Supreme Court allows partial appeal against appealable judgment regarding disputed inheritance funds and investment returns.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding disputed inheritance funds and investment returns. The court found the lower court's reasoning insufficient because it accepted the defendant took over the funds but failed to explain how the plaintiff acquired full ownership rights over the entire amount. Consequently, the judgment was annulled only regarding the specific monetary issues where the lower court ruled in favor of the defendant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 19, 495(4), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure: An appealable judgment must provide adequate reasoning; if the court accepts a party took over funds without explaining the legal basis for acquiring full ownership rights, the reasoning is insufficient and the judgment must be annulled on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2208 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2208/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα και Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
A. Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
B. Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Αυγούστου 2001 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2003 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1521/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσίβλητος με την από 22 Οκτωβρίου 2012 αίτησή του και ο υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείων με την από 27 Αυγούστου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας, ανέγνωσε τις από 11 Οκτωβρίου 2013 εκθέσεις του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Μιχαήλ Αυγουλέα, με τις οποίες εισηγήθηκε την παραδοχή των 1ου και 3ου λόγου της από 22 Οκτωβρίου 2012 αίτησης και την εν μέρει αναίρεση της 1521/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο σκεπτικό της εισήγησης και την απόρριψη της από 27 Αυγούστου 2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ. 1521/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 22 Οκτωβρίου 2012 αιτήσεως και την απόρριψη της από 27 Αυγούστου 2012 αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος την παραδοχή της από 27 Αυγούστου 2012 αιτήσεως και την απόρριψη της από 22 Οκτωβρίου 2012 αιτήσεως αναιρέσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 27-8-2012 και 22-10-2012 αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 1521/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να συνεκδικαστούν, μαζί με την υποβληθείσα με αυτοτελές δικόγραφο από 16-10-2013 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί των υπ' αριθμ. εκθ. κατάθεσης 94/30-9-2003 και 96/1-10-2003 εφέσεων των διαδίκων, καθώς και επί των υπ' αριθμ. εκθ. κατάθεσης 1456/5-4-2004 πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 85/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 23-8-2001 αγωγή του αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος Κ.
Τ.. Ο τελευταίος με την αγωγή του, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 518.372.297 δρχ. [ήδη σε ευρώ 1.521.268,66], που αποτελούσε το ήμισυ των χρημάτων των αναφερομένων σ' αυτή [αγωγή] κοινών τραπεζικών λογαριασμών, των οποίων ήταν και αυτός συνδικαιούχος κατά 50%, επικαλούμενος ανάληψη από τις τράπεζες και ιδιοποίηση από αυτόν [εναγόμενο] του εν λόγω ποσού, το οποίο αποτελούσε το ήμισυ του συνολικού ποσού του 1.036.744.594 δρχ.
που ο τελευταίος ανέλαβε από τους σ' αυτή [αγωγή] αναφερομένους κοινούς λογαριασμούς τους, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1989-1998. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 85/2003 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία έκρινε νόμιμη αυτή και στη συνέχεια την έκανε δεκτή ως εν μέρει ουσία βάσιμη, και υποχρέωσε τον εναγόμενο να πληρώσει στον ενάγοντα το ποσό των 30.145,93 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση αμφότεροι οι διάδικοι. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις. Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε την υπόθεση δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγοντα το ποσό των 81.088,47 ευρώ.
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των ίδιων προσώπων με την αυτή ιδιότητα και μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν λογικά αναγκαία και κρίσιμη στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (ΑΠ 1710/2012).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό για να δημιουργηθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 § 2) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Ακόμη "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι κάθε περιστατικό, που αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκουμένου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού.
Ενόψει τούτων, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα. Όμως, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., χωρίς ωστόσο να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 87/2013) Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 1 §§ 1 και 2 του Ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν.Δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.
Δ στοιχ. α' Ν.Δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε είς, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 § 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 § 2).
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 § 1 Ν.Δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της καταθέσεως) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της καταθέσεως σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση.
Ο άλλος δηλαδή ο δικαιούχος έχει ενοχική μόνον αξίωση, κατ' αυτού που ανέλαβε τα χρήματα, για την επιστροφή τους, ανάλογα με τη συμφωνία που έχουν κάνει μεταξύ τους οι καταθέτες (ΑΠ 1605/2013). Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το από 22.8.1973 ιδιωτικό συμφωνητικό, που νόμιμα δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Έδεσσας στις 23.8.1973, συστήθηκε μεταξύ των διαδίκων αδελφών ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Αφοί Β.
Τ. Ο.Ε", αόριστης διάρκειας και σκοπό την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων. Για την ευόδωση του εταιρικού σκοπού, το αντικείμενο του οποίου με το από 20.12.1993 ιδιωτικό συμφωνητικό που νόμιμα δημοσιεύτηκε στα βιβλία του ίδιου άνω Πρωτοδικείου με αύξ. αριθμ. 74/29.12.1993, διευρύνθηκε με τη προσθήκη και της εμπορίας υφασμάτων και ειδών προικός, οι δύο εταίροι νυν διάδικοι εισέφεραν στην εταιρεία, κατά χρήση, δυο καταστήματα συγκυριότητός τους κατ' ισομοιρίαν [ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος], από τα οποία το ένα βρίσκεται στα Γιαννιτσά, όπου στεγαζόταν το κυρίως κατάστημα της εταιρίας από το χρόνο σύστασης αυτής, και το άλλο στη Βέροια, η λειτουργία του οποίου ξεκίνησε περί τα τέλη του έτους 1994.
Και τα δύο αυτά καταστήματα, την ευθύνη λειτουργίας των οποίων ανέλαβαν, ο ενάγων αυτού της Βέροιας και ο εναγόμενος των Γιαννιτσών, εκμεταλλευόταν η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία, στα κέρδη και τις ζημίες της οποίας οι διάδικοι εταίροι της συμμετείχαν κατά ποσοστό 50% ο καθένας ενώ διαχειριστές αυτής είχαν οριστεί και οι δύο.
Στην πραγματικότητα όμως, μετά από συμφωνία τους, ο ενάγων είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου την επιχειρηματική ανάπτυξη της εταιρίας, ενώ την οικονομική διαχείριση αυτής είχε εξ ολοκλήρου αναλάβει ο εναγόμενος. Οι σχέσεις των διαδίκων μέχρι το έτος ... 1996 ήταν άριστες, υποδειγματικές για επιχειρηματίες και αδέλφια, λόγω δε της υπάρχουσας μεταξύ τους απολύτου εμπιστοσύνης, λειτουργούσαν ομαλά χωρίς προβλήματα και με συνεχή ανοδική πορεία, ενώ με τα κέρδη από την άσκηση της κοινής εμπορικής τους δραστηριότητας είχαν αποκτήσει αξιόλογη ακίνητη περιουσία, την οποία εκμίσθωσαν σε τρίτους έναντι μισθωμάτων τα οποία διένειμαν μεταξύ τους, καλύπτοντας τις καθημερινές βιοτικές τους ανάγκες.
Όμως, περί το τέλος του έτους 1996, οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν σοβαρά, άρχισαν μεταξύ τους προστριβές για επικαλούμενες εκατέρωθεν οικονομικές διαφορές, με αφορμή δε αυτές ο ενάγων, όπως ο ίδιος ομολογεί τόσο στις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και σ' αυτές που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σταμάτησε να παραδίδει στον εναγόμενο τις εισπράξεις από τη λειτουργία του καταστήματος της Βέροιας.
Ακολούθως, λόγω της έκρυθμης κατάστασης που είχε δημιουργηθεί, αφού μεταξύ των διαδίκων έλαβαν χώρα επεισόδια ξυλοδαρμού και απειλών, όπως κατέθεσε η μάρτυς αποδείξεως, για τεταμένες σχέσεις δε κατάθεσε και ο μάρτυς ανταποδείξεως, ο εναγόμενος με την από 28.3.1998 έγγραφη καταγγελία, που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 31.3.1998, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 6831Β/31.3.1998 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βεροίας Χ.
Α. Ζ., και δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών στις 17.5.1999 [α.α. 21/1999], κατήγγειλε την εταιρία, η οποία έκτοτε βρίσκεται υπό εκκαθάριση, οι εργασίες της οποίας, όμως, όπως εκατέρωθεν συνομολογείται μέχρι σήμερα δεν ολοκληρώθηκαν. Μετά την εν λόγω καταγγελία διακόπηκε η μεταξύ των διαδίκων εμπορική συνεργασία και κατόπιν συμφωνίας τους, ο καθένας από αυτούς ασκεί ξεχωριστή ατομική επιχείρηση στα άνω καταστήματα συγκυριότητας τους, και πιο συγκεκριμένα, ο μεν ενάγων στη Βέροια, ο δε εναγόμενος στα Γιαννιτσά, καλύπτοντας εξ ιδίων ο καθένας τα έξοδα λειτουργίας της ατομικής επιχείρησής του και εκμισθώνοντας, αντίστοιχα, ο ένας στον άλλον το επ' αυτών [καταστημάτων] εξ αδιαιρέτου μερίδιο κυριότητος του.
Επισημαίνεται ότι η αμέσως πιο πάνω συμφωνία των διαδίκων συνομολογείται από αυτούς, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεών τους, που κατατέθηκαν, τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια των πιο πάνω σχέσεών τους οι διάδικοι διατηρούσαν διάφορους κοινούς λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων και του πιο κάτω: 1] τον με αριθμό ...
στην Εμπορική Τράπεζα, ο οποίος άνοιξε στις 8.1.1996 και έκλεισε στις 26.7.1999, 2] τον με αριθμό ..., ο οποίος ανοίχτηκε στις 21.2.1994 στην τότε Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης (σήμερα Τράπεζα Πειραιώς), και ο οποίος μεταπτώθηκε στον ... της αυτής Τράπεζας και στη συνέχεια στον ... της Τράπεζας Πειραιώς, 3] τον με αριθμό ... στην Εθνική Τράπεζα, 4] τον με αριθμό ...
στην αυτή Τράπεζα [Εθνική], 5] τον με αριθμό ... στην πρώην Ιονική Τράπεζα, ο οποίος αντιστοιχεί στον με αριθμό ... της ALPHA Τράπεζας, λόγω εξαγοράς της πρώτης από την τελευταία, 6] τον με αριθμό ... στην Τράπεζα Αττικής, 7] τον με αριθμό ... στην ίδια Τράπεζα, 8] τον με αριθμό ... στην αυτή Τράπεζα [Αττικής], 9] τον με αριθμό ...
στην Αγροτική Τράπεζα και 10] τον με αριθμό ... στην αυτή Τράπεζα [Αγροτική]. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι στον ως άνω με αριθμό 4 λογαριασμό φέρεται δικαιούχος και η Θ. Τ., σύζυγος του εναγομένου, ενώ στους ως άνω με αριθμούς 6 και 8 λογαριασμούς φέρεται δικαιούχος και η Σ. Τ., σύζυγος του ενάγοντος. Όμως, πραγματικοί δικαιούχοι όλων των ως άνω λογαριασμών κατ' ισομοιρίαν όπως και οι δύο συνομολογούν, ήταν μόνο oι ίδιοι [νυν διάδικοι], χωρίς καμμία συμμετοχή των συζύγων τους, κατά τη συμφωνία τους, σε όσους τυχόν κοινούς λογαριασμούς
εφέροντο συνδικαιούχοι τροφοδοτούνταν δε αυτοί [άνω λογαριασμοί] με τα έσοδα από τη λειτουργία των άνω δύο καταστημάτων της εταιρίας. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ως άνω ομόρρυθμος εταιρία διατηρούσε τον με αριθμό ... λογαριασμό όψεως στην Εμπορική Τράπεζα, στον οποίο εκταμιεύονταν το τίμημα των πωλήσεων μέσω πιστωτικών καρτών που διενεργούνταν από το κατάστημα της Βέροιας.
Με την ένδικη αγωγή ο εναγόμενος φέρεται να προβαίνει σε αναλήψεις από αυτόν [λογαριασμό] κατά το χρονικό διάστημα από 29.9.1995 έως 17.12.1997 ποσών συνολικού ύψους, κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό των μερικότερων ποσών, 23.533.425 δρχ [και όχι 23.433.425 δρχ, ως ο ενάγων εσφαλμένα αθροίζει αυτά] και γι' αυτό με αυτή [αγωγή] ο ενάγων αιτείται το ήμισυ αυτού.
Όμως, όπως ήδη προειπώθηκε, η δικαιούχος του εν λόγω λογαριασμού ομόρρυθμη εταιρία βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθαρίσεως και επομένως ο ενάγων, ως ομόρρυθμος εταίρος, δεν νομιμοποιείται να ζητεί την καταβολή του ήμισυ αυτού [άνω ποσού] ατομικά στον ίδιο [βλ και Εφ. Αθ. 1127/2011 δημ ΝΟΜΟΣ] και γι' αυτό το σχετικό αγωγικό κονδύλιο ελέγχεται απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως, όσον αφορά το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο, ορθά εφάρμοσε το νόμο και ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος [κύριος] λόγος της ως άνω με αριθμό 1 εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος από τους ως άνω κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς ανέλαβε διάφορα ποσά και συγκεκριμένα: 1] από τον με αριθμό ...
της Εμπορικής Τράπεζας στις 11.10.1996 1.000.000 δρχ, στις 15.10.1996 1.000.000 δρχ, στις 28.2.1997 2.000.000 δρχ, στις 14.3.1997 3.600.000 δρχ, στις 16.5.2007 συνολικά το ποσό των 100.000.000 δρχ [με δώδεκα τραπεζικές πράξεις εκ των οποίων η μία με ποσό 1.000.000 δρχ, οι δε λοιπές με ποσό 9.000.000 δρχ η κάθε μία], στις 7.7.1997 3.500.000 δρχ, στις 28.7.1997 1.500.000 δρχ, στις 21.4.1998 9.000.000 δρχ, στις 21.4.1998 9.000.000 δρχ, στις 21.4.1998 2544.451 δρχ, στις 19.5.1997 9.000.000 δρχ, στις 19.5.1997 9.000.000 δρχ, στις 19.5.1997 9.000.000 δρχ, στις 19.5.1997 2.983.974 δρχ, στις 10.9.1997 6.000.000 δρχ, στις 10.9.1997 9.000.000 δρχ, στις 10.9.1997 9.000.000 δρχ, στις 10.9.1997 9.000.000 δρχ και στις 10.9.1997 9.000.000 δρχ, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 11.10.1996 έως και 10.9.1997 προέβη σε 35 αναλήψεις από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, συνολικού ποσού 205.128.425 δρχ, 2] α]:
από τον με αριθμό ... της τράπεζας Μακεδονίας- Θράκης στις 28.2.1994 949.416 δρχ, στις 19.7.1994 988.360 δρχ, στις 22.7.1994 1.067.787 δρχ, στις 19.8.1994 1.514.397 δρχ, στις 25.1.1995 976.630 δρχ, στις 26.1.1995 1.524.746 δρχ, στις 20.9.1995 1.945.121 δρχ και στις 21.10.1995 806.482 δρχ, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 28.2.1994 έως και 21.10.1995 προέβη σε 8 αναλήψεις από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, συνολικού ποσού 8.872.939 δρχ, β]:
από τον με αριθμό ..., στον οποίο, όπως ήδη προειπώθηκε μεταπτώθηκε ο ως άνω με στοιχείο α' λογαριασμός, στις 9.3.1995 2108.981 δρχ, στις 21.3.1995 966.787 δρχ, στις 27.3.1995 715.000 δρχ, στις 30.3.1995 1.000.000 δρχ, στις 31.3.1995 [και όχι στις 31.3.1995, ως αναγράφεται, προφανώς από παραδρομή στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, βλ σχετικό ένταλμα πληρωμής της εν λόγω τράπεζας με ημερομηνία 21.3.1995] 3.400.000 δρχ, στις 23.5.1995 2.150.000 δρχ, στις 3.8.1995 1.973.835 δρχ, στις 21.8.1995 10.000.000 δρχ, στις 30.8.1995 1.000.000 δρχ, στις 16.10.1996 1.000.000 δρχ, στις 31.10.1996 2.000.000 δρχ, στις 2.12.1996 2.000.000 δρχ, στις 10.12.1997 80.882.192 δρχ και στις 16.12.1997 42.700.000 δρχ, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 9.3.1995 έως και 16.12.1997 προέβη σε 14 αναλήψεις από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, συνολικού ποσού 151.896.795 δρχ, 3] από τον με αριθμό ...
της Εθνικής Τράπεζας στις 5.1.1993 3.630.567 δρχ, στις 18.1.1993 1.912.150 δρχ, στις 4.2.1993 2.357.084 δρχ, στις 5.2.1993 10.131.507 δρχ, στις 22.3.1993 1.650.000 δρχ, στις 14.6.1993 1.114.388 δρχ, στις 16.7.1993 1.562.166 δρχ, στις 23.7.1993 1.472.415 δρχ, στις 28.7.1993 1.712.715 δρχ, στις 20.8.1993 2.384.603 δρχ, στις 25.8.1993 4.000.000 δρχ και στις 1.10.1993 1.743.068 δρχ, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 5.1.1993 έως και 1.10.1993 προέβη σε 12 αναλήψεις από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, συνολικού ποσού 33.670.663 δρχ, κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό και όχι 33.660.663 δρχ, ως αναφέρεται στην αγωγή, 4] από τον με αριθμό ...
της Εθνικής Τράπεζας στις 18.2.1994 16.000.000 δρχ, στις 22.7.1994 2.739.183 δρχ, στις 25.7.1994 20.000.000 δρχ, στις 18.8.1994 1.000.000 δρχ, στις 18.8.1994 1.500.000 δρχ, στις 19.8.1994 500.000 δρχ, στις 2.9.1994 500.000 δρχ, στις 2.9.1994 5.000.000 δρχ, στις 12.9.1994 2.385.847 δρχ, στις 28.9.1994 1.500.000 δρχ, στις 29.9.1994 2.150.000 δρχ, στις 4.10.1994 3.700.000 δρχ, στις 17.10.1994 6.000.000 δρχ, στις 25.10.1994 1.000.000 δρχ, στις 26.10.1994 3.726.558 δρχ, στις 1.11.1994 5.300.000 δρχ, στις 8.11.1994 4.000.000 δρχ, στις 17.11.1994 4.066.390 δρχ, στις 9.1.1995 1.476.007 δρχ, στις 27.2.1995 4.300.000 δρχ, στις 31.7.1995 1.400.000 δρχ, στις 3.3.1998 1.347.022 δρχ και στις 17.3.1998 3.000.000 δρχ, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 18.2.1994 έως και 17.3.1998 προέβη σε 23 αναλήψεις από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, στον οποίο, όπως προειπώθηκε εφέρετο και δικαιούχος η σύζυγος αυτού, χωρίς όμως καμμία, κατά τη συμφωνία τους, συμμετοχή, συνολικού ποσού 92.681.007 δρχ, κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό, και όχι 92.280.824 δρχ, ως αναφέρεται στην αγωγή, πλην όμως με εσφαλμένη άθροιση των ως άνω μερικότερων ποσών.
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι στα σχετικά δύο παραστατικά που αφορούν τις άνω αναλήψεις στις 17.10.1994 και 31.7.1995 φέρεται ότι αυτές τις έκανε ο ενάγων, πλην όμως από τις υφιστάμενες σ' αυτά υπογραφές του αναλαβόντα, συγκρινόμενες με τις λοιπές υπάρχουσες στα λοιπά παραστατικά, στα οποία φέρεται ως "αναλαβών" ο εναγόμενος, σε συνδυασμό και με τη μη ρητή άρνηση του τελευταίου ότι προέβη στις συγκεκριμένες αναλήψεις, αποδεικνύεται ότι και αυτές έγιναν από αυτόν, 5] από τον με αριθμό ...
της πρώην Ιονικής Τράπεζας, ο οποίος, όπως προελέχθη, αντιστοιχεί στον με αριθμό ... λογαριασμό της ALPHA Τράπεζας, εξ αιτίας της αγοράς της πρώτης από την τελευταία, στις 18.1.1990 400.000 δρχ, στις 28.2.1990 250.000 δρχ, στις 14.3.1990 600.000 δρχ, στις 20.3.1990 260.000 δρχ, στις 29.3.1990 1.800.000 δρχ, στις 30.3.1990 288.200 δρχ, στις 27.4.1990 6.800.000 δρχ, στις 27.6.1990 1.300.000 δρχ, στις 3.7.1990 1.050.000 δρχ, στις 6.7.1990 500.000 δρχ, στις 17.7.1990 2.000.000 δρχ, στις 30.7.1990 2.000.000 δρχ, στις 31.7.1990 3.700.000 δρχ, στις 1.8.1990 130.000 δρχ, στις 2.8.1990 200.000 δρχ, στις 7.8.1990 230.000 δρχ, στις 23.8.1990 200.000 δρχ, στις 1.10.1990 2.000.000 δρχ, στις 4.10.1990 90.000 δρχ, στις 16.10.1990 850.000 δρχ, στις 20.11.1990 93.500 δρχ, στις 5.2.1991 250.000 δρχ, στις 15.2.1991 300.000 δρχ, στις 15.3.1991 300.000 δρχ, στις 20.3.1991 150.000 δρχ, στις 27.6.1991 300.000 δρχ, στις 1.7.1991 52.253 δρχ, στις 11.7.1991 5.500.000 δρχ, στις 5.8.1991 1.250.000 δρχ, στις 30.8.1991 150.000 δρχ, στις 27.8.1992 250.000 δρχ, στις 28.2.1994 700.000 δρχ, στις 1.4.1994 1.500.000 δρχ, στις 26.4.1994 9.000.000 δρχ, στις 26.4.1994 6.000.000 δρχ, στις 31.5.1994 9.000.000 δρχ, στις 3.15.1994 7.000.000 δρχ, στις 4.7.1994 5.000.000 δρχ, στις 27.7.1994 700.000 δρχ, στις 26.4.1995 5.500.000 δρχ, στις 18.8.1995 7.000.000 δρχ, στις 25.10.1995 250.000 δρχ, στις 25.10.1995 700.000 δρχ, στις 4.12.1995 6.500.000 δρχ, στις 5.3.1996 500.000 δρχ, στις 19.7.1996 1.500.000 δρχ, στις 24.7.1996 400.000 δρχ, στις 3.12.1996 200.000 δρχ και στις 10.4.1997 1.200.000 δρχ, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 18.1.1990 έως και 10.4.1997 προέβη σε 23 αναλήψεις από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, συνολικού ποσού, κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό, 95.893.953 δρχ, και όχι 170.415.199 δρχ, ως αναφέρεται στην αγωγή, μετά όμως εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό των αθροιζομένων μερικότερων κονδυλίων, 6] από τον με αριθμό ...
της Τράπεζας Αττικής στις 2.10.1995 5.000.000 δρχ. Ας επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι στην ως άνω έκθεση του πραγματογνώμονος αναφέρεται και μία ανάληψη στις 4.7.1997 ποσού 12.057.580 δρχ από τον εναγόμενο, η οποία και πράγματι προκύπτει από έγγραφο της ως άνω Τράπεζας με ημερομηνία 20.1.1999, πλην όμως αυτή [ανάληψη] δεν αποτελεί αντικείμενο της ενδίκου αγωγής, ο εν λόγω δε κοινός λογαριασμός των διαδίκων, έφερε, όπως προελέχθη, ως δικαιούχο, με καμμία όμως συμμετοχή, και την σύζυγο του ενάγοντος, 7] από τον με αριθμό ...
της ίδιας τράπεζας (Αττικής) στις 9.9.1996 4.412.852 δρχ, στις 23.12.1997 124.362.785 δρχ και στις 16.1.1998 42.000.000 δρχ, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 9.9.1996 έως και 16.1.1998 προέβη σε 3 αναλήψεις από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, συνολικού ποσού 170.775.637 δρχ, 8] από τον με αριθμό ... της Τράπεζας Αττικής στις 11.8.1995 3.091.088 δρχ, στις 21.8.1995 6.217.000 δρχ, στις 25.8.1995 1.300.000 δρχ, στις 30.8.1995 700.000 δρχ, στις 14.9.1995 1.000.000 δρχ, στις 15.9.1995 500.000 δρχ, στις 25.9.1995 1.417.185 δρχ, στις 29.9.1995 1.191.675 δρχ, στις 10.10.1995 1.414827 δρχ, στις 13.10.1995 600.000 δρχ, στις 17.10.1995 920.000 δρχ, στις 8.11.1995 800.000 δρχ, στις 27.12.1995 8.033.172 δρχ, στις 8.1.1996 9.000.000 δρχ, στις 8.1.1996 1.000.000 δρχ, στις 19.1.1996 1.596.357 δρχ, στις 25.1.1996 2.585.271 δρχ, στις 8.2.1996 1.854.558 δρχ, στις 15.2.1996 5.825.367 δρχ, στις 1.3.1996 2.700.000 δρχ, στις 3.4.1996 3.676.000 δρχ, στις 19.4.1996 9.000.000 δρχ, στις 19.4.1996 1.000.000 δρχ, στις 9.7.1996 1.700.000 δρχ, στις 16.7.1996 687.000 δρχ, στις 31.7.1996 500.000 δρχ, στις 21.8.1996 800.000 δρχ, στις 23.8.1996 1.500.000 δρχ, στις 30.8.1996 1.690.000 δρχ, στις 4.10.1996 1.426.873 δρχ, στις 22.10.1996 500.000 δρχ, στις 30.10.1996 1.000.000 δρχ, στις 4.11.1996 500.000 δρχ, στις 2.12.1996 1.350.000 δρχ, στις 10.1.1997 8.000.000 δρχ, στις 14.1.1997 6.925.347 δρχ, στις 22.1.1997 3.602.188 δρχ, στις 6.2.1997 2.349.223 δρχ, στις 24.2.1997 2.625.000 δρχ, στις 27.2.1997 1.249.876 δρχ, στις 21.3.1997 870.000 δρχ, στις 31.3.1997 530.000 δρχ, στις 15.4.1997 650.000 δρχ, στις 30.4.1997 550.000 δρχ, στις 2.5.1997 670.000 δρχ, στις 5.6.1997 500.000 δρχ, στις 6.6.1997 600.000 δρχ, στις 15.7.1997 1.611.681 δρχ, στις 12.8.1997 5.983660 δρχ, στις 14.8.1997 2.600.000 δρχ, στις 29.8.1997 2.000.000 δρχ, στις 16.9.1997 830.000 δρχ, στις 22.9.1997 280.263 δρχ, στις 23.9.1997 1.430.000 δρχ, στις 29.9.1997 1.950.000 δρχ, στις 1.10.1997 3.000.000 δρχ, στις 7.10.1997 381.694 δρχ, στις 16.10.1997 728.661 δρχ, στις 21.10.1997 458.467 δρχ, στις 29.10.1997 618.099 δρχ, στις 30.10.1997 440.000 δρχ, στις 3.11.1997 1.05.000 δρχ, στις 3.11.1997 1.105.000 δρχ, στις 3.11.1997 2.675.266 δρχ, στις 20.11.1997 1.1000.000 δρχ, στις 1.12.1997 3.140.000 δρχ, στις 1.12.1997 405.000 δρχ, στις 1.12.1997 472.577 δρχ, στις 9.12.1997 800.000 δρχ, στις 9.12.1997 1.000.000 δρχ, στις 30.12.1997 1.700.000 δρχ, στις 30.12.1997 1.718.910 δρχ, στις 30.12.1997 1.923.215 δρχ, στις 7.1.1998 3.404.022 δρχ, στις 20.1.1998 2.183.914 δρχ, στις 30.1.2998 2.010.708 δρχ, στις 9.2.1998 1.213.000 δρχ, στις 10.2.1998 1063.365 δρχ, στις 14.2.1998 1.291.791, στις 25.2.1998 1.009.101 δρχ, και στις 31.3.1998 2.240.822 δρχ, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 11.8.1995 έως και 31.3.1998 προέβη σε 80 αναλήψεις από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, συνολικού ποσού, κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό, 158.867.223 δρχ, και όχι 172.225.697 δρχ, ως αναφέρεται στην αγωγή, μετά όμως από εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό των αθροιζομένων μερικότερων κονδυλίων, ούτε και 158.877.223 δρχ, ως αναφέρεται στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, λόγω αναγραφής της ανάληψης της 1.12.1997 εσφαλμένα στο ποσό 482.577 δρχ, αντί του ορθού 472.577 δρχ, όπως προκύπτει από το σχετικό παραστατικό της ως άνω τράπεζας, 9] από τον με αριθμό ...
της Αγροτικής Τράπεζας στις 27.10.1995 5.000.000 δρχ, δηλαδή προέβη σε μία ανάληψη από τον εν λόγω κοινό λογαριασμό. Ισχυρίζεται βέβαια ο ενάγων ότι από τον εν λόγω κοινό λογαριασμό ο εναγόμενος προέβη και στις κάτωθι αναλήψεις, ήτοι στις 15.12.1995 2.510.791 δρχ, στις 15.6.95 σε δύο αναλήψεις, μία 366.560 δρχ και έτερη 227.281 δρχ και στις 27.5.1996 220.000 δρχ, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτουν αυτές [εν λόγω αναλήψεις], ο ίδιος δε ο τεχνικός σύμβουλος αυτού [ενάγοντος] στη σχετική έκθεση του κάνει λόγο για ανάληψη αποδεικνυόμενη μόνο αυτής της 27ης - 1001995 ποσού 5.000.000 δρχ, δηλαδή της ως άνω αναφερομένης ως αποδειχθείσης, και 10] από τον με αριθμό ...
της αμέσως πιο πάνω τράπεζας [Αγροτικής] στις 17.9.1993 2.800.000 δρχ και στις 17.4.1995 253.000 δρχ, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από 17.9.1993 έως και 17.4.1995 προέβη σε 2 αναλήψεις από τον εν λόγω κοινό λογαριασμό, συνολικού ποσού 3.053.000 δρχ. Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα ο εναγόμενος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1990 έως και το έτος 1998 ανέλαβε από τους ως άνω κοινούς λογαριασμούς που τηρούσε με τον ενάγοντα καταρχήν στο συνολικό ποσό των 930.839.642 [205.128.425 + 8.872.939 + 151.896.795 + 33.670.663 + 92.681.007 + 95.839.953 + 5.000.000 + 170.775.637 + 158.867.223 + 5.000.000 + 3.053.000] δρχ.
Πιο συγκεκριμένα κατ' έτος ο εναγόμενος ανέλαβε από τους ως άνω κοινούς λογαριασμούς τα εξής ποσά: 1] από τον πιο πάνω με αριθμό 5 λογαριασμό [... της πρώην Ιονικής] το έτος 1990 το συνολικό ποσό των 24.741.700 δρχ, το έτος 1991 το συνολικό ποσό των 8.252.253 δρχ, το έτος 1992 το ποσό των 250.000 δρχ, 2] από τον πιο πάνω με αριθμό 10 λογαριασμό [...
της Αγροτικής] το έτος 1993 το ποσό των 2.800.000 δρχ, και από τον ως άνω με αριθμό 3 λογαριασμό [... της Εθνικής] το συνολικό ποσό των 33.670.663 δρχ, δηλαδή συνολικά ανέλαβε 36.470.663 δρχ, κατά το εν λόγω έτος [1993], 3] από τον πιο πάνω με αριθμό 2 λογαριασμό [... της Μακεδονίας-Θράκης] το έτος 1994 ανέλαβε το συνολικό ποσό των 4.519.960 δρχ και από τον ως άνω με αριθμό 5 λογαριασμό [της Ιονικής] το συνολικό ποσό των 38.900.000 δρχ, δηλαδή συνολικά ανέλαβε 124.487.938 δρχ κατά το εν λόγω έτος [1994], 4] από τον πιο πάνω με αριθμό 9 λογαριασμό [...
της Αγροτικής] το έτος 1995 το ποσό των 5.000.000 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 10 λογαριασμό της αυτής Τράπεζας, δηλαδή τον με αριθμό ..., το ποσό των 253.000 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 2 λογαριασμό, δηλαδή τον με αριθμό ... της Μακεδονίας-Θράκης, το συνολικό ποσό των 4.352.979 δρχ, από τον αυτό λογαριασμό, όπως πιο πάνω μεταπτώθηκε, το συνολικό ποσό των 23.314.603 δρχ, από τον πιο πάνω με αριθμό 4 λογαριασμό [...
της Εθνικής] το συνολικό ποσό των 7.266.007 δρχ, από τον πιο πάνω με αριθμό 5 λογαριασμό [δηλ της Ιονικής] το συνολικό ποσό των 19.950.000 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 6 λογαριασμό [... της Αττικής] το ποσό των 5.000.000 δρχ και από τον ως άνω με αριθμό 8 λογαριασμό [... της Αττικής] το συνολικό ποσό των 27.184.947 δρχ, δηλαδή συνολικά ανέλαβε κατά το εν λόγω έτος [1995] το ποσό των 92.321.536 δρχ, 5] από τον ως άνω με αριθμό 1 λογαριασμό [...
της Εμπορικής] το έτος 1996 το συνολικό ποσό των 2.000.000 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 2 λογαριασμό [της Μακεδονίας-Θράκης, όπως μεταπτώθηκε] το ποσό των 5.000.000 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 5 λογαριασμό [της Ιονικής] το συνολικό ποσό των 2.600.000 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 7 λογαριασμό [... της Αττικής] το ποσό των 4.412.852 δρχ και από τον ως άνω με αριθμό 8 λογαριασμό [...] το συνολικό ποσό των 49.891.426 δρχ, δηλαδή συνολικά ανέλαβε κατά το εν λόγω έτος [1996] το ποσό των 63.904.278 δρχ, 6] από τον ως άνω με αριθμό 1 λογαριασμό [...] το έτος 1997 το συνολικό ποσό των 182.583.974 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 2 λογαριασμό [όπως μεταπτώθηκε] το συνολικό ποσό των 123.582.192 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 5 λογαριασμό [της πρώην Ιονικής] το ποσό του 1.200.000 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 7 λογαριασμό [...
της Αττικής] το ποσό των 124.362.785 δρχ και από τον πιο πάνω με αριθμό 8 λογαριασμό [... της Αττικής] το συνολικό ποσό των 67.374.127 δρχ, δηλαδή συνολικά ανέλαβε κατά το εν λόγω έτος [1997] το ποσό των 499.103.078 δρχ και 7] από τον ως άνω με αριθμό 1 λογαριασμό [της Εμπορικής] το ποσό των 20.544451 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 4 λογαριασμό [...
της Εθνικής] το συνολικό ποσό των 4.347.022 δρχ, από τον ως άνω με αριθμό 7 λογαριασμό [της Αττικής Τράπεζας] το ποσό των 42.000.000 δρχ και από τον ως άνω με αριθμό 8 λογαριασμό της ίδιας Τράπεζας [Αττικής] το συνολικό ποσό των 14.416.723 δρχ, δηλαδή συνολικά ανέλαβε κατά το εν λόγω έτος [1998] το ποσό των 81.308.196 δρχ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος το συνολικό ποσό των 100.000.000 δρχ, το οποίο ανέλαβε στις 16.5.1997 από τον ως άνω τηρούμενο κοινό λογαριασμό με αριθμό ...
στην Εμπορική Τράπεζα δια των ως άνω δώδεκα [12] σχετικών τραπεζικών πράξεων, διέθεσε για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων την ίδια ημέρα στην ίδια Τράπεζα επ' ονόματι αυτού και του ενάγοντος, το δε συνολικό ποσό των 42.000.000 δρχ, που ο ίδιος ανέλαβε στις 10.9.1997 από τον ίδιο λογαριασμό δια των ως άνω τεσσάρων τραπεζικών πράξεων, διέθεσε για την αγορά Α/Κ ΕΡΜΗΣ επ' ονόματι αυτού και του ενάγοντος.
Επίσης, η ως άνω στις 16.1.1998 ανάληψη από αυτόν [εναγόμενο] ποσού 42.000.000 δρχ από τον τηρούμενο στην Τράπεζα Αττικής λογαριασμό με αριθμό ..., επενδύθηκε σε Αμοιβαία Κεφάλαια της Ε.Τ.Ε επ' ονόματι αμφοτέρων των διαδίκων, ήτοι ενάγοντος και εναγομένου, την αυτή ημέρα, ενώ οι ως άνω δύο [2] τον αριθμό αναλήψεις που έγιναν από αυτόν στις 26.4.1994 από τον πιο πάνω με αριθμό ...
λογαριασμό της πρώην Ιονικής Τράπεζας, συνολικού ποσού 15.000.000 δρχ, τοποθετήθηκαν σε Α/Κ της αυτής Τράπεζας, επ' ονόματι αμφοτέρων των διαδίκων, οι δε έτερες πιο πάνω δύο αναλήψεις, που έγιναν από αυτόν στις 31.5.1994 από τον ως άνω τηρούμενο στην Τράπεζα Αττικής με αριθμό ... κοινό λογαριασμό, συνολικού ποσού 16.000.000 δρχ, τοποθετήθηκαν επ' ονόματι αμφοτέρων των διαδίκων.
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η αμέσως πιο πάνω προθεσμιακή κατάθεση ποσού 16.000.000 δρχ, καίτοι σ' αυτή αρχικώς εφέροντο δικαιούχοι αμφότεροι οι διάδικοι, εν τέλει εξοφλήθηκε στις 7.6.1994 με έκδοση σχετικής Τραπεζικής επιταγής, η οποία όμως εκδόθηκε με δικαιούχο αναλήψεως αυτού [ποσού] μόνο τον εναγόμενο.
Επίσης, οι ως άνω με ημερομηνία 19.5.1997 αναλήψεις από τον εναγόμενο από τον πιο πάνω κοινό λογαριασμό που τηρούσαν οι διάδικοι στην Εμπορική Τράπεζα με αριθμό ... συνολικού ποσού 29.983.974, διατέθηκαν από αυτόν [εναγόμενο] για αγορά μετοχών, μόνο όμως επ' ονόματι αυτού [εναγομένου], θα γίνει δε λόγος παρακάτω γι' αυτό.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ως άνω στις 10.12.1997 ανάληψη από τον εναγόμενο ποσού 80.882.192 δρχ από τον με αριθμό ... της τότε Τράπεζας Μακεδονίας- Θράκης και ήδη Πειραιώς κατετέθη την ίδια ημέρα στον κοινό λογαριασμό με αριθμό ... της Τράπεζας Αττικής, θα γίνει δε λόγος ειδικά και γι' αυτό το ποσό παρακάτω. Επίσης, η ως άνω ανάληψη από τον εναγόμενο στις 16.12.1997 του ποσού των 42.700.000 δρχ από τον αμέσως πιο πάνω λογαριασμό, κατατέθηκε αυθημερόν στον έτερο κοινό λογαριασμό που αυτοί [διάδικοι] τηρούσαν στην Τράπεζα Αττικής με αριθμό ..., ενώ από την ως άνω ανάληψη της 23.12.1997 από τον εναγόμενο ποσού 124.362.785 δρχ από τον κοινό λογαριασμό με αριθμό ...
της Τράπεζας Αττικής, κατετέθη στις 2.1.1998 μέρος αυτής, ύψους 42.700.000 δρχ στην αυτή Τράπεζα και στον ίδιο λογαριασμό. Έτσι, από το ως άνω συνολικό ποσό των 930.839.642 δρχ, που ο εναγόμενος ανέλαβε, επενδύθηκε ή επανατοποθετήθηκε συνολικό ποσό 411.266.166 δρχ, με τις ως άνω όμως επισημάνσεις, όσον αφορά τα ποσά των 16.000.000 δρχ και 29.983.974 δρχ, και γι' αυτό πρέπει από το πιο πάνω συνολικό ποσό που ανέλαβε ο εναγόμενος από τους προαναφερόμενους κοινούς λογαριασμούς που ετηρούντο στις Τράπεζες Μακεδονίας-Θράκης, Εθνικής και της πρώην Ιονικής, συνολικού ύψους 124.487.938 δρχ, να αφαιρεθεί το ποσό της ως άνω επενδύσεως, ύψους 15.000.000 δρχ, και άρα αυτός [εναγόμενος] ανέλαβε τελικώς κατά τον εν λόγω χρόνο το ποσό των 109.487.938 [124487.938-15.000.000] δρχ, σημειουμένου ότι το Δικαστήριο δεν θα προβεί στην αφαίρεση και του άνω ποσού των 16.000.000 δρχ, αφού αυτή [επένδυση] ναι μεν αρχικώς αφορούσε αμφοτέρους τους διαδίκους, τελικώς όμως το ποσό εισέπραξε, όπως προελέχθη, μόνο ο εναγόμενος, να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό των 499.103.078 δρχ που ανέλαβε αυτός [εναγόμενος] το έτος 1997, από τους ως άνω λογαριασμούς που ετηρούντο στις Τράπεζας Εμπορική, Μακεδονίας-Θράκης, πρώην Ιονική και Αττικής, τα ποσά των 100.000.000, 42.000.000 δρχ [επενδυθέντα ποσά], το ποσό των 29.983.974 δρχ, για το λόγο που πιο κάτω θα ειπωθεί, τα ποσά των 80.882.192, 42.700.000 και 42.700.000 δρχ [επανακατατεθέντα ποσά], και άρα αυτός [εναγόμενος] ανέλαβε κατά τον εν λόγω χρόνο το ποσό των 160.836.912 [499.103.078-100.000.000-42.000.000 - 80.882.192 -42.700.000- 42.700.000-29.983.974] δρχ, και να αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό των 81.308.196 δρχ που ανέλαβε αυτός ] εναγόμενος] το έτος 1998 από τους ως άνω λογαριασμούς που ετηρούντο στις Τράπεζες Εμπορική, Εθνική και Αττικής, το ποσό των 42.000.000 δρχ [επενδυθέν ποσό] και το ποσό των 20.544.451 δρχ, για το λόγο που πιο κάτω θα ειπωθεί, και άρα αυτός [εναγόμενος] ανέλαβε κατά τον εν λόγω χρόνο το ποσό των 18.763.745 [81.308.196- 42.000.000 - 20.544.451] δρχ.
Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, και ενόψει του πρωτοδίκως προβληθέντος από τον εναγόμενο ισχυρισμού, ο οποίος επαναφέρεται προς κρίση παραδεκτώς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περί συμφωνίας του με τον ενάγοντα αναλήψεως της οικονομικής διαχειρίσεως της ως άνω μεταξύ τους υφισταμένης ομορρύθμου εταιρίας και των ως άνω κοινών λογαριασμών αυτών, που ετηρούντο για τις ανάγκες αυτής και την τοποθέτηση των χρημάτων που από αυτή απεκόμιζαν, ο οποίος ελέγχεται και ουσία βάσιμος, ομολογείται άλλωστε από τον ενάγοντα, λόγος για είσπραξη τελικώς από τον εναγόμενο από αυτούς [άνω κοινούς λογαριασμούς] πρέπει να γίνει τα εξής ποσά: 1] 24.741.700 δρχ για το έτος 1990, 2] 8.252.253 δρχ για το έτος 1991, 3] 250.00 δρχ για το έτος 1992, 4] 36.470-663 δρχ για το έτος 1993, 5] 109.487.938 δρχ για το έτος 1994, 6] 92.321 δρχ για το έτος 1995, 7] 63.904.278 δρχ για το έτος 1996, 8] 160.836.912 δρχ για το έτος 1997 και 9] 18.763.745 δρχ για το έτος 1998.
Στο σημείο αυτό πρέπει, να επισημανθούν τα ακόλουθα ως προς τον ως άνω υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό των διαδίκων που τηρούσαν στην Αγροτική Τράπεζα: Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως ότι στον εν λόγω λογαριασμό, ο οποίος άνοιξε στις 25.4.1995 και έκλεισε στις 24.6.1998, είχε οδηγηθεί σταδιακά το σύνολο σχεδόν των καταθέσεων αυτών [διαδίκων], λόγω της καλλίτερης επιτοκιακής απόδοσης, ενεφάνιζε δε αυτός στις 6.12.1996 ως υπόλοιπο ποσό αυτό των 255.9000.000 δρχ το οποίο την ημερομηνία αυτή απεφάσισαν να διανείμουν κατ' ισομοιρίαν.
Έτσι στις 6.12.1996 προχώρησαν σε δύο αναλήψεις 127.500.000 δρχ ο καθένας. Ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίο επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αποδεικνύεται και ουσία βάσιμος. Τούτο δε διότι ρητώς και μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περί τούτου ο μάρτυς ανταποδείξεως, ο οποίος, σημειωτέο, ετύγχανε λογιστής της εταιρίας των διαδίκων, και εκ της ιδιότητος του αυτής έχει άμεση γνώση και τυγχάνει τρίτους προς αμφοτέρους, και γι' αυτό το Δικαστήριο δεν έχει λόγο για να αμφιβάλλει γι' αυτή [κατάθεση του], ενισχύεται δε η εν λόγω κρίση του Δικαστηρίου και από το γεγονός της περιεχομένης στην υπό κρίση αγωγή ομολογίας του ενάγοντος, στην 18η σελίδα της οποίας επί λέξει αναφέρεται: "....
Επειδή η μόνη κατ' ισομοιρίαν διανομή που έγινε μεταξύ εμού και του εναγομένου ήταν το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. ... κοινού τραπεζικού λογαριασμού του ν. 5638/32 που τηρούσαμε στην ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ [κατάστημα Γιαννιτσών], εκ του οποίου ως άνω λογαριασμού διανεμήθηκε το ποσό των 127.500.000 δρχ στον καθένα μας ο δε ως άνω λογαριασμός έκλεισε την 24.6.98..." ισχυρίζεται βέβαια ο τελευταίος [ενάγων] ότι το ως άνω ποσό των 127.500.000 δρχ σύν 2.500.000 δρχ που έλαβε σε μετρητά από τον εναγόμενο και εν συνόλω 130.000.000 δρχ τα έλαβε ο ίδιος, διότι ο εναγόμενος του είχε ομολογήσει ότι αυθαίρετα είχε κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα λάβει και ο ίδιος ισόποσο ποσό, και έτσι το ως άνω απ' αυτόν [εναγόμενο] ποσό των 127.500.000 δρχ ανήκει κατ' ισομοιρίαν και στους δύο - ο ισχυρισμός του αυτός ελέγχεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος-Τούτο δε διότι, ο ίδιος, όπως προαναφέρθηκε, ομολογεί την εν λόγω οικειοθελή μεταξύ τους διανομή περί τα τέλη του έτους 1996, όταν πλέον, όπως ήδη προειπώθηκε, οι σχέσεις του με τον εναγόμενο αδελφό του άρχισαν πλέον να διαταράσσονται, ο ίδιος, σε ανύποπτο χρόνο, και πιο συγκεκριμένα στην από 12.3.1999 έγκλησή του σε βάρος αυτού [εναγομένου] που υπέβαλε στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημ/κών, ομολογεί και πάλι αυτή [διανομή], όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής [εγκλήσεως], ομολογεί, επίσης, αυτή και στο σχετικό υπόμνημα του με ημερομηνία 11.8.1999 που κατέθεσε ενώπιον του ως άνω εισαγγελέως.
Ενισχυτικό της εν λόγω κρίσεως του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι η ανάληψη του ως άνω ποσού [127.500.000 δρχ] από τον εναγόμενο στις 6.12.1996 δεν αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής, που λογικά θα έπρεπε, αν πράγματι δεν επισυνέβη αυτό, λόγω της ως άνω οικειοθελούς μεταξύ τους διανομής του πιο πάνω ποσού [255.000.000 δρχ] κατ' ισομοιρίαν.
Η επίκληση από πλευράς του ενάγοντος της από 16.10.1998 αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που άσκησε ο εναγόμενος εναντίον του και της από 22.10.1998 αιτήσεως αντικαταστάσεως εκκαθαριστών αυτού [εναγομένου], προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του, και πάλι δεν αποδεικνύει βάσιμο αυτού (ισχυρισμού του), αφού από την επισκόπηση των εν λόγω δικογράφων δεν προκύπτει αυτός, ούτε μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική παραδοχή αυτού μόνη η κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, σημειωτέο, τυγχάνει σύζυγος αυτού [ενάγοντος], και προσπαθεί να συμπορευθεί με τους ισχυρισμούς αυτού, χωρίς όμως να ενισχύεται αυτή [κατάθεση] και από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος το πιο πάνω ποσό των 127.500.000 δρχ, καίτοι είναι αποκλειστικά δικό του, συνεχίζει να επενδύει αυτό και στο όνομα του αδελφού του- Η πράγματι ασύνηθης στις συναλλαγές εν λόγω συμπεριφορά του εναγομένου, γίνεται επειδή πιστεύει ότι έτσι ενεργώντας μπορεί να επανέλθει η σχέση του με τον αδελφό του στο επίπεδο που υπήρχε, πριν την διατάραξή της και πιο πάνω αναφέρθηκε- Το εν λόγω, λοιπόν, ποσό [127.500.000 δρχ] αποδεικνύεται ότι αυτός [εναγόμενος] επενδύει, αυξανόμενο δια των τόκων, ως ακολούθως:
Στις 6.12.1996 σε Α/Κ Δ.Τ.Ε, στις 9.1.1997 σε Α/Κ ΔΙΑΧ.ΔΙΑΘ.ΑΤΕ, ποσού πλέον 129.800.000, στις 11.2.1997 σε Α.Κ ΔΙΑΧ.ΔΙΑΘ.ΑΤΕ, ποσού πλέον 131.120.126 δρχ, στις 12.3.1997 σε Α.Κ ΔΙΑΧ.ΔΙΑΘ.ΑΤΕ, ποσού πλέον 132.200.000 δρχ. Στη συνέχεια ρευστοποιεί αυτό [Α/Κ], ποσού πλέον μετά των τόκων 133.464.701 δρχ και καταθέτει αυτό στον εν λόγω λογαριασμό, από τον οποίο στις 15.4.1997 μεταφέρει ποσό 133.00.000 στην Εμπορική Τράπεζα και το επενδύει σε Α/Κ ΕΡΜΗΣ, το οποίο ρευστοποιεί και καταθέτει στον με αριθμό ...
λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας- Από το εν λόγω ποσό των 133.000.000 δρχ ελήφθησαν στις 16.5.1997 και επενδύθηκαν τρία επί μέρους κονδύλια συνολικού ποσού 129.983.974 [80.000.000 + 20.000.000 + 26.983.974] δρχ, από τα οποία αυτό των 29.983.974 δρχ επενδύθηκε ως ανωτέρω, και γι' αυτό και το εισέπραξε μόνο αυτός, και δεν συγκαταλέγεται από το Δικαστήριο στις αναλήψεις του αντιστοίχου έτους [1997], αφού ήταν αποκλειστικά δικά του χρήματα και αυτό των 20.000.000 δρχ, το οποίο λόγω της επενδύσεώς του σε Α/Κ ΕΡΜΗΣ ΔΥΝΑΜ ΕΜΠ ΤΡΑΠ ανήλθε στο ποσό των 20.463.677 δρχ, το οποίο αναλήφθηκε απ' αυτόν στις 21.4.1998 από τον ως άνω λογαριασμό της ΕΜΠ.ΤΡΑΠ και γι' αυτό δεν συγκαταλέγεται από το Δικαστήριο στις αναλήψεις του αντιστοίχου έτους [1998], αφού ήταν αποκλειστικά δικά του χρήματα, κατά τον ουσία βάσιμο σχετικό ισχυρισμό του που προεβλήθη παραδεκτώς πρωτοδίκως και φέρεται προς κρίση, επίσης, παραδεκτώς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Επισημαίνεται ότι το άνω ποσό των 80.000.000 δρχ, το οποίο δια της επενδύσεως του σε Α/Κ ΕΡΜΗΣ ΕΙΣΟΔ ΕΜΠΟΡ ΤΡΑΠ, σε Α/Κ ΔΙΑΧ.ΔΙΑΘ.ΤΡΑΠ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΘΡΑΚΗΣ, ρευστοποίηση και κατάθεση τελικώς στον λογαριασμό ... της Τράπεζας Αττικής, ανήλθε στο ποσό των 80.882.192 δρχ. Ας λεχθεί στο σημείο αυτό ότι, το εν λόγω ποσό είναι αυτό που προαναφέρθηκε ως ανάληψη από τον με αριθμό ...
λογαριασμό της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης, στον οποίο μεταπτώθηκε ο αρχικός λογαριασμός με αριθμό ..., η οποία επισυνέβη στις 10.12.1997 και το οποίο κατατέθηκε στον άνω λογαριασμό [...] της Τράπεζας Αττικής στις 10.12.1997 και αφαιρέθηκε από τις αναλήψεις του αντιστοίχου έτους [1997] ως επανακατατεθέν. Όμως, όπως ήδη εκτέθηκε, στις 23.12.1997 από τον εν λόγω λογαριασμό ο εναγόμενος προβαίνει σε ανάληψη το ποσού των 124.362.785 δρχ, από το οποίο, όπως, επίσης, προειπώθηκε, επιστρέφει στον εν λόγω λογαριασμό στις 2.1.1998 το ποσό των 42.700.000 δρχ, το οποίο ήδη και αφαιρέθηκε από τις αναλήψεις του εν λόγω έτους [1997] ως επανακατατεθέν και πρέπει, εφόσον έγινε δεκτό ότι το ως άνω ποσό των 80882.192 δρχ ήταν αποκλειστικά δικό του, να αφαιρεθεί και αυτό από τις προαναφερόμενες αναλήψεις του αντιστοίχου έτους [1997] συνολικού ύψους, όπως προειπώθηκε, 160.836.912 δρχ και τελικώς το ποσό που ανέλαβε αυτός [εναγόμενος] κατά το έτος 1997 ανήλθε στο ποσό των 79.954.720 [160.836.912 - 80.882.192] δρχ.
Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι οι ως άνω επίδικες αναλήψεις έγιναν από αυτόν για να καλύψουν τις επενδύσεις στις οποίες είχε προβεί και για την αντιμετώπιση των πάγιων λειτουργικών εξόδων της εταιρίας σε εκτέλεση της συμφωνίας τους με τον ενάγοντα αυτός μεν [εναγόμενος] να αναλάβει εξ ολοκλήρου αποκλειστικά την οικονομική διαχείριση αυτής [εταιρίας], ο δε ενάγων να αναλάβει εξ ολοκλήρου την επιχειρηματική ανάπτυξη αυτής [εταιρίας].
Ο ισχυρισμός του αυτός, τον οποίο επαναφέρει παραδεκτώς προς κρίση και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ελέγχεται δεκτός ως ουσία εν μέρει βάσιμος. Τούτο δε διότι εκ των παραστατικών εγγράφων της συνοδεύουσας την ως άνω διαταχθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη, σε συνδυασμό και με τα ως άνω λοιπά αποδεικτικά μέσα προκύπτουν τα ακόλουθα: 0 εναγόμενος, όπως ήδη προελέχθη, κατά το έτος 1990 προέβη σε ανάληψη από τον πιο πάνω κοινό λογαριασμό συνολικού ποσού 24.741.740 δρχ.
Το εν λόγω ποσό, όπως προκύπτει από τα σχετικά περίπου 712 παραστατικά έγγραφα του εν λόγω έτους, συνολικού ύψους, σημειωτέο, 83.540.748 δρχ, δηλαδή ύψους υπερκαλύπτοντος το ποσό αυτό [24.741.700], ανέλαβε για την πληρωμή προμηθειών της εταιρίας, πληρωμή τιμολογίων, πληρωμή εξόδων μεταφοράς και εισαγωγής εμπορευμάτων από το εξωτερικό κλπ, το ως άνω αναληφθέν ποσό των 8.252.253 δρχ του έτους 1991 ανέλαβε για την αυτή αιτία, όπως προκύπτει από τα σχετικά 423 τον αριθμό παραστατικά έγγραφα, συνολικού ύψους 38.976.988 δρχ, ήτοι ύψους υπερκαλύπτοντος το εν λόγω ποσό [8.252.253], το ως άνω αναληφθέν ποσό των 250.000 δρχ του έτους 1992, έγινε για την αυτή αιτία, όπως προκύπτει από τα σχετικά 381 παραστατικά έγγραφα, συνολικού ύψους 38.763.440 δρχ, ήτοι ύψους υπερκαλύπτοντος το εν λόγω ποσό [250.000].
Για την άνω ανάληψη του έτους 1993, συνολικού ύψους 36.470.663 δρχ προκύπτει ότι για την ως άνω αιτία διατέθηκε μόνο το ποσό των 19.112.722 δρχ [βλ σχετικά παραστατικά έγγραφα εκδοθέντα το εν λόγω χρόνο 213 τον αριθμό] ενώ για το υπόλοιπο ποσό, ύψους 17.357.941 [36.470.663-19.112.722] δρχ κανένα σχετικό έγγραφο δεν υφίσταται φέρον ημερομηνία εκδόσεως το έτος 1993 ή έγγραφο που να αναφέρεται σε συγκεκριμένη καταβολή ποσού κατά το έτος αυτό.
Επίσης, για την ως άνω ανάληψη του έτους 1994, συνολικού ύψους 109.487.938 δρχ, προκύπτει ότι για την ως άνω αιτία διατέθηκε μόνο το ποσό των 91.347.830 δρχ [βλ σχετικά παραστατικά έγγραφα εκδοθέντα τον εν λόγω χρόνο 432 τον αριθμό], ενώ για το υπόλοιπο ποσό, ύψους 18.140.108 [109.487.938 - 91.347.830] δρχ κανένα σχετικό έγγραφο δεν υφίσταται φέρων ημερομηνία εκδόσεως το έτος 1994, ή έγγραφο που να αναφέρεται σε συγκεκριμένη καταβολή ποσού κατά το έτος αυτό.
Για την άνω ανάληψη του έτους 1995, συνολικού ύψους 92.321.536 δρχ προκύπτει ότι έγινε για την ως άνω αιτία [βλ σχετικά παραστατικά έγγραφα εκδοθέντα τον εν λόγω χρόνο 492 τον αριθμό περίπου, συνολικού ύψους 175.413.694 δρχ, ήτοι ποσού υπερκαλύποντος το ως άνω αναληφθέν ποσό]. Επίσης, για την ως άνω ανάληψη του έτους 1996, συνολικού ύψους 63.904.278 δρχ, προκύπτει ότι και αυτή έγινε για την ως άνω αιτία [βλ σχετικά παραστατικά έγγραφα εκδοθέντα τον εν λόγω χρόνο 356 τον αριθμό, συνολικού ύψους 100.325.453 δρχ, ήτοι ποσού υπερκαλύπτοντος το ως άνω αναληφθέν ποσό].
Για την ως άνω ανάληψη του έτους 1997, συνολικού ύψους 79.954.720 δρχ, προκύπτει ότι και αυτή έγινε για την ως άνω αιτία [βλ σχετικά παραστατικά έγγραφα εκδοθέντα τον εν λόγω χρόνο 466 τον αριθμό, συνολικού ύψους 90.278.256 δρχ, ήτοι ποσού υπερκαλύπτοντος το ως άνω αναληφθέν ποσό], ενώ για την ανάληψη του ως άνω ποσού των 18.763.745 δρχ του έτους 1998 κανένα σχετικό παραστατικά έγγραφο δεν υφίσταται, που να αποδεικνύει ότι διετέθη από τον εναγόμενο για την ως άνω αιτία.
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι ημερομηνίες έκδοσης των ως άνω παραστατικών εγγράφων σπανίως ταυτίζονται και με την εξόφληση αυτών και άρα και με τις ως άνω ημερομηνίες αναλήψεων από τους κοινούς λογαριασμούς, συμβαίνει δε αυτό εξ αιτίας της κοινής πρακτικής και επιβολής από το φορολογικό καθεστώς, η έκδοση αυτών [τιμολογίων] να γίνεται είτε με την αποστολή των εμπορευμάτων, είτε εντός της μέγιστης προθεσμίας των 30 ημερών από την έκδοση του σχετικού δελτίου αποστολής [βλ και σχετική επισημείωση στην ως άνω διαταχθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη όπου και περαιτέρω επισήμανση για τον τρόπο πληρωμής των εισαγομένων προϊόντων].
Έτσι, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο εναγόμενος οφείλει να αποδώσει στον ενάγοντα το ήμισυ του ανωτέρω συνολικού ποσού των 55.261.794 [17.357.941 + 18.140.108 + 18.763.745] δρχ, που αναλογεί στο από 50% μερίδιο αυτού επ' αυτών (χρημάτων) που ανέλαβε από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, που αυτοί διατηρούσαν, και το οποίο αφορά αναλήψεις των ως άνω ετών [1993, 1994 και 1998], δηλαδή οφείλει να του αποδώσει το ποσό των 27.630.897 δρχ και ή σε ευρώ 81.088,47 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Ας επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι ναι μεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα λειτουργίας της ως άνω μεταξύ τους υφισταμένης εταιρίας και μέχρι τον ως άνω χρόνο καταγγελίας αυτής απέκτησαν, όπως ήδη προελέχθη, σημαντική ακίνητη περιουσία αμφότεροι, και βεβαίως, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής υποβλήθηκαν σε έξοδα για την κατασκευή των πράγματι πολυτελών κατοικιών τους, όπως αυτές απεικονίζονται στις με επίκληση προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε για την ανακαίνιση του ως άνω καταστήματος της Βεροίας, για την αγορά αγρού κειμένου στα Γιαννιτσά, για την αγορά υπογείου καταστήματος, ευρισκομένου στη Βέροια, τα οποία [έξοδα] κατά την ως άνω συμφωνία τους καταβάλλονταν από τον εναγόμενο και δια των αναλήψεων των απαιτουμένων χρημάτων από τους κοινούς λογαριασμούς που διατηρούσαν σε διάφορες τράπεζες, πλην όμως για το ως άνω συνολικό ποσό των 55.261.794 δρχ ουδεμία απόδειξη προσκομίζεται που να αφορά καταβολή συγκεκριμένη και στα εν λόγω έτη [1993, 1994, 1998] πέραν ίου ότι, πρέπει να επισημανθεί, ότι οι διάδικοι διατηρούσαν και άλλους κοινούς λογαριασμούς [π.χ στην τράπεζα Εργασίας] και ταμείο στο υπόγειο του καταστήματος των Γιαννιτσών, όπως οι ίδιοι ομολόγησαν κατά τις διασαφήσεις που έδωσαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, oι αγορές [Ι.Χ.Ε αυτοκινήτων, αγορά αγρού, αγορά υπογείου] έλαβαν χώρα τα έτη 1991, 1990, αντίστοιχα, από την επισκόπηση δε της με επίκληση προσκομιζόμενης υπ' αριθμ 355/2007 ήδη αμετακλήτου αποφάσεως του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει ότι έξοδα για την κατασκευή της πισίνας στις ως άνω κατοικίες των διαδίκων, στις οποίες κατοίκησαν το έτος 1991 όχι όμως με πλήρη αποπεράτωσή τους και η δαπάνη αγοράς των ως άνω Ι.Χ.Ε αυτοκινήτων εξοφλήθησαν υπόψη και αφαιρέθηκαν σε άλλη αγωγή που είχε ασκήσει ο νυν ενάγων κατά του νυν εναγομένου, για αναλήψεις του τελευταίου χρημάτων από κοινούς λογαριασμούς αυτών.
Επισημαίνεται, επίσης, στο σημείο αυτό ότι από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ πρωτ .../25.9.2008 επιστολής του ΙΚΑ προκύπτει ότι η ως άνω εταιρία των διαδίκων κατέβαλε το ποσό των 8.252.300 δρχ για την ασφαλιστική τακτοποίηση του προσωπικού που απασχολήθηκε σ' αυτή κατά την περίοδο 1.1.1990 έως 31.12.1997, ενώ από την υπ' αριθμ. .../5.8.2008 βεβαίωση του Ο.Δ.Ε.Ε του τμήματος Γιαννιτσών προκύπτει ότι ο εναγόμενος κατέβαλε για το χρονικό διάστημα 1990 έως 1998 2.884.400 δρχ για τις ασφαλιστικές του εισφορές.
Από τα εν λόγω έγγραφα όμως, ενόψει των ως άνω περιεχομένων τους, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αχθεί σε εδραία δικανική πεποίθηση ότι μέρος αυτών κατεβλήθη κατά τα ως άνω έτη με τις ως άνω συγκεκριμένες αναλήψεις του εναγομένου, για τις οποίες έγινε δεκτό ότι οφείλει το ήμισυ να αποδώσει στον ενάγοντα, ούτε μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί στην κρίση για καταβολή από πλευράς του εναγομένου κάποιου ποσού ή ολόκληρου του ως άνω κατά το έτος 1998 αναληφθέντος από αυτόν, ήτοι αυτού των 18.763.745 δρχ για τις ανάγκες της υφισταμένης μεταξύ τους εταιρίας από μόνο το περιεχόμενο μιας ιδιοχείρου επιστολής του λογιστού αυτής [εταιρίας] και μάρτυρος, στην παρούσα δίκη, ανταποδείξεως, στην οποία γίνεται λόγος για καταβολή και μάλιστα ύψους 30.396.694 δρχ, χωρίς όμως να αποδεικνύεται με σχετικό νόμιμο παραστατικό τέτοια καταβολή.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, στα οποία οδηγήθηκε το Δικαστήριο από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 27.630.897 [17.357.941 + 18.140.108 + 18.763.745 = 55.261.794 : 2] δρχ και ήδη σε ευρώ 81.088, 45 νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ήμισυ του ποσού των 20.544.451 δρχ, που ανέλαβε στις 21.4.1998 από τον ως άνω με αριθμό 3904921 στην Εμπορική Τράπεζα τηρούμενο κοινό λογαριασμό, ως συνδικαιούχος αυτού κατά ποσοστό 50%, του οποίου όμως από το παρόν Δικαστήριο κρίθηκε ότι ήταν αποκλειστικά κύριος αυτός [εναγόμενος] εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό οι σχετικοί λόγοι της ως άνω εφέσεως αυτού [εναγομένου] πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσία βάσιμοι και να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι οι σχετικοί περί του αντιθέτου λόγοι της ως άνω εφέσεως του ενάγοντος.
Επίσης, αυτή [εκκαλουμένη] μη δεχθείσα τις ως άνω αναλήψεις του εναγομένου από τους πιο πάνω κοινούς λογαριασμούς στο ποσό των 930.839.642 δρχ και μη επιδικάζοντας στον ενάγοντα τελικώς το ως ποσό των 81.088,45 ευρώ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει οι σχετικοί λόγοι [κύριοι και πρόσθετοι] της ως άνω με αριθμό 1 εφέσεως του ενάγοντος να γίνουν δεκτοί ως ουσία βάσιμοι.
Συνακόλουθα τούτων, πρέπει οι ένδικες εφέσεις να γίνουν δεκτές ως ουσία βάσιμες, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η αγωγή, να γίνει δεκτή ως εν μέρει ουσία βάσιμη, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ογδόντα ενός χιλιάδων ογδόντα οκτώ ευρώ και σαράντα επτά λεπτών [81.088,47] με το νόμιμο τόκο από τη επίδοση της αγωγής και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε καστ' ουσίαν τις εφέσεις των διαδίκων, καθώς και τους πρόσθετους λόγους έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 85/2003 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Επί των κρινομένων αιτήσεων αναίρεσης πρέπει να αναφερθούν τα εξής:
Α) Επί της από 27-8-2012 αιτήσεως του εναγομένου.
Ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου επικαλείται την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 1 §§ 1 και 2 του Ν. 5368/1932, 2 § 1 Ν.Δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ. Ο λόγος αυτός κατά το σκέλος τούτο είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος, καθόσον τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των πιο πάνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την εν μέρει παραδοχή της ένδικης αγωγής.
Σημειώνεται ότι απαραδέκτως πλήττεται με τον ίδιο αναιρετικό λόγο η απόφαση του Εφετείου για κακή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 238, 239, 416, 417, 713 και 719, δοθέντος ότι αυτές δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι τηρηθέντες από τους διαδίκους κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί, οι αναλήψεις που έγιναν από αυτούς, ενώ παρατίθενται αναλυτικά οι ημερομηνίες των αναλήψεων, περιστατικά που σχετίζονται με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο.
Κατόπιν τούτων, οι πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο τρίτος λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος εναγομένου που διαλαμβάνονται στους προαναφερθέντες αναιρετικούς λόγους αναφορικά με το τελικό πόρισμα του Δικαστηρίου, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον υπό το πρόσχημα της παράβασης διατάξεων του νόμου, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 § 1).
Με το δεύτερο και κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο επιδίκασε στον ενάγοντα πλέον του αιτηθέντος με την αγωγή. Συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων δικαιούται, από τον υπ' αριθ. ...
κοινό λογαριασμό στην Τράπεζα Αττικής το ποσό των 8.000.000 δραχμών, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων είχε αναλάβει στις 31-5-1994 ποσό 16.000.000 δραχμών χωρίς να του αποδώσει το αναλογούν στη μερίδα του, ενώ τέτοιο κονδύλιο δεν περιείχε το δικόγραφο της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Τούτο διότι, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων υποστηρίζει, το ποσό αυτό είχε αναλάβει την ίδια ημερομηνία από άλλο κοινό λογαριασμό των διαδίκων, περιστατικό που αναφερόταν στην ένδικη αγωγή και κατά συνέπεια από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην πληττόμενη απόφαση ο άνω λογαριασμός αντί του ορθού που είναι ο υπ' αριθμ. ...
λογαριασμός στην πρώην Ιονική Τράπεζα. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου όπως παραπάνω λόγου της αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου για το εις το λόγο αυτό ζήτημα και ειδικότερα, ότι το ίδιο ποσό ο ενάγων είχε αξιώσει με την από 26-6-2003 αγωγή, επί της οποίας, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 355/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το εν λόγω ζήτημα ούτε και ότι προσκομίστηκε η σχετική απόφαση (ΑΠ 1054/2010). Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η από 27-8-2012 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί.
Μετά ταύτα η από 16-10-2013 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είναι χωρίς αντικείμενο. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων εναγόμενος στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, πρέπει ο τελευταίος να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου ενάγοντος (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Β) Επί της από 22-10-2012 αιτήσεως της ενάγοντος:
Με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία του εναγομένου που περιεχόταν στις από 16-10-1998 και 22-10-1998 αιτήσεις του για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον η εξώδικη ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο και όχι "πράγμα" με την έννοια που προαναφέρθηκε και η οποία σε κάθε περίπτωση εκτιμάται ελεύθερα (ΚΠολΔ 352 § 2).
Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ παράλληλα περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον, ενώ δέχεται α) ότι το ποσό των 127.500.000 δραχμών, το οποίο προερχόταν από τη διανομή του ποσού των 255.000.000 δραχμών που είχε κατατεθεί στον υπ' αριθμ. ...
κοινό λογαριασμό των διαδίκων στην Αγροτική Τράπεζα, διανεμήθηκε μεταξύ του κατ' ισομοιρίαν και β) ότι το ανωτέρω ποσό (των 127.500.000 δραχμών) ο εναγόμενος το ανέλαβε στις 6-12-1996 και στη συνέχεια άρχισε να το επενδύει σε Αμοιβαία Κεφάλαια και στο όνομα του ενάγοντος αδελφού του, από το προϊόν δε της ρευστοποίησης, ύψους 133.464.701 δραχμών, ποσό 133.000.000 δραχμών κατέθεσε στις 15-4-1997 στον υπ' αριθμ. ...
κοινό τους λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα, από τον οποίο ανέλαβε στις 16-5-1997 τρία επί μέρους κονδύλια συνολικού ποσού 129.983.974 δραχμών (80.000.000+20.000.000+29.983.974), ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως προς αυτά, ως προς τα οποία φερόταν συνδικαιούχος κατά ποσοστό 1/2 ο ενάγων, αφού ενώ δέχεται ότι ο εναγόμενος το προϊόν των επενδύσεων που πραγματοποίησε εξακολούθησε να το καταθέτει σε κοινούς λογαριασμούς, δέχθηκε τελικά ότι καλώς ανέλαβε τα ποσά αυτά ο τελευταίος, δεδομένου ότι ήταν αποκλειστικά δικά του χρήματα, χωρίς παράλληλα να δέχεται ότι από τη μεταξύ των διαδίκων σχέση προέκυπτε δικαίωμά του επί ολοκλήρου του ποσού αυτού, αφού ειδικότερα δεν δέχεται την ύπαρξη άλλης έννομης σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων αντιδίκων του κοινού λογαριασμού που να αποκλείει το δικαίωμα του ενάγοντος προς αναγωγή ή την επέλευση άλλου νόμιμου γεγονότος που οδηγεί στην απόκτηση της κυριότητας των χρημάτων από τον εναγόμενο και συνακόλουθα να δικαιολογεί το δικαίωμα του επί ολοκλήρου αυτού του ποσού.
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του και τρίτος σχετικοί λόγοι του αναιρετηρίου αντίστοιχα είναι βάσιμοι και πρέπει η πληττόμενη απόφαση να αναιρεθεί ως προς τα κεφάλαιά της αυτά, με τα οποία, όπως ειπώθηκε, δέχθηκε ότι τα ανωτέρω χρηματικά ποσά ήταν αποκλειστικά του εναγομένου.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα ενάγοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος ο αναιρεσίβλητος εναγόμενος, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ενάγοντα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1521/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα ενάγοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος ενάγοντος που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 27-8-2012 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων εναγόμενος στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου ενάγοντος, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2014 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ