Supreme Court partially allowed appeal against state judgment on labor contract classification and wage arrears.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by 52 individuals against a first-instance judgment regarding their employment status and unpaid wages. The plaintiffs argued that their contracts were misclassified as work contracts rather than employment contracts, affecting their social security benefits and wage progression. The Court found the lower court's reasoning flawed in distinguishing the contract types and ordered the State to pay the disputed amounts while remanding the case for further calculation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 § 4 of Law 3320/2005; Article 103 §§ 7 and 8 of the Constitution: A contract mischaracterized as a work contract cannot be recognized as employment for social security purposes, and the Supreme Court must correct lower court errors in legal characterization of labor relations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 2203 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 2203/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α.Των αναιρεσειόντων: 1. Ρ. Ε. Α. Δ. έως και 52. Χ.-Ρ. Α. Δ. Α., κατοίκων απάντων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη και κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι η με α.αρ. αναιρεσειόντων 5, Σ. Α. του Σ. είναι διαζευγμένη και το επίθετό της πλέον είναι Φ. Α. του Σ..
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια πάρεδρο του ΝΣΚ Φωτεινή Δεδούση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια πάρεδρο του ΝΣΚ Φωτεινή Δεδούση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ρ. Ε. Α. Δ. 52. Χ.-Ρ. Α. Δ. Α., κατοίκων απάντων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δερμιτζάκη και κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι η με α.αρ. αιρεσιβλήτων 5. Σ. Α. του Σ. είναι διαζευγμένη και το επίθετό της πλέον είναι Φ. Α. του Σ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των υπό στοιχεία Α ήδη αναιρεσειόντων και Β ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1266/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4808/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 3-12-2013 αίτησή τους και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 6-3-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε τις από 26-9-2014 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της υπό στοιχείο Α (3-12-2013) αιτήσεως αναιρέσεως β) την απόρριψη της υπό στοιχείο Β (6-3-2014) αιτήσεως.
Η πληρεξούσια των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της από 3-12-2013 αίτησή τους η πληρεξούσια των υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της από 6-3-2014 αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή του άρθ.246 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθ.573§1 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου με τον τρόπο αυτόν διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, οι συζητηθείσες κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (15-10-2013) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αιτήσεις (Α) από 3-12-2013 αίτηση των Ε. Ρ. κλπ. (συνολικά 52) κατά του Ελληνικού Δημοσίου (πιν.10) και (Β) από 6-3-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Ε. Ρ. κλπ. (συνολικά 52), για αναίρεση της 4808/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΙΙ. Επί της από 3-12-2013 αίτησης των Ε. Ρ. κλπ. (πιν.10, με στοιχ. Α' υπόθεση) i.Με το ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε καταρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π. Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.
α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.1 ν. 3320/2005 "§1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του.
§2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.
§3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
§5. Για τους κατατασσομένους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για την μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44'). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ως προς τους κατατασσομένους στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ.11 ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με την ρητή ρύθμιση του άρθ.1§4 εδ.β'ν.3320/2005 (που επαναλαμβάνεται και στο άρθ.15§1 ν.3205/2003, ειδικά ως προς την κατάταξη και εξέλιξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια) ο χρόνος των συμβάσεων έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως, δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (πρβλ.
ΑΠ 460/2014), λαμβανομένου υπόψη ότι στο προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επεκτάθηκαν οι κρίσιμες και ουσιώδεις διατάξεις, που ορίζουν την σύνθεση και το ύψος των βασικών αποδοχών, τα διάφορα επιδόματα κλπ., τόσο του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997, ΦΕΚ Β' 462, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.24 του νόμου αυτού), όσο και του ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (με την ΚΥΑ οικ.2/7093/0022/2014, ΦΕΚ Β' 215, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.21 ως άνω νόμου).
Αντίθετη ερμηνεία δεν μπορεί να συναχθεί από την διάταξη του εδ. α' της §4 του ως άνω άρθ.1 του ν. 3320/2005 που ορίζει ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στην γένεση της αξίωσης των κατατασσομένων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλ.
για άλλη αξίωση θεμελιουμένη σε διαφορετική νομική βάση. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την από 10-6-2009 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες (και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη) εξέθεσαν, ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις αναφερόμενες εκεί για κάθε μία ημερομηνίες, και απασχολούνται έκτοτε, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαρίστριες σχολείων, της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, του Νομού Αττικής, αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση δικαίου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μίσθωσης έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, κατά τα λεπτομερώς στην αγωγή εκτιθέμενα, και στην συνέχεια από τον Δεκέμβριο του 2006 και τον Ιανουάριο του 2007, κατά τις εκεί διακρίσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότερα δε ότι ύστερ' από την υποβολή εκ μέρους τους σχετικών αιτήσεων, κρίθηκε με τις 12 και 13/2005 Πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στην συνέχεια από το ΑΣΕΠ ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθ.11 του ΠΔ 164/2004 και ότι κατ' ακολουθίαν αυτών κατατάχθηκαν στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου με τις 13233/Δ4/7.12.2006 και 2928/Δ4/10.1.2007 αποφάσεις ΥΕΠΘ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν, μετά από μερική μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτές τ' αναφερόμενα στην αγωγή αναλυτικά ποσά, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001-2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζομένους της ειδικότητάς τους που εργάζονται στο εναγόμενο, συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μίσθωσης έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους ν.2470/1997 και 3205/2003 (μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης), οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται και στο απασχολούμενο στο εναγόμενο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου κλπ., κυρίως κατ' εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης που απορρέουν από τις εκεί παρατιθέμενες υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλως με βάση τις διατάξεις των ως άνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες (αποδοχές) παράνομα δεν χορηγούνταν και σ' αυτές, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή (α) για το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" με την αιτιολογία ακριβώς αυτή, ότι δηλ.
η σχέση τους χαρακτηριζόταν κάθε φορά ως "μίσθωσης έργου" και (β) γα το διάστημα από την κατάταξή τους σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξής με την αιτιολογία ότι ο χρόνος απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την μισθολογική τους εξέλιξη, καθόσον η σχετική προϋπηρεσία δεν διανύθηκε υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας (2) Το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερ' από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλομένη 4808/2013 απόφασή του δέχθηκε, κατά την έρευνα ειδικότερα της νομικής βασιμότητας αυτής, ότι "η ένδικη αγωγή, κατά το αίτημά της να επιδικασθούν στις ενάγουσες τα αναφερόμενα αναλυτικά ποσά ως οφειλόμενες για το χρονικό διάστημα πριν την κατάταξή τους διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητάς τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου, είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι οι ένδικες συμβάσεις εργασίας των εναγουσών δεν έχουν...ως χρόνο κατάρτισής τους την χρονολογία κατάρτισης των επί μέρους διαδοχικών συμβάσεων έργου που η κάθε μία από αυτές είχε συνάψει με το εναγόμενο, αλλά χρόνος κατάρτισης των ενδίκων συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου είναι η ημεροχρονολογία έκδοσης της πράξης κατάταξης των εναγουσών στις κενές οργανικές θέσεις προσωπικού.
Δηλαδή από και διά της εκδόσεως της πράξεως κατάταξης, όσον αφορά την κάθε μία από τις ενάγουσες, διά της οποίας συντελείται η ένταξή της στον οικείο φορέα, θεωρείται ότι επέρχεται και η μετατροπή της συμβάσεώς της σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ.11 του π.δ. 164/2004, έκτοτε δε η κάθε μία από τις ενάγουσες δικαιούται τις αποδοχές του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις οποίες συνυπολογίζεται και ο χρόνος εργασίας της με συμβάσεις μισθώσεως έργου", με βάση δε τις νομικές αυτές σκέψεις και κατά παραδοχή συναφούς λόγου της έφεσης του εναγομένου αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε και κατά τούτο την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή (ως μη νόμιμη) κατά το ως άνω αίτημα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 1§4 εδ.β' ν.3320/2005 και 11 ΠΔ 164/2004 και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής, κατ' εκτίμηση αυτού, 1ος λόγος της κρινόμενης αίτησης από το άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Με τον 2ο λόγο της κρινόμενης αίτησης από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ και κατ' εκτίμηση αυτού προβάλλεται ότι η ως άνω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη ως άνω της κρινόμενης αγωγής ως μη νόμιμης κατά το προαναφερθέν αίτημά της.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, εφόσον η απόφαση αναιρείται κατά παραδοχή άλλου λόγου. ii.(Α) Κατά το άρθρο 562§2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας 2) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχή ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 1283/2013). Αλλά και στις περιπτώσεις των ως άνω με αριθ.2 και 3 εξαιρέσεων, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να έχουν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στην αίτηση αναίρεσης επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 323/2012).
Το απαράδεκτο από την ως άνω διάταξη αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 2154/2013, 858/2013). Περαιτέρω και ειδικότερα, κατά το άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης ως "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων, καίτοι προταθέντων (ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων), ιδρύει τον λόγο αυτόν αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς και παραδεκτά προτεινόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ ΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 460/2013, 1485/2012).
Αν με την αιτίαση αυτή προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά και στον δεύτερο βαθμό, εκτός εάν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατ' άρθ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στη κατ' έφεση δίκη (ΑΠ 460/2013). (Β) Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ.90§3, 93 περ.
α' και 94§3 ν.2362/1995 και 261 ΑΚ προκύπτει ότι οι απαιτήσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες, κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις (έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), παραγράφονται μετά διετία από την γένεσή τους, η παραγραφή δε αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, η διακοπή, όμως, αυτής (και) με την άσκηση σχετικής αγωγής, που αποτελεί αντένσταση, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, αλλά πρέπει να γίνεται επίκληση αυτής από τον διάδικο που αποκρούει την παραγραφή (ΑΠ 1310/2009, 1270/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της ως άνω αγωγής των αναιρεσειουσών ύστερ' από έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, με την προσβαλλομένη 4808/2013 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι οι αναιρεσείουσες ενάγουσες (ως προς τις οποίες ερευνάται η υπόθεση) με βάση συμβάσεις που καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ.113 ν.1892/1990 προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν επί σειρά ετών, με διαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως "μίσθωσης έργου", στον καθαρισμό σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, επρόκειτο δηλ.
για εργασία που δεν ανταποκρίνονταν στην έννοια του "έργου", αλλά της εξαρτημένης εργασίας που επιπλέον κάλυπτε σταθερές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ενώ, όμως, εργάζονταν (και εξακολουθούν να εργάζονται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή τους δεν ήταν ούτε είναι αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις και αυτήν που λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, παρόλο που διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες, ότι οι ενάγουσες υπέβαλαν, σύμφωνα με το άρ.11 ΠΔ 142004, αιτήσεις για την θεώρηση των συμβάσεών τους ως αορίστου χρόνου, επί των οποίων αποφάνθηκε θετικά το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο και το ΑΣΕΠ και έτσι οι αναιρεσίβλητες κατετάγησαν, με τις 132333/Δ4/7-12-2006 και 2928/Δ4/10-1-2007 αποφάσεις ΥΠΕΠΘ κατά τις εκεί διακρίσεις, σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου, στο εισαγωγικό κλιμάκιο (18ο) χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως μίσθωσης έργου, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους αυτήν έπρεπε να είχαν καταταγεί στα εκεί αναφερόμενα για κάθε μία απ' αυτές (ανώτερα) μισθολογικά κλιμάκια και να λαμβάνουν βασικό μισθό ανάλογα με την προϋπηρεσία τους που είχε διανυθεί υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, ότι οι 2η, 3η, 4η, 8η, 9η, 10η, 15η, 18η, 19η, 20η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 31η, 32η, 35η, 36η, 37η, 38η, 39η, 41η, 43η, 46η, 47η, 50η και 52η αναιρεσείουσες άσκησαν για πρώτη φορά ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 21-12-2007 αγωγή τους, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 27-12-2007, η οποία βασιζόταν στην ίδια ακριβώς με την ένδικη αγωγή ιστορική και νομική αιτία, ειδικότερα δε με αυτήν οι ως άνω αναιρεσείουσες ζητούσαν διαφορές αποδοχών για τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 και έτσι με την από 21-12-2007 αγωγή τους (προηγουμένη) οι πιο πάνω αναιρεσείουσες διέκοψαν την παραγραφή των αξιώσεών τους για τα έτη αυτά και στην συνέχεια άσκησαν την ένδικη από 10-6-2009 αγωγή τους, που επιδόθηκε στο εναγόμενο την 24-6-2009, με την οποία (ένδικη δεύτερη αγωγή) παραιτήθηκαν από την προγενέστερη πρώτη (από 21-12-2007) αγωγή τους, ως εκ τούτου η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι εχώρησε με την πρώτη παραπάνω αγωγή τους (δηλ.
από 27-12-2007) και κατά συνέπεια οι αξιώσεις τους για τα έτη 2006, 2007 και 2008 δεν έχουν υποπέσει στην κατ' άρθ.90§3 ν.2362/1995 διετή παραγραφή, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω οι ως άνω αναιρεσείουσες (ενάγουσες) δικαιούνται τις αναφερόμενες εκεί αναλυτικά για κάθε μία διαφορές αποδοχών για τα έτη 2006, 2007 και 2008, λαμβανομένων υπόψη των επιδομάτων εορτών και αδείας, ότι περαιτέρω οι αξιώσεις των 1ης, 5ης, 6ης, 7ης, 11ης, 12ης, 13ης, 14ης, 16ης, 17ης, 21ης, 22ης, 23ης, 29ης, 30ης, 33ης, 34ης, 40ης, 42ης, 44ης, 45ης, 48ης, 49ης και 51ης αναιρεσειουσών για το χρονικό διάστημα από την κατάταξή τους (την 7-12-2006 και 7-1-2007, αντίστοιχα, κατά τις διακρίσεις) μέχρι και 31-3-2007 έχουν υποπέσει στην ως άνω διετή παραγραφή, καθόσον οι ενάγουσες αυτές άσκησαν για πρώτη φορά στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την από 3-3-2009 αγωγή τους, επιδοθείσα στο εναγόμενο την 1-4-2009, η οποία βασιζόταν στην ίδια ακριβώς με την ένδικη αγωγή νομική και ιστορική αιτία, ειδικότερα δε με αυτήν οι ως άνω αναιρεσείουσες ζητούσαν διαφορές αποδοχών για τα έτη 2001-2008 και έτσι διέκοψαν την παραγραφή των αξιώσεών τους αυτών και στην συνέχεια άσκησαν την ένδικη από 10-6-2009 αγωγή τους, κοινοποιηθείσα στο εναγόμενο την 24-6-2009, με την οποία (ένδικη δεύτερη αγωγή) παραιτήθηκαν της ως άνω προγενέστερης πρώτης, ως εκ τούτου η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι εχώρησε με την πρώτη ως άνω αγωγή, δηλ.
από 1-4-2009 και επομένως, αφού από τον χρόνο γένεσης των αξιώσεων των αναιρεσειουσών αυτών μέχρι την άσκηση της πρώτης από 3-3-2009 αγωγής έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, οι αξιώσεις αυτών που αφορούν το χρονικό διάστημα από 7-12-2006 και 10-1-2007 μέχρι 31-3-2007 έχουν υποπέσει στην ως άνω διετή παραγραφή και έχουν κατά συνέπεια αποσβεσθεί, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω οι ως άνω αναιρεσείουσες δικαιούνται τις αναλυτικά αναφερόμενες εκεί διαφορές αποδοχών για τα έτη 2007 και 2008, λαμβανομένων υπόψη και των επιδομάτων εορτών και αδείας, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά περιστατικά (και άλλα που δεν ενδιαφέρουν εδώ) εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και το μεν υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει, το δε αναγνώρισε ότι υποχρεούται να καταβάλλει στις αναιρεσείουσες τα παρατιθέμενα εκεί για κάθε μία ποσά.
Σε σχέση με τα γενόμενα ως άνω δεκτά από το Εφετείο και δη ως προς την παραγραφή μέρους των αξιώσεών τους οι αναιρεσείουσες ενάγουσες (η αναφορά γίνεται πάντοτε στην αρίθμησή τους ως αναιρεσειουσών, σύμφωνα και με την περιλαμβανομένη στην αναίρεση αντιστοιχία) προβάλλουν ότι : (Α) Όπως και στην ένδικη αγωγή τους αναφέρουν (1) οι αναιρεσείουσες 2η, 3η, 4η, 8η, 9η, 19η, 20η, 24η, 25η, 26η, 27η, 28η, 31η, 32η, 35η, 36η, 37η, 38η, 39η, 41η, 43η, 46η, 50η και 52η πριν από την ένδικη αγωγή είχαν ασκήσει στο Ειρηνοδικείο Αθηνών "τουλάχιστον μία αγωγή κατά το έτος 2005, είτε την με αριθμό κατάθεσης 2562/2005, είτε την με αριθμό κατάθεσης 2563/2005", που κοινοποιήθηκαν στο εναγόμενο την 29-12-2005, διακόπτοντας την παραγραφή των απαιτήσεών τους τουλάχιστον για τα έτη 2004 και 2005, την με αριθ.κατ.2856/2007, στην οποία συμπεριέλαβαν και τις απαιτήσεις τους για τα έτη 2004 και 2005 και η οποία κοινοποιήθηκε την 27-12-2007, διακόπτοντας την παραγραφή των απαιτήσεών τους τουλάχιστον για τα έτη 2006 και 2007, και την με αριθ.494/2009, στην οποία συμπεριέλαβαν και τις απαιτήσεις τους των ετών 2004, 2005, 2006 και 2007 (και εφεξής) και η οποία κοινοποιήθηκε την 1-4-2009, διακόπτοντας την παραγραφή των απαιτήσεών τους τουλάχιστον από 1-4-2007 και εφεξής, και στην συνέχεια, πριν από την πάροδο διετίας, άσκησαν την ένδικη αγωγή, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι απαιτήσεις τους για τα έτη 2004 και εφεξής, ως εκ τούτου δε, επάγονται στην συνέχεια, οι ως άνω αναιρεσείουσες με τις προαναφερθείσες αγωγές τους διέκοψαν την παραγραφή των αξιώσεών τους (όχι μόνο για τα έτη 2006, 2007 και 2008, όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλομένη, αλλά) και για τα έτη 2004 και 2005 (2) οι αναιρεσείουσες 1η, 5η, 6η, 7η, 11η, 12η, 13η, 14η, 16η, 17η, 21η, 22η, 23η, 29η, 30η, 33η, 34η, 40η, 42η, 44η, 45η, 48η, 49η και 51η, πριν από την ένδικη αγωγή είχαν ασκήσει στο Ειρηνοδικείο Αθηνών το 2005 είτε την με αριθ.2562/2005 είτε την με αριθ.2563/2005, που κοινοποιήθηκαν στο εναγόμενο την 29-12-2005, διακόπτοντας την παραγραφή των αξιώσεών τους τουλάχιστον για τα έτη 2004 και 2005, καθώς και την με αριθ.494/2009, στην οποία συμπεριέλαβαν και τις απαιτήσεις για τα έτη 2004 και 2005 και εφεξής, και η οποία κοινοποιήθηκε την 1-4-2009, διακόπτοντας την παραγραφή των αξιώσεών τους τουλάχιστον από 1-4-2007 και εξής, ως εκ τούτου δε την 29-12-2005 διέκοψαν την παραγραφή τουλάχιστον για τα έτη 2004 και 2005 και εφόσον μέχρι την άσκηση των επομένων αγωγών τους και της ένδικης δεν παρήλθε διετία, οι ως άνω αναιρεσείουσες με τις παραπάνω αγωγές τους διέκοψαν την παραγραφή των αξιώσεών τους (όχι μόνο για το διάστημα μετά την 1-4-2007, όπως έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά) και για τα έτη 2004 και 2005.
Επομένως, καταλήγουν, μη λαμβάνοντας υπόψη το Εφετείο σε σχέση με τις προαναφερθείσες αναιρεσείουσες ενάγουσες (δηλ. όλες της αναιρεσείουσες πλην των 15ης, 18ης και 47ης) τον ουσιώδη ισχυρισμό τους ότι με τις με αριθ.κατ.2562 και 2563/2005 αγωγές τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που προηγήθηκαν της ένδικης, διεκόπη η παραγραφή των αξιώσεών τους και για τα έτη 2004 και 2005, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη προταθέντα νομίμως "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε, έτσι, στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ (3ος λόγος αναίρεσης), άλλως, κρίνοντας κατά τα προεκτεθέντα, σχετικά με την παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσειουσών αυτών των ετών 2004 και 2005, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθ.261 και 263 ΑΚ και κατά συνέπεια στοιχειοθετούνται οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ (4ος λόγος αναίρεσης).
Οι λόγοι αυτοί (και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις με αριθ.κατ.2856/2007 και 494/2009 αγωγές των αναιρεσειουσών για την διακοπή της παραγραφής αξιώσεών τους) είναι απορριπτέοι, το μεν ως αόριστοι, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζονται, μη υπαγόμενος στις εξαιρέσεις του άρθ.562§2 ΚΠολΔ, δηλ.
η αντένσταση διακοπής της παραγραφής των ως άνω αξιώσεων των αναιρεσειουσών (μη ερευνωμένη αυτεπάγγελτα), προτάθηκε στο Εφετείο, αλλά και ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείουσες αμυνόμενες κατά της έφεσης του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί εξολοκλήρου την αγωγή τους, χωρίς να ερευνήσει και να δεχθεί αυτεπάγγελτα, όπως όφειλε, παραγραφή μέρους των αξιώσεών τους, ούτε, ως εικός, διακοπή αυτής, η οποία (έφεση του αναιρεσιβλήτου) περιελάμβανε ειδικό λόγο (6ο) για την παραγραφή των αξιώσεών τους του χρονικού διαστήματος από 1-1-2001 μέχρι 16-6-2007, ουδόλως πρόβαλαν (επανέφεραν) ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις τους την περιεχομένη στην αγωγή τους αντένσταση διακοπής της παραγραφής, αν και αντέκρουσαν ειδικά όλους τους λοιπούς λόγους της έφεσης.
ΙΙΙ. Επί της από 6-3-2014 αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου (πιν.31, με στοιχ. Β' υπόθεση).
i.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την άσκηση αναίρεσης απαιτείται έννομο συμφέρον, το οποίο υφίσταται, όταν ο αναιρεσείων ηττήθηκε (ολικά ή μερικά) με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έναντι του αναιρεσιβλήτου, ως εκ τούτου δε η αναίρεση πρέπει ν' απευθύνεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος που νίκησαν στην δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 159/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει (άρθ.561§2 ΚΠολΔ), ότι με την αναιρεσιβαλλομένη 4808/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε ενόλω ως προς την 48η αυτών (δηλ. την 72η ενάγουσα) και επομένως ως προς αυτήν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη. ii.
Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ.559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 874/2011). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρ. 216§1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή πρέπει να περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρ. 117-118 του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η αγωγή του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας μισθωτού, με την οποία ζητούνται διαφορές μεταξύ των αποδοχών τις οποίες ο εργαζόμενος δικαιούται (κατ' εφαρμογή ΣΣΕ ή ΔΑ ή) με βάση το νόμο και εκείνων που του καταβλήθηκαν, πρέπει να προσδιορίζονται στην αγωγή, πλην άλλων οι αποδοχές που αυτός δικαιούται, μνημονευομένων και των τυχόν επιδομάτων που δικαιούται, και εκείνες τις οποίες έλαβε, ώστε να προκύπτει η υπέρ αυτού διαφορά για το επίδικο χρονικό διάστημα (ΑΠ 1133/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 10-6-2009 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες (και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη) εξέθεσαν, ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις αναφερόμενες εκεί για κάθε μία ημερομηνίες, και απασχολούνται έκτοτε, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ως καθαρίστριες σχολείων, της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, του Νομού Αττικής, αρχικά με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση δικαίου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μίσθωσης έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, κατά τα λεπτομερώς στην αγωγή εκτιθέμενα, και στην συνέχεια από τον Δεκέμβριο του 2006 και τον Ιανουάριο του 2007, κατά τις εκεί διακρίσεις, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότερα δε ότι ύστερ' από την υποβολή εκ μέρους τους σχετικών αιτήσεων, κρίθηκε με τις 12 και 13/2005 Πράξεις του Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στην συνέχεια από το ΑΣΕΠ ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθ.11 του ΠΔ 164/2004 και ότι κατ' ακολουθίαν αυτών κατατάχθηκαν στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου με τις 13233/Δ4/7.12.2006 και 2928/Δ4/10.1.2007 αποφάσεις ΥΕΠΘ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν, μετά από μερική μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτές τ' αναφερόμενα στην αγωγή αναλυτικά ποσά, ως οφειλόμενες για τα έτη 2001-2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές για αντίστοιχους εργαζομένους της ειδικότητάς τους που εργάζονται στο εναγόμενο, συνυπολογιζομένου, για το μετά την κατάταξή τους με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και του χρόνου εργασίας τους με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μίσθωσης έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους ν.2470/1997 και 3205/2003 (μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης), οι διατάξεις των οποίων εφαρμόζονται και στο απασχολούμενο στο εναγόμενο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου κλπ., οι οποίες (διαφορές αποδοχών) προκύπτουν από τ' αναφερόμενα στην αγωγή ποσά που καταβάλλονταν σε κάθε μία από τις ενάγουσες κάθε επίδικο έτος (αρχικά ως αμοιβή για σύμβαση έργου και στην συνέχεια για απασχόληση με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, χωρίς, όμως, υπολογισμό του προηγουμένου χρονικού διαστήματος παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις έργου) και τα παρατιθέμενα εκεί ποσά που έπρεπε να λάβουν ως μηνιαίες αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας, με την παράθεση των επιμέρους αυτών ποσών, του συνόλου των αποδοχών που έπρεπε να λάβουν κατ' έτος, αυτών που έλαβαν και της συνολκής, κατ' έτος, μεταξύ αυτών διαφοράς, αποδοχές, σημειωτέον, που δικαιούνταν κυρίως κατ' εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης που απορρέουν από τις εκεί παρατιθέμενες υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλως με βάση τις διατάξεις των ως άνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου ως εκ της απασχόλησής τους στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως και επικουρικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες (αποδοχές) παράνομα δεν χορηγούνταν και σ' αυτές, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή (α) για το διάστημα απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" με την αιτιολογία ακριβώς αυτή, ότι δηλ.
η σχέση τους χαρακτηριζόταν κάθε φορά ως "μίσθωσης έργου" και (β) γα το διάστημα από την κατάταξή τους σε θέσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εξής με την αιτιολογία ότι ο χρόνος απασχόλησής τους με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την μισθολογική τους εξέλιξη, καθόσον η σχετική προϋπηρεσία δεν διανύθηκε υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο αναίρεσης, φερόμενο από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει, ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλητων για την επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας ήταν αόριστη, διότι οι ενάγουσες αναιρεσίβλητες, αφού παραθέτουν τα επιμέρους κονδύλια που αφορούν περισσότερες απαιτήσεις τους από τις παραπάνω αιτίες για κάθε έτος του επιδίκου χρονικού διαστήματος ξεχωριστά "αφαιρούν στη συνέχεια από το αποτέλεσμα που προκύπτει (μετά συναρίθμηση των ετήσιων καταβλητέων για τις αιτίες αυτές επί μέρους ποσών με βάση το(ν) επικαλούμενο νόμιμο μισθό τους) το συνολικό ετήσιο ποσό που έλαβαν για την απασχόλησή τους ως καθαρίστριες για όλες τις αιτίες αυτές συγκεντρωτικώς, χωρίς να εξειδικεύουν ποια ακριβώς ποσά τους έχουν καταβληθεί ανά έτος ξεχωριστά".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αληθώς μόνον από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι με το προαναφερθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή ουδεμία αοριστία πάσχει. iii. Με το ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ), που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε καταρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π. Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.
α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.1 ν. 3320/2005 "§1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του.
§2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.
§3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
§5. Για τους κατατασσομένους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για την μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44'). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".
Εξάλλου, με το ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις", οι διατάξεις των άρθ.2-13, 15-18, 20-26, 27§2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την ΚΥΑ οικ. 2/7093/0022/2014 (ΦΕΚ Β' 215), εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ., τα μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίσθηκαν με το άρθ.3§1 αυτού σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18ο μ.κ., ενώ με το άρθ. 5§§1 και 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι για την μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι' αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ.15 του νόμου αυτού.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το ως άνω άρθ.15§1 "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη : α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου....ι.
Ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ' αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηρισθεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις : i.
απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ii. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και iii. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθ.20 εδ.α' του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα ΜΚ του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλ.
και στην περίπτωση αυτή, της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια, και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ. με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά την ρητή ως άνω διάταξη του προαναφερθέντος άρθ.15§1 περ.ι' ν.3205/2003. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθ.11 ΠΔ 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και ότι για την μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθ. 1§4 εδ.
β' ν. 3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλ. ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (πρβλ.
ΑΠ 460/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την ως άνω προσβαλλομένη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, επί της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική αυτή δίκη, δέχθηκε περαιτέρω, ότι με διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθ.113§5 ν.1892/1990 χαρακτηρίζονταν ως "μίσθωσης έργου" και είχαν τυπική διάρκεια από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30η Ιουνίου του επομένου έτους, οι ενάγουσες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν από το αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, μέχρι την κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των άρθ.11 ΠΔ 164/2004 και 1 ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, δηλ.
για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα αυτού και του ΑΣΕΠ κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφαση εκτιθέμενα, ότι ενώ οι υπηρεσίες που παρείχαν οι ενάγουσες δεν ανταποκρίνονταν στην έννοια του "έργου", αλλά της εξαρτημένης εργασίας, που επιπλέον κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, η αμοιβή τους δεν ήταν αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις οικείες διατάξεις και αυτήν που λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, αν και διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες, ότι ενόψει αυτών οι ενάγουσες υπέβαλαν αιτήσεις κατ' άρθ.11 ΠΔ 164/2004 για την θεώρηση των συμβάσεών τους ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, επί των οποίων (αιτήσεων) αποφάνθηκαν θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο και το ΑΣΕΠ και έτσι με τις 132333/Δ4/7-12-2006 και 2928/Δ4/10-1-2007 αποφάσεις ΥΠΕΠΘ, κατά τις εκεί διακρίσεις, οι ενάγουσες κατετάγησαν σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, λαμβάνοντας έκτοτε βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακό επίδομα και ειδική παροχή 176€, ότι αν και οι ενάγουσες κατετάγησαν κατ' εφαρμογή των άρθ.11 ΠΔ 164/2004 και 1 ν.3320/2005, κατά παράβαση αυτού η κατάταξή τους έγινε χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις επιγραφόμενες ως μίσθωσης έργου και έτσι κατετάγησαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους έπρεπε να είχαν καταταγεί στα αναφερόμενα εκεί (ανώτερα) μισθολογικά κλιμάκια και να λαμβάνουν βασικό μισθό ανάλογα με την προϋπηρεσία τους, καθώς αυτή διανύθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω και αφού, όπως έκρινε περαιτέρω το Εφετείο, είχαν υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθ.90§3 ν. 2362/1995 οι επιμέρους αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων που αφορούσαν τα εκεί αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, προκύπτουν κατά τα λοιπά οι παρατιθέμενες στην προσβαλλομένη απόφαση μισθολογικές διαφορές υπέρ αυτών, λαμβανομένων υπόψη και των επιδομάτων εορτών και αδείας, ότι ο επαναφερθείς ενώπιον αυτού με λόγο έφεσης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος εναγομένου ότι οι συμβάσεις των εναγουσών, επιγραφόμενες ως μίσθωσης έργου, χαρακτηρίζονται εκ του νόμου ως τέτοιες και δεν μπορούν να αναγνωρισθούν ως προϋπηρεσία για την μισθολογική τους εξέλιξη, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ.1§4 ν.3320/2005, αλλά και διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μίας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή ως προς την 48η αναιρεσίβλητη (72η ενάγουσα), δέχθηκε ενμέρει αυτήν ως προς τις λοιπές και το μεν υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει, το δε αναγνώρισε ότι υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτές για την παραπάνω αιτία τα αναφερόμενα εκεί λεπτομερώς κατά περίπτωση ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, που διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.103§§7 και 8 του Συντάγματος, 8§3 ν.2112/1920, 18§2 περ.β' και 21 ν.2190/1994, 11 ΠΔ 164/2004, 1§§3-5, 2§1 ν.3320/2005, 2§1 3§§1 και 4, 5§§1 και 2, 15 και 20 ν.3205/2003 και 6§1 ν.2527/1997 και επομένως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου 2ος και 3ος (και τελευταίος) λόγοι αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ.
III. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τις αναιρεσείουσες, καθόσον μέρος της απερρίφθη με αυτήν ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής τους να επιδικασθούν σ' αυτές τα αναφερόμενα εκεί ποσά ως οφειλόμενες για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα μισθολογικές διαφορές, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο, κατά το οποίο χρειάζεται διευκρινίσεις (και δη υπολογισμό των τελικά οφειλομένων στις αναιρεσείουσες), στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον αυτό είναι δυνατόν να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ.580§3 ΚΠολΔ, όπως τελικά ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθ.65§1 ν.4139/2013) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών-αναιρεσιβλήτων, όπως αυτά καθορίζονται σύμφωνα με το άρθ.22§1 ν.3693/1975 και την ΥΑ 134423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αιτήσεις (Α) από 3-12-2013 των Ε. Ρ. κλπ. (συνολικά 52)και (Β) από 6-3-2014 του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 4808/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 6-3-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 4808/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί ως προς τις αναιρεσείουσες την 4808/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο-αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών-αναιρεσιβλήτων, το οποίο ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ