2209/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.11.1992 ανακοπή και τους από 9.1.1997 προσθέτους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7637/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2957/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20.2.2001 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1173/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2957/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Legislator headnote
AI generated2209/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): δρχ. Οι αξιώσεις της είναι μέρος μεγαλύτερου κατάλοιπου 262.430.908. δρχ. δέκα τριών (13) ανοικτών (αλληλόχρεων) λογαριασμών, που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της ........ συμβάσεως πιστώσεως, και των μεταγενεστέρων σαράντα τριών (43) αυξητικών συμβάσεων, οι οποίες όλες αποτελούν ένα ενιαίο όλο μετά της αρχικής μεταξύ της εφεσίβλητης και της Εταιρείας με την επωνυμία ".......
Full text
Απόφαση 2209 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2209/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Σπυρίδων Τσαντίνης Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτρης Σπυράκος
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.11.1992 ανακοπή και τους από 9.1.1997 προσθέτους λόγους ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7637/1997 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2957/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20.2.2001 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1173/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2957/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 6731/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1.11.2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 2.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 § 3 του ιδίου Κώδικα, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, η κίνηση, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού. Η περιλαμβανόμενη στη σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τραπέζης, είναι, ως δικονομική σύμβαση, έγκυρη.
Το απόσπασμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο, επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια τούτου βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρο 449 § 1 ΚΠολΔ, 52 ν.δ. 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και δεν μπορεί να προσδώσει την αποδεικτική αυτή δύναμη η βεβαίωση της ακρίβειας του αντιγράφου από τον αρμόδιο υπάλληλο της πιστώτριας τραπέζης (ΑΠ 1022/2003).
Στην περίπτωση όμως των μηχανογραφικώς τηρουμένων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστού με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητος της εκτυπώσεως από τον υπάλληλο της τραπέζης που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, που έχει εις χείρας της η τράπεζα προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή αποσπάσματος των βιβλίων της.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου ( ΑΠ 1117/2002) . Περαιτέρω από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, Εάν η απαίτηση ή το ποσό της, δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτου κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαράδεκτου, ανεξαρτήτως της υπάρξεως και της δυνατότητος αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι, είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, είτε κατά της υπάρξεως της απαιτήσεως (Ολ.ΑΠ 10/1997).
Στα πλαίσια δε της δικαιοδοτικής ερεύνης του εκδικάζοντος την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δικαστηρίου περί του κύρους της εκδόσεώς της, εμπίπτει και η εξέταση της αποδεικτικής δυνάμεως των, με την αίτηση προς έκδοσή της συνυποβληθέντων δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που αποδεικνύουν την απαίτηση όπως αν αυτά έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους, αν φέρουν την νόμιμη χαρτοσήμανση και, σε περίπτωση που προσκομίζονται σε αντίγραφο, αν είναι νομίμως επικυρωμένα από δημόσια αρχή ή δικηγόρο κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις.
Το εκδικάζον δε την ανακοπή δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την υπάρχουσα στην διαταγή πληρωμής βεβαίωση του εκδώσαντος αυτή δικαστού, ότι τα για την έκδοσή της προσαχθέντα έγγραφα είναι νομίμως επικυρωμένα ή χαρτοσημασμένα. Η τοιούτου περιεχομένου βεβαίωση, αναγομένη στο νομικό ζήτημα της εγκυρότητος της επικυρώσεως του εγγράφου ή της χαρτοσημάνσεως του, εντεύθεν δε και στην αποδεικτική του δύναμη, όσον αφορά την απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν παράγει κανένα τεκμήριο νομιμότητος περί της γενομένης ως άνω επικυρώσεως ή χαρτοσημάνσεως του εγγράφου, του νομικού τούτου ζητήματος ανήκοντος στην αρμοδιότητα του εκδικάζοντος την ανακοπή δικαστηρίου, ως προδικαστικού ζητήματος της υπάρξεως του διαπλαστικού δικαιώματος του οφειλέτου κατά του οποίου εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής.
Πολύ περισσότερο ο τελευταίος δεν είναι αναγκαίο να προσβάλει την διαταγή πληρωμής για πλαστότητα κατά την διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ ως προς την σε αυτό υπάρχουσα άνω "βεβαίωση", αφού αυτή δεν αφορά σε πραγματικό γεγονός που έγινε από τον εκδόσαντα την διαταγή πληρωμής Δικαστή ή ενώπιον αυτού. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ενώ κατά τον αριθμό 12 του ιδίου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη του αποδεικτικού μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κρίνοντας επί των λόγων ανακοπής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσειούσης, προς ακύρωση της υπ' αριθμ. 7602/1991 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εδέχθη, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: "Η εφεσίβλητη Τράπεζα με την από 17-4-1991 αίτησή της στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε την έκδοση Διαταγής Πληρωμής, μεταξύ άλλων, και κατά του εκκαλούντος ως εγγυητή για το ποσό των 45.000.000.
δρχ. Οι αξιώσεις της είναι μέρος μεγαλύτερου κατάλοιπου 262.430.908. δρχ. δέκα τριών (13) ανοικτών (αλληλόχρεων) λογαριασμών, που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της ........ συμβάσεως πιστώσεως, και των μεταγενεστέρων σαράντα τριών (43) αυξητικών συμβάσεων, οι οποίες όλες αποτελούν ένα ενιαίο όλο μετά της αρχικής μεταξύ της εφεσίβλητης και της Εταιρείας με την επωνυμία ".......
ΑΒΕΕ ΑΝΩΝ. ΒΙΟΜ/ΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΡΜΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ" και της στα πλαίσια της από ...... ταυτόχρονης συμβάσεως εγγυήσεως εκτός άλλων, και μεταξύ της εφεσίβλητης και του εκκαλούντος μέχρι του ποσού των 45.000.000 δρχ. Η εφεσίβλητη Τράπεζα, για την απόδειξη της απαιτήσεώς της κατά του εκκαλούντος, μεταξύ άλλων, προσκόμισε επικυρωμένο από δικηγόρο φωτοτυπικό αντίγραφο της πιο πάνω βασικής σύμβασης., στον 9ο όρο της οποίας εμπεριέχεται η δικονομική συμφωνία περί του ότι: "απόσπασμα εκ των βιβλίων της Τραπέζης, εξηγμένου υπ' αυτής και εμφαίνον την από της τελευταίας αναγνωρίσεως του πιστούχου κίνησιν του ή των οικείων της πιστώσεων λογαριασμών, αποτελεί πλήρη απόδειξιν της εκ του οριστικού κλεισίματος της πιστώσεως τυχόν προκυπτούσης απαιτήσεως της Τραπέζης κατά του πιστούχου".
Κατά την κατάθεση της πιο πάνω αιτήσεως στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών την 18-4-1991 με αριθμό καταθέσεως 5545/1991, χορηγήθηκε αυθημερόν στην αιτούσα τότε και τώρα εφεσίβλητη το προσκομιζόμενο από αυτήν κεκυρωμένο αντίγραφο κατατεθείσης αιτήσεώς της με τα συνημμένα σ' αυτήν κατ' αρθρ. 626 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.
έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτησή της κατά του εκκαλούντος τώρα και τότε καθ' ου η αίτηση ως, εγγυητή. Το αντίγραφο αυτό προσκομίζεται ήδη στο πρωτότυπό του με την πρωτότυπη σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών και την πρωτότυπη υπογραφή του αρμόδιου Γραμματέα Παν. Ιωακειμίδη. Στο ίδιο αυτό πρωτότυπο επισήμου αντιγράφου υπάρχει επίσης σε πρωτότυπο βεβαίωση χρονολογίας 12-6-1991 με την πρωτότυπη σφραγίδα του Πρωτοδικείου Αθηνών και την πρωτότυπη υπογραφή του ίδιου πιο πάνω Γραμματέα, ότι το συγκεκριμένο αντίγραφο με τα συναπτόμενα σ' αυτό έγγραφα, είναι ακριβές αντίγραφο από το πρωτότυπο που είναι συνημμένο στη δικογραφία, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη με την ένδικη ανακοπή του εκκαλούντος υπ' αριθμ. 7602/1991 Διαταγή Πληρωμής.
Από το αμέσως πιο πάνω έγγραφο αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη για την απόδειξη της αιτήσεώς της, επισύναψε σ' αυτήν (Βλέπε σελίδα τελευταία της αιτήσεως) και προσκόμισε στον αρμόδιο δικαστή φωτοτυπίες αντιγράφων από τα επίσημα βιβλία της, στα οποία εμφαίνεται η κίνηση των επίμαχων λογαριασμών ως ακολούθως: 1) του υπ' αριθμ. ......
λογαριασμού από της 1-3-1988 μέχρι 29-7-1988, οπότε έκλεισε οριστικά και μεταφέρθηκε στις οριστικές καθυστερήσεις το υπόλοιπο του 15.329.070. δρχ. 2) των υπ' αριθμ. ......... και ........ δύο (2) λογαριασμών οριστικής καθυστερήσεως στους οποίους μέχρι της 10.10.1988 μεταφέρθηκε διαδοχικά το ίδιο πιο πάνω υπόλοιπο των 15.329.070 δρχ. 3) των υπ' αριθ. ........, ........, ........, ........., ........, ........., ........., .........., ..........., ........, ........
και ........ δώδεκα (12) λογαριασμών χορηγήσεων με τα χρεωστικά υπόλοιπά τους κατά την 15.6.1988 αντίστοιχα 28.408.540, 14.277.750, 14.379.840, 57.732.301, 31.646.857, 3.454.520, 892.000, 3.384.540, 1.629.374, 54.817.767, 15.744.805 και 15.838.502 Δρχ. που εμφανίζονται ως αναγνωρισθέντα από την πρωτοφειλέτιδα πιστούχο εταιρεία στις 4-8-1988, με ισάριθμες προς τους λογαριασμούς επιστολές, και μέχρι την 29-7-1988 που έκλεισαν οριστικά και μεταφέρθηκαν στις οριστικές καθυστερήσεις τα αντίστοιχα υπόλοιπά τους 31.325.384, 15.739.129, 15.929.710, 63.335.581, 34.183.677, 3.723.109, 1.022.593, 3.648.440, 1.759.828, 58.999.368, 7.136.359, 10.298.660 Δρχ. 4) των υπ' αριθ. ....., ........, ........., ........., ........, ........., ........., ........., ........, ......., ........, .........
λογαριασμών οριστικής καθυστερήσεως στους οποίους στις 29-7-1988 μεταφέρθηκαν τα πιο πάνω υπόλοιπα. Όλα τα πιο πάνω φωτοαντίγραφα υπογράφουν κάτω από την πρωτότυπη σφραγίδα της Τράπεζας με πρωτότυπες υπογραφές δύο υπάλληλοί της του υποκαταστήματος Μακρυγιάννη, πλην του πρώτου λογαριασμού που υπογράφει ένας μόνο υπάλληλος.
Τα πιο πάνω όμως φωτοαντίγραφα των αποσπασμάτων των βιβλίων της εφεσίβλητης Τράπεζας, που δεν προέρχονται από εκτυπώσεις αποσπάσματος των ίδιων βιβλίων που δεν περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή μέσα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, δεν είχαν ποτέ ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αφού η ακρίβειά τους δεν βεβαιώθηκε από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο αλλά από τους πιο πάνω υπαλλήλους της εφεσίβλητης Τράπεζας, από τους οποίους εκδόθηκαν και τα αρχικά αντίγραφα των οικείων αποσπασμάτων των πιο πάνω λογαριασμών.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι νομότυπη κατά τα προαναφερθέντα επικύρωσή τους από δικηγόρο δεν υπήρχε ούτε στην πίσω σελίδα κάθε φωτοαντιγράφου, που είναι λευκή και φέρει μόνο την πρωτότυπη σφραγίδα διαγραφής της σελίδας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Τα προαναφερθέντα δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι στην τελευταία σελίδα του τελευταίου των προαναφερθέντων εγγράφων, και πριν από την πράξη καταθέσεώς της σε ενιαίο σώμα αιτήσεως και των συναπτομένων σ' αυτήν εγγράφων, υπάρχει υπογραφή του πληρεξουσίου Δικηγόρου της εφεσίβλητης Τράπεζας, αφού δεν πρόκειται για υπογραφή επικυρώσεως.
Ανεξάρτητα όμως από αυτά, και αν ακόμα η εν λόγω υπογραφή ήθελε θεωρηθεί ως επικύρωση των φωτοαντιγράφων που συνόδευαν την αίτηση εκδόσεως της ένδικης διαταγής πληρωμής, και πάλι η εν λόγω επικύρωση δεν μπορεί να προσδώσει την αξιούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις αποδεικτική δύναμη, διότι ο πιο πάνω δικηγόρος με την υπογραφή του αυτή, βεβαιώνει απλώς, ότι οι φωτοτυπίες που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ήταν ακριβή φωτοτυπικά αντίγραφα του (χωρίς αποδεικτική ισχύ) αποσπάσματος - αντίγραφου κάθε λογαριασμού, που κατά τα προαναφερθέντα είχαν συντάξει και εκδώσει οι πιο πάνω υπάλληλοι της Τράπεζας.
Για τους λόγους αυτούς, ο αντίστοιχος ισχυρισμός της εφεσίβλητης Τράπεζας κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσία και απορριπτέος όσο συνδυάζεται με την πιο πάνω καταληκτική υπογραφή του πληρεξουσίου Δικηγόρου της. Εξ άλλου, και ο συναφής ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι κατά "τη συζήτηση" της αιτήσεώς της, για την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, είχε προσκομίσει νομίμως επικυρωμένα αντίγραφα των πιο πάνω λογαριασμών της, κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσία και απορριπτέος, αναιρούμενος από το περιεχόμενο του κεκυρωμένου αντιγράφου της αιτήσεώς της (εφεσίβλητης) και των συναπτομένων σ' αυτό εγγράφων, πέρα από το γεγονός ότι ούτε και στο παρόν διαδικαστικό στάδιο προσκομίζονται από την εφεσίβλητη τα προσηκόντως κεκυρωμένα αντίγραφα των λογαριασμών της που συνόδευαν κατ' αυτής την αίτησή της για την έκδοση της προσβαλλόμενης Διαταγής πληρωμής.
Αυτά δε εν όψει και της διατάξεως του αρθρ. 632 παρ. 1 τελ εκδ του Κ.Πολ.Δ. ότι τα αντίγραφα των εγγράφων τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση παραμένουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής, και στη συνέχεια αναλαμβάνονται από τον αιτούντα για τη βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα ότι είναι εκείνα που προσκομίστηκαν και λήφθηκαν υπ' όψη για την έκδοση της συγκεκριμένης διαταγής πληρωμής".
Ακολούθως το Εφετείο, κατόπιν εξαφανίσεως της Πρωτοδίκου αποφάσεως και κατά παραδοχή σχετικού λόγου ανακοπής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσειούσης, δια του οποίου προεβλήθη η ακυρότητα της κατ' αυτού εκδοθείσης υπ' αριθμ. 7602/1991 διαταγής πληρωμής επειδή η απαίτηση για την οποία αυτή εξεδόθη δεν αποδεικνυόταν εγγράφως, ακύρωσε την εν λόγω διαταγή πληρωμής, λόγω μη συνδρομής των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την έκδοσή της και ειδικότερα γιατί τα έγγραφα που προσκόμισε η αναιρεσείουσα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ως μη νομίμως επικυρωμένα, δεν είχαν πλήρη αποδεικτική δύναμη.
Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια με το να κηρύξει παρά το νόμο ακυρότητα και ο σχετικός από τον αριθμ.14 παρ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμος. Περαιτέρω δεν παραβίασε το άρθρο 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ με το να μην προσδώσει στα μη νομίμως επικυρωμένα πιο πάνω έγγραφα πλήρη αποδεικτική δύναμη ως προς την απαίτηση για την οποία εζητήθη η έκδοση διαταγής πληρωμής και ο σχετικός με την παραβίαση της διατάξεως αυτής δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.11.2006 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 6731/2005 του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ