220/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:433/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3511/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-9-2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated220/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 1047/3-12-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5385/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Με την υπ' αρ. εκθ. καταθ. 4049/2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 220 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ασημακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Π.-Γ. χήρας Α. Ε. το γένος Α. Γ. και 2 Α. Ε. του Α., κατοίκων αμφοτέρων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευδοκία Δαδιώτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:433/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3511/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-9-2009 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 671/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση.
Εκδόθηκε η 5385/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2012 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 9-10-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση τότε Αρεοπαγίτη και τώρα Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 1047/3-12-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5385/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Με την υπ' αρ. εκθ. καταθ. 4049/2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων Κ.
Δ. ιστορούσε, ότι με αγορά από τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες δυνάμει του .../2003 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευδοκίας Γατοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κύριος ενός διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της αναφερομένης σ' αυτή (αγωγή) πολυκατοικίας, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002, 1117 του Α.Κ.
και διέπεται από τους όρους της .../2000 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων. Κωνσταντίνου, που υποβλήθηκε νόμιμα σε μεταγραφή. Ότι στο παραπάνω διαμέρισμα ανήκει κατά δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης η με αριθ. 6 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας με βάση την παραπάνω πράξη σύστασης της οροφοκτησίας.
Ότι οι εναγόμενες, από τις οποίες η πρώτη είναι επικαρπώτρια και η δεύτερη ψιλή κυρία των αναφερομένων στην αγωγή οριζόντιων ιδιοκτησιών, μεταξύ των οποίων και ενός χώρου στάθμευσης στο ισόγειο, όπου έχουν δημιουργηθεί τρεις θέσεις στάθμευσης με αρ. 1, 2 και 3, σε βάρος δε του χώρου τούτου έχει συσταθεί δουλεία διόδου για τη διέλευση των αυτοκινήτων προς τις 4, 5, 6 και 7 θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων του ακάλυπτου χώρου.
Ότι το φθινόπωρο του έτους 2005 οι εναγόμενες έκλεισαν τη νοτιοδυτική πλευρά του χώρου στάθμευσης του ισόγειου με την κατασκευή τοίχου και την τοποθέτηση μεταλλικής πόρτας και τον Απρίλιο του 2006 τοποθέτησαν και στην εμπρόσθια πλευρά του ιδίου χώρου ηλεκτρονικά λειτουργούσα πόρτα και με τον τρόπο αυτό απέκλεισαν την πρόσβαση τούτου στον ακάλυπτο χώρο όπου βρίσκεται η με αρ. 6 θέση στάθμευσης που του ανήκει κατά αποκλειστική χρήση.
Ζήτησε δε, αφού αναγνωριστεί ότι ο ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου της πολυκατοικίας αυτής είναι κοινόχρηστος, ότι υφίσταται δικαίωμά του δουλείας διόδου σε βάρος της ιδιοκτησίας του ισογείου των εναγομένων και ότι έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης επί της ως άνω θέσης στάθμευσης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να επαναφέρουν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση με κατεδάφιση του τοίχου και αφαίρεση της μεταλλικής πόρτας, άλλως να επιτραπεί τούτο στον ίδιο με δαπάνη των εναγομένων, και να παραλείψουν στο μέλλον κάθε παρόμοια επέμβαση στον ανωτέρω χώρο στάθμευσης του ισογείου με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος καθεμιάς από αυτές.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 433/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, αφού έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, που πρότειναν οι εναγόμενες. Κατά της ως άνω απόφασης άσκησε έφεση ο ενάγων, με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το .../30-12-2003 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευδοκίας Γατοπούλου, που υποβλήθηκε νόμιμα σε μεταγραφή στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Καλλιθέας Αττικής, ο ενάγων αγόρασε από εναγόμενες το Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην … επί της οδού ...
Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι στο διαμέρισμα του ενάγοντος ανήκει η με αριθ. 6 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, επιφάνειας 11 τ.μ. στον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας. Η πολυκατοικία αυτή έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002, 1117 του Α.Κ. και διέπεται από τους όρους της .../2000 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Κωνσταντίνου, που υποβλήθηκε νόμιμα σε μεταγραφή.
Στην πράξη αυτή προβλέπονταν τέσσερις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων με στοιχεία 4, 5, 6 και 7 στον ακάλυπτο χώρο του ισογείου της πολυκατοικίας, καθώς επίσης και τρεις άλλες "κλειστές" όμως θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων με αρθ. 1, 2 και 3 σε χώρο του ισογείου συνολικής επιφάνειας 84 τ.μ. και ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 20 χιλιοστών.
Ο χώρος αυτός του ισογείου ανήκει κατ' επικαρπία στην πρώτη εναγόμενη και κατά ψιλή κυριότητα στη δεύτερη (οι οποίες ήταν και ιδιοκτήτριες του οικοπέδου της πολυκατοικίας) και στον εναπομείναντα διάδρομο του χώρου τούτου συστήθηκε με την παραπάνω πράξη σύστασης της οροφοκτησίας δουλεία διόδου υπέρ των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων με τα στοιχεία Γ-1, Γ-2, Δ-1 και Δ-2 της πολυκατοικίας, στους οποίους ανήκαν κατά δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης οι θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων 4, 5, 6 και 7 στον ακάλυπτο χώρο του ισογείου, ώστε να δύνανται να έχουν πρόσβαση στις θέσεις αυτές.
Όμως μετά την αποπεράτωση της πολυκατοικίας και κατά την προβλεπόμενη αυτοψία για το σύννομο της ανέγερσης, ώστε να επιτραπεί η σύνδεση του κτηρίου με τη ΔΕΗ, κρίθηκε από την πολεοδομία του Δήμου Καλλιθέας με το 3927/16-10-2002 έγγραφό της, ότι έλαβαν χώρα υπερβάσεις της οικοδομικής άδειας και ότι μεταξύ άλλων, οι θέσεις στάθμευσης 1, 2 και 3 του ισογείου έπρεπε να είναι "κλειστές" και για το λόγο αυτό επιβαλλόταν το κλείσιμο με μπατική τοιχοποιία του ισογείου προς τον ακάλυπτο χώρο και επομένως και του τμήματος του διαδρόμου, που εξασφάλιζε την πρόσβαση στις, ισογείους θέσεις στάθμευσης 4, 5, 6 και 7 του ακάλυπτου χώρου του ισογείου.
Με το ίδιο έγγραφό της η πολεοδομία Καλλιθέας έταξε στις εναγόμενες προθεσμία είκοσι ημερών για την κατασκευή της τοιχοποιίας προς τον ακάλυπτο χώρο του ισογείου, διαφορετικά θα εφαρμόζονταν οι διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας περί αυθαιρέτων κατασκευών (ν.1337/1983). Κατόπιν τούτου αναγκάστηκαν οι εναγόμενες να συμμορφωθούν στις επιταγές της πολεοδομικής νομοθεσίας, κατασκεύασαν δηλαδή τη μπατική τοιχοποιία ισογείου προς την πλευρά του ακάλυπτου χώρου, καθώς επίσης προέβησαν και στη φύτευση του ακάλυπτου τούτου χώρου, όπως τούτο επιβεβαιώθηκε μετά από νέα αυτοψία της πολεοδομίας στις 25-11-2002 (βλ.
το 4066/19-12-2002 έγγραφο της ίδιας ως άνω πολεοδομικής υπηρεσίας). 'Ετσι αποδεικνύεται ότι η κατασκευή του τοίχου και το κλείσιμο της διόδου προσπέλασης προς τις θέσεις 4, 5, 6 και 7 του ακάλυπτου χώρου του ισογείου έλαβαν χώρα πριν τις 25-11-2002 και επομένως πριν την αγορά του παραπάνω διαμερίσματος από τον ενάγοντα και όχι κατά το Φεβρουάριο του έτους 2005, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται με την αγωγή του.
Περαιτέρω οι εναγόμενες, όταν ήλθαν σε διαπραγματεύσεις για την πώληση του Γ-1 διαμερίσματος στον ενάγοντα, τον ενημέρωσαν για την αδυναμία παραχώρησης σ' αυτόν της αποκλειστικής χρήσης της ως άνω θέσης στάθμευσης. Τούτο αποδεικνύεται και από το ιδιωτικό συμφωνητικό με ημερομηνία 8-9-2003, με το οποίο οι εναγόμενες ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν στον ενάγοντα το ως άνω διαμέρισμα αντί συνολικού τιμήματος 170.000 ευρώ, έναντι του οποίου ο ενάγων προκατέβαλε Ι0.000 ευρώ, χωρίς όμως θέση στάθμευσης, όπως ρητά αναγράφεται στο συμφωνητικό αυτό.
Στο ίδιο συμφωνητικό περιλήφθηκε δήλωση των εναγομένων ότι εντός χρονικού διαστήματος 12 μηνών θα κατασκευάσουν υπόγειες θέσεις στάθμευσης στην ίδια πολυκατοικία και υποσχέθηκαν ότι θα μεταβιβάσουν μία από τις θέσεις αυτές στον ενάγοντα αντί τιμήματος 15.000 ευρώ. Στη συνέχεια κατά την ημέρα κατάρτισης του .../2003 ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, συντάχθηκε και το από 30-12- 2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο μεταξύ άλλων αναγράφεται ότι "...
ο αγοραστής γνωρίζει ότι η υπ' αριθ. 6 θέση στάθμευσης που φέρεται στο ως άνω συμβόλαιο (το .../2003 της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευδ. Γατοπούλου) ως ανήκουσα κατ' αποκλειστική χρήση στο πωλούμενο διαμέρισμα είναι ανενεργός και θα καταργηθεί δυνάμει πληρεξουσιότητας που έχει χορηγηθεί με το ως άνω συμβόλαιο".
Συνεπώς ο ενάγων ουδέποτε έλαβε κατά χρήση την επίδικη θέση στάθμευσης, αφού ήδη πριν την αγορά του διαμερίσματος ήταν αδύνατη η πρόσβαση του σε αυτή και τούτο, όπως προαναφέρθηκε, το γνώριζε, ούτε άλλωστε κατέβαλε τίμημα για την κτήση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης της θέσης αυτής. Τελικά οι εναγόμενες δεν μπόρεσαν να υλοποιήσουν την υπόσχεσή τους για τη μεταβίβαση στον ενάγοντα του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης μιας άλλης θέσης στάθμευσης στο υπόγειο της πολυκατοικίας, καθόσον, λόγω της γειτνίασης της πολυκατοικίας με τη θάλασσα, δεν επιτρεπόταν από τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις η δημιουργία υπόγειων θέσεων στάθμευσης, όπως περί τούτου κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγομένων Ν.
Γ., εργολάβος οικοδομών. Ωστόσο οι εναγόμενες δια μέσου του πληρεξουσίου τους Αντωνίου Ευθυμιάδη προσκάλεσαν τον ενάγοντα με την από 23-5-2006 εξώδικη δήλωση τους να του μεταβιβάσουν έναντι του προσυμφωνημένου ποσού των 15.000 ευρώ υπόγειο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου σε άλλη πολυκατοικία, απέναντι από την επίδικη, στην οδό ...
ο ίδιος όμως αρνήθηκε, αξιώνοντας από τις εναγόμενες να του παραχωρήσουν θέση στο δικό τους χώρο στάθμευσης. Με βάση τα αποδειχθέντα ως άνω περιστατικά η άσκηση της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος για αναγνώριση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί της παραπάνω θέσης στάθμευσης και της άμεσα συνδεόμενης με το αίτημά του αυτό δουλείας διόδου, καθώς και για την κατεδάφιση της τοιχοποιίας και αφαίρεσης της μεταλλικής πόρτας του ισογείου προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., όπως βάσιμα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενες, οι οποίες παραδεκτά προέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ανέπτυξαν με τις προτάσεις ζητώντας, όπως εκτιμάται για το λόγο αυτό την απόρριψη της αγωγής, με τη σχετική ένσταση, καθόσον έρχεται σε προφανή αντίθεση με την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και της περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού ο ενάγων γνώριζε πριν την κατάρτιση του συμβολαίου αγοράς του διαμερίσματός του ότι ήταν ανέφικτη για τους παραπάνω λόγους, που δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα των εναγομένων, η υλοποίηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης της επίμαχης θέσης στάθμευσης, για την οποία μάλιστα δεν κατέβαλε τίμημα.
Σε περίπτωση δε ικανοποίησης της αξίωσης αυτής του ενάγοντος θα προκληθούν υπέρμετρες συνέπειες στις εναγόμενες λόγω κινδύνου χαρακτηρισμού της ιδιοκτησίας τους στο ισόγειο ως αυθαίρετης εξαιτίας της μη συμμόρφωσης τους με τα εγκεκριμένα σχέδια των 62/1993 και 147/1993 οικοδομικών αδειών, με συνέπεια να επιβληθούν σε βάρος τους πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτου και να δρομολογηθεί η διαδικασία για την κατεδάφιση του αυθαιρέτου (αρθρ. 17 του ν. 1337/1983).
Το γεγονός ότι οι εναγόμενες δεν υλοποίησαν την υπόσχεσή τους να δημιουργήσουν θέσεις στάθμευσης στο υπόγειο της πολυκατοικίας και να μεταβιβάσουν μία από αυτές στον ενάγοντα αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των 15.000 ευρώ, δεν αναιρεί τα ανωτέρω και δεν καθιστά ανεκτή την άσκηση της ένδικης αξίωσής του αλλά ενδεχομένως να δημιουργεί ευθύνη των εναγομένων για μη εκπλήρωση των συμφωνηθέντων.
Επίσης ο λόγος έφεσης κατά τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι με βάση τα έγγραφα της πολεοδομίας καταργήθηκαν οι σχετικοί όροι της οροφοκτησίας περί σύστασης δικαιώματος δουλείας και αποκλειστικής χρήσης θέσης στάθμευσης αναφορικά με το διαμέρισμα του, στηρίζεται επί αναληθούς προϋπόθεσης και είναι απορριπτέος, γιατί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι έλαβε τέτοια κατάργηση, αλλά ότι το σχετικό δικαίωμα του ενάγοντος ασκείται καταχρηστικά".
Και υπό τις παραδοχές αυτές απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αν είναι ορισμένοι.
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υποθέσεως, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα.
Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτήν.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 591 παρ. 1ΚΠολΔ, "τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά α).... β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά... ".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως .... τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ' αυτές, τις καταθέσεις των μαρτύρων ...".
Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 591 παρ. 1ΚΠολΔ) σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις.
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ.
δ' Κ.Πολ.Δ.) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (του άρθρου 591 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠολΔ ) σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (βλ.
σχ. Ολ. ΑΠ 2/2005, Α.Π. 128/2008, 450/2013, 190/2011, 1414/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος των εναγομένων πρότεινε προφορικά, εκτός των άλλων, και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, που σημειώθηκε στα από 31-5-2007 πρακτικά συνεδρίασης αυτού, ενώ με τις προτάσεις των εναγομένων, που είχαν κατατεθεί πριν από τη συζήτηση, είχαν εκτεθεί εκτενώς τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν, τα οποία προαναφέρθηκαν στις παραδοχές του Εφετείου.
Ήτοι, η απαγόρευση από την Πολεοδομία της δημιουργίας της επίδικης θέσης στάθμευσης, το περιεχόμενο των δύο ( από 8-9-2003 και από 30-12-2003) ιδιωτικών συμφωνητικών μεταξύ των διαδίκων, με τα οποία ο αναιρεσείων δεχόταν, ότι θα παραλάβει το διαμέρισμα που αγόρασε χωρίς θέση στάθμευσης, η συμφωνηθείσα μείωση του τιμήματος εκ του λόγου τούτου κατά το ποσό των 15.000 ευρώ, στο οποίο υπολογίσθηκε η αξία της θέσης στάθμευσης, η προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν την απαίτηση του αντιδίκου τους με την προσφορά άλλων εναλλακτικών λύσεων και η άρνηση του τελευταίου να δεχθεί οποιαδήποτε εξ αυτών καθώς και η επιμονή του να διεκδικεί με την άσκηση της αγωγής μία θέση, για την οποία δεν κατέβαλε τίμημα.
Συνεπώς, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος προτάθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είναι απορριπτέοι οι τρίτος, πέμπτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη οι πλημμέλειες που προβλέπονται από το άρθρο 559 αρ. 14 (με τους δύο πρώτους) και 559 αρ. 8 (με τον τελευταίο) του Κ.Πολ.Δ.
Κατά τον αριθμό 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί (Α.Π. 257/2008, 853/2007, 968/2007, 1595/2007, 2106/2007).
Επίσης, η αφηγηματική μνεία κάποιου εγγράφου δεν έχει την έννοια ότι λήφθηκε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 1185/1995). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι το σχετικό δικαίωμα του ενάγοντος ασκήθηκε καταχρηστικά, και απέρριψε την αγωγή από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Σ' αυτά συμπεριλαμβάνεται και το υπ' αριθ. πρωτοκόλλου 3927/16-10-2002 έγγραφο της Πολεοδομικής Υπηρεσίας του Δήμου Καλλιθέας, με το οποίο η εν λόγω Υπηρεσία τάσσει προθεσμία για συμμόρφωση του ιδιοκτήτη και κατασκευαστή της επίδικης οικοδομής με τα εγκεκριμένα σχέδια των 62/1993 και 147/1993 οικοδομικών αδειών. Η μνεία των ανωτέρω οικοδομικών αδειών από το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, αποτελεί έμμεση αναφορά στο περιεχόμενο του, νομίμως προσκομισθέντος, εγγράφου της Πολεοδομικής Υπηρεσίας και δεν σημαίνει ότι αυτές λήφθηκαν υπόψη, ως αποδεικτικά μέσα.
Συνακόλουθα, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη έγγραφα που δεν επικαλέσθηκαν και δεν προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητες, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11β Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 640/2011). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι ανέγνωσε λανθασμένα το από 8-9-2003 έγγραφο, ως προς την περιεχόμενη σ' αυτό δήλωση των αναιρεσιβλήτων "... Δηλώνω ότι εντός 12 μηνών θα κατασκευαστούν υπόγειες θέσεις στάθμευσης και δεσμεύομαι ότι θα παραδοθεί μία έναντι του ποσού των 15.000 ευρώ ...".
Ως προς την αναληφθείσα δέσμευση των αναιρεσιβλήτων με το ως άνω έγγραφο η αναιρεσιβαλλομένη αναφέρει τα εξής: "... Στο ίδιο συμφωνητικό περιλήφθηκε δήλωση των εναγομένων ότι εντός χρονικού διαστήματος 12 μηνών θα κατασκευάσουν υπόγειες θέσεις στάθμευσης στην ίδια πολυκατοικία και υποσχέθηκαν ότι θα μεταβιβάσουν μία από τις θέσεις αυτές στον ενάγοντα αντί τιμήματος 15.000 ευρώ. .".
Και παρακάτω "...Τελικά οι εναγόμενες δεν μπόρεσαν να υλοποιήσουν την υπόσχεσή τους για τη μεταβίβαση στον ενάγοντα του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης μιας άλλης θέσης στάθμευσης στο υπόγειο της πολυκατοικίας, καθόσον, λόγω της γειτνίασης της πολυκατοικίας με τη θάλασσα, δεν επιτρεπόταν από τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις η δημιουργία υπόγειων θέσεων στάθμευσης . . ".
Υπό τα ως άνω δεδομένα είναι προφανές ότι δεν υπάρχει παραμόρφωση, υπό την προεκτεθείσα έννοια, και μάλιστα πρόδηλη του εν λόγω εγγράφου, το οποίο το Εφετείο ορθά ανέγνωσε και συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 2, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι με τον κανονισμό πολυόροφης οικοδομής εγκύρως τίθεται περιορισμός και απαγόρευση ως προς τη χρήση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων της πολυκατοικίας και ότι, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι δεν είναι αναγκαίο η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικειμένη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη, όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε.
Όμως η γι' αυτήν την άρση αξίωση απαγορεύεται ως καταχρηστική όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι η υπέρβαση αυτή "προφανής" όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματος. (ΑΠ 559/1995). 0 από το αρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Επίσης ο από το αρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (Α.Π. 158/2012).
Με το να κρίνει το Εφετείο σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 14 παρ.1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ενώ, εξ άλλου, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Επομένως, δεν υπέπεσε στις από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, όπως αποδίδεται με τους πρώτο και έβδομο λόγους αναίρεσης, οι οποίοι είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Καθ' όσο μέρος δε με αυτόν υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το πραγματικό ζήτημα, ο πρώτος λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ ( άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος με το υπ' αρ. 8869827, σειρά VI, διπλότυπο της Δ.Ο.Υ.
Ψυχικού παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 1047/2012 αίτηση για αναίρεση της 5385/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ