Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on property sale validity and evidence consideration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the appellate court's judgment regarding a property sale dispute. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate evidence and ignored specific claims about payment methods and seller behavior. The court found the appellate court had correctly assessed all evidence, including witness testimonies and prior complaints, and that the appellant's arguments were merely supporting points rather than independent grounds for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) K.Pol.D; Art. 559(8) K.Pol.D; Art. 559(11) K.Pol.D: An appeal is inadmissible if the contested decision contains no contradictory or insufficient reasoning on a matter affecting the outcome, and an appeal based on failure to consider arguments is rejected if those arguments serve only to support other opinions rather than constitute independent claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2206 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2206/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε-Εισηγητή και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρούλα Απαλαγάκη.
Της αναιρεσιβλήτου:Ψ1, μοναδικής εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας Ψ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Σταμούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8.6.2001 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας (ψ) της οποίας μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος είναι η ήδη αναιρεσίβλητος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 888/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 7.10.2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Περί τα μέσα του έτος 1997 ο εκ των εναγόντων Ψ2, ενεργώντας για λογαριασμό της αδελφής του δεύτερης ενάγουσας, ήλθε σε επαφή με τον εναγόμενο, που είναι φαρμακοποιός, και συμφώνησαν να του μεταβιβάσουν λόγω πωλήσεως ένα αγροτεμάχιο και ένα κατάστημα. Οι μεταβιβάσεις έγιναν με τα ...... και ......... πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αιτωλικού Γεωργίου Ζαρμακούπη.
Συγκεκριμένα, με το πρώτο από αυτά οι ενάγοντες πώλησαν στον εναγόμενο ένα ισόγειο κατάστημα, που ευρίσκεται στο ........, αντί "του μεταξύ τους συμφωνηθέντος ευλόγου, δικαίου, και ισαξίου τιμήματος" 30.112.242 δρχ. (που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία του ακινήτου) το οποίο (τίμημα), όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο, "ο αγοραστής κατέβαλε και οι πωλητές έλαβαν σήμερα σε μετρητά, κατά την αναλογία του ο καθένας, εκτός του Γραφείου μου και χωρίς τη δική μου παρουσία, σύμφωνα με τη γενόμενη ενώπιόν μου ρητή δήλωση των συμβαλλομένων, σε ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος αυτής εδώ της αγοραπωλησίας".
Με το δεύτερο συμβόλαιο, που ως προς το συμφωνηθέν τίμημα και την καταβολή αυτού από τον αγοραστή έχει ανάλογη διατύπωση με το πρώτο, οι ενάγοντες επώλησαν στον εναγόμενο αγροτεμάχιο, που ευρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του ........., αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος 21.753.540 δρχ. (που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία του ακινήτου), το οποίο οι πωλητές, όπως ρητώς δήλωσαν, έλαβαν προηγουμένως εκτός του Γραφείου του συμβολαιογράφου και χωρίς την παρουσία του.
Η περιεχόμενη στα συμβόλαια δήλωση των πωλητών είναι εν μέρει μόνο αληθής. Έναντι του τιμήματος των ακινήτων, ο εναγόμενος κατέβαλε πριν από την κατάρτιση των συμβολαίων, την ......., στον εκ των πωλητών Ψ2, για λογαριασμό της αδελφής του, το ποσό των 28.050.000 δρχ.(13.050.000 με επιταγή της ΑΤΕ, και 15.000.000 δρχ. με επιταγή της Άλφα Τράπεζας Πίστεως).
Επίσης, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων ο εναγόμενος κατέβαλε σταδιακά έναντι του τιμήματος των αγορασθέντων ακινήτων, διάφορα χρηματικά ποσά στον Ψ2, για λογαριασμό και της αδελφής του, χωρίς να λαμβάνει αποδείξεις. Τα ποσά κυμαίνονται σε μερικές χιλιάδες δραχμές κάθε φορά και αθροιζόμενα δεν υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ συνολικά.
Κατ' ακολουθίαν των πραγματικών αυτών παραδοχών, το Εφετείο έκρινε ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ότι εξόφλησε ολόκληρο το πέραν του ποσού των 28.050.000 δρχ υπόλοιπο τιμήματος, ήταν εν μέρει μόνο βάσιμος και, ακολούθως, έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την κατά του εν λόγω διαδίκου αγωγή, με την οποία εζητείτο η καταβολή του υπολοίπου αυτού.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς, χωρίς κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες σε σχέση με τα ανωτέρω ζητήματα της εξοφλήσεως του τιμήματος των επιδίκων πωλήσεων και, επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρίθ 19 Κ.Πολ.Δ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Κατά το άρθρο 559 αρίθ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της ανωτέρω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως ή τα πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων.
Στην κρινόμενη περίπτωση με τον δεύτερο και το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση, με επίκληση του άρθρου 559 αρίθ. 8 Κ.Πολ.Δ, ότι η προβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τους ακόλουθους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος: α) ότι ο πρώτος των εναγόντων είχε αποδεχθεί συναλλαγματικές, που εξέδιδε ο αναιρεσείων για το εκάστοτε καταβαλλόμενο από αυτόν μέρος του τιμήματος, οι οποίες επεστράφησαν αμέσως μετά τη σύνταξη των συμβολαίων και β) ότι οι ενάγοντες "είχαν τη μανία της προκλητικής παλινωδίας από τα υποσχεθέντα από αυτούς, όσον αφορά την μεταβίβαση των διαφόρων τμημάτων της περιουσίας τους, όπως ήσαν και τα επίδικα".
Οι εν λόγω όμως ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελής κατά την άνω έννοια, αλλά χρησιμεύουν προς στήριξη λογικών επιχειρημάτων που ενισχύουν τις απόψεις του αναιρεσείοντος. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την κατά του αναιρεσείοντος αγωγή, έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την από 24-2-1998 μηνυτήρια αναφορά του πρώτου από τους αρχικούς ενάγοντες Ψ2 κατά της συμβολαιογράφου Αιτωλικού Κ. Τσάμη-Σερεμέτη και άλλων προσώπων, καθώς και το 63/2001 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μεσολογγίου, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα κι έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρίθ 11 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.10.2005 αίτηση του χ1 για αναίρεση της 888/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις #. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ