Legislator Case Law & Legislation
2209/2014 AI generated

2209/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2209/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα και Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2209/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως οι πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν τούτου και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2209 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2209/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα και Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιουνίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2002 μη οριστική, 4/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2430/2006 μη οριστική, 2943/2005 και 2794/2006 συμπληρωματικές και 528/2010 τελεσίδικη του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9 Ιουνίου 2010 αίτησή του και το από 12 Αυγούστου 2011 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικολάου Λεοντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 190/11-6-2010 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, από 12 Αυγούστου 2011 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 528/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 9-6-2010 αίτηση αναίρεσης και από 27-7-2011 πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 528/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 528/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί της υπ' αριθμ. 28/2004 έφεσης και των υπ' αριθμ. 1490/2004 προσθέτων λόγων έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ.4/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία έγινε δεκτή η από 23-6-2000 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και απορρίφθηκε η ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή του αναιρεσείοντος.

Με τις διατάξεις του άρθρου 1 §§ 1 και 2 του Ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α' Ν.Δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε είς, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 § 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 § 2).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 § 1 Ν.Δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της καταθέσεως) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της καταθέσεως σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.

Ο άλλος δηλαδή ο δικαιούχος έχει ενοχική μόνον αξίωση, κατ' αυτού που ανέλαβε τα χρήματα, για την επιστροφή τους, ανάλογα με τη συμφωνία που έχουν κάνει μεταξύ τους οι καταθέτες (ΑΠ 1605/2013). Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου δι αυτών ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δε ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.

Ομοίως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τη μη λήψη ισχυρισμού απαραδέκτου, αορίστου ή μη νομίμου, αφού στις περιπτώσεις αυτές δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως και όταν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό λόγο. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται, σε αναιρετικό έλεγχο.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το από 22-8-1973 ιδιωτικό συμφωνητικό που νόμιμα δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Έδεσσας, μεταξύ των διαδίκων αδελφών συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Τ.

ΟΕ", αόριστης διάρκειας και σκοπό την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων. Για την ευόδωση του εταιρικού σκοπού, το αντικείμενο του οποίου με το από 20-12-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό που νόμιμα δημοσιεύτηκε στα βιβλία του ίδιου άνω Πρωτοδικείου, διευρύνθηκε με την προσθήκη και της εμπορίας υφασμάτων και ειδών προικός οι δύο εταίροι εισέφεραν στην εταιρία, κατά χρήση, δύο καταστήματα συγκυριότητάς τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθενός, από τα οποία το ένα βρίσκεται στα Γιαννιτσά, όπου στεγαζόταν το κυρίως κατάστημα της εταιρίας από το χρόνο της σύστασης αυτής και το άλλο στη Βέροια, η λειτουργία του οποίου ξεκίνησε περί τα τέλη του 1994.

Και τα δύο αυτά καταστήματα, την ευθύνη λειτουργίας των οποίων ανέλαβαν, ο ενάγων αυτού των Γιαννιτσών και ο εναγόμενος της Βέροιας, εκμεταλλευόταν η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία, στα κέρδη και τις ζημίες της οποίας οι διάδικοι εταίροι της συμμετείχαν κατά ποσοστό 50% ο καθένας, ενώ διαχειριστές αυτής είχαν οριστεί και οι δύο.

Στην πραγματικότητα όμως, μετά από συμφωνία τους, ο ενάγων είχε αναλάβει εξολοκλήρου την οικονομική διαχείριση της εταιρίας, ενώ την επιχειρηματική ανάπτυξη αυτής είχε εξολοκλήρου αναλάβει ο εναγόμενος. Οι σχέσεις των διαδίκων μέχρι το τέλος του έτους 1996 ήταν άριστες, υποδειγματικές για επιχειρηματίες και αδέλφια, λόγω δε της υπάρχουσας μεταξύ τους απολύτου εμπιστοσύνης, λειτουργούσαν ομαλά χωρίς προβλήματα και με συνεχή ανοδική πορεία, ενώ με τα κέρδη από την άσκηση της κοινής εμπορικής τους δραστηριότητας είχαν αποκτήσει αξιόλογη ακίνητη περιουσία, την οποία εκμίσθωναν σε τρίτους αντί μισθωμάτων τα οποία διένειμαν μεταξύ τους καλύπτοντας τις καθημερινές βιοτικές τους ανάγκες.

Περί το τέλος του 1996 όμως, οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν σοβαρά, άρχισαν μεταξύ τους προστριβές

για επικαλούμενες εκατέρωθεν οικονομικές διαφορές, με αφορμή δε αυτές ο εναγόμενος, όπως ο ίδιος συνομολογεί με τις από 2-9-2003 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε στην μετ' απόδειξη, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, συζήτηση της υπόθεσης, σταμάτησε να παραδίδει στον ενάγοντα τις εισπράξεις από τη λειτουργία του καταστήματος της Βέροιας.

Ακολούθως, λόγω της έκρυθμης κατάστασης που είχε δημιουργηθεί, αφού μεταξύ των διαδίκων έλαβαν χώρα επεισόδια ξυλοδαρμού και απειλών, όπως κατέθεσε η μάρτυρας απόδειξης Μ. Σ., υπάλληλος της εταιρίας από το 1990, ο ενάγων με την από 28-3-1998 έγγραφη καταγγελία, που επιδόθηκε στον εναγόμενο την 31-3-1998 και δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών την 17-5-1999, κατήγγειλε την εταιρία η οποία έκτοτε βρίσκεται υπό εκκαθάριση, οι εργασίες της οποίας, όμως, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, ουδέποτε ολοκληρώθηκαν.

Μετά την γενόμενη καταγγελία διακόπηκε η μεταξύ των διαδίκων εμπορική συνεργασία και κατόπιν συμφωνίας τους, έκτοτε, ο καθένας αυτών ασκεί ξεχωριστή ατομική επιχείρηση στα άνω καταστήματα συγκυριότητάς τους και συγκεκριμένα ο μεν εναγόμενος στη Βέροια, ο δε ενάγων στα Γιαννιτσά , καλύπτοντας εξ ιδίων ο καθένας τα έξοδα λειτουργίας της ατομικής επιχείρησής του και εκμισθώνοντας, αντίστοιχα, ο ένας στον άλλον το επ' αυτών (καταστημάτων) εξ αδιαιρέτου μερίδιο κυριότητάς του.

Την κατάρτιση της άνω περιεχομένου συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων συνομολογεί και ο εναγόμενος με τις από 14-3-2001 προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ εξάλλου αυτή καταχωρήθηκε και στο υπ' αριθμ. 92/484.71/9-4-1998 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών που συντάχθηκε μεταξύ τους, ενόψει της συζήτησης την ημέρα εκείνη, αίτησης ανάκλησης προσωρινής διαταγής, που είχε χορηγηθεί στον εναγόμενο, μετά την άσκηση της από 8-4-1998 αίτησής του κατά του ενάγοντος, με αίτημα την απαγόρευση στον τελευταίο κάθε πράξης χρήσης των εγκαταστάσεων της άνω εταιρίας στα Γιαννιτσά, αλλά και πράξης οικονομικής διαχείρισης αυτής.

Πράγματι, από το προσκομιζόμενο με επίκληση από αμφοτέρους τους διαδίκους άνω πρακτικό, το οποίο φέρει τις μη αμφισβητούμενες υπογραφές αυτών και στο οποίο κατά λέξη αναγράφεται: "....οι διάδικοι συμβιβάσθηκαν ως εξής:.... και οι δύο συμφωνούν να λειτουργήσουν στα μεν Γιαννιτσά ο αιτών, στη δε Βέροια ο καθ' ου (εναγόμενος).

Ο αιτών (ενάγων) παραδίδει τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα υπ' αριθμ. 543, 548, 551 έως 557/98 δελτία αποστολής της εταιρίας Αφοί Τ. ΟΕ. Και ο καθ' ου (εναγόμενος) να καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών στον αιτούντα (ενάγοντα) στις 10-4-1998, για να πληρωθούν οι μέχρι σήμερα προς τρίτους υποχρεώσεις της εταιρίας. Συμφωνείται ακόμη κάθε άλλη παραλαβή να εξοφλείται από τους διαδίκους αναλόγως των παραλαμβανομένων υπ' αυτών προϊόντων.

Τέλος η εκκαθάριση θα αρχίσει την 1-5-1998 από τους ίδιους...", προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι εταίροι αμέσως μετά τη καταγγελία της εταιρίας, συμφώνησαν να χωρίσουν την κοινή επιχειρηματική τους δραστηριότητα και στο εξής η εταιρία τους να λειτουργεί ως δύο ανεξάρτητες επιχειρήσεις, η μία στα Γιαννιτσά από τον ενάγοντα και η άλλη στη Βέροια από τον εναγόμενο.

Συμφώνησαν επίσης όπως στο εξής καθένας χωριστά πληρώνει για τα παραλαμβανόμενα από αυτόν εμπορεύματα της επιχείρησής του, να παραδώσει ο ενάγων τα αναφερόμενα στα παραπάνω δελτία αποστολής εμπορεύματα στον εναγόμενο, ο δε τελευταίος να καταβάλει σ' εκείνον 10.000.000 δραχμές για να πληρωθούν οι μέχρι τότε υφιστάμενες υποχρεώσεις της εταιρίας, ενώ οι εργασίες της εκκαθάρισης συμφωνήθηκε να αρχίσουν την 1-5-1998.

Την κατάρτιση της παραπάνω συμφωνίας των διαδίκων αδελφών, επιβεβαίωσε και η άνω μάρτυρας απόδειξης Μ. Σ., η οποία έχοντας ιδίαν αντίληψη λόγω της ιδιότητάς της ως υπαλλήλου της εταιρίας, κατέθεσε εξεταζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ότι, "Από το 1998 και μετά, μετά από απόφαση του Δικαστηρίου ο καθένας πλήρωνε τα δικά του.

Ο καθένας έκανε τις αγορές του και κατέβαλε ο ίδιος. Ήμουν παρούσα κάθε μέρα και άκουγα τα πάντα... Τυπικά η εταιρία υφίστατο αλλά μετά το 1998 ο καθένας πλήρωνε για λογαριασμό του'". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια των άνω σχέσεων τους οι διάδικοι διατηρούσαν διάφορους κοινούς λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων και αυτούς στις τράπεζες Μακεδονίας Θράκης, Εθνική και Εργασίας με αριθμ. ...

και ... αντίστοιχα πραγματικοί δικαιούχοι των οποίων, όπως και οι δύο συνομολογούν, ήταν μόνο οι ίδιοι κατά το 1/2 ο καθένας, τροφοδοτούνταν δε αυτοί με τα έσοδα από τη λειτουργία των άνω δύο καταστημάτων της εταιρίας. Από τους εν λόγω κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς ο εναγόμενος ανέλαβε την 29-1-1998 το ποσό των 71.636.731 δραχμών από τον πρώτο (Τράπ.

Μακ. Θράκης), την 24-3-1998 το ποσό των 39.000.000 δραχμών από τον δεύτερο (Ε.Τ.Ε.) και την 13-1-1998 το ποσό των 4.315.962 δραχμών από τον τρίτο (Τράπ. Εργασίας). Επίσης από τον ίδιο ανωτέρω λογαριασμό της Τράπεζας Μακεδονίας Θράκης ο εναγόμενος την 31-12-1997 ανέλαβε το ποσό των 6.000.000 δραχμών, την 28-1-1998 το ποσό των 19.000.000 δραχμών και την 29-1-1998 το ποσό των 97.732 δραχμών.

Συνολικά δηλαδή από τους παραπάνω λογαριασμούς ο εναγόμενος ανέλαβε το ποσό των 140.050.424 δραχμών (71.636.731 + 39.000.000 + 4.315.962 + 6.000.000 +19.000.000 + 97.732). Οι αναλήψεις αυτές, τις οποίες συνομολογεί ο εναγόμενος, επιβεβαιώθηκαν και από τους μάρτυρες απόδειξης Μ. Σ. και Θεοδώρα Τ., οι οποίες εξεταζόμενες κατέθεσαν ότι αναγνωρίζουν την υπογραφή του εναγομένου στα επιδειχθέντα σ' αυτές σχετικά παραστατικά (αποδείξεις πληρωμής) των άνω τραπεζών, ενώ και αυτή η μάρτυρας ανταπόδειξης Σ.

Τ., σύζυγος του εναγομένου, κατέθεσε ότι τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά αναλήφθηκαν από το σύζυγο της. Όμως ο εναγόμενος μολονότι δικαιούτο να αναλάβει μόνο το 50% των χρημάτων των άνω κοινών τραπεζικών λογαριασμών εν τούτοις, ανέλαβε, όπως προαναφέρθηκε, ολόκληρο το άνω ποσό και έκλεισε τους άνω λογαριασμούς, δεν απέδωσε δε στον ενάγοντα αδελφό του το ποσό των 70.025.212 δραχμών (140.050. 424:2), αφού ο τελευταίος ήταν δικαιούχος αυτών, με βάση τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση σε ποσοστό 50%.

Δοθέντος όμως ότι ο ενάγων συνομολογεί με την αγωγή του ότι, την 24-3-1998 ανέλαβε και ο ίδιος από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς συναλλάγματος που τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με τον εναγόμενο αδελφό του, 7.334,53 δολ. ΗΠΑ και 153.984,9 γερμανικά μάρκα, το των οποίων, δηλαδή 3.667,265 δολ. ΗΠΑ και 76.992,45.

γερ. μάρκα, αντίστοιχα, που αναλογούσε (κατά το χρόνο της ανάληψης τους) σε 14.531.345 δραχμές, το οποίο, με βάση την εσωτερική τους σχέση, όφειλε αυτός να καταβάλει στον εναγόμενο αδελφό του, το πράγματι οφειλόμενο σ' αυτόν ποσό, πρέπει να περιοριστεί στο αιτούμενο με την αγωγή από 55.493.867 δραχμές (ήδη 162.881,91 ευρώ) ποσό.

Κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, όλα τα χρηματικά ποσά αυτός ανέλαβε από τους αναφερόμενους στην αγωγή κοινούς λογαριασμούς, σε εκτέλεση συμφωνίας με τον ενάγοντα, σύμφωνα με την οποία καθένας από αυτούς δικαιούτο, ως συνδικαιούχος κατά 50% των αναφερομένων στην αγωγή κοινών λογαριασμών, να προβαίνει σε αναλήψεις από αυτούς και του μεριδίου του άλλου συνδικαιούχου προκειμένου να καλύψει ανάγκες του καταστήματος της επιχείρησής τους, που αυτός λειτουργούσε κατά τη συμφωνία τους, ακολούθως δε διέθετε αυτά για τις ανάγκες λειτουργίας του καταστήματος της επιχείρησης που λειτουργούσε στη Βέροια με δική του ευθύνη, για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρίας τους "Αφοί Τ.

Ο.Ε.", παραθέτοντας αναλυτικά τις δαπάνες που πραγματοποίησε κατ' είδος, ποσό και χρονικό διάστημα, όπως αυτές προέκυπταν από τα παραστατικά έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε: 1) για μεταφορά εμπορευμάτων (φορτωτικές) που παρέλαβε για την άνω εταιρία στη Βέροια, κατά το διάστημα από 9-3-1998 έως και 31-12-1998, συνολικά 59.871 δραχμές (175,70 ευρώ), 2) για εξόφληση τιμήματος αγορασθέντων εμπορευμάτων προς όφελος της άνω εταιρίας (κατάστημα Βέροιας), κατά το διάστημα από 23-3-1998 έως 8-10-1998, συνολικά 8.490.260 δραχμές (24.916,39 ευρώ), 3) για την εισαγωγή εμπορευμάτων για λογαριασμό της κοινής επιχείρησης και συγκεκριμένα για τις ανάγκες του καταστήματος της Βέροιας, μέσω της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, κατά το διάστημα 14-7-1998 έως 23-6-1999, 6.856.542 δραχμές (20.121,91 ευρώ), 4) για εξόφληση λογαριασμών της ΔΕΗ για το κατάστημα της εταιρίας τους στη Βέροια, κατά το διάστημα 4-2-1998 έως 15-12-1998, συνολικά 110.000 δραχμές (322,82 ευρώ), 5) για εξόφληση λογαριασμών ΟΤΕ του άνω καταστήματος κατά το διάστημα 12-2-1998 έως 14-12-1998, συνολικά ποσό 68.800 δραχμών (201,91 ευρώ), 6) για μισθούς, ένσημα και άλλα έξοδα του υπαλληλικού προσωπικού του καταστήματος της Βέροιας, κατά το διάστημα 1-1-1998 έως 31-7-1999 συνολικά 11.061.402 δραχμές (32.461,93 ευρώ), 7) για το τίμημα αγορασθέντων εμπορευμάτων για λογαριασμό της εταιρίας "Αφοί Τ.

ΟΕ" κατά το διάστημα 3-8-1997 έως 14-12-1998, συνολικά 25.282.068 δραχμές (74.195,36 ευρώ). Ότι έτσι για όλες τις παραπάνω αιτίες κατέβαλε για λογαριασμό της εταιρίας τους 53.278.118 δραχμές, ενώ κατέβαλε στον ενάγοντα και ποσό 10.000.000 δραχμών για να εξοφληθούν χρέη αυτής (εταιρίας), σε εκτέλεση του ανωτέρου υπ' αριθμ. 92/1998 πρακτικού συμβιβασμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, και ότι συνεπώς με τις άνω καταβολές, αποσβέστηκε η αγωγική απαίτηση.

Ο ισχυρισμός του όμως αυτός δεν γίνεται αποδεκτός ως ακριβής. Και τούτο διότι, από τα εκτιθέμενα στις από 2-9-2003 κατατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις (β' συζήτηση) του εναγομένου, ως και από την επισκόπηση του πλήθους των προσκομιζομένων από αυτόν, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, σχετικών εγγράφων, προκύπτει ότι, οι επικαλούμενες από αυτόν δαπάνες φέρονται να έχουν πραγματοποιηθεί για το κατάστημα της Βέροιας, πλην ελαχίστων για τις οποίες παρακάτω γίνεται λόγος, σε χρόνο μεταγενέστερο της γενόμενης από τον ενάγοντα την 28-3-1998 καταγγελίας, της εταιρίας και της προεκτεθείσας, συνεπεία αυτής, συμφωνίας των διαδίκων, πού καταχωρήθηκε και στο ανωτέρω υπ' αριθμ. 92/1998 πρακτικό συμβιβασμού, όπως, στο εξής, αυτοί ασκούν, ξεχωριστή ατομική επιχείρηση (υπό την ίδια εταιρική επωνυμία για φορολογικούς λόγους), ο ενάγων στο κατάστημα των Γιαννιτσών και ο εναγόμενος σ' αυτό της Βέροιας, καταβάλλοντας τις δαπάνες αγοράς εμπορευμάτων και τα λοιπά λειτουργικά έξοδα, χωριστά ο καθένας με δικά του χρήματα, γεγονός που επιβεβαίωσε εξεταζόμενη και η μάρτυρας απόδειξης Μ.

Σ.. Άλλωστε και η μάρτυρας ανταπόδειξης, Σ. Τ., κατέθεσε ότι "όλα τα προσκομιζόμενα παραστατικά και δελτία αναφέρονται στην επίδικη περίοδο, μετά την αλλαγή της κλειδαριάς από τον ενάγοντα", που όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος αναφέρει στην από 6-4-1998 κατά του ενάγοντος αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, αυτή (αλλαγή κλειδαριάς) έλαβε χώρα με την καταγγελία της εταιρίας.

Εξάλλου, αναφορικά με τις ελάχιστες επικαλούμενες από τον εναγόμενο δαπάνες, που φέρονται να έχουν πραγματοποιηθεί από αυτόν για το κατάστημα της Βέροιας, κατά το διάστημα από 3-8-1997 έως την καταγγελία (28-3-1998), δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο αυτής και το ποσό των οποίων αθροιζόμενο δεν ξεπερνά συνολικά το ποσό των 4.500 ευρώ ενόψει του συμβιβασμού των διαδίκων, είναι προφανές ότι αυτές λήφθηκαν υπόψη για τον προσδιορισμό των υποχρεώσεων αμφοτέρων των διαδίκων, των υφισταμένων κατά τη σύνταξη του άνω πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, σε εκτέλεση του οποίου όπως αποδείχθηκε από τη συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας αποδεικτικών στοιχείων, ο μεν ενάγων παρέδωσε με τα 547, 548, 551 έως 557/1998 δελτία αποστολής της εταιρίας τους εμπορεύματα στον εναγόμενο, ο δε τελευταίος κατέβαλε στον ενάγοντα 10.000.000 δραχμές για να πληρωθούν οι μέχρι τότε υποχρεώσεις της εταιρίας προς τρίτους.

Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι, όλες οι φερόμενες ότι έγιναν από τον εναγόμενο καταβολές, δεν αφορούσαν δαπάνες της κοινής επιχειρηματικής δραστηριότητας των διαδίκων, αλλά αυτής του εναγομένου, οι οποίες βάσει της προστιθέμενης συμφωνίας αυτών βάρυναν μόνο τον ίδιο. Όπως όμως ο ίδιος συνομολογεί, τις παραπάνω δαπάνες κάλυψε με χρήματα των αγωγικών κοινών τραπεζικών λογαριασμών, δηλαδή και με αυτές που αντιστοιχούσαν στο από 50% μερίδιο του ενάγοντος στην ανάληψη του οποίου αποδείχθηκε ότι προέβη αυθαίρετα και όχι βάσει της επικαλούμενης από αυτόν άνω περιεχομένου συμφωνίας του με τον ενάγοντα αδελφό του, η κατάρτιση της οποίας, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, αντίθετα αναιρείται αυτή από όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά, ενώ τέλος η από τον εναγόμενο καταβολή στον ενάγοντα του ποσού των 10.000.000 δραχμών, έγινε σε εκτέλεση του συνταχθέντος μεταξύ τους πρακτικού συμβιβασμού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, το οποίο δεν έχει προσβληθεί, για οποιονδήποτε λόγο από τους διαδίκους".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 162.881,91 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, στις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της πληττόμενης απόφασης με σαφήνεια και πληρότητα διαλαμβάνεται ιδιαίτερα ότι 1) μεταξύ των διαδίκων συστήθηκε με το από 22-8-1973 ιδιωτικό συμφωνητικό που νόμιμα δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Έδεσσας, συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Τ.

ΟΕ", αόριστης διάρκειας και σκοπό την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων, 2) για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης οι δύο εταίροι εισέφεραν στην εταιρία, κατά χρήση, δύο καταστήματα συγκυριότητάς τους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθενός, από τα οποία το ένα βρίσκεται στα Γιαννιτσά, όπου στεγαζόταν το κυρίως κατάστημα της εταιρίας από το χρόνο της σύστασης αυτής και το άλλο στη Βέροια, η λειτουργία του οποίου ξεκίνησε περί τα τέλη του 1994, 3) τα δύο αυτά καταστήματα, την ευθύνη λειτουργίας των οποίων ανέλαβαν ο αναιρεσίβλητος αυτού των Γιαννιτσών και ο αναιρεσείων της Βέροιας, εκμεταλλευόταν η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία, στα κέρδη και τις ζημίες της οποίας οι διάδικοι εταίροι της συμμετείχαν κατά ποσοστό 50% ο καθένας, ενώ διαχειριστές αυτής είχαν οριστεί και οι δύο, 4) περί το τέλος του 1996, οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν σοβαρά, άρχισαν μεταξύ τους προστριβές για επικαλούμενες εκατέρωθεν οικονομικές διαφορές, 5) ο αναιρεσίβλητος με την από 28-3-1998 έγγραφη καταγγελία, κατήγγειλε την εταιρία, η οποία έκτοτε βρίσκεται υπό εκκαθάριση, οι εργασίες της οποίας, όμως, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, ουδέποτε ολοκληρώθηκαν, 6) με το περιεχόμενο στο υπ' αριθμ. 92/484.71/9-4-1998 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών οι διάδικοι συμβιβάστηκαν και συνομολόγησαν, εκτός των άλλων, ο αναιρεσείων να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο μέχρι τις 10-4-1998 το ποσό των 10.000.000 δραχμών, για να εξοφληθούν οι μέχρι σήμερα προς τρίτους υποχρεώσεις της εταιρείας.

Η τελευταία αυτή παραδοχή αναφορικά με την αιτία καταβολής του προαναφερθέντος ποσού των 10.000.000 δραχμών από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο αντιστοιχεί στην άρνηση του ισχυρισμού του πρώτου ότι το ποσό αυτό συνδέεται με τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς των διαδίκων, ο οποίος δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την αναφερθείσα στη νομική σκέψη της παρούσας έννοια και συνεπώς ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.

Περαιτέρω, την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης δικαιολογούσαν και οι παραδοχές της ότι 1) οι διάδικοι διατηρούσαν διάφορους κοινούς λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων και αυτούς στις τράπεζες Μακεδονίας Θράκης, Εθνική και Εργασίας με αριθμ. ... και ... αντίστοιχα, πραγματικοί δικαιούχοι των οποίων, όπως και οι δύο συνομολογούν, ήταν μόνο οι ίδιοι κατά το 1/2 ο καθένας, τροφοδοτούνταν δε αυτοί με τα έσοδα από τη λειτουργία των άνω δύο καταστημάτων της εταιρίας, 2) από τους εν λόγω κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς ο αναιρεσείων ανέλαβε το συνολικό ποσό των 140.050.424 δραχμών, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 14.531.345 δραχμών, το οποίο ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς των διαδίκων σε ξένο νόμισμα και 3) οι φερόμενες εκ μέρους του αναιρεσείοντος καταβολές, δεν αφορούσαν δαπάνες της κοινής επιχειρηματικής δραστηριότητας των διαδίκων, αλλά μόνο αυτής (δραστηριότητας) του ιδίου, οι οποίες βάσει της συμφωνίας αυτών βάρυναν μόνο αυτόν, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του ότι αυτές πραγματοποιήθηκαν μετά την καταγγελία της εταιρείας.

Ενόψει των τελευταίων αυτών παραδοχών ο σχετικός περί του αντιθέτους τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος αυτούς από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής και ως εκ τούτου οι λοιποί λόγοι του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, κατά τη διαπίστωση, έστω και εμμέσως, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει στις άνω διατάξεις για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δι' αυτής συμβληθέντων είτε παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, καθώς και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό η αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού η αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 8, 9, 20 και 22 ΕμπΝ και τις, κατ' άρθρο 18 του νόμου τούτου, εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 745, 758, 759, 763, 767, 777, 778, 779, 780, 782 και 784 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η ομόρρυθμη εταιρία λυθεί για οποιοδήποτε λόγο - άρα και με καταγγελία - και ακολούθως τεθεί σε εκκαθάριση, κάθε εταίρος μπορεί, μετά την εξόφληση των εταιρικών χρεών, την απόδοση των εισφορών και τη ρευστοποίηση της εταιρικής περιουσίας από τον εκκαθαριστή, να αξιώσει να του καταβληθεί, κατά τον λόγο της συμμετοχής του στα κέρδη, το προϊόν της εκκαθαρίσεως.

Αντικείμενο του προς διανομή προϊόντος της εκκαθαρίσεως αποτελεί η, μετά την εξόφληση των εταιρικών χρεών και την απόδοση των εισφορών, απομένουσα ρευστοποιημένη εταιρική περιουσία, δηλαδή το υπάρχον στο ταμείο της εταιρίας ποσό χρημάτων, όπως αυτό προκύπτει από τον εκ μέρους του εκκαθαριστή συνταχθέντα τελικό ισολογισμό της εκκαθαρίσεως.

Η ανωτέρω αξίωση, απορρέουσα από την εταιρική σχέση, συνιστά ατομική αξίωση του εταίρου και ασκείται μόνο κατά του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εταιρίας. Στην προκειμένη περίπτωση με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναίρεσης προσάπτονται στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 ΚΠολΔ α) αριθμ. 1 και 19 (3ος λόγος), β) αριθμ. 20 (4ος λόγος) και γ) αριθμ. 1, 19 και 14 (1ος και 2ος λόγοι) με την έννοια αντίστοιχα α) της παραβίασης των άρθρων 177 και 200 ΑΚ κατά την αξιολόγηση της δικαιοπρακτικής βούλησης των διαδίκων ως προς τη διαλαμβανόμενη στο υπ' αριθμ. 92/484.71/9-4-1998 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, β) της παραμόρφωσης του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου και γ) της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των προαναφερομένων διατάξεων, κατ' εφαρμογή των οποίων η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος και παθητικής νομιμοποίησης.

Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε, κατά τις σαφείς και πλήρεις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αξίωση του αναιρεσιβλήτου θεμελιώνεται στον αγωγικό ισχυρισμό ότι επρόκειτο περί ατομικών κοινών τραπεζικών λογαριασμών με δικαιούχους κατ' ισομοιρία τους διαδίκους, σε αντιδιαστολή με την αδιάφορη για την κρινόμενη υπόθεση εταιρική περιουσία, καθ' υπέρβαση της οποίας ο αναιρεσείων προέβη στις αναφερόμενες στις αιτιολογίες της αναλήψεις χρηματικών ποσών.

Εξάλλου, κατά τις επίμαχες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, όσον αφορά τη διαλαμβανόμενη στο υπ' αριθμ. 92/484.71/9-4-1998 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δεν διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δικαιοπρακτικής βούλησης των συμβληθέντων μερών, ενώ το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο δεν υπήρξε προϊόν εσφαλμένης ανάγνωσης του συγκεκριμένου εγγράφου, αλλά διαφορετική εκτίμηση του περιεχομένου σε σχέση με εκείνη, την οποία θεωρεί ορθή ο αναιρεσείων.

Επομένως οι πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατόπιν τούτου και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν. Τέλος, πρέπει ο αναιρεσείων να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ