοιβής του ποσού 7.891 ευρώ, με τόκο υπερημερίας από την 1η Νοεμβρίου 2010, β) τα δικαστικά του έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 365 ευρώ. 2) την έβδομη εναγομένη να πληρώσει στον ενάγοντα α) το μισθό του μηνός Μαΐου ποσού 2.250 ευρώ και μέρος 1.859 ευρώ του μισθού του μηνός Ιουνίου 2010, με τόκο υπερημερίας από την 1η του μηνός που ακολουθεί τον μήνα παροχής της εργασίας, β) τα δικαστικά του έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 655 ευρώ".

Από τη σύγκριση του σκεπτικού προς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μεταξύ αυτών υπήρχε αναντιστοιχία και συγκεκριμένα, αν και στο σκεπτικό της απόφασης αυτής το δικαστήριο δέχθηκε ότι μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) και της έβδομης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) είχε καταρτισθεί σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι μεταξύ του ενάγοντος και της τρίτης εναγομένης (ήδη μη διαδίκου) είχε καταρτισθεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με το διατακτικό της αφενός μεν αναγνωρίσθηκε ότι η τρίτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά που του οφείλονταν από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφετέρου δε αναγνωρίσθηκε ότι η έβδομη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει και υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά που του οφείλονταν από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Για το λόγο αυτό μετά από δύο αιτήσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου εκδόθηκαν οι 1452/2014 και 3156/2014 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την πρώτη από τις οποίες διορθώθηκε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το καταψηφιστικό μέρος του ως εξής: "Καταδικάζεται: 1) η έβδομη εναγομένη να πληρώσει στον ενάγοντα α) το υπόλοιπο της αμοιβής του ποσού 7.891 ευρώ, με τόκο υπερημερίας από την 1η Νοεμβρίου 2010, β) τα δικαστικά του έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 365 ευρώ και 2) η τρίτη εναγομένη να πληρώσει στον ενάγοντα α) το μισθό του μηνός Μαΐου ποσού 2.250 ευρώ και μέρος 1.859 ευρώ του μισθού του μηνός Ιουνίου 2010, με τόκο υπερημερίας από την 1η του μηνός που ακολουθεί τον μήνα παροχής της εργασίας, β) τα δικαστικά του έξοδα τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 655 ευρώ..." και με τη δεύτερη από τις οποίες το αναγνωριστικό μέρος της προσβαλλομένης διορθώθηκε ως εξής: "Αναγνωρίζει... 4) την υποχρέωση της τρίτης εναγομένης να πληρώσει στον ενάγοντα:

α) μέρος 391 ευρώ του μισθού μηνός Ιουνίου και τους μισθούς ποσού 2.250 ευρώ εκάστου των μηνών Ιουλίου έως Οκτωβρίου 2010, με τόκο υπερημερίας από την 1η του μηνός που ακολουθεί τον μήνα παροχής της εργασίας, β) μέρος του επιδόματος Πάσχα 2010 ποσού 438,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, γ) το επίδομα αδείας ποσού 1.125 ευρώ και τις αποδοχές αδείας ποσού 1.260 ευρώ, με τόκο υπερημερίας από την 1η Νοεμβρίου 2010 για αμφότερες τις οφειλές, δ) μέρος του επιδόματος Χριστουγέννων 2010 ποσού 1.724,4 ευρώ, με τόκο υπερημερίας από τις 22 Δεκεμβρίου 2010".

Στη συνέχεια με το από 15-1-2015 έγγραφο, το οποίο φέρει την επιγραφή "Απόδειξη Εξόφλησης - Ιδιωτικό Συμφωνητικό" και υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου αφενός και από το κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο της έβδομης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και της εδώ μη διαδίκου τρίτης εναγομένης αφετέρου, οι ανωτέρω δικηγόροι, αφού εκθέτουν ότι σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης καταβλήθηκαν στον ενάγοντα από κάθε εναγομένη εταιρεία τα ποσά τα οποία ορίζονταν με την προσβαλλόμενη πριν από τη διόρθωσή της (ήτοι από την έβδομη εναγομένη το ποσό των 6.159,49 ευρώ και από την τρίτη εναγομένη το ποσό των 10.475,67 ευρώ) και αφού αναφέρονται στην παραδρομή κατά τη σύνταξη της προσβαλλόμενης απόφασης και στις διορθωτικές αυτής αποφάσεις, με βάση τις οποίες η καταβολή των ανωτέρω ποσών έπρεπε να γίνει αντίστροφα (ήτοι από την έβδομη εναγομένη το ποσό των 10.457,67 ευρώ και από την τρίτη εναγομένη το ποσό των 6.159,49 ευρώ), εκθέτουν κατά λέξη τα εξής: "Κατόπιν των ανωτέρω, προκειμένου για την ορθή εκτέλεση της απόφασης και τη λογιστική διευθέτηση της διαφοράς μεταξύ των δύο εταιρειών κατά τον τρόπο που αυτές θα κρίνουν προσήκοντα, ο Σ.

Π., δια του υπογράφοντος πληρεξουσίου Δικηγόρου του, δηλώνει, ρητά και κατηγορηματικά με την παρούσα, ότι ουδεμία αξίωση έχει ή διατηρεί κατά της εταιρείας ... ως προς το ποσό των 4316,18 ευρώ, το οποίο ορίστηκε ως επί πλέον καταβλητέο από αυτήν, βάσει των ανωτέρω διορθωτικών αποφάσεων, θεωρώντας ότι έχει ήδη εξοφληθεί ως προς αυτό, πλήρως και ολοσχερώς, με την καταβολή που του έγινε από την εταιρεία ..., μη διαφοροποιούμενου σε κάθε περίπτωση του συνολικά καταβαλλόμενου σ' αυτόν ποσού.

Αντίστοιχα, η εταιρεία ... δηλώνει, ρητά και κατηγορηματικά, δια του υπογράφοντος την παρούσα πληρεξουσίου Δικηγόρου της, ότι ουδεμία αξίωση έχει ή διατηρεί κατά του Σ. Π. ως προς το ποσό των 4316,18 ευρώ, το οποίο αυτή του κατέβαλε επιπλέον του ποσού των 6159,49 ευρώ, το οποίο ορίστηκε ως καταβλητέο εκ μέρους της, βάσει των ανωτέρω διορθωτικών αποφάσεων, δεδομένου ότι θα λάβει αυτό από την εταιρεία ..., κατόπιν της μεταξύ τους διευθέτησης της χρηματικής αυτής διαφοράς, με την έκδοση αντίστοιχων παραστατικών".

Με βάση όλα τα ανωτέρω ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τις ανωτέρω αναντιστοιχίες μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδίδει σ' αυτήν τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι προβαλλόμενες αιτιάσεις συνιστούν λόγους διόρθωσης, η οποία ήδη έλαβε χώρα, και όχι νόμιμους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 ν. 435/1976, "Πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.

Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξαρτημένης εργασίας". Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (άρθρο 279 Α.Κ.) και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 280 Α.Κ.), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα των αξιώσεων των εργαζομένων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ.

Α.Π. 1338/1985). Η προαναφερθείσα προθεσμία ισχύει για κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, καταλαμβάνει δε κάθε αξίωση του εργαζομένου που πηγάζει από την ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης (Α.Π. 359/2015, 705/2013).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δικαίωμα αναίρεσης έχει ο διάδικος που ηττήθηκε ολικά ή εν μέρει κατά τη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Για την άσκηση αναίρεσης αλλά και κάθε λόγου αυτής απαιτείται να υπάρχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ.

και πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης. Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης κατά το άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ., συνεπάγεται δε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ή του λόγου αυτής ως απαράδεκτου (Α.Π. 98/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α, 8 περ. β, 9 περ. γ, 14 περ. β, 19 και 20 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι κατά την απόρριψη της ένστασής της ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά τη συμπλήρωση της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, το εφετείο: α) παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ., β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι τους ισχυρισμούς της που θεμελίωναν την ένσταση αυτή, γ) άφησε την ανωτέρω ένστασή της αδίκαστη, δ) παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της άσκησης της αγωγής ως προς αυτήν, ε) απέρριψε την ανωτέρω ένστασή της με ανεπαρκείς αιτιολογίες και δ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων εγγράφων από τα οποία προέκυπτε η βασιμότητα της ένστασης αυτής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς όλα τα σκέλη του προεχόντως ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας για την προβολή του, διότι, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου δεν είχε συναφθεί σύμβαση εργασίας αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ενόψει δε τούτου οι επί μέρους παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης για μη συμπλήρωση της αποσβεστικής προθεσμίας δεν αφορούν την ήδη αναιρεσείουσα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση καθώς και το υποβληθέν με αυτήν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, το οποίο προϋποθέτει παραδοχή της αίτησης (άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2013 αίτηση για αναίρεση της 2362/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ