Legislator Case Law & Legislation
220/2011 AI generated

220/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 220/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 220 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220/2011

Legislator headnote

AI generated

220/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 220 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 220 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 220/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Β. Μ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μαρτούκου.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. συζ. Π. Σ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κακογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-3-1998 και 25-10-1996 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8840/1998 μη οριστική 4938/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4000/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2008 αίτησή της και τους από 25-8-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 28-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμα τους εκτίθεται σαφώς. Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1840 περ. 3 ΑΚ: "Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει τον κατιόντα αν αυτός ... έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση κατά του διαθέτη ή του συζύγου του". Κατά το άρθρο 1843 § 1 ΑΚ: "Ο λόγος της αποκλήρωσης πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σ' αυτήν". Κατά το άρθρο 1844 ΑΚ: "Το δικαίωμα της αποκλήρωσης αποσβήνεται με συγγνώμη. Η συγγνώμη που επέρχεται μετά τη διάταξη της αποκλήρωσης καθιστά την αποκλήρωση ανίσχυρη".

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση έχει ως εξής: Στην από 25-10-1996 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η εδώ αναιρεσείουσα ιστορούσε: ότι, με συμβολαιογραφικό έγγραφο του έτους 1992, νομίμως μεταγραφέν, η - θανούσα την 1-2-1995 - μητέρα των διαδίκων Ε. συζ. Ι. Μ., φερόταν να έχει εκποιήσει, δια πωλήσεως, την ψιλή κυριότητα μιας παλαιάς οικίας της, που βρίσκεται στη συνοικία "Μεταξουργείο" των Αθηνών, ότι η πώληση αυτή ήταν άκυρη ως εικονική, άλλως ότι υπέκρυπτε δωρεά, που ήταν μερικώς άκυρη, ως άστοργη, έναντι της ενάγουσας, διότι η θανούσα δεν κατέλιπε άλλη κληρονομιαία περιουσία. Ζητούσε δε η ενάγουσα (πλην άλλων) να αναγνωρισθούν τα ανωτέρω και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της αποδώσει το ακίνητο κατά ποσοστό 1/2, άλλως 2/8, εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια στο ίδιο δικαστήριο η ίδια ενάγουσα (αναιρεσείουσα) άσκησε κατά της αυτής εναγομένης νέα (την από 5-3-1998) αγωγή, στην οποία ανέφερε: ότι την 16-5-1997 δημοσιεύθηκε η από 21-2-1984 μυστική διαθήκη της μητέρας των διαδίκων, με την οποία η διαθέτις αποκλήρωνε την ενάγουσα ως διαπράξασα εις βάρος της βαρύ πλημμέλημα και εγκαθιστούσε μοναδική κληρονόμο της την εναγομένη. Ζητούσε δε με την δεύτερη αγωγή η ενάγουσα να ακυρωθεί η ρηθείσα διαθήκη της μητέρας της και να αναγνωρισθεί κληρονόμος αυτής κατά ποσοστό 1/2, άλλως να αναγνωρισθεί ανίσχυρη η περί αποκληρώσεώς της διάταξη της διαθήκης (λόγω μεταγενέστερης παροχής συγγνώμης από την διαθέτιδα), ώστε να αναγνωρισθεί κληρονόμος κατά ποσοστό 1/4. Το Εφετείο έκρινε ουσιαστικώς αβάσιμη τη δεύτερη αγωγή, δεχθέν σχετικώς τα ακόλουθα: "Την 01-02-1995 απεβίωσε στην Αθήνα, σε ηλικία 86 ετών, η Ε. χα Ι. Μ., η οποία κατά το χρόνο του θανάτου της άφησε μοναδικούς εγγύτερους συγγενείς της τα τέκνα της, ήτοι την ενάγουσα και την εναγομένη. Η άνω θανούσα κατέλιπε την από 21-2-1984 μυστική διαθήκη της ... η οποία ... δημοσιεύτηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση αυτού την 16-5-1997 ... Το περιεχόμενο δε της διαθήκης αυτής που είναι δακτυλογραφημένη και φέρει την αδιαμφισβήτητη ιδιόχειρη υπογραφή της διαθέτιδας σε κάθε σελίδα, και στο τέλος αυτής, έχει ως εξής: " Η υπογεγραμμένη Ε. συζ. Ι. Μ.... γεννηθείσα εις Αθήνας το έτος 1909, οικοκυρά, κάτοικος Αθηνών ... έχουσα σώας τας φρένας μου και τον νουν υγιή, θέλω να κανονίσω τα της περιουσίας μου μετά το θάνατόν μου δια της παρούσης διαθήκης μου, δια της οποίας ορίζω και διατάσσω να ισχύσουν τα κάτωθι: Εγκαθιστώ κληρονόμους μου μετά τον θάνατόν μου, Ι) Την θυγατέρα μου Μ. σύζυγο Π. Σ., το γένος Ι. και Ε. Μ., οικοκυρά, κάτοικο ..., 2) Τον αδελφόν μου Ν. Λ. Ί., άνεργο, κάτοικο ..., και κληροδόχους μου τας εγγονάς μου 1) Ε. θυγατέρα Β. και Α. Μ., μαθήτρια, κάτοικο ..., και 2) Μ. θυγατέρα Β. και Α. Μ., μαθήτρια, κάτοικο .... Εις έκαστον δε των κληρονόμων και κληροδόχων μου επιθυμώ να περιέλθουν τα εξής: 1) Εις την θυγατέρα μου Μ. σύζυγο Π. Σ., καταλείπω μίαν παλαιάν και ερειπωμένην ισόγειον οικίαν, κειμένην εν Αθήναις και επί της οδού … αρ. 5, μετά του οικοπέδου της, όσης εκτάσεως και αν είναι ... Εκ της οικίας ταύτης εξαιρείται η οίκησις ενός δωματίου που περιέρχεται εις τον αδελφόν μου Ν. Λ. Ί.. Την ανωτέρω κληρονόμον μου -θυγατέρα – Μ., υποχρεώνω όπως εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως της διαθήκης μου ταύτης καταβάλει εις τας κληροδόχους - εγγόνας μου, τέκνα της άλλης θυγατρός μου Α., Ε. και Μ. θυγατέρας του Β. και Α. Μ. εκατόν χιλιάδες (100.000) εις εκάστην (για να αγοράσουν από ένα βραχιόλι από τη Γιαγιά τους). 2) Εις τον αδελφόν μου Ν. Λ. Ί., καταλείπω την οίκησιν ενός δωματίου (εις το οποίον σήμερον κατοικεί) της άνω ισογείου οικίας μου, κειμένης εν … και επί της οδού … αρ. 5 και την οποίαν οικίαν μου καταλείπω κατά τα άνω εις την θυγατέρα μου Μ.. Ο αδελφός μου ούτος ων διανοητικώς ανάπηρος και μη δυνάμενος να εργασθή, αποζών από εμάς, δεν θα καταβάλει φόρον κληρονομιάς ως και δεν θα υποχρεούται εις οιονδήποτε φόρον εφ' όρου ζωής του δια την οίκησιν του δωματίου τούτου, ούτε εις επισκευάς του κτίσματος αι οποίαι θα βαρύνουν αποκλειστικά, και μόνον την κληρονόμον θυγατέρα μου Μ. συζ. Π. Σ.. Εις την άλλη θυγατέρα μου Α. σύζυγον Β. Μ., ουδέν καταλείπω, διότι δι' αυτήν εξόδευσα πολλά διά την μόρφωσίν της σε ιδιωτικά σχολεία, ξένες γλώσσες, ηυξημένην επιμέλειάν της και από του γάμου της εν έτει 1972 και εντεύθεν της διέθεσα χρήματα διά την επίπλωσίν της και οικοσκευήν της και σαν ανταπόδοση όλων των ευεργεσιών μου προς αυτήν και τον σύζυγο της Β. (Δικηγόρον...) μου συμπεριεφέρετο βαναύσως και απρεπώς μόνον σαν υπηρέτρια να της μαγειρεύω, να της πλένω, σιδερώνω και να της μεγαλώνω τα δύο κοριτσάκια της επί οκτώ (8) ολόκληρα χρόνια, με αποτέλεσμα να προτρέψη και τα αγνά αυτά παιδάκια να μην λένε ούτε καλημέρα στην Γιαγιά και στον Παππού των. Η αχαριστία της είναι τόσο μεγάλη που δεν περιγράφεται, με ύβριζε πάντοτε διά των λέξεων "Παληόγρια, Τρελλή, Ανισόρροπη κ.λπ.". Κατά τον Ιούνιο 1982 μου επετέθησαν αυτή και ο σύζυγος της (Δικηγόρος...) αλλόφρονες επάνω σε μια συζήτηση να με κτυπήσουν τόσον εμένα όσον και τον σύζυγο μου, ωρυομένη να με υβρίζει και να λέη "Σκατόγρηα, θα σε σκοτώσω, και θα σου βάλω εγώ με τα χέρια μου τα σάβανα σου, σε σιχαίνομαι, δεν σε θέλω για Μάνα μου" και πολλά άλλα ακατονόμαστα (συμπεριφορά μορφωμένης κόρης προς Μάνα). Για όλα αυτά που προανέφερα για την θυγατέρα μου Α., δηλώνω με μεγάλη θλίψη μου ότι την ΑΠΟΚΛΗΡΩΝΩ, μη θεωρούσα αυτήν ως θυγατέρα μου, για την οποία ως προανέφερα οι θυσίες μου και οι προσφορές μου είναι ανυπολόγιστες. Άλλωστε αι προς τα τέκνα της κληροδοσίαι υπερκαλύπτουν την νόμιμον μοίρα της. Αύτη είναι η τελευταία και αληθής μου βούλησις. Η παρούσα διαθήκη μου εγράφη δακτυλογραφηθείσα καθ' υπαγόρευσίν μου παρά του Δικηγόρου μου κ. Νικολάου Γεωρ. Χατζηγεωργίου, ην ανέγνωσα και εν συνεχεία υπέγραψα ταύτην". Ακολουθεί δε ημεροχρονολογία "Αθήναι, 21 Φεβρουαρίου 1984" και υπογραφή κάτω από τη λέξη "Η διαθέτις". Σύμφωνα το προεκτεθέν περιεχόμενο της διαθήκης αυτής, η θανούσα αποκλήρωσε την ενάγουσα, στερώντας αυτή από τη νόμιμη μοίρα της για τους παραπάνω λόγους που αναφέρει σε αυτήν (διαθήκη). Αναφορικά με τους λόγους αυτούς και καθόσον αφορά τα όσα αναφέρονται περί εξύβρισης με τις λέξεις "Παληόγρια, Τρελλή. Ανισσόροπη" και το αναφερόμενο περιστατικό "Κατά τον Ιούνιο 1982 μου επετέθηκαν αυτή και ο σύζυγος της (Δικηγόρος...) αλλόφρονες επάνω σε μια συζήτηση να με κτυπήσουν τόσον εμένα όσον και τον σύζυγόν μου, ωρυόμενη να με υβρίζη και να λέη "Σκατόγρηα, θα σε σκοτώσω, και θα σου βάλω εγώ με τα χέρια μου τα σάβανα σου, σε σιχαίνομαι, δεν σε θέλω για Μάνα μου"" αυτοί εμπίπτουν στον αναφερόμενο στο προαναφερόμενο άρθρο 1840 αρ. 3 Α.Κ. λόγο αποκλήρωσης. Από το ίδιο δε αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο λόγος αυτός και καθόσον αφορά το περιστατικό της εξύβρισης της διαθέτιδας κατά τον Ιούνιο του 1982, που αμφισβητεί η ενάγουσα, ήταν υπαρκτός, βάσιμος και αληθής κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης, ως ανταποκρινόμενος στην πραγματικότητα. Ειδικότερα, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, η οποία παντρεύτηκε το 1972, κατά τον επίδικο χρόνο (Ιούνιος 1982) διέμενε μετά του συζύγου της και των δύο ανήλικων τέκνων της και αναφερόμενων στην παραπάνω διαθήκη, στο διαμέρισμα του Α' υπέρ το ισόγειο όροφο της επί της οδού … αρ. 27 - …, οικοδομής, ενώ στο ισόγειο διέμεναν οι γονείς αυτής και της εναγομένης. Οι σχέσεις αυτής με τους γονείς της ήταν αρκετά καλές και αρμονικές μέχρι που η ενάγουσα άρχισε να απαιτεί από τον πατέρα της, συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο, από τις αρχές περίπου του έτους 1982 την παροχή σε αυτήν ως προίκας του παραπάνω διαμερίσματος του Α' υπέρ του ισόγειο ορόφου της επί της οδού … αρ. 27 - … οικοδομής, στην οποία ως άνω διέμεναν, και την παροχή της οποίας αρνείτο ο τελευταίος. Συνέπεια της συνεχούς άρνησης αυτού ήταν το επεισόδιο που αναφέρεται στη διαθήκη καθόσον αφορά στην εξύβριση εκ μέρους της ενάγουσας της μητέρας της που συνέβη περίπου το 1ο 15ήμερο του μήνα Ιουνίου 1982, καθόσον η ενάγουσα "αξίωσε", όπως και η ίδια αναφέρει στην αγωγή της, τη μεταβίβαση του διαμερίσματος, το οποίο κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή της είχε υποσχεθεί ως προίκα και είχε αποπερατώσει με δικές της δαπάνες ... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω γενομένων δεκτών, και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, η παραπάνω τελεσθείσα εξύβριση της διαθέτιδας εκ μέρους της ενάγουσας με λόγο και μάλιστα με σκαιό και βάναυσο τρόπο με τις παραπάνω προσβλητικές της τιμής και υπόληψης της διαθέτιδας λέξεις και φράσεις, θεμελιώνει ως άνω τον στο άρθρο 1840 αρ. 3 Α.Κ. λόγο αποκλήρωσης, δηλαδή της τέλεσης από την ενάγουσα του πλημμελήματος της εξύβρισης (361 ΠΚ), με πρόθεση σε βάρος της διαθέτιδας, το οποίο πλημμέλημα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και σύμφωνα με τις κρατούσες ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις, υπό τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκε, τον τρόπο τέλεσης, εν όψει και του μορφωτικού επιπέδου τόσο της ενάγουσας όσο και της μητέρας της, που η μεν πρώτη είχε αποπερατώσει τις γυμνασιακές της σπουδές στην Ελληνογαλλική σχολή "Άγιος Ιωσήφ", με εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας, εργαζόμενη ως διοικητικός υπάλληλος σε δημόσιο Νοσοκομείο και έκτοτε στον ΟΤΕ. η δε δεύτερη είχε στοιχειώδη εκπαίδευση, φέρει το χαρακτήρα "σοβαρού πλημμελήματος". Συνακόλουθα, και αφού αποδείχθηκε η ύπαρξη - βασιμότητα και αλήθεια του παραπάνω αναφερόμενου στη διαθήκη λόγου αποκλήρωσης, ο οποίος (λόγος) παρείχε στην διαθέτιδα το δικαίωμα αποκλήρωσης της ενάγουσας, η γενόμενη αποκλήρωση της τελευταίας για τον παραπάνω νόμιμο, έγκυρο και βάσιμο λόγο ήταν νόμιμη, ισχυρή και έγκυρη σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι η μητέρα της ενάγουσας μετά τη διάταξη της αποκλήρωσης με τη διαθήκη για τον παραπάνω βάσιμο λόγο παρέσχε με οποιονδήποτε τρόπο συγγνώμη στην ενάγουσα. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι δόθηκε από αυτήν συγγνώμη, ρητά ή σιωπηρά για το παραπάνω σοβαρό παράπτωμα μετά τη διάταξη περί αποκλήρωσης. Κανένα πραγματικό περιστατικό δεν κατέθεσαν οι μάρτυρες και ιδία της ενάγουσας, που έφερε το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού αυτού, ότι η διαθέτιδα συγχώρεσε την ενάγουσα κόρη της. Η ίδια η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, αναφέρει στην αγωγή της ότι μετά το επεισόδιο του Ιουνίου του 1982 εγκατέλειψαν με την οικογένεια της το διαμέρισμα του Α' ορόφου της οικοδομής όπου διέμεναν (στο ισόγειο διέμεναν οι γονείς της) και δεν είχαν καμιά επαφή και οι σχέσεις τους ήταν ψυχρές επί τέσσερα χρόνια, ενώ, κατά τα ισχυριζόμενα στη συνέχεια από αυτήν, έκτοτε αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις τους. Όμως, οι σχέσεις της ενάγουσας με τη διαθέτιδα και γενικά με τους γονείς της και μετά την παρέλευση των τεσσάρων ετών, κατά τα υποστηριζόμενα από αυτήν, ναι μεν δεν ήταν τεταμένες, παρέμειναν όμως τυπικές. Το γεγονός ότι ανταλλάσσονταν μεταξύ τους επισκέψεις, προκειμένου οι γονείς της ενάγουσας να βλέπουν τις εγγονές τους, δεν συνιστά, ούτε υποδηλώνει συμπερασματικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και παροχή συγγνώμης εκ μέρους της διαθέτιδας, σύμφωνα με το άρθρο 1844 ΑΚ ... Έτσι, η μητέρα της ενάγουσας ουδέποτε παρέσχε συγγνώμη για τον παραπάνω λόγο αποκλήρωσης και μετά τη διάταξη της αποκλήρωσης στη διαθήκη μέχρι το θάνατο της. Αξίζει να σημειωθεί, ότι αν η διαθέτιδα είχε παράσχει συγγνώμη στην ενάγουσα μετά τη σύνταξη της διαθήκης, θα προέβαινε στη σύνταξη νέας διαθήκης, ανακαλώντας την επίμαχη διαθήκη και ιδία τη διάταξη περί της αποκλήρωσης και αφού από τη σύνταξη της διαθήκης (1984) μέχρι και το θάνατο της (1995) είχε τέτοια δυνατότητα. Αντίθετα, μάλιστα μεταβίβασε στην εναγομένη "με εικονική" κατά την ενάγουσα πώληση, το ακίνητο που της κατέλειπε με τη διαθήκη με το αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας συμβόλαιο ... Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού αποδείχθηκε ως άνω το μεν, ότι ο αναφερόμενος πιο πάνω στη διαθήκη λόγος αποκλήρωσης, ήταν υπαρκτός - βάσιμος και αληθινός, το δε ότι ουδέποτε παρασχέθηκε από τη διαθέτιδα συγγνώμη στην ενάγουσα μετά τη σύνταξη της διαθήκης, η ένδικη από 5-3-1998 αγωγή κατά την παραπάνω εξεταζόμενη επικουρική αυτής βάση της αναγνώρισης της ακυρότητας άλλως ανίσχυρου της διάταξης περί αποκλήρωσης της ενάγουσας είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, ενώ συνακόλουθα απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι η αγωγή και κατά το παρεπόμενο αίτημα αυτής της αναγνώρισης της νόμιμης μοίρας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου περιουσιακού στοιχείου, αφού προϋποθέτει την παραδοχή της παραπάνω βάσης της αγωγής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση έκανε τις ίδιες παραδοχές καθόσον αφορά στην αγωγή αυτή και με τις αυτές ή και άλλες αιτιολογίες που συμπληρώνονται με την παρούσα, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή αυτή κατά την παραπάνω επικουρική βάση, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι έφεσης, και των προσθέτων λόγων αυτής, είναι αβάσιμοι".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες σχετικά τόσο με την βασιμότητα του λόγου για τον οποίο η διαθέτις αποκλήρωσε την ενάγουσα θυγατέρα της, όσο και για την αβασιμότητα της περί συγγνώμης ενστάσεως της τελευταίας. Ενόψει τούτου και του γεγονότος ότι οι ανακρίβειες που αποδίδονται στις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως με τον τρίτο αναιρετικό λόγος της κυρίας αιτήσεως κατά το τρίτο μέρος του, με τον πέμπτο λόγο της ίδιας αιτήσεως κατά το δεύτερο μέρος του και με τον τρίτο λόγο του προσθέτου δικογράφου κατά το τέταρτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.) σχετικώς με επιμέρους πραγματικά περιστατικά, ανάγονται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και αφορούν θέματα που δεν συνιστούν καθ'εαυτά "ζητήματα" υπό την εκτεθείσα έννοια, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Αβάσιμοι είναι επίσης ο τρίτος λόγος της αιτήσεως κατά το δεύτερο μέρος του, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, ο τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου κατά το τρίτος μέρος του και ο τέταρτος λόγος του προσθέτου δικογράφου (όλοι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ Κ.Πολ.Δ.). Τούτο δε, διότι από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψιν "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ... και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα" (πλην μιας ενόρκου μαρτυρικής βεβαιώσεως), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα στοιχεία (έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις). Κατά το άρθρο 559 αρ. 8β Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως κατά το πρώτο μέρος του, με τον δεύτερο λόγο του προσθέτου δικογράφου κατά το πρώτο μέρος του και με τον τρίτο λόγο του προσθέτου δικογράφου κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ της ανωτέρω διατάξεως πλημμέλεια χωρίς να διευκρινίζεται ποια είναι τα "πράγματα" υπό την εκτεθείσα έννοια που δεν ελήφθησαν υπόψιν. Επομένως, οι ρηθέντες λόγοι προβάλλονται απαραδέκτως λόγω της αοριστίας τους. Αόριστοι είναι επίσης ο τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, διότι παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. για την θεμελίωσή του, δεν είναι σαφές ποιο νομικό σφάλμα αποδίδεται μ' αυτόν στην απόφαση. Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παράβαση (η μη λήψη υπόψιν) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι την διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 1554/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται μεν στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της ανωτέρω διατάξεως πλημμέλεια, στην πραγματικότητα όμως η επικαλούμενη παράβαση διδάγματος της κοινής πείρας - σύμφωνα με το οποίο υπό τις ομαλές και εγκάρδιες σχέσεις που είχε η αναιρεσείουσα με την μητέρα της μετά την αποκλήρωσή της από εκείνη "είναι έξω από κάθε λογική και αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας ... ότι δεν υποδηλώνεται συμπερασματικά παροχή συγγνώμης εκ μέρους της διαθέτιδος" - φέρεται, ότι είχε αποτέλεσμα την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, και όχι την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή νομικής διατάξεως. Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 Κ.Πολ.Δ. έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από κείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 194/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο ουδέν εκ των εγγράφων, που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα, "παραμόρφωσε" υπό την εκτεθείσα έννοια, ουδέ προσέδωσε σε κάποιο εξ αυτών ιδιαίτερη αποδεικτική αξία, αλλ' απλώς συνεξετίμησε αυτά με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Κατά συνέπεια ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο δεν είναι βάσιμος (ανεξάρτητα από την αντιφατικότητά του προς τους εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικούς λόγους). Υπό τα εκτεθέντα, όλοι οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι (πρώτος και δεύτερος της αιτήσεως και πρώτος του προσθέτου δικογράφου), οι οποίοι αφορούν σε επικαλούμενα σφάλματα της προσβαλλόμενης σχετικά με την εκ μέρους του Εφετείου απόρριψη της πρώτης ως άνω αγωγής της αναιρεσείουσας (ως αορίστου) προβάλλονται αλυσιτελώς. Τούτο δε διότι με δεδομένο ότι και οι δύο ένδικες αγωγές αφορούν διεκδίκηση ενός και του αυτού πράγματος (ακινήτου), το οποίο, όπως προανεφέρθη, εγκύρως περιήλθε στην αναιρεσίβλητη με βάση την διαθήκη της ιδιοκτητρίας του η αναιρεσείουσα κατ' ουδέν θα ωφελείτο, αν η μετά την σύνταξη της διαθήκης εν ζωή εκποίηση του ίδιου ακινήτου (από την ιδιοκτήτρια προς την αναιρεσίβλητη) αποδεικνυόταν άκυρη ολικώς ή μερικώς. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, να απορριφθεί, να συμψηφισθεί δε μεταξύ των διαδίκων η δικαστική αυτών δαπάνη- κατά το άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ- λόγω της συγγένειας τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-12-2008 αίτηση της Α. συζ. Β. Μ., το γένος Ι. Μ. για αναίρεση της 4000/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή ( η αίτηση ) διαμορφώθηκε με τους προσθέτους λόγους.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική αυτών δαπάνη.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 14 Φεβρουαρίου 2011.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ