Supreme Court remands case for retrial due to collateral violation of substantive law regarding guarantor release conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial after finding the Court of Appeals violated substantive law by failing to properly assess the guarantor's liability. The appellant bank argued that the state guarantor should be released because the primary debtor became insolvent due to the bank's negligence in collecting debts and securing adequate collateral. The court held that the lower court erred by not determining whether the missing security covered the entire guarantee amount or only part of it, and whether the bank's failure to obtain further security constituted a fault under Article 862 of the Civil Code. Consequently, the appeal was allowed, and the case was sent back to the same court for a new trial with different judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 862 of the Civil Code; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure: The guarantor is released only if the creditor's fault caused the debtor's inability to pay, requiring a specific finding of fault and its causal link to insolvency, which the lower court failed to establish regarding the adequacy of security measures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2205 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2205/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Απριλίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5084/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2219/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 4 Σεπτεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο παραστάς πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 862 του Α,Κ ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις ελευθερώσεως του εγγυητή από την ευθύνη του είναι η επιγενόμενη αδυναμία του οφειλέτη προς ικανοποίηση του δανειστή και πταίσμα του τελευταίου που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την αδυναμία.
Πταίσμα, που μπορεί να είναι οποιουδήποτε βαθμού, εκδηλώνεται είτε με ενέργειες είτε με παραλείψεις του δανειστή σε ύστερο χρόνο, δηλαδή μετά την κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίηση του (δανειστή) από τον πρωτοφειλέτη, όπως η από αμέλεια μη είσπραξη της κυρίας οφειλής ή η υπαίτια μη αποδοχή από το δανειστή της προσφερόμενης παροχής.
Στην εγγύηση μάλιστα αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος ή υπαίτια δεν αποδέχεται την κύρια οφειλή, που νόμιμα προσφέρεται ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη.
Εντελώς δε διαφορετικό ζήτημα είναι η ανυπαρξία πολλαπλότητας ασφαλειών υπέρ του δανειστή κατά την κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης. Στην τελευταία περίπτωση ο εγγυητής δικαιούται αποζημίωσης κατά τις διατάζεις περί ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις ή να ζητήσει την ακύρωση της εγγύησης ως ανήθικης ή λόγω πλάνης του ή απάτης του από μέρος του δανειστή.
Δεν ελευθερώνεται όμως ο εγγυητής, όταν κατά το χρόνο της εγγύησης το χρέος δεν ασφαλίζεται επαρκώς με εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων του πρωτοφειλέτη, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν εφαρμόζεται στην τελευταία αυτή περίπτωση η Α.Κ. 862. Περαιτέρω προκειμένου για βιοτεχνικά δάνεια, χορηγούμενα από τις τράπεζες, σύμφωνα με την έχουσα ισχύ νόμου κανονιστική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών 2064537/14707/0025/1991 ( ΦΕΚ Β'925), όπως τροποποιήθηκε με την 2077755/17620/0025/1992 (ΦΕΚ Β 481) η εγγύηση του Δημοσίου καλύπτει αυτά μέχρι του ποσού των δραχμών 100.000.000 σε ποσοστό 60%.
Μεταξύ των νόμιμων όρων για να ισχύσει η εγγύηση του Δημοσίου δεν περιλαμβάνεται, για συνολική χρηματοδότηση μέχρι του ποσού των δραχμών 10.000.000 κατά βιοτεχνική επιχείρηση, η υποχρεωτική λήψη από τις δανείστριες τράπεζες εμπραγμάτων ή άλλων ασφαλειών εκτός των αναφερομένων στην άνω Υπουργική Απόφαση εξαιρετικών περιπτώσεων, ενώ για συνολική χρηματοδότηση άνω του ποσού των δραχμών 10.000.000 και για το τμήμα που υπερβαίνει το ποσό αυτό, εγγύηση του Δημοσίου παρέχεται και ισχύει μόνον έναντι ασφαλειών (εμπραγμάτων, προσωπικών ή άλλων), οι οποίες θα λαμβάνονται υποχρεωτικά από τις τράπεζες και οι οποίες θα κρίνονται ως επαρκείς κατά τη χορήγηση των δανείων και για το σύνολο αυτών από τις ίδιες τις δανείστριες τράπεζες.
Ειδικότερα η ως άνω υπουργική απόφαση προέβλεπε τα εξής: "ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α) Ι. Παρέχουμε την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς όλες τις Εμπορικές Τράπεζες, διατηρούντες το δικαίωμα προβολής της ένστασης της διζήσεως, για τη μερική κάλυψη των δανείων που θα χορηγούνται από 1-1-1991 και εφεξής στις βιοτεχνικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται στην πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος αρ. 1990/11-10-1991 (στην οποία τράπεζα μεταβιβάσθηκαν οι αρμοδιότητες της Νομισματικής Επιτροπής, μετά την κατάργησή της με το άρθρο 1 ν. 1266/1982, ασκούμενες από το Δ/τή αυτής της τράπεζας).
ΙΙ) Α. Η εγγύηση του Δημοσίου καλύπτει τα ανωτέρω χορηγούμενα δάνεια μέχρι ποσού δραχμών 100.000.000 και σε ποσοστό 60%. Το ανωτέρω ποσοστό αυξάνεται σε 70%, όταν πρόκειται για χρηματοδοτήσεις προετοιμασίας εξαγωγών και 80%, όταν πρόκειται για οποιεσδήποτε βιοτεχνικές μονάδες, που είναι εγκατεστημένες στην Δ περιοχή με βάση το ν. 1892/1990, όπως ισχύει β) Οι δανείστριες Τράπεζες για κάθε χορήγηση δανείου θα πρέπει να συντάσσουν ιδιαίτερη πράξη στην οποία θα αναφέρεται ότι το δάνειο χορηγείται με την εγγύηση του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, και στην οποία θα αναγράφονται τα στοιχεία της δανειοδοτούμενης βιοτεχνικής επιχείρησης, το ποσό του δανείου, ο σκοπός του δανείου, το ποσοστό εγγύησης του Δημοσίου, το εγγυημένο ποσό του δανείου, το επιτόκιο, η διάρκεια, η περίοδος χάριτος, ο τρόπος εξόφλησης, οι λαμβανόμενες ασφάλειες, τα υφιστάμενα δάνεια (όλων των Τραπεζών) από το ειδικό κεφάλαιο της απόφ.
Ν.Ε. 197/78, χρονολογία εκταμίευσης του κάθε ποσού, καθώς και οι πρόσθετοι ειδικοί όροι τους οποίους θα καθορίζουν ως υπεύθυνες δανείστριες Τράπεζες για το σύνολο του δανείου και όχι μόνον για το μη εγγυημένο τμήμα τους. Αντίγραφα των πράξεων αυτών και των σχετικών δελτίων πληροφοριών (Α, Β και Γ μέρος) θα επισυνάπτονται σε συγκεντρωτική κατάσταση, στην οποία θα περιλαμβάνονται όλες οι χρηματοδοτήσεις που εγκρίθηκαν στη διάρκεια του προηγούμενου μήνα αναλυτικά κατ' αύξοντα αριθμό, κατά επιχείρηση και κατά δάνειο, καθώς και τα ποσά που εκταμιεύθηκαν και θα υποβάλλονται υποχρεωτικά, από κάθε κατάστημα δανείστριας Τράπεζας στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (Γ.Λ.Κ. ) Δ/νση 25η:
ΚΙΝΗΣΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ, ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ, ΔΑΝΕΙΩΝ ΚΑΙ ΑΞΙΩΝ-ΤΜ.Δ. εντός του πρώτου εικοσαημέρου του αμέσως επόμενου μήνα, Ειδικά για τις χρηματοδοτήσεις που εγκρίθηκαν κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο 1991 τα ανωτέρω δικαιολογητικά θα υποβληθούν μέχρι 20 Φεβρουαρίου 1992. Η έκδοση των πράξεων αυτών, η σύνταξη των συγκεντρωτικών ως άνω καταστάσεων και η υποβολή τους στην προαναφερόμενη Υπηρεσία μας αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση της ισχύος της εγγύησης του Δημοσίου.
Γ) 1. Για συνολική χρηματοδότηση μέχρι ποσού δρχ. 10.000.000 κατά βιοτεχνική επιχείρηση (περιλαμβανομένων και των προηγούμενων εν ισχύει εγκρίσεων) δεν απαιτείται, προκειμένου να παρασχεθεί και να ισχύει η εγγύηση του Δημοσίου, η υποχρεωτική λήψη από τις δανείστριες Τράπεζες εμπραγμάτων ή άλλων ασφαλειών πλην των περιπτώσεων για την ανέγερση, αγορά (κλπ.
κτιριακών εγκαταστάσεων, επί των οποίων θα λαμβάνεται εμπράγματη ασφάλεια ανεξαρτήτως ποσού χρηματοδότησης. Στην περίπτωση όμως που θα ληφθούν ασφάλειες, αυτές θα ισχύουν για ολόκληρο το δάνειο ως ενιαίο και όχι μόνον για το μη εγγυημένο τμήμα αυτού. 2. Για συνολική χρηματοδότηση άνω του ποσού των δραχμών 10.000.000 και για το τμήμα που υπερβαίνει το ποσό αυτό η εγγύηση του Δημοσίου παρέχεται και ισχύει μόνον έναντι ασφαλειών (εμπραγμάτων, προσωπικών ή άλλων) οι οποίες θα λαμβάνονται υποχρεωτικά από τις Τράπεζες και οι οποίες θα κρίνονται ως επαρκείς κατά τη χορήγηση των δανείων και για το σύνολο αυτών από τις ίδιες τις δανείστριες Τράπεζες.
ΙΙΙ)Α. Το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση, ως εγγυητής, σε περίπτωση που δεν εξοφληθούν στο σύνολό τους οι απαιτήσεις των Τραπεζών, αν και επιδιώχθηκε από αυτές και δικαστικά η ολοσχερής εξόφλησή τους, να εξοφλήσει από το τελικό ανεξόφλητο κεφάλαιο το τμήμα εκείνο που αντιστοιχεί στο ποσοστό της εγγύησης, όπως αυτή εξειδικεύτηκε κατά τη χορήγηση με τη σχετική πράξη της ίδιας της Τράπεζας καθώς και τους αναλογούντες επί του τμήματος αυτού ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας) και αναλογούντα τυχόν ανεξόφλητα συναφή έξοδα μέχρι την ημέρα αποστολής των βεβαιωτικών καταστάσεων στην αρμόδια ΔΟΥ.
Προς τούτο η κάθε δανείστρια Τράπεζα, σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου, δικαιούται να ζητήσει με έγγραφό της, που θα απευθύνεται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (Γ.Λ.Κ.)-Δ/νση 25: Κιν.Κεφ. Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών Τμ.Δ., την εξόφληση, όπου από το ανεξόφλητο ποσό των απαιτήσεών της καλύπτεται με την εγγύηση του Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης και εφόσον: 1) έχει προηγηθεί καθυστέρηση καταβολής από την οφειλέτρια βιοτεχνική επιχείρηση και τους λοιπούς συνυπόχρεους τριών (3) συνεχών δόσεων και για το λόγο αυτό ή άλλο ειδικό λόγο που έχει λάβει χώρα πριν από τη λήξη τριών δόσεων και απορρέει από τις διατάξεις της πράξης του Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος αριθ. 1990/11-10-1991 ή από τους όρους της πράξης εξειδίκευσης της εγγύησης ή της δανειακής σύμβασης, έχει κηρυχθεί ολόκληρο το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. 2) Η Τράπεζα εντός του επομένου τριμήνου από τη χρονολογία λήξης της τρίτης σε συνέχεια καθυστερημένης δόσης ή τη χρονολογία λήξης της προθεσμίας εξόφλησης για τα εφάπαξ εξοφλητέα δάνεια, έχει κάνει έναρξη της δικαστικής επιδίωξης για την είσπραξη του συνόλου των ανεξόφλητων απαιτήσεών της, χρησιμοποιώντας τις ληφθείσες ασφάλειες τουλάχιστον και έκτοτε συνέχισε αμελλητί τη δικαστική επιδίωξη μέχρι πέρατος αυτής. 3) Η Τράπεζα έχει προβεί στη βεβαίωση, στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (ΔΟΥ) και σε βάρος της δανειολήπτριας επιχείρησης, του συνολικού ποσού των τελικά ανεξόφλητων απαιτήσεών της, του μεν εγγυημένου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα απόφαση, υπέρ του Δημοσίου και στον ειδικό λογ/σμό αυτού "Κεφάλαιον Ασφαλίσεων Χρηματοδοτήσεων εκ Κεφαλαίων ή εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου (Κ.Α.Χ.Κ.Ε.Ε.Δ.)", του δε μη εγγυημένου σε ειδικό λογαριασμό υπέρ αυτής;
προκειμένου να της αποδοθεί όταν εισπραχθεί από τη ΔΟΥ, που υποχρεούται; α) να την ενημερώνει όποτε το ζητήσει για το κατά περίπτωση σχετικό αποτέλεσμα των ενεργειών της και β) να της αποδίδει από τα εισπραττόμενα ποσά το αναλογούν σ'αυτή μερίδιο". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι από 1-11-1991, για τις προϋποθέσεις εγγυήσεων από το Ελληνικό Δημόσιο για χορηγούμενα από Τράπεζες βιοτεχνικά δάνεια, έπαυσε να ισχύει η αρ. 67651/2142/28-7-78 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και ίσχυσε η 2064537/14707/0025/1991 (ΦΕΚ 925/25-10-1991) απόφαση αυτού, η οποία ρύθμιζε διαφορετικά το θέμα, προβλέποντας:
α) διατήρηση του δικαιώματος προβολής της ενστάσεως της διζήσεως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, β) διεύρυνση της δυνατότητας εγγυήσεως του Δημοσίου και για δάνεια βιοτεχνικών επιχειρήσεων που δεν προορίζονταν μόνον για την αξιοποίηση ερευνητικών εργασιών, γ) μετάθεση στις δανειοδότριες τράπεζες της μέχρι τότε ανήκουσας στις Υποεπιτροπές Βιοτεχνικών Πιστώσεων υποχρεώσεως για σύνταξη ως προς κάθε χορηγούμενο δάνειο ιδιαίτερης πράξης (πράξης εξειδίκευσης) σχετικά:
γα) με το ποσό (εγγυημένο και μη), τη διάρκεια, το επιτόκιο και τον τρόπο εξόφλησης του δανείου, γβ) με τις λαμβανόμενες ασφάλειες, οι οποίες, προκειμένου για δάνεια πέραν των 10.000.000 δραχμών και για το τμήμα της εγγύησης του Δημοσίου που θα υπερέβαινε το ποσό αυτό (και για το σύνολο των δανείων προοριζόμενων για την ανέγερση κτιριακών εγκαταστάσεων) ήταν υποχρεωτικές και έπρεπε να κρίνονται ως επαρκείς κατά τη χορήγηση των δανείων για το σύνολο αυτών από τις ίδιες τις δανείστριες τράπεζες, με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας, "ως υπεύθυνες δανείστριες", που θα επιδείκνυαν και για το μη εγγυημένο τμήμα των δανείων λαμβάνοντας υπόψη και τις προϋφιστάμενες δανειακές υποχρεώσεις του δανειολήπτη προς όλες τις τράπεζες και αρνούμενες τη χορήγηση του δανείου (ή περιορίζοντας τούτο) επί μη χορηγήσεως επαρκών ασφαλειών και δ) διαδικασία ενημέρωσης του Ελληνικού Δημοσίου για τα υπό την εγγύησή του δάνεια και την κατάπτωση των εγγυήσεων μετά από καθυστέρηση καταβολής τριών συνεχών δόσεων και, εφόσον έγινε από τη δανειοδότρια τράπεζα έναρξη της δικαστικής επιδίωξης για την είσπραξη του συνόλου των ανεξόφλητων απαιτήσεών της, με χρήση και των ασφαλειών που δόθηκαν, συνέχισε αμελλητί τη δικαστική επιδίωξη μέχρι την περάτωσή της.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Την 18.11.1992 η ενάγουσα, με πρόσθετη πράξη σε σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό, (αλληλόχρεο) λογαριασμό, χορήγησε στη, μη διάδικο στη δίκη αυτή, εταιρία με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." βιοτεχνικό δάνειο ποσού 20.000.000 δραχμών από το Ειδικό Κεφάλαιο της απόφασης 197/78 της Νομισματικής Επιτροπής, υπό τις προϋποθέσεις της 1990/11.10.1991 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας.
Παράλληλα και με βάση την υπ' αριθ. 2064537/14707/0025/25.10.1991 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε με την 2077755/17620/0025/13.1.1992 απόφαση του ίδιου Υπουργού, η ενάγουσα εξέδωσε και υπέβαλε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους την 69/18.11.1992 πράξη εξειδίκευσης της εγγύησης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που χορηγήθηκε για το 60% της πίστωσης αυτής, δηλαδή για το ποσό των 12.000.000 δραχμών, με αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνταν από τις ανωτέρω αποφάσεις.
Για τη διασφάλιση του παραπάνω δανείου η ενάγουσα έλαβε τις προσωπικές εγγυήσεις του Φ1, ... και ... και εμπράγματες εγγυήσεις με εγγραφή δύο προσημειώσεων ποσού 10.000.000 δραχμών η πρώτη και 20.000.000 δραχμών η δεύτερη σε ακίνητα του Φ1. Το εν λόγω δάνειο που χορηγήθηκε στην πιστούχο εταιρία ήταν εξοφλητέο έντοκα σε δύο έτη με ίσες τριμηνιαίες δόσεις, με την πρώτη να καταβληθεί σε έξι μήνες από τη χορήγηση, δηλαδή τη 18-5-1993 και οι λοιπές από 18.8.1993 και ανά τρίμηνο εκάστη.
Η πιστούχος εταιρία δεν εξόφλησε καμία από τις δόσεις αυτές, οπότε η ενάγουσα προέβη στο οριστικό κλείσιμο των δύο λογαριασμών εξυπηρέτησης της πίστωσης, οι οποίοι παρουσίαζαν συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο, ποσού 34.570.962 δραχμών. Ακολούθως, μετά από αίτησή της, εκδόθηκε η 1529/94 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία της επιδικάστηκε το ανωτέρω ποσό και το ποσό των 1.000 δραχμών για δικαστική δαπάνη.
Την επιδικασθείσα απαίτησή της η δανείστρια ανήγγειλε στη συμ/φο και επί του πλειστηριασμού υπάλληλο ... κατά τον πλειστηριασμό των ακινήτων του παρέχοντος τις ανωτέρω ασφάλειες για το δάνειο Φ1, δεν κατέστη όμως δυνατόν να ικανοποιηθεί κατά την κατάταξη, παρά μόνον κατά το ποσό των 6.414.791 δραχμών και μάλιστα υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης, λόγω μη επάρκειας του πλειστηριάσματος (βλ.
τον 1853/1995 πίνακα κατάταξης της εν λόγω συμ/φου). Κατόπιν αυτού και εφόσον απέβη άκαρπη η δικαστική επιδίωξη ικανοποίησης της ενάγουσας, παρά τη χρήση των ασφαλειών που έλαβε από την πιστούχο εταιρία, η ενάγουσα ζήτησε από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, ως αρμόδιο όργανο του εναγομένου, σύμφωνα με την 2064537/14707/0025/25.10.1991 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, να της καταβάλει για την απαίτησή της που καλυπτόταν από την εγγύηση, το ποσό των 29.000.433 δραχμών [12.000.000 (κεφάλαιο) + 15.929.805 (τόκοι από 16.3.1993 μέχρι 20.3.1997) + 1.000.000 (δικαστικά έξοδα) + 70.628 (προμήθεια Δημοσίου) ], όπως αυτό βεβαιώθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.
Χαϊδαρίου μετά από αίτησή της. Το εναγόμενο, όμως, αρνήθηκε να της καταβάλει το ποσό αυτό, ισχυριζόμενο ότι η ενάγουσα δεν είχε λάβει από την πιστούχο επαρκείς ασφάλειες προς εξασφάλιση του δανείου. Τον ισχυρισμό αυτό πρόβαλε πρωτοδίκως το εναγόμενο και νομίμως επαναφέρει με την έφεση του, προκειμένου να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 862 ΑΚ ένσταση απαλλαγής του από την εγγύηση, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη από την εκκαλουμένη απόφαση.
Από την προαναφερθείσα 69/1992 πράξη εξειδίκευσης της δανείστριας για την εγγύηση του εναγομένου προκύπτει ότι κατά τη χορήγηση του ένδικου δανείου, ύψους 20.000.000 δραχμών, υπήρχε υπόλοιπο ύψους 12.726.000 δραχμών από προηγούμενη χρηματοδότηση της ενάγουσας προς την πιστούχο εταιρία, γεγονός που αποδεικνύει ότι εξ αρχής η διασφάλιση της ενάγουσας με τις δύο προσημειώσεις συνολικού ποσού 30.000.000 δραχμών για συνολική απαίτησή της 32.726.000 δραχμών, ήταν επισφαλής, επιβεβαιώθηκε δε τούτο αφού η απαίτησή της κατ' ελάχιστο ικανοποιήθηκε.
Στη συνέχεια και ενώ η ενάγουσα διέβλεπε αδυναμία της πιστούχου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της από προηγούμενη πίστωση που της παρείχε (βλ. το, 2/50385/0025/29.9.2005 έγγραφο του Γενικού λογιστηρίου του Κράτους) δε μερίμνησε να διασφαλίσει την απαίτησή της με πρόσθετες ασφάλειες.
Συνεπώς, από δικό της πταίσμα η ενάγουσα περιόρισε την ικανοποίηση της απαίτησής της από την ένδικη πίστωση, αφού από αμέλειά της παρέλειψε να ζητήσει διασφαλίσεις ικανές να καλύψουν τις αξιώσεις της. Συντρέχει, επομένως, νόμιμος λόγος απόσβεσης της εγγύησης του εναγομένου και πρέπει, κατ' αποδοχή της σχετικής ένστασης του εναγομένου, η αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την ένσταση του αναιρεσιβλήτου για ίδιο πταίσμα της αναιρεσείουσας ως προς τη ματαίωση ικανοποιήσεως της αξιώσεώς της, ως κατ'ουσίαν αβάσιμη, κάνοντας κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή, απέρριψε την αγωγή αυτή ως αβάσιμη. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις της κανονιστικού περιεχομένου αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών 2064537/14707/0025/1991 όπως τροποποιήθηκε από την 2077755/17620/0025/1992 όμοια και του άρθρου 862 ΑΚ που εφήρμοσε.
Ειδικότερα, ενώ με βάση τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου για μεν το ποσό της εγγύησης του αναιρεσιβλήτου από 6.000.000 δραχμές που αντιστοιχούσε στο δάνειο μέχρι 10.000.000 δραχμές (10.000.000 X 60%) δεν απητείτο, για την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, η υποχρεωτική λήψη από την αναιρεσείουσα τράπεζα κάποιας ασφάλειας και για το υπόλοιπο τμήμα του δανείου που υπερέβαινε το ποσό των 10.000.000 δραχμών (10.000.000+10.000.000=20.000.000 και 10.000.000 X 60%=6.000.000) ήταν υποχρεωτική η λήψη από την αναιρεσείουσα επαρκών ασφαλειών για την ενεργοποίηση της εγγυητικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου για το υπόλοιπο ποσό της εγγύησης από 6.000.000 δραχμές, εν τούτοις:
α) δεν προκύπτει, αν οι ασφάλειες που έλειπαν, αφορούσαν ολόκληρο ή μέρος του ποσού της εγγυήσεως, που αντιστοιχούσε στο πέραν των 10.000.000 δραχμών ποσό του δανείου (10.000.000 δρχ. από το οποίο εγγύηση για το 60% ήτοι 6.000.000 δραχμές) και β) σε συνάρτηση με την προηγούμενη ασάφεια δεν προσδιορίζεται ποιές ήταν οι ασφάλειες που έλαβε η αναιρεσείουσα (με τη σχετική επάρκεια ή ανεπάρκεια καθεμιάς από αυτές στα πλαίσια της νομικής ευθύνης της αναιρεσείουσας ως υπεύθυνης δανείστριας) και σε ποιό βαθμό παρέλειψε να λάβει, από πταίσμα των προστημένων υπαλλήλων της, κατά τη σύνταξη της πράξης εξειδίκευσης, άλλες περαιτέρω ασφάλειες για το εγγυημένο τμήμα του δανείου, (όπως και για το μη εγγυημένο τμήμα του), συνυπολογίζοντας και τις υπάρχουσες δανειακές υποχρεώσεις της δανειολήπτριας προς την αναιρεσείουσα πιστούχο τράπεζα και γ) αν συνέτρεχαν (σωρευτικά ή επικουρικά) οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 862 Α.Κ.
και ποιά είναι εν προκειμένω τα περιστατικά που επιβάλλουν την εφαρμογή της Α.Κ. 862. Επομένως είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., και έτσι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 2.219/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ