220/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated220/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 12-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 220 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 220/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Σ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 2)Ε. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 3)Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 4)Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 5)Χ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., οι 2η έως και 5ος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ε. Τ. του Ι., που παραστάθηκαν η 2η αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και οι 1ος, 3ος, 4ος, 5ος δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ε. Τ..
Των αναιρεσίβλητων: 1)Η. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., 2)Β. θυγ. Σ. Ρ., κατοίκου ΔΔ ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Γκαρίλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2011 αγωγή των αναιρεσίβλητων και την από 23-4-2012 αγωγή των 1ου αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ευρυτανίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 64/2015 Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-10-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 12-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ, το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατ’ αποφάσεων πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΟλΑΠ 26/2004).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1121 και 1051 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και προς τούτο απαιτείται άσκηση πάνω στο δουλεύον από τον κύριο του δεσπόζοντος αντίστοιχης οιονεί νομής, δηλαδή νομής που αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας με διάνοια δικαιούχου αντίστοιχης δουλείας, για μια συνεχή εικοσαετία, προς συμπλήρωση της οποίας επιτρέπεται να συνυπολογιστεί, επί καθολικής ή ειδικής διαδοχής στην οιονεί νομή, και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 974, 975 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία, επιφέρει την κτήση μεν της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), την κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας στο δουλεύον ακίνητο, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου. Εάν δεν είναι η ασκούμενη από αυτόν οιονεί νομή δουλείας υπέρ ορισμένου ακινήτου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόκτηση πραγματικής δουλείας υπέρ του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, η οποία δεν μπορεί να αρχίσει παρά μόνον όταν ο ασκών την οιονεί νομή έγινε κύριος του δεσπόζοντος.
Συνεπώς, αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού, η έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας δεν μπορεί να γίνει προτού συμπληρωθεί στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετής με διάνοια κυρίου νομή αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1032 ΑΚ, αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας δικαιούται σε περίπτωση προσβολής να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ευρυτανίας, δικάζοντας ως Εφετείο, επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων για την αναγνώριση του δικαιώματος άσκησης δουλείας διόδου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, την άρση της προσβολής τούτου και την παράλειψη κάθε μελλοντικής διατάραξής του από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες που συνεκδικάσθηκε με αναγνωριστική κυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας αγωγή των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο απώτατος δικαιοπάροχος των διαδίκων Ι.
Ζ. Τ., ήταν κύριος ενός οικοπέδου με κήπο, κειμένου βορείως αυτού, ευρισκομένου στη θέση "..." εντός του οικισμού του χωριού .... Στο οικόπεδο αυτό διατηρούσε ανώγεια οικία την οποία χρησιμοποιούσε για διαμένει ο ίδιος με την οικογένειά του και στο κατώγι αυτής στάβλιζε τα ζώα του. Κατά το έτος 1898 τα τέκνα αυτού, Σ.
και Κ. Τ., προκειμένου να αποκτήσει έκαστος οικονομική αυτοτέλεια, προέβησαν από κοινού σε διανομή με συμβολαιογραφικό έγγραφο της πατρικής περιουσίας τους, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων και τα άνω ακίνητα. Για το λόγο αυτό συντάχθηκε το υπ’ αριθ. …. συμβόλαιο, διανομής ακινήτων του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ...
Ν. Σ., το οποίο με ακριβή αντιγραφή ολοκλήρου του κειμένου του, μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Συγκεκριμένα, με το συμβόλαιο αυτό έλαβαν στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τους, ο μεν Σ. Τ. (απώτερος δικαιοπάροχος των αρχικών εναγόντων Σ. Τ. και Ε. Τ.) κατά τα αυτολεξεί αναγραφόμενα σ’ αυτό "1) το ήμισυ της λιθοκτίστου και κεραμοσκεπούς οικίας ανωγείου, συγκειμένης εκ τεσσάρων δωματίων ανωγείων και δύο ισογείων μετά της περιοχής της προς το δυτικό μέρος υπό ιδίαν είσοδον γενησομένην κάτωθι Μ.
δια κοινών εξόδων (..), 2) το ήμισυ του κήπου κάτωθι της οικίας προς τον Σ.", ο δε Κ. Τ. (απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Β. και Η. Ρ.) "1) το ήμισυ της λιθοκτίστου και κεραμοσκεπούς ανωγείου οικίας του συγκειμένης εκ δύο ισογείων και δύο ανωγείων δωματίων μετά του ημίσεως του προαυλίου προς το ανατολικόν μέρος (..), 2) το ήμισυ ενός κήπου κάτωθεν της οικίας προς τον Μ.".
Το όλο ακίνητο και δη το οικόπεδο και ο κήπος του βρίσκονται σε επικλινές έδαφος το οποίο παρουσίαζε έντονη υψομετρική διαφορά, με υψηλότερο σημείο εκείνο προς το νοτιοανατολικό τμήμα του, όπου συνορεύει με δημοτική οδό που οδηγεί στην κεντρική πλατεία του χωριού και χαμηλότερο το βορειοδυτικό τμήμα του.
Εκτός δε από την επαφή με τον δημοτικό δρόμο στο νοτιοανατολικό τμήμα του, το εν λόγω ακίνητο (οικόπεδο και κήπος) τυγχάνει κατά τις λοιπές πλευρές του περίκλειστο, καθώς συνορεύει ολόγυρα με ιδιοκτησίες που δεν του επιτρέπουν να επικοινωνεί με δημόσιο ή δημοτικό δρόμο. Στην ίδια κατάσταση βρισκόταν το ακίνητο και κατά το χρόνο της άνω διανομής.
Με βάση λοιπόν το συμβόλαιο αυτό, το όλο οικόπεδο με σημείο αναφοράς την υφιστάμενη κατοικία, διαιρέθηκε (όπως και η κατοικία), σε δύο επιμέρους αυτοτελή οικόπεδα, εκ των οποίων το περιελθόν στον Κ. Τ. εντοπίζεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του όλου οικοπέδου, όπου σήμερα βρίσκεται η ιδιοκτησία του ενάγοντος Η.
Ρ., ενώ το περιελθόν στον Σ. Τ. εντοπίζεται στο βορειοδυτικό τμήμα του όλου οικοπέδου, όπου σήμερα βρίσκεται η συνιδιοκτησία των Σ. και (αρχικού ενάγοντος - εναγομένου) Ε. Τ.. Επιπλέον, με το ίδιο συμβόλαιο, ο ευρισκόμενος βορείως του οικοπέδου κήπος διαιρέθηκε σε δύο επί μέρους τμήματα, εκ των οποίων το περιελθόν στον Κ.
Τ. εντοπίζεται στο δυτικό τμήμα του, όπου σήμερα βρίσκεται η ιδιοκτησία της ενάγουσας Β. Ρ., ενώ το περιελθόν στον Σ. Τ. εντοπίζεται στο βόρειο τμήμα του και δεν αφορά την ένδικη διαφορά. Από την εν λόγω διανομή όμως, ουδόλως συνάγεται ότι παραχωρήθηκε κατά κυριότητα στον Σ. Τ. εδαφική έκταση εξικνούμενη από το βορειοανατολικό όριο του δικού του οικοπέδου και αφικνούμενη στο σημείο επαφής με τον τότε κοινοτικό δρόμο.
Τούτο, αν συνέβαινε, θα μετέβαλε τόσο τα εμβαδά (που ορίσθηκαν "εξ ημισείας" για το καθένα) όσο και την κανονική μορφή των προκυψάντων από τη διανομή ακινήτων, ώστε δεν θα ήταν δυνατόν να μην υπήρχε σχετική αναφορά στον τίτλο από τους τότε συμπράξαντες αδελφούς. Τουναντίον, ορίζεται ρητώς ότι το οικόπεδο αυτό θα εξυπηρετείται με "ίδια είσοδο" "γενησομένην κάτωθι Μ.
δια κοινών εξόδων", δηλαδή με δίοδο η οποία θα δημιουργούνταν το πρώτον τότε (μετά τη διανομή) με κοινές δαπάνες προς εξυπηρέτησή του και θα βρίσκονταν βορείως ("κάτωθι") της όμορης (προς νότο) ιδιοκτησίας τότε Μ. και επομένως, σε απόσταση από τον δημοτικό δρόμο. Συνάγεται έτσι αριδήλως ότι το ακίνητο αυτό, όπως προέκυψε από τη διανομή, δεν είχε ούτε συμφωνήθηκε να έχει πρόσωπο στον κοινοτικό δρόμο, όπως εκ της θέσεώς του είχε το έτερο ακίνητο του Κ.
Τ.. Επομένως, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων Σ. και Ε. Τ. ότι αμφότερα τα οικόπεδα που προήλθαν από την ως άνω διανομή είχαν πρόσωπο στον διερχόμενο δημοτικό δρόμο, δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στον σχετικό τίτλο και είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Προέκυψαν έτσι τότε, τα τρία όμορα μεταξύ τους (ήδη επίδικα) ακίνητα, καθένα από τα οποία συνόρευε κατά τη νότια πλευρά του με ιδιοκτησία τότε Μ.
και ήδη σήμερα ιδιοκτησία Ι. Γ.. Από αυτά, τόσο το οικόπεδο του Σ. Τ., όπου σήμερα βρίσκεται η συνιδιοκτησία των Σ. και Ε. Τ. όσο και ο κήπος του Κ. Τ., όπου σήμερα βρίσκεται η ιδιοκτησία της Β. Ρ., ήταν εξαρχής περίκλειστα. Η μοναδική δίοδος που τα συνέδεε με την κοινοτική οδό, την οποία τόσο οι ενάγοντες Β. Ρ. (της υπ’ αριθ.
εκθ. κατ. …05.12.2011 αγωγής) και Σ. και Ε. Τ. (της υπ’ αριθ. εκθ. κατ. …/23.04.2012 αγωγής), όσο και οι δικαιοπάροχοί τους χρησιμοποιούσαν για την εξυπηρέτηση των αναγκών των ομόρων ακινήτων τους, είτε πεζή (οι διάδικοι) είτε και με έμφορτα ζώα (οι δικαιοπάροχοί τους), πλάτους 2,50 μέτρων και μήκους 21 μέτρων περίπου, αρχίζει από την ως άνω κοινοτική οδό, διασχίζει όλη τη νοτιοδυτική πλευρά α) του οικοπέδου ιδιοκτησίας άλλοτε Κ.
Τ. και σήμερα του ενάγοντος (της πρώτης αγωγής) Η. Ρ. και εν συνεχεία β) του οικοπέδου ιδιοκτησίας άλλοτε Σ. Τ. και σήμερα των εναγόντων (της δεύτερης αγωγής) Σ. και Ε. Τ., με κατεύθυνση από ανατολών προς δυσμάς και φθάνει, με ελαφρά προς αριστερά κάμψη, στο νοτιοανατολικό άκρο της ιδιοκτησίας άλλοτε Κ. Τ. και σήμερα της ενάγουσας Β.
Ρ., στην είσοδο του ακινήτου της όπου υφίσταται μεταλλική καγκελόπορτα. Ο εδαφικός χώρος που καταλαμβάνει η δίοδος αυτή, που είναι και η επίδικη, έχει εμβαδό 43,71 τετραγ. μέτρα. Αποτυπώνεται δε με ακρίβεια στο από μηνός Ιουλίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Π. Μ., όπου ορίζεται περιμετρικώς να συνορεύει βορειονατολικώς επί τεθλασμένης πλευράς ...
με ιδιοκτησία Ε. και Σ. Τ., εν συνεχεία επί τεθλασμένης πλευράς ... με ιδιοκτησία Η. Ρ., νοτιοανατολικώς επί πλευράς ... με δημοτικό δρόμο, νοτιοδυτικώς επί πλευράς ... με ιδιοκτησία της Β. Ρ. και καθ’ όλο το νότιο τμήμα της πλευράς ... με ιδιοκτησία Ι. Γ.. Στο τοπογραφικό αυτό αποτυπώνεται και η εδαφική διαμόρφωσή της με τις υφιστάμενες σκάλες στο ύψος της ιδιοκτησίας του Η.
Ρ. και την πλακόστρωσή της στο τμήμα της ιδιοκτησίας των Ε. και Σ. Τ.. Από την έκταση αυτή εδαφικό τμήμα, οριζόμενο στο ίδιο ως άνω διάγραμμα περιμετρικά με τα στοιχεία κορυφών…......, περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία των εναγομένων Ε. και Σ. Τ.. Η επίδικη δίοδος απεικονίζεται εξάλλου και στις υπό των Ε. και Σ.
Τ. επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από τους αντιδίκους τους. Από τις τελευταίες μάλιστα, προκύπτει ότι το σημείο εισόδου της εν λόγω διόδου, όπου έχει τοποθετηθεί καγκελόπορτα, ήταν ανέκαθεν το πλέον πρόσφορο και γεωμορφολογικά κατάλληλο για τη χρήση αυτή, αφενός μεν λόγω της ευθυγραμμίσεώς του με την εκεί διερχόμενη δημοτική οδό για την από εκεί ομαλή κατάβαση κατά 20 περίπου σκαλιά και εν συνεχεία φυσική όδευση πρώτα στο ακίνητο του Η.
Ρ., ακολούθως στο χαμηλότερο υψομετρικά ακίνητο των Ε. και Σ. Τ. και εν συνεχεία στο ακόμη χαμηλότερο ακίνητο της Β. Ρ., αφετέρου δε διότι δεν μεσολαβούσε κανένα κτίσμα των διαδίκων στην ευθεία του χώρου αυτής. Τούτο, σε αντίθεση με το παραπλεύρως αυτού, διαμορφωθέν έτερο σημείο εισόδου στο οικόπεδο του Η.
Ρ., το οποίο βρίσκεται σε έντονη κατωφέρεια με τσιμεντένιο τοίχο και κλίμακα και εξυπηρετεί αποκλειστικά και μόνο την είσοδο στη δική του οικία και το οποίο λόγω παρεμβολής των εκεί ανεγερθέντων κτισμάτων του ιδίου (κατοικίας και ισόγειου βοηθητικού χώρου) ήδη από 40ετίας, τα οποία έχουν μεταξύ τους απόσταση λιγότερο από μισό μέτρο, καθιστούσε δυσχερέστατη αν μη αδύνατη, την από αυτή (πλάτους 0,50 μ.
τεθλασμένη δίοδο) προσπέλαση σε αναγκαστικά λοξή πορεία του οικοπέδου του. Η διέλευση λοιπόν από αυτήν δεν βόλευε κανένα από τους ιδιοκτήτες των επομένων ακινήτων και γι’ αυτό ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από αυτούς. Κατά το παρελθόν μάλιστα, η χαμηλότερη αυτή είσοδος αποκλείστηκε και δεν χρησιμοποιούνταν λόγω μπαζώσεώς της κατά την ενεργηθείσα διάνοιξη της εκεί δημοτικής οδού από το δήμο.
Έτσι η μόνη κατάλληλη δίοδος τόσο για τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, οι οποίοι μετέβαιναν μέσω αυτής στο οικόπεδό τους με την οικία και στην πετρόκτιστη ισόγεια αποθήκη, στην οποία στάβλιζαν τα ζώα τους και αποθήκευαν ζωοτροφές γι’ αυτά και καυσόξυλα για την θέρμανση του σπιτιού τους, όσο και για τους Η.
και Β. Ρ., ήταν και εξακολουθεί να είναι η επίδικη, η οποία είναι η πλέον σύντομη, ομαλή και βατή και τα υποστηριζόμενα από τους αντιδίκους τους ότι η έτερη είσοδος στην πρόσοψη της οικίας του Η. Ρ. είναι αυτή που εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί τους αδελφούς Ρ. είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τον εξετασθέντα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα των Η.
και Β. Ρ., Κ. Α., τρίτο έναντι των διαδίκων, ο οποίος, ως εξ ιδίας αντιλήψεως γνώστης της επικρατούσης καταστάσεως στην περιοχή όπου το επίδικο, θυμάται ότι η δίοδος αυτή παλιά ήταν χωμάτινη και ότι έπειτα ο Ρ. (και όχι ο Τ.) κατασκεύασε μία (τσιμεντένια) σκάλα. Επιπλέον ο ίδιος αυτός μάρτυρας, απασχολήθηκε κατά το παρελθόν από το έτος 1962 και για δύο έτη στον παππού των εναγόντων Η.
Ρ., μεταφέροντας για λογαριασμό και με το άλογο εκείνου χορτάρι στο τελευταίο κομμάτι του όλου οικοπέδου, δηλ. στο ακίνητο της Β. Ρ., καθ’ όλο δε το διάστημα της εργασίας του διέρχονταν από την ίδια αυτή (επίδικη) είσοδο. Αποδεικνύεται επομένως, ότι με εξαίρεση τον ενάγοντα Η. Ρ. και τους δικαιοπαρόχους του, οι οποίοι συμπεριφέρονταν ως αποκλειστικοί κύριοι και διαχειρίζονταν κατά την δική τους βούληση το τμήμα της διόδου που αντιστοιχούσε στην ιδιοκτησία τους, η Β.
Ρ., όπως και οι δικαιοπάροχοί της, για χρονικό διάστημα 70 και πλέον ετών, διέρχονταν από την επίδικη δίοδο με διάνοια δικαιούχου περιορισμένου δικαιώματος διελεύσεως προς εξυπηρέτηση του περίκλειστου ακινήτου της και όχι βέβαια περιστασιακά, όπως υποστηρίζουν οι αντίδικοί της. Ο ισχυρισμός μάλιστα αυτός έρχεται σε πλήρη αντίθεση και αναιρείται από το ομολογούμενο από τους ίδιους αντιδίκους γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου, η οικογένειά τους εγκατέλειψε σταδιακά το ...
και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ενώ η οικογένεια Ρ. διέμενε μόνιμα στο ... και προέβη σε εκτεταμένες εργασίες επισκευής και επέκτασης των παλαιών οικημάτων της καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας αλλά και του προσώπου του ακινήτου τους προς το δημοτικό δρόμο, συνομολογώντας έτσι αφενός την αδιάσπαστη σωματική επαφή αυτών με την επίδικη έκταση και αφετέρου ότι το επίδικο σημείο εισόδου και εξόδου προς τον δημοτικό δρόμο ήταν εκείνο που ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν ανεμπόδιστα για τη μετάβαση στις ιδιοκτησίες τους.
Με τη συνεχή δε άσκηση φυσικής εξουσιάσεως επί της άνω εδαφικής λωρίδας με διάνοια οιονεί νομέα δουλείας διόδου και με καλή πίστη για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της, υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου της, η ενάγουσα Β. Ρ. κατέστη δικαιούχος πραγματικής δουλείας διόδου επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος με έκτακτη χρησικτησία, εκ του οποίου τμήμα αυτού οριζόμενο στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία κορυφών 4-......-4 αποτελεί τμήμα του δουλεύοντος ακινήτου των εναγομένων Ε.
και Σ. Τ.. Την ίδια αυτή δίοδο, κατά το τμήμα που διέρχεται μέσα από την ιδιοκτησία Η. Ρ., χρησιμοποιούσαν κατά παραχώρηση και οι Ε. και Σ. Τ., όπως και οι δικαιοπάροχοί τους για την μετάβαση στο δικό τους ακίνητο, που ήταν περίκλειστο. Πράξεις νομής όμως στην εδαφική αυτή έκταση, ουδόλως αποδείχτηκε ότι άσκησαν οι ενάγοντες Ε.
και Σ. Τ., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται αυτοί. Η οιαδήποτε διέλευση των ιδίων και σε προγενέστερο χρόνο των δικαιοπαρόχων τους από εκεί, γινόταν μόνον με διάνοια δικαιούχου περιορισμένου δικαιώματος διελεύσεως και τούτο κατόπιν παραχωρήσεως των ομόρων ιδιοκτητών και συγγενών τους ένεκα της άνω προηγηθείσης συμφωνίας διανομής, η οποία υλοποιήθηκε, και όχι με διάνοια κυρίων εκ μέρους τους, ώστε οιαδήποτε ενέργειά τους και τυχόν ενεργηθείσα δαπάνη τους όπως μεταξύ άλλων η τοποθέτηση καγκελόπορτας στην είσοδό της, να μην ενέχει αυταπόδεικτα εκδήλωση φυσικής εξουσίασης διανοία κυρίου στην έκταση αυτή και να μην συνιστούν εξωτερίκευση της βουλήσεώς τους για την άσκηση ιδίου δικαιώματος κυριότητας.
Ελλείψει νομής, οι ενάγοντες αυτοί ουδέποτε απέκτησαν κυριότητα ούτε με τακτική ούτε με έκτακτη χρησικτησία στο επίδικο τμήμα του Η. Ρ.. Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι μετά τον θάνατο του Σ. Τ., που δεν προσδιορίζεται επακριβώς, τα ακίνητα αυτού (οικόπεδο και κήπος) περιήλθαν στο γιό του Ι. Τ., ο οποίος διέμενε στην οικία του οικοπέδου με την οικογένειά του μέχρι το θάνατό του το έτος 1933.
Αυτός απεβίωσε χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ε. χήρα Ι. Τ. γένος Θ. Σ., κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και από τα τέκνα Σ. (πρώτο ενάγοντα), Ε. (αρχικό δεύτερο ενάγοντα), Κ. και Γ. Τ. κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου έκαστο. Μετά δε τον θάνατο της επίσης αδιαθέτου Ε. χήρας Ι. Τ. την 16.11.1983, το ιδανικό μερίδιο αυτής περιήλθε στα άνω τέκνα της, οι οποίοι με την υπ’ αριθ. ...31.08.1985 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου ...
Αικατερίνης Καζάνη - Καραούζα, όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. ...06.02.1991 διορθωτική πράξη της ιδίας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αποδέχτηκαν τόσο την επαχθείσα στους ίδιους και στη μητέρα τους εκ μέρους του πατρός τους κληρονομιά ενεργούντες τόσο για τον εαυτό τους όσο και για λογαριασμό της μητρός τους, όσο και την επαχθείσα κληρονομία της μητρός τους καθιστάμενοι έτσι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος.
Ακολούθως, με το υπ’ αριθ. ...31.08.1985 συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο αδελφοί Κ. και Γ. Τ. μεταβίβασαν το ιδανικό μερίδιό τους στους αδελφούς τους Σ. και Ε. και έτσι κατέστησαν αυτοί εξ αδιαιρέτου και εξ ημισείας συγκύριοι του άνω ακινήτου. Ούτε όμως με τον ως άνω επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κατέστησαν συγκύριοι της επιδίκου εδαφικής λωρίδας οι ανωτέρω ενάγοντες, καθώς κατά τα προαναφερόμενα για το συμβόλαιο διανομής και τα εξ αυτού προκύψαντα δικαιώματα, ουδέποτε μετήχθη στον απώτερο δικαιοπάροχό τους δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη εδαφική έκταση.
Επομένως, ούτε και οι διάδικοι Σ. και Ε. Τ. απέκτησαν κυριότητα επ’ αυτής. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύονται ακόμη και τα εξής: η κυριότητα των οικοπέδων των Η. και Β. Ρ., που πλην της ανωτέρω εδαφικής εκτάσεως της διόδου, δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους Σ. και Ε. Τ., περιήλθε σ’ αυτούς κατά τον εξής τρόπο:
ο εκ της αρχικής διανομής κύριος Κ. Τ. μεταβίβασε το έτος 1921 λόγω άτυπης προίκας το δικό του οικόπεδο και τον κήπο στον Η. Ρ. ένεκα του γάμου του με την θυγατέρα του πρώτου, Β.. Ο Η. Ρ. απεβίωσε την 22.06.1978 χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του Σ., Σ. και Ε. Ρ., ως μοναδικούς του κληρονόμους κατά ποσοστό 1/3 από τον καθένα τους.
Ακολούθως, την 02.08.2005 απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη η Ε. Ρ., η οποία κατέλιπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τον σύζυγο αυτής Δ. Ν. κατά ποσοστό 4/8 εξ αδιαιρέτου και τους άνω αδελφούς της κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου έκαστο, οι οποίοι με την υπ’ αριθ. .../29.12.2006 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λαμίας Γεωργίου Στυλιανού Φραγκάκη που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχτηκαν τις επαχθείσες σ’ αυτούς κληρονομιές τόσο για τον εαυτό τους όσο και για λογαριασμό της αποβιώσασας αδελφής τους.
Ακολούθως με το υπ’ αριθ. .../29.12.2006 συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω Σ. και Σ. Ρ. και ο Δ. Ν. μεταβίβασαν ο μεν Σ. Ρ.ς ως γονική παροχή οι δε λοιποί ως δωρεά εν ζωή τα ως άνω ιδανικά μερίδιά τους επί του προαναφερομένου κήπου στην Β.
Ρ. (πρώτη ενάγουσα) και έτσι κατέστη αυτή κυρία του εν λόγω ακινήτου, το οποίο σύμφωνα με το τίτλο έχει έκταση 104,11 τ.μ. Επίσης, με το υπ’ αριθ. .../29.12.2006 συμβόλαιο γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω Σ. και Σ. Ρ.ς και ο Δ. Ν. μεταβίβασαν ο μεν Σ.
Ρ. ως γονική παροχή οι δε λοιποί ως δωρεά εν ζωή τα ως άνω ιδανικά μερίδιά τους επί του προαναφερομένου οικοπέδου μετά των επ’ αυτού κτισμάτων στον Η. Ρ. (δεύτερο ενάγοντα) και έτσι κατέστη αυτός κύριος του εν λόγω ακινήτου, το οποίο σύμφωνα με το τίτλο έχει έκταση 155,87 τ.μ. Οι ανωτέρω μεταβιβάσεις δεν αμφισβητούνται από τους αντιδίκους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις αρχές Αυγούστου του έτους 2009 οι εναγόμενοι Σ. και Ε. Τ. τοποθέτησαν στην είσοδο της εν λόγω διόδου, απ’ όπου ξεκινούσε η ήδη κατασκευασθείσα κατωφερική τσιμεντένια σκάλα και στο σημείο όπου αυτή εφάπτεται με την δημοτική οδό, δίφυλλη μεταλλική καγκελόπορτα, η οποία αρχικώς μεν παρέμεινε ανοικτή προς διέλευση, από τον Αύγουστο όμως του έτους 2011 αυτή κλειδώθηκε από τους άνω εναγομένους με την τοποθέτηση σ’ αυτή μεταλλικού λουκέτου με κλειδαριά, αποκλείοντας έτσι την διέλευση της ενάγουσας Β.
Ρ. από την εν λόγω δίοδο και προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό καθολικά το δικαίωμα της υπέρ του ακινήτου της συσταθείσης πραγματικής δουλείας διόδου. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι το επίδικο δικαίωμα της ενάγουσας υπέπεσε στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ είναι απορριπτέος προεχόντως ως μη νόμιμος, διότι η ΑΚ 992 καθιερώνει ενιαύσια παραγραφή των αξιώσεων από την αποβολή ή την διατάραξη της νομής που δεν είναι το αντικείμενο της παρούσης αγωγής και όχι της αγωγής ομολογήσεως δουλείας που κρίνεται εν προκειμένω και υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ.
Επίσης ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1015 ΑΚ, διαλαμβάνοντας σχετικώς ότι ο Η. Ρ. στον οποίο εκποιήθηκε μέρος του άλλοτε ενιαίου ακινήτου, έχει υποχρέωση να παράσχει στην αδελφή του (ενάγουσα) Β. Ρ. δίοδο από το δικό του ακίνητο και δη δια μέσου της αυλής του ακινήτου απ’ όπου αυτή ανέκαθεν διήρχετο, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφενός μεν διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι εναγόμενοι είναι κύριοι του επιδίκου εδαφικού τμήματος που ξεκινώντας από το οικόπεδό τους φτάνει μέχρι το δημοτικό δρόμο, πράγμα που έχει ήδη κριθεί, αφετέρου δε διότι, όπως έγινε ήδη δεκτό, από το επικαλούμενο σημείο (δια μέσου της αυλής του Η.
Ρ.) ουδέποτε διήρχετο η Β. Ρ. λόγω της ιδιαίτερης στενότητος του χώρου μεταξύ των εκεί υφισταμένων κτισμάτων του Η. Ρ. που καθιστούσαν αυτόν μη προσπελάσιμο. Τέλος, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η παροχή διόδου στην ίδια ενάγουσα μέσω του δικού τους ακινήτου πρέπει να γίνει έναντι ανάλογης αποζημίωσης κατ’ άρθρο 1012 ΑΚ, κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ο ισχυρισμός αυτός προσήκει ως άμυνα στην αγωγή παροχής διόδου και όχι στην αγωγή περί ομολογήσεως δουλείας που σκοπεί την προστασία με άρση της προσβολής της ήδη υφισταμένης δουλείας, ως εν προκειμένω".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή για την αναγνώριση του δικαιώματος άσκησης δουλείας διόδου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας από την δεύτερη αναιρεσίβλητη Β. Ρ., την άρση της προσβολής τούτου και την παράλειψη κάθε μελλοντικής διατάραξής του από τους αναιρεσείοντες και εξαφανίζοντάς την κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αναγνωριστική κυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας αγωγή των τελευταίων, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1051, 1118, 1119, 1121 και 1132 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τόσο κατά το μέρος που αφορά το δικαίωμα κυριότητας και τον τρόπο απόκτησής του από τον πρώτο αναιρεσίβλητο Η.
Ρ. επί τμήματος της μείζονος εδαφικής επίδικης λωρίδας, όσο και κατά το μέρος που αφορά την ύπαρξη και τον τρόπο σύστασης του δικαιώματος δουλείας διόδου της δεύτερης αναιρεσίβλητης Β. Ρ. επί του ανήκοντος στη συγκυριότητα των αναιρεσειόντων υπολοίπου τμήματος της αυτής, ως άνω, λωρίδας, ενώ επίσης δεν παραβίασε τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον κατά την ερμηνεία της βούλησης των αντισυμβαλλομένων μερών Σ.
και Κ. Τ. στο υπ’ αριθ. ...1898 συμβόλαιο διανομής ακινήτων του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη ... Ν. Σ. αναζήτησε την αληθινή βούληση τούτων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ερμήνευσε τη σχετική σύμβαση διανομής όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Συνεπώς αμφότεροι οι τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2015 αίτηση των Σ. Τ. του Ι., Ε. Τ. του Ε., Σ. Τ. του Ε., Σ. Τ. του Ε. και Χ. Τ. του Ε. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 64/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ευρυτανίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ