220/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 220 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220/2012
Legislator headnote
AI generated220/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 220 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 220 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", με έδρα στην Καβάλα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μίγγο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. Τ. του Ι., κατοίκου ... και 2. Β. Τ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Πεγιάνοβιτς, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας το οποίο με την υπ' αριθ. 235/2005 απόφασή του κηρύχθηκε αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Ακολούθως εκδόθηκαν η υπ'αριθ. 210/2007 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας και κατ' έφεση η υπ' αριθ. 126/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6.10.2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 10.11.2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 6.10.2010 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 126/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσίβλητων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 126/2009 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, η οποία δέχθηκε μεν από ουσιαστικής πλευράς την από 7.8.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και εξαφάνισε την υπ' αριθ. 210/2007 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας μόνο όμως κατά τη διάταξή της περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του νόμιμου εκπροσώπου της, ενώ κατά τα λοιπά επικύρωσε την απόφαση αυτή, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 5.1.2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει νομιμοτόκως σε καθέναν από αυτούς το ποσό των 18.287,60 ευρώ ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που τους προκάλεσε με την αδικοπρακτική σε βάρος τους συμπεριφορά της. Η ένδικη αγωγή απευθύνθηκε αρχικά στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας, το οποίο όμως με την υπ' αριθ. 235/2005 απόφασή του κηρύχθηκε αναρμόδιο να δικάσει την υπόθεση και την παρέπεμψε στο αρμόδιο ως άνω Ειρηνοδικείο Καβάλας.
2. Κατά το άρθρ. 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος, λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Συνεπώς για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 ΚΠολΔ η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992). Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφό της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 175/2010). Εξ άλλου η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΟλΑΠ 18/1998). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1452/2007). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σ' αυτή, μεταξύ άλλων, εκτίθεται ότι εξ αιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των υπεύθυνων οργάνων της αναιρεσείουσας εταιρείας, που ανεπίτρεπτα διοχέτευσαν κατά τη διετία 1999-2000 βιομηχανικά απόβλητα στην αρδευτική τάφρο του Τ.Ο.Ε.Β. Χρυσούπολης Καβάλας, από την οποία αρδευόταν και το κτήμα που εκμεταλλεύονται από κοινού οι αναιρεσίβλητοι για την παραγωγή ακτινιδίων, ξεράθηκαν 50 δένδρα ακτινιδίων πλήρους καρποφορίας, ενώ μειώθηκε στο 50% η παραγωγή ακτινιδίων των υπόλοιπων 800 δένδρων, με συνέπεια τα δένδρα αυτά, τα οποία παρήγαγαν προηγουμένως κατά μέσο όρο 50 κιλά ακτινίδια το καθένα ετησίως, να έχουν συνολική παραγωγή μειωμένη κατά 40.000 κιλά κατά την ως άνω διετία, που αντιστοιχεί σε ζημία των αναιρεσιβλήτων συνολικού ποσού 8.000.000 δραχμών, αν ληφθεί υπόψη ότι η τιμή πώλησης ανά κιλό καρπού ήταν κατά την αυτή διετία 200 δραχμές. Περαιτέρω στην ένδικη αγωγή εκτίθεται ότι τα δένδρα, με τα οποία οι αναιρεσίβλητοι αντικατέστησαν τα 50 δένδρα ακτινιδίων του κτήματός τους που ολικά ξεράθηκαν, χρειάσθηκαν μετά τη φύτευσή τους 4 χρόνια για να φθάσουν στο επίπεδο της συνηθισμένης παραγωγής των 50 κιλών καρπού ανά δένδρο ετησίως, με συνέπεια οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι απώλεσαν κατά την τετραετία αυτή παραγωγή 10.000 κιλών ακτινιδίων (50 δένδρα χ 50 κιλά χ 4 χρόνια), να υποστούν αντίστοιχη συνολική ζημία 2.000.000 δραχμών, αφού στο ποσό αυτό αποτιμάται η αξία των 10.000 κιλών ακτινιδίων με τιμή και πάλι πώλησης ανά κιλό 200 δραχμές. Τα παραπάνω ποσά των 8.000.000 και 2.000.000 δραχμών ζήτησαν οι αναιρεσίβλητοι με την ένδικη αγωγή τους να υποχρεωθεί να τους καταβάλει συμμέτρως η αναιρεσείουσα ως διαφυγόν κέρδος τους, δηλαδή ως το κέρδος που κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα είχαν αποκομίσει από την εκμετάλλευση του κτήματος τους και το οποίο απώλεσαν εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αντιδίκου της. Με την προσβαλλόμενη απόφαση η ένδικη αγωγή κρίθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ορισμένη (και) ως προς την άνω αξίωση των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση σ' αυτούς διαφυγόντος κέρδους και απορρίφθηκε αντίστοιχα η σχετική ένσταση αοριστίας της αξίωσης αυτής, που είχε προτείνει πρωτοδίκως, αλλά και με λόγο της έφεσής της, η αναιρεσείουσα, κρίνοντας το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, που δίκασε ως εφετείο, ότι αντίθετα με όσα υποστήριξε με την ένστασή της η αναιρεσείουσα "από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτή τα προσδοκώμενα κέρδη που απωλέσθηκαν και τα οποία αποτελούν τον ετήσιο κύκλο εργασιών των εναγόντων, τα δε λοιπά αξιούμενα στοιχεία (δηλαδή οι δαπάνες που αποφεύχθηκαν) δεν ανάγονται στο ορισμένο της αγωγής, αλλά στο ουσία βάσιμο αυτής". Ήδη με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 298 εδ.β' και 914 ΑΚ κρίθηκε ορισμένη η ένδικη αγωγή, μολονότι σ' αυτή, αλλά και στην προσβαλλόμενη απόφαση, "δεν αναφέρεται καμία σταθερά παράμετρος υπολογισμού, καμία ειδική περίσταση, κανένα προπαρασκευαστικό μέτρο και κανένα άλλο στοιχείο το οποίο να καθιστά αναμενόμενα τα αιτούμενα κονδύλια ..., η δε απλή, έστω και εξαντλητική, παράθεση αριθμών και κονδυλίων και ο βάσει αυτών των αριθμών υπολογισμός του (εικαζόμενου) διαφυγόντος κέρδους δεν αρκεί για να το καταστήσει βέβαιο, καθόσον δεν διευκρινίζονται ούτε καν αναφέρονται οι συνθήκες εκείνες ή οι σταθερές, οι οποίες λαμβάνονται ως βάση υπολογισμού για την εξαγωγή αυτών των μαθηματικών συμπερασμάτων". Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ανεξάρτητα από την ουσιαστική αβασιμότητά του, αφού τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη αγωγή στοιχεία, όπως ορθά έκρινε και η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι επαρκή για τον προσδιορισμό του κέρδους που με πιθανότητα θα αποκόμιζαν οι αναιρεσίβλητοι από την εκμετάλλευση του κτήματος τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων την επίδικη χρονική περίοδο, δηλαδή με βάση τη μέχρι τότε συνηθισμένη παραγωγή ακτινιδίων, είναι πρωταρχικά απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αποδιδόμενες ελλείψεις στην ένδικη αγωγή δεν συνιστούν νομική, αλλά ποσοτική κατ' αρχήν αοριστία, η οποία όμως, κατά τα προεκτεθέντα, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή με λόγο ο οποίος δεν προβλέπεται από το άρθρ. 560 ΚΠολΔ για τον αναιρετικό έλεγχο των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πρωτοδικείων που κρίνουν κατ' έφεση τις αποφάσεις των ειρηνοδικείων, όπως είναι και η προσβαλλόμενη απόφαση.
3. Κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ.1 και 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ.1 και 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ συνιστά και η εσφαλμένη εξειδίκευση αόριστης νομικής έννοιας που ενδέχεται να υπάρχει στο πραγματικό του κανόνα ή κατ' εξαίρεση στην έννομη συνέπειά του, δηλαδή νομικής έννοιας που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της. Η εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας γίνεται με αφετηρία την ιδέα του δικαίου και αναφορά στις αξίες που απορρέουν απ' αυτή, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινωνικής ηθικής, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, με την οποία με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια προσδιορίζεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού το περιεχόμενο (εύρος) της αόριστης νομικής έννοιας, ώστε να υπαχθεί ακολούθως σ' αυτή η ατομική περίπτωση, το τυχόν σφάλμα μπορεί αντίστοιχα να είναι είτε καθαρά ερμηνευτικό σε σχέση με την εξειδίκευση (ανάλυση) των στοιχείων της νομικής έννοιας κατά τη διατύπωση της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού υπό τύπο κατά κανόνα γενικό είτε υπαγωγικό σφάλμα, οπότε ανάλογα πρόκειται για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα δικαίου, που συνιστούν τις δυο όψεις της εσφαλμένης εφαρμογής του. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 201/2010). Αόριστη νομική έννοια είναι και αυτή της αιτιώδους συνάφειας, που πρέπει να υπάρχει μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας, ώστε να θεμελιώνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 914 ΑΚ αδικοπρακτική ευθύνη.
Συνεπώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικής αυτής διάταξης ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δέχθηκε ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, αφού πρόκειται για κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 1197/2005, 831/2005). Αντίθετα η κρίση ότι ορισμένη συμπεριφορά αποτέλεσε αναγκαίο όρο της ζημίας αναφέρεται σε πράγματα και είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ 1652/2006). Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δέχθηκε την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας των αναιρεσιβλήτων και της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας με συνέπεια να δεχθεί στη συνέχεια και την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης της τελευταίας, κρίνοντας όμως "αποφατικά και όχι καταφατικά" και έτσι παρέβη τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρ. 914 ΑΚ αναφορικά με την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στην έννοια της αιτιώδους συνάφειας, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης "δεν αποδείχθηκε ότι το ορυκτέλαιο δεν μπορεί να προκαλέσει ολική καταστροφή των φυτών, αν αναμειχθεί ποσότητά του στο νερό με το οποίο αρδεύονται, δεδομένου ότι ο μάρτυρας ανταπόδειξης Δ. Μ., χημικός μηχανικός, κατά τη συνεδρίαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας, την 15.1.2006, κατέθεσε ενόρκως ότι ... "ενώσεις, όπως τα ορυκτέλαια, δεν ξεραίνουν εύκολα", δηλαδή δεν το απέκλεισε". Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Κατά τα έτη 1999 και 2000 παρουσιάστηκε μόλυνση των υδάτων της αρδευτικής τάφρου του Τ.Ο.Ε.Β από απόβλητα, με συνέπεια να καταστραφούν ολοσχερώς 50 από τα δένδρα ακτινιδίων των εναγόντων και να μειωθεί η παραγωγή των υπολοίπων... Στη συνέχεια, στις 2.6.2000, επιτροπή από υπηρεσιακούς παράγοντες της ΕΤΒΑ διενήργησε αυτοψία, από την οποία προέκυψε ότι η εναγομένη παροχέτευε υγρά (γενικώς) στο δίκτυο ομβρίων της ΒΙ.ΠΕ, τα οποία κατέληγαν στην αρδευτική τάφρο ... Στις 19.10.2001 οι επόπτες Δημόσιας Υγείας της Διεύθυνσης Υγείας Καβάλας Δ. Χ. και Κ. Θ., μετά από επιθεώρηση που πραγματοποίησαν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, διαπίστωσαν ότι υπήρχε διαρροή υγρών αποβλήτων από το αποχετευτικό σύστημα της εναγομένης στη στραγγιστή τάφρο του Τ.Ο.Ε.Β Χρυσούπολης μέσω του δικτύου ομβρίων υδάτων της ΒΙ.ΠΕ, που βρίσκεται παραπλεύρως του αγροκτήματος των εναγόντων, η οποία διαπιστώθηκε με τη χρήση της χρωστικής ουσίας φλουορεσκείνης ... Εξ άλλου από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η μόλυνση των υδάτων προερχόταν από απόβλητα άλλης μονάδας ..., ενώ το Δικαστήριο κρίνει ότι η άρδευση της φυτείας των εναγόντων από φράγμα που οι ίδιοι κατασκεύασαν με τη συναίνεση του Τ.Ο.Ε.Β Χρυσούπολης και τηρούσε όλες τις προδιαγραφές, δεν επιφέρει καμία μεταβολή στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης ... Εξ άλλου δεν αποδείχθηκε ότι το ορυκτέλαιο δεν μπορεί να προκαλέσει ολική καταστροφή των φυτών, αν αναμειχθεί ποσότητά του στο νερό με το οποίο αρδεύονται, δεδομένου ότι ο μάρτυρας ανταπόδειξης Δ. Μ., χημικός μηχανικός, κατά τη συνεδρίαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας, την 15.1.2006, κατέθεσε ενόρκως ότι ... "ενώσεις, όπως τα ορυκτέλαια, δεν ξεραίνουν εύκολα", δηλαδή δεν το απέκλεισε". Εν όψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 914 ΑΚ ως προς την αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας των αναιρεσιβλήτων και της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, δεχόμενο, με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, την ύπαρξη της αναγκαίας αυτής συνάφειας για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας. Η παραδοχή αυτή ρητά καταφάσκεται με θετική διατύπωση στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού σ' αυτή σαφώς αναφέρεται ότι η ζημία στα δένδρα των αναιρεσιβλήτων προκλήθηκε από τα υγρά απόβλητα που αποκλειστικά η αναιρεσείουσα διοχέτευσε κατά τη διετία 1999-2000 στην τάφρο από την οποία αρδευόταν το κτήμα τους, ενώ πλεοναστικά αναφέρεται στη συνέχεια της απόφασης, χωρίς κατά τα λοιπά να ανατρέπεται η βεβαιότητα και η σαφήνεια της παραπάνω παραδοχής της, ότι "δεν αποδείχθηκε ότι το ορυκτέλαιο δεν μπορεί να προκαλέσει ολική καταστροφή των φυτών, αν αναμειχθεί ποσότητά του στο νερό με το οποίο αρδεύονται".
Συνεπώς ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Πρέπει επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε, αφού δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από την πλευρά των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά το άρθρ. 242§2 ΚΠολΔ, χωρίς αυτός να καταθέσει προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.10.2010 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 126/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡEYΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ