2209/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated2209/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2209 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2209/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα και 2. Ν. Τ. του Π., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουνίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 643/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 526/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 17 Μαρτίου 2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Χρυσικού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-9-2009 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 526/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών .
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσείοντες, ενώ δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο ο αναιρεσίβλητος. Όπως δε προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση επίδοσης 9394Δ/9.12.2009 του δικαστικού επιμελητή Πατρών ..., επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με ορισμένη αρμοδίως δικάσιμο την 28.3.2011, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 5.3.2012 και στη συνέχεια, λόγω αποχής των δικηγόρων από τα καθήκοντα τους, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (13.5.2013). Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, αξίωση δε αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα, στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί, η ικανοποίηση δε, συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας που προστατεύεται και με το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά το άρθρο 920 ΑΚ, όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αυτό δε ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει.
Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου. Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις".
Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο. Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναληθείας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών. Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.
Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία των άρθρων 914 και 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις (ΑΠ 408/2007).Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του.
Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητας του.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.
περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 Π.Κ. ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.
Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 367 Π.Κ., και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. (ΑΠ 1897/2006).
Από την ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 367 του ΠΚ προκύπτει ότι ο νόμος εισάγει εξαιρέσεις, όσον αφορά την εκδήλωση έκφρασης γνώμης ή κρίσης, έστω και δυσμενούς. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται λόγος που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης. Νόμιμο καθήκον είναι εκείνο που πηγάζει από τον νόμο και παρέχει δικαίωμα στον φορέα να ενεργήσει, εντός όμως των προδιαγεγραμμένων ορίων.
Ειδικότερα ο νομίμως διορισμένος δικηγόρος έχει υποχρέωση να υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής (άρ. 39 ν.δ. 3026/54 περί Κώδικα Δικηγόρων). Κατά την άσκηση του λειτουργήματος του οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη εντολή ευσυνείδητα και επιμελώς (άρ. 46 παρ. 1). Ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τις προφορικές και έγγραφες ενέργειες (αρθρ.48 ιδίου ν.δ).
Επίσης ο δικηγόρος υποχρεούται να μην υπογράφει δικόγραφα που δεν συνετάγησαν από αυτόν ή για τα οποία δεν διασκέφθηκε προηγουμένως με το συντάκτη τους (αρθρ. 51 του ίδιου ν.δ.). Εντεύθεν έπεται ότι ο δικηγόρος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, υποχρεούται να ενεργεί εντός λογικών ορίων και οι πράξεις ή οι φράσεις του να επιβάλλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ιδιαίτερα όσες φορές επιδιώκεται να καταδειχθεί η μη προσήκουσα συμπεριφορά του αντιδίκου δικηγόρου.
Η χρήση φράσεων ή λέξεων, δηλωτικών μομφής ή χαρακτηρισμού μιας ενέργειας, είναι δυνατό να ελεγχθεί, αν υπερβαίνει το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης του εντολέα. Το δικαστήριο ή το συμβούλιο υποχρεούται να ελέγχει κατά προτεραιότητα τον χαρακτηρισμό των φράσεων ως συκοφαντικών, απλώς δυσφημιστικών ή ότι ενέχουν σκοπό εξύβρισης.
Εάν αποφανθεί αρνητικά, αναφορικά με την συκοφαντική δυσφήμιση, η οποία υπάγεται στην παρ. 2 του άρ. 367 ΠΚ, αφού, η συκοφαντική δυσφήμιση, ως προσβάλλουσα την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, δεν εξοβελίζεται έναντι της κριτικής ή της άσκησης νομίμων καθηκόντων, θα προχωρήσει περαιτέρω και θα σταθμίσει τα προβαλλόμενα ως απλή δυσφήμιση ή εξύβριση, αιτιολογώντας την κρίση του. (ΑΠ 488/2010, 2172/2002, 543/2002).
Οι διατάξεις των άρθρων 361 έως 367 ΠΚ για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζονται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ, ώστε αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367), αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 488/2010, 1030/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος Ε. Τ. είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 31-3-1998 αγωγή του κατά του τότε εναγομένου Π.
Τ., πατέρα του δεύτερου εφεσίβλητου (ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος). Με την αγωγή αυτή ο τότε ενάγων εξέθετε ότι ο αρχικώς εναγόμενος κατέθεσε σε βάρος του την από 22.4.1993 μήνυση, καταμηνύοντάς τον ψευδώς για άμεση συνεργεία σε απάτη, απάτη ενώπιον δικαστηρίων και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία, αδικήματα για τα οποία παραπέμφθηκε και δικάστηκε από το Τριμελές Εφετείο Πατρών, από το οποίο και αθωώθηκε, απόφαση η οποία επικυρώθηκε και από το Πενταμελές Εφετείο Πατρών.
Επίσης εξέθετε ότι με την ως άνω ενέργεια του ο αρχικώς εναγόμενος έθιξε την τιμή και την υπόληψη του, ενώ έθεσε σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το επαγγελματικό και πολιτικό του μέλλον, κλονίζοντας την εμπιστοσύνη των πελατών του, οι οποίοι απέφευγαν να του αναθέσουν υποθέσεις τους, ενώ παράλληλα υπέστη και ηθική βλάβη, καθόσον μάλιστα είχε τρωθεί το πολιτικό του κύρος.
Ενόψει των ανωτέρω ζητούσε τότε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 119.990.000 δρχ. ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη επί μία πενταετία και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή αυτή, όσο ζούσε ο αρχικός εναγόμενος δεν συζητήθηκε, αλλά αντίθετα η συζήτηση της, μετά από αναβολές, ματαιώθηκε.
Μετά το θάνατο του Π. Τ., ο εκκαλών (αναιρεσίβλητος) με την από 21-3-2002 κλήση του, η οποία στρεφόταν κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος, ήτοι κατά του γιου του Ν. Τ. (β' εφεσίβλητου), του Γ. Τ. και της Ε. Τ. (γιου και συζύγου αντίστοιχα του θανόντος), την επανέφερε προς συζήτηση με ορισθείσα δικάσιμο την 18η -2-2003, οπότε και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση αυτή, με επιμέλεια του δεύτερου εφεσίβλητου (τότε εναγομένου), ο οποίος ενεργούσε αφενός μεν αυτοπροσώπως ως διάδικος και αφετέρου ως πληρεξούσιος δικηγόρος της μητέρας και του αδελφού του, έλαβε χώρα η υπ' αρ. .../28-1-2003 ένορκη βεβαίωση μαρτύρων ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πατρών Νικολάου Γεωργίου Σπανού.
Μεταξύ των ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων ήταν και ο πρώτος εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσείων) Δ. Τ., ο οποίος μεταξύ άλλων κατέθεσε και τα ακόλουθα: "...γνωρίζω πολύ καλά τον δικηγόρο Β. Τ.. Δεν τον γνωρίζω απλά πολύ καλά, αλλά είμαι συγγενής του και συγκεκριμένα οι γονείς του είναι και οι δύο ξαδέλφια μου.
Αν με ρωτήσει κάποιος σήμερα για τον Β. Τ. θα πω τα χειρότερα λόγια για το πρόσωπο του. Τον Β. εγώ τον ανάθρεψα ως φοιτητή στην Θεσσαλονίκη, όταν υπηρετούσα εκεί. Συγκεκριμένα τον φιλοξενούσα όσο καιρό ήταν φοιτητής σπίτι μου και στο διαμέρισμα του αδελφού μου Τ., και τον χαρτζιλίκωνα ακόμα. Κατόπιν, το έτος 1981 όταν ήρθα στην Πάτρα τον βοηθούσα επαγγελματικά, του έστελνα πελατεία συνεχώς από Ηλεία και Αχαΐα και όταν είχα εν συνεχεία ένα προσωπικό μου τροχαίο ατύχημα, για το ευχαριστώ μου πήρε ως αμοιβή και έξοδα τα μισά από αυτά που επιδίκασε το Δικαστήριο και εξαναγκάστηκα και δεν ξαναπάτησα στο δικηγορικό του γραφείο, με αποτέλεσμα να απευθυνθώ στο δικηγορικό γραφείο του Π.
Τ. αρχικώς και εν συνεχεία στους γυιούς του ... Ο Β. ο Τ. είναι ένας ασταθής χαρακτήρας, ειδικά πολιτικά, και δεν ξέρει σε τι ακριβώς πιστεύει. Αρχικά ως φοιτητής ήταν βαμμένος και ενεργά κομμουνιστής και πολλές φορές τον είχα γλιτώσει, λόγω της θέσεως μου ως αστυνομικός, από διώξεις. Εν συνεχεία μεταπήδησε ενεργά στο ΠΑΣΟΚ.
Μετά οργανώθηκε ενεργά στη ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, εν συνεχεία οργανώθηκε ενεργά στην ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΟΙΞΗ και σήμερα έμαθα ότι έχει μεταπηδήσει σε άλλο κόμμα. Μετά από όλα αυτά είναι ευνόητο ότι ουδείς μπορεί να δώσει εμπιστοσύνη στον Β.. Όσο για την υπόθεση του χορτολείβαδου, την γνωρίζω πολύ καλά διότι είμαι και εγώ συννομέας και έχω ασχοληθεί 50 χρόνια περίπου.
Γνωρίζω την από 31-3-1998 αγωγή που έκανε ο Β. Τ. στον Π. Τ.. Η γνώμη μου είναι ότι ο Β. δεν πρέπει να στέκει καλά στα μυαλά του. Η από 22-4-1993 μήνυση του Π. Τ. κατά του Β. Τ. και των υπολοίπων ήταν λέξη προς λέξη αληθής. Συγκεκριμένα στο χορτολείβαδο ουδέποτε μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει διανομή μεταξύ όλων των συννομέων, καθώς επίσης από ότι γνωρίζω δεν έχει λάβει απόφαση κανείς Νομάρχης να διανείμει το χορτολείβαδο, εφόσον η έκταση του είναι 10.000 στρέμματα.
Το ανωτέρω το γνώριζε πολύ καλά ο Β. εφόσον έχει την ιδιότητα του δικηγόρου.
Συνεπώς όταν έκαναν συμβόλαια ο Β. με τον πατέρα του στο όνομα του γνώριζαν πολύ καλά ότι σφετερίζοντο κοινό πράγμα, που ανήκει σε όλους τους συννομείς. Στο συγκεκριμένο τόπο, στον ... και σήμερα ακόμα είμαστε συννομείς όλοι οι δικαιούχοι της απόφασης του 1912. Απορώ τι ζητάει τώρα ο Β. και ποιον προσπαθεί να πείσει ότι δεν έκανε παρανομίες. Δεν φθάνει που χαριστικά αθωώθηκε για λόγους επιείκειας κατά την κρίση μου και αντί να ευγνωμονεί ζητάει και τα ρέστα του από πάνω ...". Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι "επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 670/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία την απέρριψε, ως προς μεν το κεφάλαιο της αποζημίωσης ως αόριστη και ως προς το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η ως άνω απόφαση κατέστη ήδη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της εφέσεως του εκκαλούντος δυνάμει της υπ' αριθ. 231/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου".
Στη συνέχεια, μετά την απόρριψη από την προσβαλλόμενη των λοιπών λόγων της έφεσης του αναιρεσίβλητου ενάγοντος με μη προσβαλλόμενες με αίτηση αναίρεσης παραδοχές, το Εφετείο επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λογού έφεσης, καθώς και του τρίτου λόγου (έφεσης) με τον οποίον ο εκκαλών παραπονέθηκε για το ότι εσφαλμένα κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι με τις πιο κάτω φράσεις που επίσης περιέλαβε ο πρώτος εφεσίβλητος (αναιρεσείων) στην πιο πάνω ένορκη βεβαίωση του και συγκεκριμένα: "Αν με ρωτήσει κάποιος σήμερα για τον Β.
Τ. θα πω τα χειρότερα λόγια για το πρόσωπο του", καθώς και "η γνώμη μου είναι ότι ο Β. δεν πρέπει να στέκει καλά στα μυαλά του ..." δεν προσβλήθηκε η προσωπικότητα αυτού, (του εκκαλούντος), δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ως άνω αξιολογικές κρίσεις είναι πράγματι απαξιωτικές και εξυβριστικές για τον αναιρεσείοντα ενάγοντα, γιατί υπερέβαιναν το αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο για την αντίκρουση της αγωγής του εκκαλούντος και έγιναν με σκοπό να πληγεί η τιμή και η υπόληψη του.
Με την έκθεση αυτών (των απαξιωτικών αξιολογικών κρίσεων), των οποίων έλαβαν γνώση, πλην άλλων, ο Συμβολαιογράφος, οι υπόλοιποι μάρτυρες που κατέθεσαν στην ίδια ένορκη βεβαίωση, οι δικαστικοί γραμματείς και οι Δικαστές που ασχολήθηκαν με την ένδικη υπόθεση, ο εκκαλών παρουσιάζεται ως άτομο αξιοκατάκριτο ("θα πω τα χειρότερα λόγια για το πρόσωπο του ...") και ψυχικά όχι ισορροπημένο ("δεν πρέπει να στέκει καλά στο μυαλό του ...", με συνέπεια να πλήττεται η τιμή και η υπόληψη του ως άνθρωπου και ως επαγγελματία και δη ως δικηγόρου.
Κρίνεται λοιπόν ότι προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητα του, η δε προσβολή είναι σημαντική. Δεν μπορεί δε εδώ να τύχει ανάλογης εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 367 του ΠΚ, δεδομένου ότι, κατά τα άνω, από τον τρόπο και τις περιστάσεις που εκδηλώθηκαν οι ως άνω απαξιωτικές κρίσεις προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως.
Η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε διαφορετικά, έσφαλε ως προς το σημείο αυτό και πρέπει να εξαφανιστεί." Συνεχίζει δε το Εφετείο "ότι αποδείχτηκε, επί πλέον και ότι και ο δεύτερος εφεσίβλητος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του εκκαλούντος με την προσκόμιση και επίκληση στα πλαίσια της προηγούμενης δίκης της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, στην οποία περιλαμβάνονται και οι πιο πάνω απαξιωτικές κρίσεις για τον εκκαλούντα.
Και τούτο για τους πιο κάτω λόγους: Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων τις συντάσσουν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι κάθε υπόθεσης, κατόπιν βεβαίως των διηγήσεων των μαρτύρων, τις προσκομίζουν δε έτοιμες στον Ειρηνοδίκη ή στο Συμβολαιογράφο, όπου ο μάρτυρας βεβαιώνει ενόρκως την αλήθεια των όσων αναφέρονται σ' αυτές και στη συνέχεια τις προσκομίζουν στο Δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ακολουθήθηκε η ανωτέρω διαδικασία από το δεύτερο εφεσίβλητο. Ακόμη λοιπόν και αν αυτός δεν ενθάρρυνε τον πρώτο εφεσίβλητο να εκφράσει τις εν λόγω απαξιωτικές κρίσεις προς το πρόσωπο του εκκαλούντος (γεγονός που είναι πράγματι αμφίβολο), όφειλε όμως να μην τις περιλάβει στην ένορκη βεβαίωση, έστω και αν ο ομόδικος του είχε αυτή την επιθυμία, καθόσον μάλιστα, ως δικηγόρος, γνώριζε ότι οι εν λόγω εκφράσεις ήταν προσβλητικές.
Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη η εν λόγω ένορκη βεβαίωση συντάχτηκε εξ υπαρχής από το Συμβολαιογράφο, ενώπιον του οποίου ο πρώτος εφεσίβλητος προσήλθε, και πάλι κρίνεται ότι το δεύτερο εφεσίβλητο βαρύνει υπαιτιότητα για την προσβολή της προσωπικότητας του εκκαλούντος, καθόσον αυτός, γνωρίζοντας το, εν μέρει τουλάχιστον, προσβλητικό περιεχόμενο της υπ' αριθ. .../28.1.2003 ένορκης βεβαίωσης, την προσκόμισε στο δικαστήριο και τη χρησιμοποίησε στη σχετική δίκη αντιγράφοντας την μάλιστα ολόκληρη στις προτάσεις του (και δη στην προσθήκη-αντίκρουση), όπου υπάρχουν αυτούσιες και οι ανωτέρω εξυβριστικές και απαξιωτικές εκφράσεις, τις οποίες έτσι δίνει την εντύπωση ότι τις υιοθετεί.
Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ο έκτος λόγος έφεσης". Κατέληξε δε το Εφετείο στην παραδοχή των προαναφερομένων λόγων έφεσης, του αναιρεσίβλητου, στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης και έκρινε τελικά ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται, κατά τα άρθρα 57 εδ.β, 59, 914, 932 ΑΚ, να λάβει από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ένδικη προσβολή της προσωπικότητάς του το ύψος της οποίας με συνυπολογισμό του είδους της προσβολής και των συνθηκών τελέσεως αυτής, της έκτασης της βλάβης, της βαρύτητας του πταίσματος των εναγομένων, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, από τους οποίους ο μεν ενάγων (αναιρεσίβλητος) και ο δεύτερος εναγόμενος (δεύτερος αναιρεσείων) είναι δικηγόροι και ο πρώτος εναγόμενος (πρώην αναιρεσείων) συνταξιούχος αστυνομικός καθόρισε στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για τον καθένα από τους αναιρεσείοντες, που έκρινε ως εύλογο".
Το Εφετείο, με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσίβλητου Δικηγόρου, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει κατά των αναιρεσειόντων, αφού έκρινε ότι η προαναφερθείσα συμπεριφορά τους κατέτεινε αντικειμενικά ως υπερβαίνουσα το αναγκαίο μέτρο αλλά και υποκειμενικά στην εξύβριση ευθέως του προσώπου του αναιρεσίβλητου, ώστε δε συνέτρεχε λόγος άρσης του άδικου χαρακτήρα της ίδιας συμπεριφοράς τους, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 του Συντάγματος, 57, 59, 814, 920, 932 ΑΚ, 351, 367 παρ.1 και 2 του Π.Κ., αλλά ούτε και εκείνες των άρθρων 14 παρ.1 του Συντάγματος και 10 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974.
Αυτό δε γιατί τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι η αξιολογική κρίση που περιέλαβε ο πρώτος αναιρεσείων (συνταξιούχος αστυνομικός) στην ένορκη βεβαίωση του για τον αναιρεσίβλητο, ότι "θα πω τα χειρότερα λόγια για το πρόσωπο του Β. Τ. και η γνώμη μου είναι ότι ο Β. (αναιρεσίβλητος) δεν θα πρέπει να στέκει καλά στα μυαλά του", και επανέλαβε στις προτάσεις του και ο δεύτερος αναιρεσείων Δικηγόρος, η οποία υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο, καλύπτουν το πραγματικό της νομικής έννοιας της εξύβρισης του προσώπου του αναιρεσίβλητου Δικηγόρου, κατά τρόπο μειωτικό του προσώπου του εν γένει και δικαιολογεί την παραδοχή της αντένστασης του τελευταίου από τη διάταξη του αρθ.367 παρ.2 σε συνδυασμό προς τη διάταξη του αρθ.361 του Π.Κ.
και στη συνέχεια την παραδοχή της αγωγής του, όπως και την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσειόντων ότι η εκφορά της πιο πάνω αξιολογικής κρίσης έγινε εκ μέρους των (αναιρεσειόντων) κατά την εκπλήρωση νόμιμου καθήκοντος τους, του μεν πρώτου ως ενόρκως βεβαιούντος μάρτυρα του δε δευτέρου ως πληρεξούσιου Δικηγόρου του ομόδικου του αλλά και παρισταμένου αντιπροσώπως κατά τη διάταξη του αρθ.367 παρ.1 περ.γ' του Π.Κ.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν συνδυαστικά οι αναιρεσείοντες με τους τρείς πρώτους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ένα μέρος τους η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξ άλλου από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 5 παρ.1 του Συντάγματος, 57, 59, 914, 920, 932 Α.Κ., 361, 367 παρ.1 και 2 του Π.Κ.
τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους τρεις πρώτους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται, κατά το άλλο μέρος τους, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Ειδικότερα, καθόσον αφορά την αγωγική ευθύνη του πρώτου αναιρεσείοντος η παραδοχή της αιτιολογείται συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη από την αξιολόγηση ότι η έκφραση του στην επίμαχη ένορκη βεβαίωση του για το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος) Δικηγόρου ότι "αν με ρωτήσει κάποιος σήμερα για το Β.
Τ. θα πω τα χειρότερα λόγια για το πρόσωπο του, καθώς η γνώμη μου είναι ότι δεν πρέπει να στέκει καλά στα μυαλά του" και η προκύπτουσα εντεύθεν αντικειμενικά εξυβριστική συμπεριφορά του προσώπου του αναιρεσίβλητου, που υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για την αντίκρουση της αγωγής του αναιρεσίβλητου που δικαζόταν τότε, έγινε με σκοπό να πληγεί η τιμή και η υπόληψή του, μολονότι γνώριζε τις δυσμενείς συνέπειες που επήλθαν στην προσωπικότητα του αναιρεσίβλητου από τη δημοσιοποίηση του πιο πάνω περιεχομένου της ίδιας ένορκης βεβαίωσης κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο αλλά και ενώπιον του Συμβολαιογράφου που δόθηκε η ίδια ένορκη βεβαίωση.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά την αγωγική ευθύνη του δευτέρου αναιρεσείοντος η παραδοχή της αιτιολογείται ειδικά στην επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης από την αξιολόγηση ότι περιέλαβε στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του αυτούσιους τους ίδιους πιο πάνω εξυβριστικούς χαρακτηρισμούς για το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, ως περιεχόμενο της υπ' αριθ. .../28-1-2003 ένορκης βεβαίωσης που κατ' αντικειμενική κρίση δεν ήταν αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων του ίδιου ως διαδίκου αλλά και του διαδίκου εντολέα του, που είχαν τότε καταχθεί σε δίκη, μολονότι γνώριζε ότι οι εκφράσεις αυτές ήταν προσβλητικές και έγιναν με σκοπό την προσβολή της τιμής και υπόληψης του αναιρεσίβλητου.
Οδηγήθηκε δε τελικά το Εφετείο με την προαναφερθείσα επάλληλη αιτιολογία του για τον δεύτερο αναιρεσείοντα δικηγόρο, στην ύπαρξη ειδικού σκοπού εξύβρισης του αναιρεσίβλητου, από την ειδική αξιολόγηση, από την άποψη προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου, στο πλαίσιο εφαρμογής και των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 39, 46 παρ.1 και 48 του ν.δ. 3026/1954, της προκύπτουσας εντεύθεν αντικειμενικά συμπεριφοράς του από τη σύνταξη, υπογραφή και κατάθεση εκ μέρους του των εγγράφων προτάσεων, με τις οποίες κατέστη δυνατή η προβολή των πιο πάνω προσβλητικών ισχυρισμών για την προσωπικότητα του αναιρεσίβλητου που κατ' αντικειμενική κρίση δεν ήταν αναγκαία για την προστασία των δικαιωμάτων του ίδιου ως διαδίκου και του ομοδίκου του, αλλά και ενόψει του ότι όφειλε να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε εντολές του ομόδικου του τότε εντολέα του.
Εξάλλου, οι ίδιοι τρείς λόγοι αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος τους, που περιλαμβάνουν την αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, περί του κατά πόσο δηλαδή η επίμαχη έκφραση του πρώτου αναιρεσείοντος, ως ενόρκως βεβαιούντος, όπως και η παράθεση της ίδιας έκφρασης στις προτάσεις του δευτέρου αναιρεσείοντος ενείχαν εξυβριστική πρόθεση του προσώπου του αναιρεσίβλητου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το πόρισμα από τις αποδείξεις εκτίθεται με σαφήνεια, πληρότητα και λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, με τους ίδιους λόγους κατά τα λοιπά, πλήττεται η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, η αναίρεση που απευθύνεται κατά της μίας από τις δύο αιτιολογίες, είναι αλυσιτελής κατ' αρθ. 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά ένα μέρος του, από τους αριθ. 1α, 1β και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αντίστοιχα της ύπαρξης ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών και παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και της διάταξης του αρθ. 39 του Ν.Δ. 3026/1954, από το γεγονός ότι στην πρώτη αιτιολογία της απόφασης για την παραδοχή της αγωγικής ευθύνης του δευτέρου αναιρεσείοντος, περιλήφθηκε η κρίση ότι η επίμαχη ένορκη βεβαίωση έγινε με σχέδιο του δευτέρου αναιρεσείοντος σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Η ορθή όμως κατά νόμο επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο ότι η αγωγική ευθύνη του δευτέρου αναιρεσείοντος Δικηγόρου θεμελιώνεται αντικειμενικά και υποκειμενικά επαρκώς στο ότι το εξυβριστικό περιεχόμενο της ίδιας ένορκης βεβαίωσης περιελήφθη αυτούσιο και στις έγγραφες προτάσεις που συνέταξε και κατάθεσε ο δεύτερος αναιρεσείων στο Δικαστήριο που εκδίκασε εκείνη την υπόθεση, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν πλήττεται λυσιτελώς με το αναιρετήριο με κανένα λόγο. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κρίνεται αλυσιτελής και απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα. (ΑΠ 777/2010, ΑΠ 1740/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των προτάσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου στον πρώτο βαθμό, αυτός ζήτησε με την αγωγή του να υποχρεωθεί καθένας από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες να του καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του, και, μετά τον περιορισμό με τις προτάσεις του του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι κάθε εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει το πιο πάνω ποσό, δεν διατύπωσε δε κανένα αίτημα για την επιδίκαση τόκων.
Όπως, όμως, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απορριπτική απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση κάθε εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Έτσι, το Εφετείο επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου νόμιμους τόκους, χωρίς να υφίσταται σχετικό αίτημα. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9α ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα πιο πάνω αναφερόμενα, είναι βάσιμος, και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
α' ΚΠολΔ, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, αφού αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο των τόκων, πρέπει, ενόψει της απαράδεκτης επιδίκασης τόκων από το Εφετείο και του ότι, ως προς το κεφάλαιο αυτό, δεν χρειάζεται κάποια άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί και να δικαστεί κατά την έκταση αυτή η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων για καταβολή στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο του ποσού των 5.000 ευρώ από τον καθένα από αυτούς, χωρίς την επιδίκαση νόμιμων τόκων.
Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων και της ισομερούς κατανομής αυτών, να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση 526/2009 του Εφετείου Πατρών, ως προς το κεφάλαιο των τόκων.
Κρατεί και δικάζει κατά την έκταση αυτή την ένδικη υπόθεση.
Αναγνωρίζει ότι καθένας από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα από τη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ