220/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated220/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) επιπλέον των νομίμων ημερών εργασίας της επί έξι ημέρες μηνιαίως και συνολικά επί 36 ημέρες και β) επιπλέον του νομίμου ωραρίου της ημερησίως επί 6ωρο (14-8) εβδομαδιαίως επί 30ωρο, ετησίως επί 180 ώρες και συνολικά επί 1080 ώρες". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο αναφέρονται μόνο η διάρκεια και το είδος της εργασίας της αναιρεσείουσας χωρίς να διαλαμβάνεται αντίστοιχο αίτημα.
Full text
Απόφαση 220 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 220/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πούρη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Α.Ε. με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚ-ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ ΑΕΕ", ως καθολικής διαδόχου της Α.Ε. "ΦΑΡΜΑ ΤΕΤΡΑΣ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μουστάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1350/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 3443/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 4-10-1999 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 70/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5483/2002 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 11-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος του, λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι άφησε αδίκαστα τα αιτήματα: 1) "ότι η αναιρεσείουσα, κατά το αυτό 39μηνο χρονικό διάστημα, που εμπίπτει στην από 1-9-1992 έως 27-5-1997 χρονική περίοδο, αναγκάσθηκε να εργασθεί με διακεκομμένο ωράριο εντελώς παράνομα, αφού η λειτουργία όλων των καταστημάτων στα οποία απασχολήθηκε ήταν συνεχής από 8.00-21.00 ώρα και συνεπώς επιβαρύνθηκε αναιτίως με πρόσθετη απασχόληση, ταλαιπωρία και κατασπατάληση χρόνου της επί 3ωρο (14.30'-17.30΄) το άνω 4ήμερο της εβδομάδας, επί 12ωρο (3Χ4) εβδομαδιαίως και 48ωρο (12Χ4) μηνιαίως και συνολικά επί 1872 ώρες (48Χ39 μήνες) " και 2) "ότι η αναιρεσείουσα από 1-6-1991 έως 27-6-1997 ως διευθύντρια και υποδιευθύντρια εργάσθηκε:
α) κατά τη διάρκεια της ετήσιας αδείας του διευθυντή ή υποδιευθυντή (τον Αύγουστο κάθε έτους) καθημερινώς και συνεχώς επί 14ωρο (7.30΄-21.30΄) και επί 6ήμερο εβδομαδιαίως και β) επί μία εβδομάδα προ των εορτών του Πάσχα και Χριστουγέννων κάθε έτους επί 14ωρο ημερησίως (7.30΄-21.30΄) και 6ήμερο εβδομαδιαίως και συνεπώς κατά τα άνω διαστήματα εργάσθηκε αντιστοίχως:
α) επιπλέον των νομίμων ημερών εργασίας της επί έξι ημέρες μηνιαίως και συνολικά επί 36 ημέρες και β) επιπλέον του νομίμου ωραρίου της ημερησίως επί 6ωρο (14-8) εβδομαδιαίως επί 30ωρο, ετησίως επί 180 ώρες και συνολικά επί 1080 ώρες". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο αναφέρονται μόνο η διάρκεια και το είδος της εργασίας της αναιρεσείουσας χωρίς να διαλαμβάνεται αντίστοιχο αίτημα.
Εάν δε ήθελε εκτιμηθεί ότι αφορά το αίτημά της για επιδίκαση αποζημιώσεως για παράνομη υπερωριακή εργασία της αναιρεσείουσας, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το αίτημά της αυτό δεν αφέθηκε αδίκαστο αλλά εξετάσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση και της επιδικάσθηκε για την αιτία αυτή ποσό 1.679.333 δραχμών.
Επιτρέπεται μετά από προηγούμενη συμφωνία των μερών ο καταλογισμός (συμψηφισμός) στις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, των αξιώσεων του μισθωτού, μεταξύ άλλων, για αμοιβή λόγω παροχής υπερεργασίας, για το επίδομα γάμου και για προσαύξηση αμοιβής λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές. Αντίθετα, δεν συμψηφίζονται στις μεγαλύτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές οι αξιώσεις για αμοιβή ή αποζημίωση από την παροχή υπερωριακής εργασίας και κάθε συμφωνία για το συμψηφισμό των αξιώσεων αυτών είναι άκυρη.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων μερών υπήρξε συμφωνία για συμψηφισμό της αμοιβής της εργασίας της έκτης ημέρας της εβδομάδας στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές της αναιρεσείουσας, χωρίς όμως ο ισχυρισμός περί τέτοιας συμφωνίας να έχει προταθεί από την αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της τελευταίας αυτής. Ως εκ τούτου το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτου παρέλκει η έρευνα της στηριζόμενης στον αριθμό 10 του ίδιου άρθρου δεύτερης αιτιάσεως του προκείμενου λόγου. Τέλος, ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ τρίτη αιτίαση, περί ακυρότητας της ως άνω συμφωνίας, ο ίδιος λόγος είναι, κατά τα προεκτεθέντα, αβάσιμος.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι στην αναιρεσείουσα επιδικάσθηκε αμοιβή για παράνομη υπερωριακή εργασία με βάση τις καταβαλλόμενες σ' αυτήν αποδοχές, χωρίς συνυπολογισμό των επιδομάτων γάμου και προϋπηρεσίας, επιπλέον δε ελήφθη υπόψη η απασχόληση καθ' υπέρβαση, τόσο του ημερήσιου, όσο και του εβδομαδιαίου ωραρίου της. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος ως προς την εκ του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου απορρέουσα αιτίαση είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρονται καθόλου στο αναιρετήριο τα αναγκαία για την πληρότητά του στοιχεία, αλλά ενάριθμα και μόνο γίνεται επίκλησή του. Τέλος, ως προς τις λοιπές από τους αριθμούς 1,8,9,10 και 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, περί μη προβολής και περί μη αποδείξεως της ως άνω συμφωνίας συμψηφισμού, περί ακυρότητας της συμφωνίας αυτής, περί διαφορετικού υπολογισμού της αμοιβής της υπερωριακής εργασίας με βάση την εν λόγω συμφωνία περί συμψηφισμού και περί ελλιπούς αιτιολογίας ως προς την παραδοχή της περί συμψηφισμού συμφωνίας, μετά την κρίση περί βασιμότητας του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ο λόγος αυτός (τρίτος) είναι αλυσιτελής.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, με επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.8,10,11 και 12 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις πρημμέλειες, πρώτον ότι αγνόησε δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης σχετικά με την εργασία της κατά το Σάββατο επί δέκα ώρες και δεύτερον ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί πραγματοποιήσεως της εν λόγω 10ωρης κατά το Σάββατο εργασίας. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός περί ομολογίας ισχυρισμός είχε προβληθεί στη δίκη ενώπιον του Εφετείου. Κατά το δεύτερο μέρος του ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.8,9 και 10 και 11 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις, πρώτον ότι δέχθηκε ότι η διακοπή της εργασίας της αναιρεσείουσας για τον θηλασμό των δύο τέκνων της δεν υπερέβαινε τις δώδεκα ώρες κατά μέσο όρο μηνιαίως, χωρίς τούτο να προβληθεί και να αποδειχθεί, δεύτερον ότι με αντιφατικές, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε πως η εν λόγω διακοπή έγινε επί μονο ένα έτος, τρίτον ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα για επιδίκαση του σχετικού αγωγικού κονδυλίου για ένα επιπλέον έτος και τέταρτον ότι χωρίς επίκληση και απόδειξη δέχθηκε ότι η διακοπή της εργασίας της χωρούσε επί δώδεκα ημέρες μηνιαίως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι εμμέσως πλην σαφώς πλήττεται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς τα ως άνω ζητήματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5483/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αντίστοιχο μέρος του στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ