Legislator Case Law & Legislation
2206/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and inadmissible evidence claims regarding bank merger dispute.

Case Number 2206/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Alpha Bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a bank merger dispute. The appellant argued the lower court erred on evidence and procedural grounds, but the court found the appeal vague and certain arguments inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the heirs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 566(1), 118(4), 577(3) and 559(20), 559(12), 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the legal error clearly, and claims regarding evidence lacking a signature or failure to consider documents are inadmissible or unfounded if the record shows they were reviewed.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure legal error specification inadmissible appeal grounds evidence signature requirement bank merger dispute legal costs award procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 566(1), 118(4), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340, 341, 346 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 36/1988
AP 42/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2206 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 2206/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ", εξομοιούμενης κατά την διάταξη του άρθρου 75 του ν. 2190, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Τσενέ και Θεοφάνη Σαξώνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, ως μόνης επ' ωφελεία απογραφής κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της Ζ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μυταλούλη και 2. Ψ2, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Νάκη - Αποστόλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.1.1991 ανακοπή και τους από 19.2.1992 προσθέτους λόγους του αρχικώς ανακόπτοντος Ζ που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2982/1992, 3089/2004 μη οριστικές, 4892/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 545/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22.4.2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 13.3.2009 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι της αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 εδ. 4 και 577 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στην αποδιδομένη στην απόφαση νομική πλημμέλεια, που συνιστά λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 36/1988 ολ.). Διαφορετικά το δικόγραφο της αναιρέσεως είναι αόριστο, η αοριστία δε αυτή δεν είναι δυνατόν να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά συνέπεια η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο είχε απορριφθεί η εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασκηθείσα έφεση ως απαράδεκτη, είναι απορριπτέα ως αόριστη, καθ' όσον στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν διαλαμβάνεται κάποιος νόμιμος λόγος αναιρέσεως, και ούτε βεβαίως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οποιαδήποτε πλημμέλεια σχετικά με την απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας.

II). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαιτήσεως του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή καθώς και το ποσόν της να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋποθέσεως, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.

Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα αποδείξεως της απαιτήσεως με άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής συγκροτείται αποκλειστικά από τους λόγους που αφορούν στο έγκυρο ή μη της εκδόσεως της διαταγής.

Όταν ο λόγος της ανακοπής συνίσταται ειδικότερα σε έλλειψη, κατά τον ανακόπτοντα, νόμιμης προϋποθέσεως για την έκδοση της διαταγή δηλαδή ο λόγος της ανακοπής έχει αρνητικό χαρακτήρα, αρκεί "για το ορισμένο αυτού να προκύπτει η κατά τον ανακόπτοντα ελλείπουσα νόμιμη προϋπόθεση της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής (Ολ.

ΑΠ 10/1997). Περαιτέρω, το απόσπασμα των τηρουμένων από την τράπεζα βιβλίων δεν συνιστά έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 444 παρ. 1 και 448 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι δεν προβλέπεται ως αποδεικτικό μέσον από τις εν λόγω διατάξεις ούτε από κάποια άλλη. Είναι όμως έγκυρη σχετική δικονομικού χαρακτήρα συμφωνία, ότι η απαίτηση θα αποδεικνύεται πλήρως με τέτοιο απόσπασμα.

Αν δεν υπάρχει τέτοια δικονομική σύμβαση και εάν δεν υπάρχει και συμφωνία λειτουργίας ανοικτού λογαριασμού τα αποσπάσματα αυτά στερούνται αποδεικτικής δυνάμεως. Κατά το άρθρο 447 ΚΠολΔ, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνον αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του κανονισμού συνδρομητικής τηλεομοιοτυπίας (tele-fax), "τηλεομοιοτυπία είναι η πιστή αναπαραγωγή από απόσταση, κειμένων, σχεδίων και κάθε μορφής εντύπων με τη βοήθεια καταλλήλων τερματικών διατάξεων. Τα λαμβανόμενα αντίτυπα στον σταθμό λήψεως ονομάζονται τηλεομοιότυπα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το tele-fax, δηλαδή το αντίτυπο που λαμβάνεται στο σταθμό λήψεως και με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι απεικονίζει την υπογραφή του εκδότη, αποτελεί μηχανική απεικόνιση κατά την έννοια του άρθρου 444 παρ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφίες ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε απεικόνιση, διότι συγκεντρώνει τα γνωρίσματα της μηχανικής αποτύπωσης, παρά τον κίνδυνο δημιουργίας αμφισβητήσεων, διότι δεν αποκλείεται τεχνικά, τόσον αυτός που αποστέλλει να καταγράψει στη συσκευή του κείμενο, το οποίο ουδέποτε μεταβίβασε στον παραλήπτη, όσο και ο παραλήπτης να εγγράψει στη δική του συσκευή κείμενο, το οποίο ποτέ δεν παρέλαβε από κάποιον, αλλά ενέγραψε με δική του πρωτοβουλία.

Τέλος, στην περίπτωση καταπτώσεως εγγυητικής επιστολής, που δόθηκε σε κάποιον για την προσήκουσα και ακριβή απόδοση δανεισθέντος χρηματικού ποσού, μπορεί αυτός που τη χορήγησε να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής για το ποσόν της εγγυητικής επιστολής που κατέπεσε και οφείλεται σε αυτόν από τον οφειλέτη, γιατί αυτό είναι ορισμένο και δεν εξαρτάται από όρο, αίρεση ή αντιπαροχή, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση χορήγησης εγγυητικής επιστολής, η κατάπτωση της εγγυοδοσίας και το οφειλόμενο για την αιτία αυτή ποσόν.

Η κατοχή όμως του πρωτοτύπου της εγγυητικής επιστολής από την εκδότρια τράπεζα δεν αποδεικνύει μόνη την κατάπτωση της εγγυοδοσίας και την πληρωμή των πράγματι οφειλομένων ποσών, υπό την προεκτεθείσα έννοια. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής και το πρώτο σκέλος του δευτέρου προσθέτου λόγου αυτής, επικαλείται έλλειψη συνδρομής νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής και ειδικότερα ότι τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από την αιτούσα για την απόδειξη της απαιτήσεως της και με βάση τα οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή δεν πληρούν τους όρους του νόμου, αφού δεν αποδεικνύεται εγγράφως η απαίτηση.

Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχεται ότι μετά από αίτηση της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας, της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως, είναι η εφεσίβλητη - εκκαλούσα, και ήδη αναιρεσείουσα, τραπεζική εταιρία "ΑLΡΗΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", εκδόθηκε η 3221/1990 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος του Ζ, πατέρα της εκκαλούσας, που απεβίωσε στην ...

στις 29-7-1997, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την τελευταία, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά επ' ωφελεία απογραφής. Δυνάμει αυτής, ο Ζ υποχρεώθηκε να καταβάλει στην Τράπεζα ποσόν 39.371.016 δρχ. ως κεφάλαιο, ποσό 14.784.206 δρχ. για τόκους υπερημερίας μέχρι 31-3-1982, ποσό 2.824.454 δρχ. για τόκους του χρονικού διαστήματος από 1-4-1982 μέχρι 18-6-1982 και ποσό 1.132.682 δρχ.

για προμήθειες και έξοδα, και όλα αυτά νομιμοτόκως από 18-3-1985 μέχρι την εξόφληση του ποσού. Για την έκδοση της διαταγής πληρωμής τέθηκαν υπόψη του Δικαστή που την εξέδωσε: α) η από 30-3-1976 αίτηση - εντολή του ανακόπτοντος προς την καθής, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ... εγγυητική επιστολή ποσού 1.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, προς την αλλοδαπή τράπεζα "...", β) η ...

εγγυητική επιστολή, γ) η από 11-5-1978 τροποποιητική της ως άνω εγγυητικής επιστολής και η αίτηση για την έκδοση αυτής, δ) η 84/1976 απόφαση της Υποεπιτροπής Δανείων της Νομισματικής Επιτροπής, με την οποία επιτράπηκε η έκδοση της εγγυητικής επιστολής, ε) επτά εντολές - τέλεξ της αιτούσας προς την Τράπεζα "..." για χρέωση της αιτούσας με τις καταπεσούσες δόσεις του δανείου (που έλαβε ο ανακόπτων, για την εξασφάλιση της πληρωμής του οποίου δόθηκε η εγγυητική επιστολή) με τους δεδουλευμένους τόκους για λογαριασμό και υπέρ της δικαιούχου Τράπεζας, στ) επτά επιστολές της Τράπεζας "..." για τη χρέωση της αιτούσας με τις αντίστοιχες δόσεις και τους τόκους αυτών υπέρ και για λογαριασμό της δικαιούχου Τράπεζας "...", ζ) επτά πινάκια πωλήσεως συναλλάγματος που αντιστοιχούσαν σε κάθε μία δόση για δραχμοποίηση και η) τρία φωτοτυπικά αντίγραφα εξηγμένα από τα εμπορικά βιβλία της αιτούσας (καρτέλες) με τους τίτλους "καταπεσούσες εγγυήσεις", "δεδουλευμένοι τόκοι" και "διάφοροι χρεωστικοί λογαριασμοί", για τη γενομένη χρέωση σε δραχμές του καθού από την αιτούσα κατά την υπ' αυτής πληρωμή των δόσεων του δανείου και την κίνηση του λογαριασμού του καθού κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και λοιπά έξοδα.

Από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται μόνον η εντολή του ανακόπτοντος προς την καθής για έκδοση της εγγυητικής επιστολής και η χορήγηση αυτής με τους αναφερόμενους όρους. Δεν αποδεικνύεται όμως η πληρωμή του ποσού της εγγυητικής επιστολής στους συγκεκριμένους χρόνους, αφού τα μεν τέλεξ - εντολές και τα πινάκια πώλησης συναλλάγματος είναι έγγραφα που προέρχονται από την ίδια την καθής - Τράπεζα, δεν αποδεικνύουν υπέρ αυτής (447 ΚΠολΔ) και στερούνται, ως ιδιωτικά έγγραφα, αποδεικτικής δύναμης έναντι τρίτων, οι δε επιστολές της μεσολαβήτριας Τράπεζας "...", εκτός του ότι δεν φέρουν υπογραφή, αποτελούν έγγραφα μαρτυρίας τρίτου, και δεν έχουν αποδεικτική δύναμη έναντι τρίτων.

Τέλος, τα αποσπάσματα από τα βιβλία της καθής ("καρτέλες") δεν αποτελούν έγγραφα που αποδεικνύουν το ύψος της απαίτησης (τόκους, προμήθειες, έξοδα), καθόσον ούτε έγγραφα θεωρούνται από το νόμο ούτε σχετική δικονομικού χαρακτήρα συμφωνία υπήρχε μεταξύ των συμβληθέντων, που θα ανήγαγε αυτά σε αποδεικτικό μέσον.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και όσων αναπτύχθηκαν παραπάνω, το Εφετείο, με το να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής για τον παραπάνω λόγο (623 ΚΠολΔ), δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλομένη τις από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθ' όσον με αυτά που δέχθηκε, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τον δεκτό γενόμενο λόγο ανακοπής περί ελλείψεως νομίμου προϋποθέσεως για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

III). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα, συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 11/1996, 12/1991). Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ.

β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας του σχετικού λόγου της ανακοπής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο η τελευταία είχε προτείνει με τον πρώτο λόγο της εφέσεως της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψεν εκ του πράγματος με το να δεχθεί ως ορισμένο και βάσιμο το λόγο της ανακοπής περί ελλείψεως νόμιμης προϋποθέσεως για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής και ειδικότερα ότι τα ως άνω έγγραφα που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσείουσα για την απόδειξη της απαιτήσεως της δεν απεδείκνυαν, κατά τα προεκτεθέντα, την απαίτηση της.

Απορριπτέος, επίσης ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την, από τον αριθ. 8 περ. α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια της λήψεως παρά το νόμο υπόψη πραγμάτων που δεν είχαν προταθεί νομίμως και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η ανακόπτουσα αμφισβήτησε, χωρίς η τελευταία να το επικαλείται, την πληρωμή της εγγυητικής επιστολής, καθ' όσον, από το δικόγραφο της ανακοπής, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται, προκύπτει ότι με τους λόγους αυτής σαφώς αμφισβητείται η πληρωμή της εγγυητικής επιστολής.

IV). Η κρίση του δικαστηρίου ότι το ιδιωτικό έγγραφο δεν έχει αποδεικτική δύναμη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 443, 444, 445 επ. του Κ.Πολ.Δ., γιατί δεν έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, δεν ελέγχεται αναιρετικώς με τον καθιδρυόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, που αναφέρεται στην παραμόρφωση εγγράφου, καθ' όσον ο λόγος αυτός ο οποίος περιορίζεται στο διαγνωστικό λάθος, ήτοι στην απόδοση από το δικαστήριο στο έγγραφο περιεχομένου καταφανώς διαφορετικού από το αληθινό, προϋποθέτει ότι το έγγραφο φέρει την υπογραφή του εκδότη και ως εκ τούτου έχει αποδεικτική δύναμη. Επομένως ο έκτος λόγος αναιρέσεως από το ανωτέρω άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων (telex), τα οποία, όπως προαναφέρεται, δεν φέρουν την υπογραφή του εκδότη, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την κατά νόμο και κατά τις διεθνείς συναλλαγές αποδεικτική δύναμη στα ως άνω telex, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον αυτά δεν απεικονίζουν την υπογραφή του εκδότη τους και συνεπώς δεν έχουν την αποδεικτική ισχύ ιδιωτικών εγγράφων κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 443 επ., 445 και 447 επ. Κ.Πολ.Δ.

V). Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.

Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. (Ολ ΑΠ 42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προαναφερομένη εγγυητική επιστολή, που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί νομίμως ενώπιον του Εφετείου, από την οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, αποδεικνύεται η πληρωμή της ενδίκου απαιτήσεως και έτσι κατέληξε, στην απόρριψη του σχετικού λόγου της εφέσεως.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη τα υπό των διαδίκων προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, προκύπτει ότι η εν λόγω εγγυητική επιστολή, στην οποία γίνεται μάλιστα ειδική αναφορά, λήφθηκε υπόψη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.4.2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της 545/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει, για κάθε ένα από αυτούς, σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ