Legislator Case Law & Legislation
2203/2018 AI generated

2203/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 2203/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Aλεξάνδρα Σιούτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

2203/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 §1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.

Keywords

AI generated
misuse of permits and plates labelling and marketing cosmetics, toys products from third countries production of identity documents substances subject to restriction
AI generated
1226/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
2427/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Εισαγγελική Πρόταση.
1941/2010
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κυριακούλα Γεροστάθη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
1458/2024
να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου κατά το κεφάλαιο της πράξης της τετελεσμένης απάτης (άρθρο 386 παρ.1 ΠΚ) που φέρεται να τέλεσε στην ... την 30-12-2016 σε βάρος της εγκαλούσας Ε. Μ. με φερόμενο ως εξαπατηθέντα τον Ειρηνοδίκη Τρίπολης,
694/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2203 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 2203/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Aλεξάνδρα Σιούτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 20 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλο, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Ο. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο Παναγιώτη-Παλαιολόγο Παναγόπουλο, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος με την υπ' αριθμ. 315/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1799α, 2338α, 3438/2017, αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 9942/14-9-2018 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό1225/2018.

Αφού άκουσε Τον ορισθέντα με πράξη δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη με αριθμό 9942/14-9-2018 αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υττ'αριθμ.1766α, 2338α, 3438/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια άνω των 30.000 ευρώ, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 473 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠΔ]. Είναι, συνεπώς, τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ "1.όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. 2.Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καθιερώνονται δύο αυτοτελή εγκλήματα, δηλαδή ένα της πλαστογραφίας και άλλο της χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, ότι η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, όταν τελείται από τον πλαστογράφο, κάνει να είναι αυτοτελές έγκλημα και καθίσταται επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και ότι αυτοτέλεια της χρήσης υπάρχει είτε αυτή έγινε από τρίτο είτε από τον πλαστογράφο, όταν όμως για οποιονδήποτε λόγο η πλαστογραφία μένει ατιμώρητη.

Συνεπώς, αν το αξιόποινο της πλαστογραφίας εξαλείφθηκε με παραγραφή, οπότε η χρήση του πλαστού, που έγινε αντίστοιχα από τον πλαστογράφο σε μεταγενέστερο χρόνο, δεν μπορεί να τιμωρηθεί πλέον ως επιβαρυντική περίπτωση της αντίστοιχης πλαστογραφίας, τότε η χρήση αυτή τιμωρείται ως αυτοτελές έγκλημα του πλαστογράφου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπέκυψε και αυτό αυτοτελώς σε παραγραφή.

Τούτο δε ανεξάρτητα από το αν η χρήση του πλαστογράφου έγινε πριν ή μετά από τη συμπλήρωση της παραγραφής για την πλαστογραφία, αφού τέτοια διάκριση δεν γίνεται ούτε συνάγεται από τις διατάξεις του προαναφερομένου άρθρου του ΠΚ. (βλ. ΑΠ 1269/2015, ΑΠ 78/2004 , ΑΠ 217/2003). Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου από τρίτον απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού εγγράφου ή νοθευμένου εγγράφου και η χρήση αυτού από τον τρίτο, υποκειμενικώς δε δόλος, που ενέχει τη γνώση του δράστη για την πλαστότητα του εγγράφου και το σκοπό του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Για χρήση δε πλαστού πρόκειται όταν ο υπαίτιος καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σε αυτόν τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του χωρίς ν' απαιτείται και να λάβει γνώση. Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, και όταν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), τιμωρούμενος με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό παράνομο περιουσιακό όφελος που επιδίωξε ο υπαίτιος ή η αντίστοιχη συνολική ζημία που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ (το ποσό των 30.000 ορίστηκε με την παρ. 2α του άρθρου 25 του ν. 4055/2012).

Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.

Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου, ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης.

Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στο νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτή δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (ΑΠ Ολ 3/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 §1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του.

Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος.

Το στοιχείο της επανειλημμένης τελέσεως ενυπάρχει (και) στη φύση εγκλήματος που τελείται κατ' εξακολούθηση (άρθρο 98 Π.Κ.), το οποίο αποτελείται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις (ΑΠ 1082/16, 388/16, 291/16). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται, έτσι, λόγος αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής η μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.

ΑΠ 3/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: ''Η θανούσα Κ. Κ., συνταξιούχος ιατρός εν ζωή, ήταν νυμφευμένη με το επίσης ιατρό Ι. Κ., απέκτησαν δια υιοθεσίας θετή θυγατέρα, την Ε.

Κ., πολιτικώς ενάγουσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, νόμιμη κληρονόμο της ως άνω αποβιώσασας. Η τελευταία στις 17-7-1995 σε ηλικία τότε 90 ετών, από ατύχημα μέσα στο σπίτι της (διαμέρισμα επί της οδού ...) υπέστη κάταγμα στο αριστερό της πόδι και εισήχθη στο Νοσοκομείο ''...'', όπου χειρουργήθηκε και νοσηλεύθηκε επί ένα μήνα.

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της η κατηγορούμενη πρόσφερε τις υπηρεσίες της στην Κ. Κ. ως νυχτερινή αποκλειστική νοσοκόμα. Μετά την έξοδο της από το Νοσοκομείο για την εξυπηρέτηση των αναγκών της η Κ. Κ. προσέλαβε δύο νοσοκόμες με πρωινή και βραδινή βάρδια αντίστοιχα. Μια από τις νοσοκόμες αυτές ήταν η κατηγορούμενη Α.

Ο., η οποία επιδεικνύοντας ιδιαίτερη φροντίδα και προσήλωση στην υπερήλικη Κ. Κ. κέρδισε την εμπιστοσύνη και τη συμπάθεια της. Με παρέμβαση της κατηγορούμενης απομακρύνθηκε η άλλη νοσοκόμα και έτσι έμεινε μόνο αυτή να φροντίζει την υπερήλικη, διανυκτερεύοντας και κάποια βράδια μαζί της. Στη συνέχεια η Κ.

Κ. οι σχέσεις της οποίας με τη θετή της κόρη, Ε. Κ. κατά διαστήματα δεν ήταν καλές, ενεπιστεύθει την κατηγορούμενη, απομακρύνοντας από κοντά της τους υπόλοιπους συγγενείς, και ανέθεσε σ' αυτή (κατηγορούμενη) την οικονομική της διαχείριση. Προς τον σκοπό αυτό η Κ. Κ. δια των υπ' αριθμ. ...1-...2/4-9-1995 εδικών πληρεξουσίων της συμβολαιογράφου Κ.

Μ., παρέσχε στην κατηγορούμενη την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων από τραπεζικούς λογαριασμούς της, να εισπράττει την μηνιαία σύνταξη της και δε άλλες ενέργειες, τις οποίες πριν την εμφάνιση της κατηγορούμενης διεκπεραίωναν συγγενικά της πρόσωπα αυτής (Κ. Κ.). Στη συνέχεια η Κ.

Κ., κατόπιν ενεργειών της κατηγορούμενης με τα υπ' άριθμ. ....34-.....55/31-10-1996 συμβολαιογραφικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Π. Κ., που υπογράφηκαν στην επί της ... οικία της, εξουσιοδοτούσε την κατηγορουμένη, να μεταβιβάσει ακίνητη κυριότητα της έναντι οποιουδήποτε τιμήματος και σε οποιοδήποτε πρόσωπο, να αντιπροσωπεύει τη θανούσα σε κάθε συναλλαγή της με τις Αγγλικές Τράπεζες ...

και ..., να προβαίνει σε πράξεις από διάφορους τίτλους κλπ. Η κατηγορούμενη με βάση τα ως άνω πληρεξούσια μεταβίβασε στον πατέρα της και δύο τέκνα της λόγω πωλήσεως κατά πλήρη κυριότητα τρία διαμερίσματα σε πολυκατοικία επί της οδού ... και συγκεκριμένα το διαμέρισμα του 4ου ορόφου στο οποίο διέμενε, το διπλανό διαμέρισμα επιφάνειας 55,30 τμ.

Στο οποίο διέμενε η κόρη της Ε. Κ. με τον γιό της- εγγονό της Κ. Κ. Ε. Θ. και ένα άλλο διαμέρισμα επιφάνειας 55,30 τμ, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να καταβληθεί στην Κ. Κ., το αναφερόμενο στο πωλητήριο συμβόλαιο τίμημα. Για τις παραπάνω μεταβιβάσεις ασκήθηκε σε βάρος της κατηγορούμενης και των τέκνων της Π.

Τ.-Ο. και Σ. Ο. κατόπιν έγκλησης της Κ. Κ. και της κόρης της Ε. Κ., ποινική δίωξη για κακουργηματική απάτη και άμεση συνεργεία σ' αυτή. Για τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις με την 1588/2007 αποφάνθη το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, η κατηγορούμενη και τα τέκνα της, κηρύχθηκαν κατά πλειοψηφία αθώοι.

Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι η κατηγορούμενη κατόπιν σχετικής αιτήσεως της επέτυχε την κήρυξη κυρίας της από 21-5-1997 φερόμενης ως συνταχθείσας και υπογραφείσας από τη θανούσα στις 2-3-200 Κ. Κ., ιδιόγραφης διαθήκης της, η οποία συνεπάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Λ. Π.-Π., στην οικία της Κ. Κ., κατέλειπε ως μοναδικούς κληρονόμους της, τη θυγατέρα της Ε.

Κ. και τον εγγονό της Ε. Θ., εφέρετο να ανακαλεί τη δημόσια αυτή διαθήκη, και να επικυρώνει την από 29-10-1995 συνταχθείσα ιδιόγραφη διαθήκη της με την οποία όριζε ως τετιμημένη την κατηγορούμενη σε όλες τις μετοχές της, στο περιεχόμενο της θυρίδας της στο ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων που περιείχε μεγάλο αριθμό χρυσών λιρών, στο χρηματικό ποσό των 10.000.000 δραχμών του λογαριασμού ...683 της ..., στον λογαριασμό της στην τράπεζα Αγγλίας και τέλος την επικαρπία ενός καταστήματος (ισόγειο 86 τμ και υπόγειο ομοίως 86) επί της οδού ...

στου .... Εν όψει αυτών, η Ε. Κ., θετή θυγατέρα της θανούσας άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της κατηγορούμενης αγωγή περί κλήρου, κατά την εκδίκαση της οποίας η ενάγουσα προέβαλε δια των προτάσεων της την ένσταση πλαστότητας των προαναφερόμενων ιδιόγραφων διαθηκών και ζήτησε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία θαδιενεργηθεί από δικαστικό γραφολόγο Γ.

Χ. δυνάμει της υπ' άριθμ. 436/2007 Διατάξεως του Ανακριτή του 5ου Τμήματος του πρωτοδικείου Αθηνών. Το συμπέρασμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης καταλήγει στο ότι οι από 29-10-1995 και από 21-5-1997 επίδικες, φερόμενες ως ιδιόγραφες διαθήκες είναι πλαστές. Ειδικότερα η από 29-10-1995 εκ τριών σελίδων διαθήκη της Κ. Κ. που εξετάσθηκε από φωτοαντίγραφο (η κατηγορουμένη δήλωσε κλοπή του πρωτότυπου από τη διάρρηξη του αυτοκινήτου της το Μάρτιο του 1998) αποτελεί σύνθεση δύο ή περισσότερων γνήσιων κειμένων γραφής της φερόμενης διαθέτιδας με μικρά γράμματα στα οποία απαλείφθηκαν ολόκληρα τμήματα αυτών και προστέθηκαν με το χέρι άλλου προσώπου αποκλειστικά με κεφαλαία γράμματα λέξεις και φράσεις ώστε το τελικό κείμενο να δίνει την εντύπωση ιδιόγραφης διαθήκης.

Οι υπογραφές στο τέλος όλων των σελίδων είναι υπογραφές που προέρχονται από το χέρι της Κ. Κ. από άλλη αιτία, η δε πλαστογραφία αυτών (υπογραφών) επετεύχθη δια αποκολλήσεως γνήσιων υπογραφών της θανούσης και συνθέσεως δια φωτομεταφοράς γνήσιας υπογραφής, έτσι ώστε να φαίνεται ότι η υπογραφή αυτή ετέθη υπό του φερόμενου ως υπ' αυτής τίτλου.

Επίσης η από 21-5-1997 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Κ. Κ. (φέρεται να έχει συνταχθεί ένα μήνα μετά την ....82/8-4-1997 παραπάνω δημόσια διαθήκη διαφορετικού περιεχομένου), που έχει γραφεί με στυλογράφο τύπου Bic μπλε απόχρωσης σε τεμάχιο λευκού χαρτιού διαστάσεων 2,5 επί 5 cm, όπου το αριστερό κάθετο περιθώριο είναι ευθύγραμμο, ενώ το δεξιό έχει αποκοπεί με ψαλίδι η κόψη χειρός με αποτέλεσμα να μην είναι ευθύγραμμο και στην όπισθη όψη υπάρχει σε κάθετη έκταση πρωτότυπο υπόλοιπο δακτυλογραφημένου κειμένου καθώς και δύο χαρτόσημα δημοσίου 200 δρχ.

το καθένα, είναι πλαστή. Συγκεκριμένα ολόκληρο το χειρόγραφο περιεχόμενο αυτής έχει γραφεί από χέρι τρίτου προσώπου με αποτυχημένη προσπάθεια ζωγραφικής απομίμησης της γνήσιας γραφής της φερόμενης διαθέτισας.

Ως προς την υπογραφή υπάρχει περίπτωση κατάχρησης εν λευκώ υπογραφής της Κ. Κ. και συγκεκριμένα η υπογραφή είχε τεθεί για άλλη αιτία στο αριστερό κάτω άκρο εγγράφων διαστάσεων 4(ενδεχομένως συμβολαιογραφικού εγγράφου) και έχει μεταφερθεί με τη μέθοδο της φωτοσύνθεσης στην επίδικη φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. με τη από 15-9-2000 ιδιωτική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη (συντάχθηκε κατόπιν εντολής της Ε. Κ.) , τα συμπεράσματα της οποίας δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι κατά τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την από 21-5-1997 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Κ.

Κ., η γραφολόγος διατύπωσε επιφύλαξη μέχρι την εξέταση του πρωτοτύπου ως προς την πλαστότητα της υπογραφής, εφόσον για το κείμενο καταλήγει με βεβαιότητα ότι είναι πλαστό καθώς και ότι η πλαστογράφηση έγινε από άτομο περιορισμένων γραμματικών γνώσεων, ενώ η φερόμενη ως διαθέτης ήταν εγγράμματος(ιατρός).

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την από 18-10-2001 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο γραφολόγος Γ. Β., κατόπιν εντολής της κατηγορούμενης, εφόσον αυτή δεν ενισχύεται από άλλα αποδεικτικά στοιχειά, ενώ όσα αναφέρει περί γνησιότητας της υπηρεσιακής σφραγίδας (ΑΤ ...) που υπάρχει στη θεώρηση για το ιδιόχειρο της υπογραφής στο 3ο φύλλο της από 29-10-1995 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης δεν αναιρούν την περί πλαστότητας της διαθήκης κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον δεν προσεπιβεβαιώνεται και η γνησιότητα της υπογραφής του αρμόδιου αστυνομικού οργάνου.

Τα ίδια ισχύουν και για τις από 2-10-2014 γραφολογικές παρατηρήσεις της δικαστικής γραφολόγου Ι. Β.-Π., που αυτή συνέταξε κατόπιν εντολής της κατηγορουμένης εφόσον δεν αντικρούετο η πραγματογνωμοσύνη του Γ. Χ.. Εξ' άλλου οι προαναφερόμενες πραγματογνωμοσύνες των Γ. Χ. και Χ. Τ. ενισχύονται τόσο από τις μαρτυρικές καταθέσεις όσο και από όσα αναφέρει η γραφολόγος Χ.

Τ. στην από 9-2-2001 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της που συνέταξε κατόπιν εντολής της Ε. Κ., στα πλαίσιο της δικαστικής διερεύνησης της διαφοράς μεταξύ αυτής και της κατηγορούμενης αναφορικά με τη παραπάνω μεταβίβαση από τη κατηγορουμένη σε συγγενικά της πρόσωπα τριών διαμερισμάτων ιδιοκτησίας της Κ.

Κ. της επί της οδούς ... πολυκατοικίας λόγω πωλήσεως χωρίς όμως ωστόσο να αποδειχθεί καταβολή τμήματος, ως προς τη πλαστότητα της υπογραφής της πωλήτριας Κ. Κ. στην από 24-2-1997 υπεύθυνη δήλωση, απόδειξη πληρωμής 33.351.500 δρχ. καθώς και το από 24-2-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ειδικότερα γίνεται δεκτό ότι οι υπογραφές της Κ.

Κ. στα εν λόγω έγγραφα προέρχονται από φωτοτυπική σύνθεση (φωτομοντάζ) καθώς και οι θεωρήσεις του ΑΤ Α... που υπάρχουν σ' αυτά).

Με βάση τα παραπάνω είναι απορριπτέο το αίτημα της κατηγορούμενης περί διενέργειας νέας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, εφόσον το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της πλαστότητας των επίδικων ιδιόγραφων από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες.

Περαιτέρω αποδεδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη προέβη στην πλαστογράφηση των εν λόγω ιδιόγραφων διαθηκών κατά το χρονικό διάστημα από 29-10-1995 μέχρι 21-5-1997 και έκανε χρήση αυτών αφενός στις 2-6-2000 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πετυχαίνοντας δια παραπλανήσεως του Δικαστή να κηρύξει κυρία την από 21-5-1997 ιδιόγραφη διαθήκη αφετέρου στις 28-5-2001 ενωπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσκομίζοντας το ως έγγραφο κατά τη συζήτηση της υπ' αριθμ 2773/1821/12-3-2001 περί κλήρου αγωγής της Ε.

Κ. κατά της κατηγορούμενης. Στην πλαστογράφηση των εν λόγω ιδιόγραφων διαθηκών προέβη η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από 29-10-1995 έως 21-5-1997 προκειμένου να αποκομίσει ως φερόμενη τετιμημένη παράνομο περιουσιακό όφελος ανω των 30.000 ευρώ το οποίο μετά πλήρους βεβαιότητας προκύπτει τόσο από το ποσό των 10.000.000 δραχμών (29.347,029 ευρώ), το οποίο αναγράφεται ως ποσό προερχόμενο εκ τραπεζικού λογαριασμού στις επίδικες διαθήκες, όσο και του επί της οδούς ...

κειμένου κληρονομικούς ακινήτου, το οποίο όπως προκύπτει από το ....90/1969 συμβολαιογραφικό έγγραφο αποτιμάτο το έτος 1969 σε 600.000 δραχμές ως χρηματικής αξίας, που αντιστοιχούν σε 1760 ευρώ, πλέον της μεγάλης αξίας χρυσών λιρών και μετοχών (κατάθεση Κ. Κ.), Περαιτέρω αποδεδείχθηκε ότι τις ανωτέρω πράξεις της πλαστογράφησης και της χρήσης πλαστών εγγράφων η κατηγορουμένη τις ενεργεί κατ' επάγγελμα, δηλαδή με σκοπό πορισμού εισοδήματος, τούτο δε, προκύπτει από την επανειλημμένη τέλεση της παρούσης αξιόποινου πράξης τόσο με τη μορφή της κακουργηματικής πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστών έγγραφων) όσο και με την επανειλημμένη τέλεση της επιβαρυντικής περίστασης της εν γνώση χρήσης των πλαστών εγγραφών στις 2-6-2000 και 28-5-2001 ενώπιων του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα όπως προαναφέρθηκε, που συνιστά αυτοτελές έγκλημα.

Συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης περί παραγραφής λόγο πλημ/κού χαρακτήρα της πράξης. Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής της κακουργηματικής πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστών εγγράφων-διαθηκών) διότι από το χρόνο τέλεσης αυτών από 29-10-1995 μέχρι 21-5-1997 μέχρι την παρούσα δικάσιμο (11-12-2017) έχουν παρέλθει είκοσι έτη (άρθρα 111 παρ. 2β,113 παρ. 2,3 περ.α ΠΚ, 310 παρ. 1ΚΠοινΔ) και να κηρυχτεί ένοχη, κατά πλειοψηφία, κακουργηματικής χρήσης πλαστών εγγράφων που αυτή κατάρτισε) κατ' επάγγελμα με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 30.000 ευρώ.

Ακολούθως κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του οτι : Στην ...... κατά το χρονικό διάστημα από τις 29-10-1995 εώς τις 21-5-1997, με περισσότερες εκ της μίας πράξεων της, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και έχοντας σκοπό με την χρήση πλαστών εγγράφων να παραπλανήσει άλλους σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, κατήρτισε με πρόθεση πλαστά-έγγραφα, εν συνεχεία δε έκαμε χρήση των υπ' αυτής πλαστογραφηθέντων εγγράφων, τυγχάνει δε πρόσωπο, το οποίον

διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα εκ των οποίων το συνολικό όφελος καθώς και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το χρηματικό ποσόν των 30.000 ευρώ. Ειδικότερα, εις .τον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, με περισσότερες εκ της μίας πράξεων της και έχοντας σκοπό με την χρήση πλαστογραφημένων ιδιόγραφων διαθηκών της ήδη θανούσας Κ.

Κ. να παραπλανήσει τις Δικαστικές και λοιπές δημόσιες αρχές άλλα και τους νόμιμους κληρονόμους αυτής Ε. και Ε. Κ., ότι η θανούσα δια των από 29/10/1995 και 21/05/1997 ιδιογράφων διαθηκών της κατέλειπε εις αυτήν ως τετιμημένη άπασες τις μετοχές κυριότητος της, το περιεχόμενο της θυρίδας της εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, όπου ευρίσκετο σημαντικός αριθμός χρυσών λιρών, το χρηματικό ποσόν των 10.000.000 δραχμών το οποίον αντιστοιχούσε εις τον υπ' αριθμ. ...683 κοινό λογαριασμό της εις την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, το αντιστοιχούν χρηματικό ποσόν ευρισκόμενο εις λογαριασμό της τηρούμενο εις Αγγλική Τράπεζα και τέλος την επικαρπία ενός ακινήτου (καταντήματος)" εμβαδού 86 τ.μ ισογείου και 86 τ.μ.

υπογείου χώρου, κείμενου επί της οδού ... εις την περιοχή του Δήμου ... κυριότητος της θανούσης, η συνολική αξία των οποίων, υπερβαίνει κατά πολύ το χρηματικό ποσόν των 30.000 Ευρώ, κατήρτισε με πρόθεση πλαστά έγγραφα, και δη κατήρτισε δύο ψευδεπίγραφες ιδιόγραφες διαθήκες οι οποίες εφέρετο να έχουν συνταχθεί και υπογραφεί δια χειρός της θανούσης Κ.

Κ., και συντάχθηκαν στις 29/10/2005 και 21/05/1997 και δια των οποίων εφέρετο αφενός μεν δια της από 29/10/1995 ιδιογράφου διαθήκης να καταλείπει εις αυτήν τα προαναφερθέντα κινητά πράγματα και αξιόγραφα, αφετέρου δε δια της από 21/05/1997 διαθήκης να εμμένει εις την αρχική ως άνω διαθήκη και να ανακαλεί την υπ'αριθμ. 2182/8-4-1997 δημοσία διαθήκη της, συνταχθείσα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Λ.

Π.-Π., δια της οποίας είχε εγκαταστήσει μοναδικούς κληρονόμους της την θυγατέρα αυτής Ε. Κ. και τον εγγονό της Ε. Κ. και εις τα ως άνω κινητά πράγματα, εν συνεχεία δε έκαμε χρήση των υπ' αυτής πλαστογραφηθέντων ιδιογράφων διαθηκών, αφού αφενός μεν ενεφάνισε κατόπιν σχετικής αιτήσεως την από 21/05/1997 ανωτέρω πλαστή διαθήκη, στις 2/06/2000, ενώπιον του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πετυχαίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο και δια παραπλανήσεως του Δικαστού, να κηρύξει αυτήν κυρία, δια της' υπ' αριθμ. 1116 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφετέρου δε την προσκόμισε ως έγγραφο στη δικάσιμο της 28-5-2001, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την συζήτηση της υπ'αριθμ. 27773/1821/12-3-2001 κατατεθείσας αγωγής της περί κλήρου κατά της Ε.

Κ., προκειμένου να παραπλανήσει τους Δικαστές τού Πολυμελους Πρωτοδικείου Αθηνών ότι αύτη ήτο και είναι πράγματι η τετιμημένη της θανούσης Κ. Κ., κατά τα επ' ωφελεία της καταλειπόμενα εκ της

θανούσης κινητά πράγματα και αξιόγραφα, διαπράττει δε το αυτοτελές έγκλημα της χρήσης (πλαστογραφηθέντων από αυτή πλαστών εγγράφων) κατ' επάγγελμα και δη από την επανειλημμένη τέλεση των ως άνω πράξεων καθώς και εκ της διαμορφωθείσας υποδομής της με πρόθεση επανειλημμένης

τελέσεως των εν λόγω πράξεων χρήσης πλαστών εγγράφων προκύπτει σκοπός της δια πορισμό εισοδήματος, το συνολικό όφελος του οποίου εκ των ανωτέρω πλαστογραφιών υπερβαίνει το χρηματικό ποσόν των 30.000 Ευρώ καθώς και η αντίστοιχη άνω των 30.000 Ευρώ συνολική ζημιά εις τους πραγματικούς και μοναδικούς κληρονόμους τής θανούσης Ε.

Κ. και Ε. Θ. και της επέβαλε, μετά από αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Με αυτά που δέχτηκε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης για την ως άνω πράξη την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε την κατηγορουμένη ,τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ.

στ, 98, 216 παρ.1,2 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες : Α) Η τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας, με τη μορφή της αυτοτελούς πράξης της χρήσης πλαστού, προσλαμβάνει τον κακουργηματικό χαρακτήρα κατά την ρητή πρόβλεψη της παρ.3 του άρθρου 216 ΠΚ και όταν η πράξη τελέστηκε κατ' επάγγελμα (άρθρο 216 παρ.3 εδ, β' Π.Κ.), για την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία αρκεί να υπερβαίνει το ποσό των 30.000 Ευρώ.

Η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα ερμηνεία για μη υπαγωγή της πράξης της πλαστογραφίας, όταν τελείται με τη μορφή της χρήσης του πλαστού, στην κακουργηματική τιμώρηση της παρ. 3. του άρθρου 216 ΠΚ και όταν ακόμη συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της τελευταίας, αντιτίθεται τόσο στην γραμματική διατύπωση του νόμου, αφού ρητά αναφέρεται (παρ.3) για υπαγωγή στην τελευταία, των πράξεων πλαστογραφίας και των δυο προηγούμενων παραγράφων (1 και 2) του άρθρου 216 ΠΚ, όσο και στο σκοπό του νομοθέτη που ασφαλώς δεν ήθελε η πράξη της χρήσης πλαστού να τιμωρείται σε κάθε περίπτωση μόνο σε βαθμό πλημμελήματος, ασχέτως επιβάρυνσης αυτής.

Λόγω δε αυτού του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξης, ορθώς, περαιτέρω, το δικαστήριο δεν δέχθηκε ότι συνέτρεχε λόγος παραγραφής της πράξης. Β) Το δικαστήριο συνεκτίμησε και έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών, μεταξύ δε αυτών , την από 18-10-2001 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Θ.

Β., την με αριθμό ....42/26-3-2001 ένορκη βεβαίωση του Δ. Μ., τις από 2-10-2014 γραφολογικές παρατηρήσεις της Ι. Β.-Π., όπως και την ένορκη κατάθεση της και την με αριθμό 1588/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία η αναιρεσείουσα- κατηγορούμενη κηρύχθηκε αθώα για διαφορετική πράξη και δη για απάτη, αποκλεισμένης έτσι δέσμευσης από δεδικασμένο, δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Γ) Η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, θεμελιώνεται στις αναφορές της απόφασης, για εξακολουθητική τέλεση της πράξεως, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος και ότι το συνολικό όφελος που πέτυχε η αναιρεσείουσα υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Ουδόλως δε υπάρχει ασάφεια στην προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το ύψος της ζημίας που υπέστησαν οι παθόντες, που αναβιβάζεται ως υπερβαίνον τις τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ και αιτιολογείται η σχετική κρίση με παράθεση των δεδομένων για τον υπολογισμό αυτής της ζημίας.

Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' ΚΠΔ, αντίστοιχα, για παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας είναι αβάσιμοι στο σύνολο τους. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθμό 9942/2018 και από 14-9-2018 αίτηση - δήλωση της Α. συζ. Ε. Ο., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1766α, 2338α,3438/2017 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ