Legislator Case Law & Legislation
2204/2007 AI generated

2204/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2204/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 9162/2002 του ίδιου δικαστηρίου που παραπέμπει την αγωγή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, η 19169/2003 οριστική του τελευταίου δικαστηρίου και 1886/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

2204/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το εν λόγω δικόγραφο απευθυνόταν αρχικά στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 9162/2002 απόφασή του κηρύχθηκε καθύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε προς τούτο την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την επακολουθήσασα 19619/2003 απόφασή του απέρριψε τη με στοιχ. (α) αξίωση των εναγόντων ως μη νόμιμη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2204 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2204/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Νικόλαο Λεοντή -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ACS ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ", που εδρεύει στο Κρυονέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Λεωνίδας Σιδηρόπουλος.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)....., 2)....., 3)..... οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4)....., 5)..... και 6)....., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αριστείδης Αγγελάκος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 9162/2002 του ίδιου δικαστηρίου που παραπέμπει την αγωγή προς εκδίκαση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, η 19169/2003 οριστική του τελευταίου δικαστηρίου και 1886/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20 Ιανουαρίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, πλην των 1ου,2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις ..... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....., προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Λεωνίδα Σιδηρόπουλου, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της 20/23-1-2006 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 1886/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις κάτω από αυτή πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου, με κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα προς πρώτο, δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, αφού οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την ορισθείσα προς τούτο και σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (15-10-2007), κατά την οποία και εκφωνήθηκε η υπόθεση στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Με την κρινόμενη 20/23-1-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1886/22-6-2005 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή εκτίμηση, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 37499/16.10.2000 αγωγή οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι διετείνοντο, ιδία, Ι. ότι ύστερα από σύμβαση, την οποία κατάρτισαν στις 12-4-2000 με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία ταχυμεταφορών, η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στην Αθήνα, στην διεύθυνση της Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων - Αθήνα 2004, το σφραγισμένο με ισπανικό κερί κιβώτιο, που περιείχε τα πλήρη στοιχεία της μελέτης, την οποία από κοινού είχαν εκπονήσει για τη συμμετοχή τους σε διεθνή διαγωνισμό με αντικείμενο τον σχεδιασμό του Ολυμπιακού Χωριού της Αθήνας,

ΙΙ. ότι η εναγομένη, παρόλο που ήταν υποχρεωμένη, κατά τις δοθείσες από εκείνους σχετικές εντολές, να παραδώσει το προς μεταφορά κιβώτιο μέχρι την 15.00 ώρα της επομένης ημέρας (13-4-2000), καθόσον την 17.000 ώρα έληγε η προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό, από πταίσμα των υπαλλήλων της, που δεν κατέβαλλαν κάθε δυνατή προσπάθεια παραδόσεως τούτου εμπροθέσμως, παρέδωσαν τελικά τούτο, κατόπιν νέας εντολής στους στις 17-4-2000, με αποτέλεσμα η οργανωτική επιτροπή να αποκλείσει άνευ ετέρου τη συμμετοχή τους στον εν λόγω διαγωνισμό λόγω της εκπρόθεσμης υποβολής της και

ΙΙΙ. ότι από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά της εναγομένης και τον εντεύθεν αποκλεισμό τους από τον διεθνή διαγωνισμό (α) υπέστησαν αποθετική ζημία ποσού, κατά τις αναλυτικά σημειούμενες διακρίσεις 16.000.000 δρχ., δικαιούμενοι επιπρόσθετα (β) χρηματική ικανοποίηση ποσού 200.000 δρχ. έκαστος τούτων, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την προσβολή που απόλυτου δικαιώματός τους ελεύθερης και ακώλυτης αναπτύξεως της προσωπικότητάς τους, αξιώσεις την διάγνωση των οποίων εδίωκαν με τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό.

Το εν λόγω δικόγραφο απευθυνόταν αρχικά στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την 9162/2002 απόφασή του κηρύχθηκε καθύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε προς τούτο την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο με την επακολουθήσασα 19619/2003 απόφασή του απέρριψε τη με στοιχ. (α) αξίωση των εναγόντων ως μη νόμιμη.

Αντίθετα, κατά παραδοχή και από ουσιαστική άποψη της με στοιχ. (β) αξιώσεώς τους, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης προς πληρωμή εις έκαστο τούτων το ποσό των 5.869,41 ευρώ. Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση προσέβαλλαν αμφότερα τα διάδικα μέρη με τις (ι) 458/6-2-2004 και (ιι) 408/4-2-2004, αντίστοιχα, εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η 1886/22-6-2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με απορριπτική επ' αυτών κατ' ουσίαν κρίση.

Κατά της αποφάσεως αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, έννοια με την οποίαν και ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα, η σύμβαση χερσαίας μεταφοράς πραγμάτων, με αντικείμενο το επιδιωκόμενο δι' αυτής αποτέλεσμα της μεταφοράς πραγμάτων από ένα τόπο σε άλλο, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 95-107 ΕμπΝ.

Από τη φύση της συμβάσεως μεταφοράς επιβάλλεται η ύπαρξη του παραλήπτη, μη συμβαλλόμενο δι' αυτής, που έχει όμως το δικαίωμα να ζητήσει την εκτέλεση της παροχής, κοινό στοιχείο με εκείνο της συμβάσεως υπέρ τρίτου (ΑΚ 411), ιδία όταν ο παραλήπτης είναι ο δικαιούχος, εκείνος υπέρ του οποίου μεταβαίνει το οικονομικό αγαθό της μεταφοράς.

Είναι όμως δυνατόν το οικονομικό αγαθό της μεταφοράς πραγμάτων από τόπο σε τόπο να μη αποτελεί παροχή του μεταφορέα προς τον παραλήπτη, αλλά προς τον αποστολέα, όταν η περιουσιακή ωφέλεια δεν μεταβαίνει στον παραλήπτη αλλά στον αποστολέα, τα συμφέροντα του οποίου και εξυπηρετεί. Στην περίπτωση αυτή η καλή ή κακή εκτέλεση της μεταφοράς βλάπτει ή ωφελεί τον αποστολέα και μόνο, γεγονός που προεχόντως νομιμοποιεί ενεργητικά τον τελευταίο κατά του μεταφορέως για να προβάλλει κατ' αυτού αξιώσεις από τη μη εκτέλεση του αναληφθέντος από εκείνον έργου, με θεμελίωσή τους στις διατάξεις περί χερσαίας μεταφοράς και συμπληρωματικώς, λόγω της ατελούς ρυθμίσεώς της, με τα άρθρα 95-107 ΕμπΝ, σε εκείνες περί συμβάσεως έργου, ως και στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, όταν συντρέχουν παράλληλα οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Εξάλλου, οι κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Όμως δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ. ΑΠ 25/2003). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον διατυπωθέντα με την έφεση λόγο, με τον οποίο υποστήριξε ότι η υπερημερία της παραλήπτριας του κιβωτίου Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004 αποκλείει την ευθύνη της αναιρεσείουσας μεταφορέως.

Πρόκειται για αρνητικό ισχυρισμό των θεμελιωτικών της με στοιχ. (β) αξιώσεως των αναιρεσιβλήτων πραγματικών περιστατικών, ερειδόμενης στις περί αδικοπραξιών διατάξεις που διατυπώθηκε ως λόγος εφέσεως και με την έννοια αυτή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε με την αξιολόγηση της επικαλούμενης συμπεριφοράς των αρμοδίων για την παραλαβή των μελετών οργάνων της παραλήπτριας ως (τυχόν) συντρέχουσας αμέλειας, παράλληλα με εκείνη των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται ως αβάσιμος ο λόγος αυτός αναιρέσεως.

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. 1), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στην παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως.

Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διαιτητικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνδέεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό.

Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. ΑΠ 20/2005). Με τον επόμενο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παραβίαση των άρθρων 59, 932 ΑΚ. Για τη θεμελίωση όμως του λόγου αυτού αναιρέσεως εκτίθενται στο αναιρετήριο οι απόψεις της αναιρεσείουσας για την έννοια των ουσιαστικών αυτών κανόνων δικαίου, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, και η καταληκτική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Όμως δεν παρατίθενται στο εν λόγω δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εντελώς σποραδικά και αποσπασματικά, οι συγκεκριμένες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, με βάση τα οποία κατέληξε στην κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε. Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές δε καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ορθότητας ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναιρέσεως αποφάσεως από απόψεως ευθείας παραβιάσεως των παραπάνω αναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να αξιολογείται ως αόριστος και επομένως απαράδεκτος.

Τέλος ως αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της αποφάσεως.

Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο τροποποίησε τις ουσιαστικές παραδοχές της πρωτόδικης αποφάσεως αναφορικά με την πορεία των πραγμάτων, μετά την άρνηση παραλαβής του προς μεταφορά δέματος από τους υπαλλήλους της παραλήπτριας, και με την έννοια αυτή τροποποίησε το σχετικό κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, χωρίς την διατύπωση σχετικού λόγου με την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, ιδρυομένου εντεύθεν, κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, του προβλεπόμενου από το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, με την μορφή της επιδικάσεως μη αιτηθέντος.

Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος σε συνέπεια με την παραδοχή ότι το επικαλούμενο τμήμα της πρωτοβάθμιας αποφάσεως δεν αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο αυτοτελούς αιτήσεως αλλά επί μέρους πραγματικά περιστατικά που μαζί με άλλα θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως. 'Ομοια αρνητικά αξιολογείται και ο τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται με αναφορά στο άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, ότι στην επίμαχη αυτή περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε το δικαστήριο χωρίς αναφορά οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, όταν στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του διαλαμβάνεται ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του επί της ουσίας πεποιθήσεως στηρίχθηκε λαμβάνοντας υπόψη και εκτιμώντας τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων και τα έγγραφα, που νομότυπα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Σε συνέπεια με τις παραδοχές αυτές πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων τετάρτης, πέμπτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.170,00 ευρώ (ΚΠολΔ 1983).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 20/23-1-2006 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1886/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της τετάρτης, πέμπτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Δεκεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ