Legislator Case Law & Legislation
2206/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for environmental pollution due to sufficient lower court reasoning.

Case Number 2206/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for environmental pollution, ruling that the lower court's decision contained adequate reasoning. The appellant argued the trial court failed to provide sufficient motivation regarding the specific legal provisions violated and the extent of environmental damage caused by the disposal of waste oils and trash. The court held that the lower court correctly identified the criminal act against the law and that detailed analysis of pollutant limits was unnecessary when the core issue was the general degradation of the environment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 28 para. 1 & 3 of Law 1650/1986; Art. 510 para. 1 items D & E of the Criminal Procedure Code: The Supreme Court rejects appeals claiming insufficient reasoning or erroneous application of environmental pollution statutes when the lower court has clearly established the criminal act and the nature of the environmental degradation without needing to specify exact pollutant limits.

Keywords

AI generated
environmental pollution criminal conviction insufficient reasoning appeal dismissal waste disposal Criminal Procedure Code environmental degradation

Cited Legislation

AI generated
Art. 28 para. 1 & 3 of Law 1650/1986
Art. 510 para. 1 items D & E of the Criminal Procedure Code
Art. 583 para. 1 of the Criminal Procedure Code
PD 82/2004

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2206 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2206/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ανδρικόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1181/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αρ. πρωτ. 10336/20-9-2018 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1251/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I)Η κρινόμενη από 20-9-2018 αίτηση αναίρεσης (αρ. πρωτ. 10336/2018) της Μ. Λ. του Σ., για αναίρεση της απόφασης 1181/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. II)

Κατά το όρθρο 28 παρ. 1 εδ. α' και β' του ν. 1650/1986 (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με τους ν. 3937/2011 και ν. 4042/2012), με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη, που αντιβαίνει σπς διατάξεις του νόμου αυτού ή των διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων που εκδίδονται με εξουσιοδότησή του ή ασκεί δραστηριότητα ή επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ή τις διατάξεις των διαταγμάτων, υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, άδεια ή έγκριση ή υπερβαίνει τα όρια της άδειας ή έγκρισης που του έχει χορηγηθεί και υποβαθμίζει το περιβάλλον.

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 28, όταν τα εγκλήματα της παρ. 1 τελούνται από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στα εγκλήματα της παρ. 1, αν από το είδος ή την ποσότητα των ρύπων ή από την έκταση και τη σημασία της υποβάθμισης του περιβάλλοντος δημιουργήθηκε κίνδυνος θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβης, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή, ενώ, αν επήλθε σωματική βλάβη ή θάνατος ανθρώπου, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη.

Επίσης, κατά την παρ. 5 αυτού, οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανωνύμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου συνεταιρισμών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση ή τη διαχείριση άλλων νομικών προσώπων του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος.

Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρούνται ως αυτουργοί, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τους να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεών του.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 1650/1986, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των προληπτικών μέτρων, που είναι αναγκαία γι' αυτόν τον σκοπό και η διασφάλιση της ανθρώπινης υγείας από τις διάφορες μορφές υποβάθμισης του περιβάλλοντος, και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ν. 1650/1986, ως "περιβάλλον" νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες.

Ως "ρύπανση" νοείται η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.

Ως "υποβάθμιση" νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. "Προστασία του περιβάλλοντος" είναι το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που έχουν στόχο την πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος ή την αποκατάσταση, τη διατήρηση και τη βελτίωση του. "Φυσικοί πόροι" είναι κάθε στοιχείο του περιβάλλοντος που χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο για την ικανοποίηση των αναγκών του και αποτελεί αξία για το κοινωνικό σύνολο. "Απόβλητα" είναι κάθε ποσότητα ρύπων (ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας) σε οποιαδήποτε φυσική κατάσταση ή αντικειμένων από τα οποία ο κάτοχος τους θέλει ή πρέπει ή υποχρεούται να απαλλαγεί, εφόσον είναι δυνατό να προκαλέσουν ρύπανση. "Ουσίες" είναι χημικό στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως παρουσιάζονται στη φυσική τους κατάσταση ή όπως παράγονται δευτερογενώς.

Και "επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα" είναι οι ουσίες ή τα παρασκευάσματα που είναι τοξικές, διαβρωτικές, ερεθιστικές, εκρηκτικές, εύφλεκτες, καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, ραδιενεργές ή άλλες ουσίες που έχουν την ιδιότητα να επιταχύνουν την καύση, να αλλοιώνουν την φυσική κατάσταση του νερού, του εδάφους ή του αέρα και να προσβάλλουν δυσμενώς τον άνθρωπο και όλα τα άλλα έμβια όντα καθώς και το φυσικό περιβάλλον.

Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 2 και 28 του ν, 1650/1986 προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθεί το υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη "ρύπανσης" ή "υποβάθμισης" του περιβάλλοντος, με την έννοια που προαναφέρθηκε, και δεν αρκεί η μη συμμόρφωση στις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) ή στους περιβαλλοντικούς όρους (ΕΠΟ), που έχουν εγκριθεί για τη συγκεκριμένη βιομηχανική εγκατάσταση.

Επιπλέον, η διακρίβωση της ρύπανσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος δεν αφήνεται στην αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά προβλέπεται να γίνεται μόνο από ειδικούς, οι οποίοι ορίζονται, διενεργούν ελέγχους και εργαστηριακές εξετάσεις με προδιαγεγραμμένες μεθόδους και διατυπώνουν το πόρισμα τους με βάση τις κείμενες διατάξεις.

Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 11, 25 και 26 του ν. 1650/1986, καθορίζουν (αλλά και παραπέμπουν για τον καθορισμό σε Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις), τις αρμόδιες αρχές για τη* διεξαγωγή των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων (στις οποίες περιλαμβάνεται και η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος ΕΥΕΠ), για τις οριακές τιμές παραμέτρων ποιότητας της ατμόσφαιρας, για τις μεθόδους δειγματοληψίας και ανάλυσής τους, για την προστασία του εδάφους, ιδίως από επικίνδυνα απόβλητα, και για τον Ενιαίο Φορέα Περιβάλλοντος (Ε.Φ.Ο,Π,), ο οποίος, μεταξύ άλλων, καθορίζει σε εθνικό επίπεδο τις οριακές τιμές παραμέτρων ποιότητας περιβάλλοντος και τις οριακές τιμές αποβλήτων και τα κλιμάκια ποιότητας περιβάλλοντος (Κ.Ε.Π.ΠΕ).

Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι συνιστούν ρύπανση οι ρύποι εκείνοι, που, κατά το άρθρο 2 του ν. 1608/1986, εξαιτίας της ποσότητας, της συγκέντρωσης και της διάρκειάς τους, είναι δυνατό να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, τη φυσική, διανοητική και κοινωνική ευεξία του ατόμου ή του συνόλου του πληθυσμού ή στους ζωντανούς οργανισμούς και τα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικό να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του.

Ενώ, για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, απαιτείται ρύπανση με την προαναφερόμενη έννοια ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων..., όπως ειδικότερα ορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 1650/1986.

Ειδικότερα, στην περίπτωση των Αποβλήτων Λιπαντικών Ελαίων (ΑΛΕ) υπάρχουν ρητές διατάξεις στο ΠΔ 82/2004 που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι απαγορεύεται κάθε εναπόθεση ή και απόρριψη ΑΛΕ που έχει επιβλαβείς επιπτώσεις στο έδαφος και στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα, όπως και κάθε ανεξέλεγκτη απόρριψη καταλοίπων που προέρχονται από την επεξεργασία των ΑΛΕ (άρθρο 3 παρ.1 περ.

β'). Στο ίδιο ΠΔ υπάρχουν, εξάλλου, προγράμματα εναλλακτικής διαχείρισης των ΑΛΕ που προβλέπουν διαδικασία συλλογής και διαχείρισης των ΑΛΕ (άρθρο 5). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται & αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικό που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικό μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.

Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικό μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.

Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε αποσπασματική και επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων στο σύνολο τους για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του.

Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού & αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται αναιρετικά η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για τη ουσία της υπόθεσης.

Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε" ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης (με την προσβαλλόμενη 1181/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για την πράξη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, με τριετή αναστολή. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μεσών, που αναφέρονται

κατ' είδος, δέχτηκε ''ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορούμενη ενεργώντας ως πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που διατηρούσε πρατήριο πώλησης υγρών καυσίμων, πλυντήριο και λιπαντήριο αυτοκινήτων, επί της οδού ..., μετά την περιοχή "..." της πόλεως της ......ς, σε αγρόκτημα εκτάσεως 4.030 τετραγωνικών μέτρων, κατά το χρονικό διάστημα Απριλίου του 2011 έως Μαΐου του 2012, με περισσότερες από μια πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, υποβάθμισε εν γνώσει της το περιβάλλον αποδεχόμενη το αποτέλεσμα αυτό, καθ* όσον κατά την λειτουργία της ανωτέρω επιχείρησης, δεν εφήρμοσε ως όφειλε τις διατάξεις περί μέτρων και όρων για τη διαχείριση Αποβλήτων Λιπαντικών Ελαίων (αρθρ. 3 παρ. 1 ΠΔ 82/04, ΦΕΚ Α 64), με αποτέλεσμα να ρίξει απόβλητα έλαια σε ένα σημείο του πρανούς του δρόμου κοντά στο σημείο πρόπλυσης αυτοκινήτων από τα οποία προκλήθηκε μελανή χρώση του χώματος στο πρανές και του πρόχειρου ξύλινου φράχτη που ακουμπά στα δένδρα, ενώ κατά μήκος της οδού ....προέβη σε εναπόθεση σκουπιδιών (λαμαρίνες, ελαστικά, πλαστικά δοχεία και άλλα απορρίμματα) και μπαζών στο πρανές και στα δένδρα, επηρεάζοντας την οικολογική ισορροπία καθώς οι ανωτέρω πράξεις της επέφεραν διατάραξη της αισθητικής εικόνας του χώρου προκαλώντας εν γνώσει της υποβάθμιση του περιβάλλοντος και συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της ως άνω σχετικής πράξεως που αποδίδεται σ' αυτήν".

Με βάση τιε παραδοχές αυτές το Δικαστήριο στη συνέχεια, κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη του ότι :"Στη ..... κατά το χρονικό διάστημα Απριλίου του 2011 έως Μαΐου του 2012, με περισσότερες από μια πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, υποβάθμισε εν γνώσει της το περιβάλλον αποδεχόμενη το αποτέλεσμα αυτό και συγκεκριμένα, ως πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ", που διατηρούσε πρατήριο πώλησης υγρών καυσίμων, πλυντήριο και λιπαντήριο αυτοκινήτων, στην οδό ... μετά το "..." της πόλεως της ...... σε αγρόκτημα εκτάσεως 4.030 .τμ, κατά την λειτουργία της ανωτέρω επιχείρησης, δεν εφάρμοσε ως όφειλε τις διατάξεις περί μέτρων και όρων για τη διαχείριση Αποβλήτων Λιπαντικών Ελαίων, με αποτέλεσμα να ρίξει απόβλητα έλαια σε ένα σημείο του πρανούς του δρόμου κοντά στο σημείο πρόπλυσης αυτοκινήτων από τα οποία προκλήθηκε μελανή χρώση του χώματος στο πρανές και του πρόχειρου ξύλινου φράχτη που ακουμπά στα δένδρα, ενώ κατά μήκος της οδού ...

προέβη σε εναπόθεση σκουπιδιών (λαμαρίνες, ελαστικά, πλαστικά δοχεία και άλλα απορρίμματα) και μπαζών στο πρανές και στα δένδρα, επηρεάζοντας την οικολογική ισορροπία καθώς οι ανωτέρω πράξεις της επέφεραν διατάραξη της αισθητικής εικόνας του χώρου προκαλώντας εν γνώσει της υποβάθμιση του περιβάλλοντος".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού. Διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που πρόεκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ρύπανσης και υποβάθμισης του περιβάλλοντος για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος- αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς υπαγωγής τους στις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, στις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, στη απόφαση αναφέρονται, κατά τρόπο αναλυτικό, τα περιστατικά εκείνα που στοιχειοθετούν την παράβαση της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, κατ' εξακολούθηση, από μέρους του κατηγορουμένου, που προέρχονται από την ανεξέλεγκτη απόρριψη των αποβλήτων λιπαντικών ελαίων στο πρανές του δρόμου, (που βρίσκεται στο σημείο πρόπλυσης των αυτοκινήτων του πρατηρίου, πώλησης υγρών καυσίμων της κατηγορουμένης) και είχε επιβλαβείς επιπτώσεις στο έδαφος, καθώς και την ανεξέλεγκτη εναπόθεση σκουπιδιών, λαμαρινών, ελαστικών, κλπ), κατά μήκος του ίδιου δρόμου.

Τέλος, για τη πληρότητα της αιτιολογίας δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται ποια διάταξη νόμου, διάταγμα ή απόφαση Υπουργού προβλέπει τα ανώτατα όρια ρύπων, πως καθορίστηκαν αυτά και αν στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε υπέρβαση αυτών, σε ποιο επίπεδο και σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο έγινε η υπέρβαση, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει κατά την κατηγορία και τις παραδοχές της απόφασης, υπέρβαση των ορίων των ρύπων, αλλά υποβάθμιση του περιβάλλοντος, με ενέργειες της υπαίτιας αναιρεσείουσας, που αντιβαίνουν στις διάταξης του νόμου.

Ενώ, δεν ήταν αναγκαίο, επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση με ποιον τρόπο και σε ποιο βαθμό η ενέργεια της αναιρεσείουσας επέδρασε δυσμενώς στην οικολογική ισορροπία καις τη ποιότητα ζωής των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, αλλά αρκεί η παραδοχή ότι από η ανεξέλεγκτη απόρριψη των απόβλητων λιπαντικών ελαιών στο πρανές του δρόμου ( κατά παράβαση των άρθρων 3 παρ. 1 περ.β' και 5 του ΠΔ 82/2004, που προβλέπουν διαδικασία συλλογής και διαχείρισης των απόβλητων λιπαντικών ελαιών), περαιτέρω, δε και την ανεξέλεγκτη εναπόθεση σκουπιδιών (λαμαρινών ελαστικών κλπ) κατά μήκος του ίδιου δρόμου, προκλήθηκε υποβάθμιση του περιβάλλοντος. (ΑΠ 270/2015.) Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' ΚΑΙ Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη για έλλειψη αιτιολογίας καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι:

Κατόπιν αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση και να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας (ΚΠΔ 583παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη από 20-9-2018 αίτηση-δήλωση (αρ.πρ. 10336/2018) της Μ. Λ. του Σ., κατοίκου Πειραιά Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της απόφασης 1181/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ